Του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη

Κυριακούλης Μαυρομιχάλης

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Πετρόμπεης καθότανε ψιλά στο μπαλκονάκι

Κι εσκούπιζε τα μάτια του μεταξωτό μαντήλι

Κυριάκαινα τον ρώτησε Κυριάκαινα του λέει

Τι έχεις μπέη και χλίβεσαι και χύνεις μαύρο δάκρυ ?

Σαν με ρωτάς Κυριάκαινα θα ζε το πω ρε νύφη

Απόψε μου ήρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι

Και μαύρο ήταν ταπόγραμμα καμένο ήταν το γράμμα

Τον Κυριακούλη σκότωσαν τον πρώτο καπετάνιο

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης επικεφαλής δύναμης 400 ανδρών κυρίως Μανιατών εστάλη στο Σούλι της Ηπείρου προκειμένου να στηρίξει τον εκεί αγώνα που βρισκόταν σε κρίση. Ο θάνατός του έπεσε σαν κεραυνός στην Μάνη.

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι έχει την εξής πρωτοτυπία, δεν μας πληροφορεί για τον θάνατο του Κυριακούλη απευθείας λέγοντας τα γεγονότα του πολέμου αλλά αντιθέτως περιγράφει την ανακοίνωση του θανάτου του από τον αδελφό του Πετρόμπεη ( άνδρα ιδιαίτερα γνωστό εκείνη την εποχή ) στην γυναίκα του.

Επίσης μαθαίνουμε διάφορα έθιμα που είχαν εκείνη την εποχή για την ειδοποίηση πένθους. Μαύρο τοπόγραμμα, μαύρο εξωτερικό βούλωμα, καμένο γράμμα, έκαιγαν τις άκρες του χαρτιού ( επιστολής ) για να δείξουν τον θυμό, πικρία ή πένθος.

Advertisements

Οι Μανιάτες Του Πειραιά

Μετά την δημιουργία του Ελληνικού κράτους και ιδιαίτερα κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, η Μάνη άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της, λόγω των δύσκολων συνθηκών επιβίωσης. Όταν άρχισε να διαφαίνεται η βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη, πολλοί Μανιάτες αναζήτησαν καλύτερη τύχη σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και στο εξωτερικό.

Τέτοιες περιοχές ήταν τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, που πρόσφεραν περισσότερες πιθανότητες εξεύρεσης εργασίας, και οι περιοχές που υπήρχαν λιμάνια και ορυχεία όπως ο Πειραιάς και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Το μεγαλύτερο μέρος των Λακώνων τότε όδευσε προς το λιμάνι του Πειραιά. Για να βρεί κάποιος να δουλέψει στο λιμάνι ήταν πολύ δύσκολο και καθημερινά έπρεπε να κάνει μεγάλες προσπάθειες για να βγάλει ένα μεροκάματο.

Η ανοχή και η ευγένεια δεν είχαν χώρο σε τέτοια ζητήματα, γιατί ήταν καθαρά θέμα επιβίωσης  γι’ αυτό το λόγο, οι πιο σκληροτράχηλοι έλεγχαν τις δουλειές. Οι Μανιάτες με τον ερχομό τους φρόντισαν να τηρήσουν αυτό τον κανόνα και να γίνουν κύριοι των πραγμάτων στο λιμάνι. Ο ανταγωνισμός βέβαια ήταν μεγάλος. Στην περιοχή υπήρχαν και άλλες ομάδες με συγκρουόμενα συμφέροντα με αυτά των Λακώνων (Κρήτες,Αρβανίτες,Πόντιοι). Οι μεταξύ τους διαμάχες ήταν συχνότατες, με τις περισσότερες να λήγουν υπέρ των Μανιατών.

Οι συχνότερες και μεγαλύτερες συγκρούσεις γινόνταν στον ΟΛΠ, όπου για να βρεί κάποιος αριθμό για να δουλέψει έπρεπε να πάρει τη συγκατάθεση των »σκληρών» Μανιατών, οι οποίοι έπαιρναν τις θέσεις με νταηλίκι απο τους υπόλοιπους.

Μια  σειρά συμπλοκών  πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1909-1919, κατά τις οποίες  πολλοί Κρήτες άρχισαν να συρρέουν στον Πειραιά προσπαθώντας να πάρουν το πάνω χέρι στις δουλειές. Οι Μανιάτες αγρίεψαν και μετά από αρκετούς καυγάδες, κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους πολλαπλάσιους Κρήτες. Στις συγκρούσεις σκοτώθηκαν 14 Κρήτες, 2 Μανιάτες  ενώ πάρα πολλοί τραυματίσθηκαν.

Τελικά έγινε ανακωχή και απο τις δύο πλευρές και όρισαν κάποιους κανόνες για τις δουλειές στο λιμάνι. Μεταξύ τους συμφωνήθηκε ότι οι Μανιάτες θα επιστατούσαν, οι Κρήτες θα κουβαλούσαν μόνο καθαρά φορτία, όπως το στάρι και οι υπόλοιποι (νησιώτες κ.α) με τους Σαντορινιούς υψηλότερα στην βαθμίδα, θα έπαιρναν τα βαρύτερα φορτία. Οι Σαντορινιοί είχαν πάρει και το απεχθές σε όλους κάρβουνο.

Απο αυτή την πολυτάραχη περίοδο έχει μείνει ένα τρίστιχο που λέγεται απο τους παλιότερους:

Οι Σαντορινιοί στα κάρβουνα

οι Κρητικοί στα στάιρια

και οι Μανιάτες κάποι* παλληκάρια

*καπετάνιοι,επιβλέποντες

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.
Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο Θόδωρος Κι Ο Αναπλιώτης

Περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει …

Λίγες ημέρες πριν αράξουμε στο λιμάνι της Μάνης, συνέβη ένα παράξενο περιστατικό στις καλύβες που βρισκόταν ανάμεσα στην Μάνη και το Οίτυλο. Δύο Μανιάτες, ο Θόδωρος και ο Αναπλιώτης, διαβόητοι πειρατές και στενοί φίλοι, φιλονίκησαν για την διανομή κοινών λαφύρων, και ταυτόχρονα σχεδίασαν ο καθένας για λογαριασμό του να απαγάγουν τις γυναίκες τους. Ο Θεόδωρος απήγαγε την γυναίκα του Αναπλιώτη και την έφερε να την πουλήσει σε ένα Μαλτέζο πειρατή που έμενε σε κάποιον όρμο. Επειδή δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν στην τιμή, ο Μαλτέζος, επιθεωρώντας προσεχτικότερα την αιχμάλωτη, είπε ότι πριν από δυο ώρες είχε αγοράσει μια ωραιότερη γυναίκα στην μισή τιμή από εκείνη που ζητούσε ο Θόδωρος, διέταξε δε τους συντρόφους του να την παρουσιάσουν ώστε να πειστεί και ο Θόδωρος για την υπεροχή της. Μόλις όμως την είδε ο πειρατής, έμεινε κεραυνόπληκτος γιατί αναγνώρισε την δική του γυναίκα, που ο αντίπαλός του είχε προλάβει να απαγάγει. Παρόλα αυτά, αντί να φροντίσει να την πάρει από τα χέρια του Μαλτέζου, του ζήτησε να αγοράσει και εκείνη σε οποιαδήποτε τιμή ήθελε ο ίδιος, ώστε και οι δύο σύζυγοι να είναι ομοιοπαθείς, για να μην εκτεθεί μόνον αυτός στους σαρκασμούς των συμπατριωτών του.

Μπρίκι ή Βρίκιο. Πειρατικό καράβι της εποχής.

Ύστερα από λίγο, μαθαίνοντας ο Αναπλιώτης την απαγωγή της γυναίκας του, εξόπλισε μια κανονιοφόρο, και μαζί του ενώθηκε και ο Θόδωρος λησμονώντας ότι είχε συμβεί. Έτσι ήρθαν και απείλησαν με χίλιους τρόπους τον Μαλτέζο πειρατή, ο οποίος είτε γιατί φοβήθηκε την επίθεση των δύο συζύγων είτε γιατί δεν ήθελε να καταστρέψει να συμφέροντά του σε εκείνον τον τόπο, αναγκάστηκε να αφήσει και τις δύο γυναίκες να φύγουν. Ύστερα από το περιστατικό αυτό, μεσολάβησαν κοινοί φίλοι και μόνοιασαν τους δύο αντιπάλους, οι οποίοι μετά από δύο ημέρες βγήκαν για πειρατεία πάνω στο ίδιο πλοίο.

Γαλιότα. Πειρατικό καράβι που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους πειρατές της Μάνης και τους Αλγερινούς.

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

  1. Το επίθετο Αναπλιώτης υπάρχει μέχρι σήμερα στην Μάνη. Εστία τους η Βάμβακα και το Κουλούμι.
  2. Οι Μαλτέζοι πειρατές είχαν καλές σχέσεις με τους Μανιάτες γιατί ήταν και οι δύο χριστιανοί.
  3. Κατά τον συγγραφέα ο όρος Μάνη και λιμάνι Μάνης αναφέρεται στο κάστρο και έδρα της επισκοπής  Μάνης στο Τηγάνι.
  4. Ο όρος καλύβες δεν είναι άστοχος, αν σκεφτεί κανείς ότι την εποχή εκείνη μεγάλος οικισμός από την Κοίτα μέχρι το Δυρό δεν υπήρχε αλλά ούτε και ισχυρές οικογένειες ώστε να έχουν μεγάλες κατοικίες.
  5. Ο πειρατικός όρμος που αναφέρεται πιθανόν είναι ο απόκρημνος ορμίσκος κάτω από το Κουλούμι.

Ο Πύργος Της Οικογένειας Κιτρινιάρη

Πύργος Κιτρινιάρη στη Σαϊδώνα

Μεταξύ των χωριών Σαιδόνα και Ξοχωρίου της Μεσσηνιακής Μάνης, σε υψόμετρο 700 μέτρων βρίσκεται ο πύργος της οικογένειας Κιτρινιάρη. Η οικογένεια Κιτρινιάρη αναδείχθηκε σε πολυάριθμη και ισχυρή οικογένεια κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία. Η δύναμή της έφθασε σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν άτυπα καπετάνιοι των ορεινών χωριών της Ανδρούβιστας. Ήταν λοιπόν φυσικό να υπάρχει και μια διασφάλιση των κεκτημένων με την ανέγερση ενός ισχυρού πύργου.

Η θέση που επέλεξε ο κτήτορας να χτίσει τον πύργο του είναι στρατηγικής σημασίας. Η θέα φθάνει μέχρι χαμηλά τα παράλια και ο τόπος ανέγερσης είναι βραχώδης και δυσπρόσιτος. Το πυργοσυγκρότημα δεν είναι μεγάλο ωστόσο δίνει στον κάτοικό του μεγάλη ασφάλεια. Ο τριώροφος τετράγωνης κάτοψης πύργος βλέπει προς τον δρόμο ενώ τείχη υπάρχουν στην ΒΑ πλευρά μόνο καθώς ΒΔ προστατεύεται από την άγρια ρεματιά και από μεγάλους βράχους. Στην νότια πλευρά του πύργου υπάρχει γωνιακή πολεμίστρα το λεγόμενο κλουβί ή κουμπέ για την άμυνά του καθώς και μικρός εξώστης. Πέραν του πύργου ( ακρόπυργου ) υπάρχει και κτίριο κατοικίας ( σπίτι ) ορθογώνιου σχήματος όπου εκεί συναθροίζονταν σε μη εμπόλεμη κατάσταση. Κατά πάσα πιθανότητα το συγκρότημα πρέπει να χτίστηκε γύρω στα 1786.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Κατά την διάρκεια εμφύλιας σύγκρουσης της οικογένειας μαθαίνουμε από τον Κολοκοτρώνη.

«Εις την Μάνην πάντοτε επηγαίναµεν βοήθεια εις τον µπέη Κουµουντουράκη, εις τες χρείες τους, και εβοηθούσαµε το µέρος τους. Ο καπετάνιος Κωνσταντής Δουράκης, φίλος του πατρός µου, και οι Κιτρινιαραίοι, ανοίγουν πολέµους. Ηµείς µεντάτι. Είχαµεν κλεισµένον µίαν φοράν τον Νικόλαον Κιτρινιάρη, τον πολιορκήσαµεν, και σαν ετρώγονταν αδελφοξάδελφα, έρριχναν τουφέκια στον αέρα. Οι Μανιάτες τον εστεναχώρησαν και οµίλησε να παραδοθή, και εζήτησε εµέ. Δεν ήτο να παραδοθή, αλλά να µε σκοτώσει µε απιστιά. Εβγήκε έξω εις του πύργου την πόρτα, και είχε βάλει τους ανθρώπους µέσα, να παραδοθή. Οι άνθρωποί του µε άδειασαν έξη τουφέκια. Εγώ ήµουν κοφτά και µ’ επήραν, έπεσα αποκάτω από τον θόλον της πόρτας του πύργου, οι δικοί µου ενόµισαν ότι µε σκότωσαν και ήθελαν να σκοτώσουν τους συγγενείς του Κιτρινιάρη. Αλλοι λέγουν “όχι να πάρωµε τον Θεόδωρον”. Ηλθεν ο αδελφός του Κιτρινιάρη, και τον επήρα εις τον ώµον, κ’ επροφυλάχτηκα, και την νύκτα έβαλα φωτιά εις τον πύργον και επαραδόθηκαν. Ο αδελφός του ήτον µε ηµάς. Τότε τα αδέλφια τους είπαν: Να κάµω ό,τι θέλω εις εκείνους διά την απιστιά. Εγώ είπα, ότι εάν ο Θεός µ’ εφύλαξε, τους χαρίζω την ζωήν». 

 

Πυργοσυγκρότημα Κιτρινιάρη

Η όλο και ανερχόμενη δύναμη των Κιτρινιαριάνων δεν έμεινε απαρατήρητη από τους Τρουπιάνους της Καρδαμύλης οι οποίοι συνέλαβαν τον καπετάν Νικόλαο Κιτρινιάρη ωστόσο σεβάστηκαν την κοινωνική του τάξη και δεν τον έριξαν στην Γούβα του πύργου τους.

Αυτός δεν ήτο εκεί κοντά

Μονέ τον είχαν στον οντά

Του Παναγιώτη του Τρουπάκη

Του κυρ Μιχαλαμπεάκη

Δυστυχώς σήμερα το συγκρότημα του Κιτρινιάρη βρίσκεται σε άθλια κατάσταση και αν δεν γίνει κάτι σύντομα θα καταρρεύσει από την ερημιά και την  απαξίωση.

Φουρναριάνοι (Μηλιά – Αρεόπολη – Φλομοχώρι)

Οικογένεια Φουρνάρου ή Φουρναράκου (Μηλιά – Αρεόπολη – Φλομοχώρι)

ΠΑΤΡΙΑ:Φουρναριάνοι

Παλαιά οικογένεια της Μάνης που συναντάται σε όλη την έκταση της με συγγενικούς δεσμούς είναι η οικογένεια Φουρνάρου ή Φουρναράκου από την Μηλιά της Έξω Μάνης. Η εστία της μάλιστα βρίσκεται στον συνοικισμό Φαγριάνικα του χωριού. Άγνωστη οι δεσμοί αίματος με τις άλλες οικογένειες της Μηλιάς.

Με το πέρασμα του χρόνου για λόγους κοινωνικούς ( έχθρητες, οικονομικά ) μετοίκησαν σε άλλα χωριά. Γύρω στα 1750 μετακινήθηκαν κάποιοι στο Φλομοχώρι και στην Αρεόπολη της Μέσα Μάνης όπου απόγονοί τους υπάρχουν μέχρι σήμερα. Στο Φλομοχώρι μάλιστα προκειμένου να επιβιώσουν στις συνθήκες της περιοχής ήτανε σύμμαχοι ή κολλητοί όπως λέγεται στην Μάνη με τους ισχυρούς Λιγομυαλιάνους. Αχαμνόμεροι δηλαδή που στηρίζονταν στους σοϊλήδες της περιοχής που τους προστάτευαν. Βέβαια οι σχέσεις τους ήταν αμοιβαίες. Χαρακτηριστικό είναι ένα παλαιό στιχούργημα…..

Λιγομυαλιάνοι είστε πολλοί

Ως εκατό νομάτοι

Ο Φουρνάρος και ο Γιδάς

Το κάλλιο σας μεϊντάνι

 

Οι Φουρναριάνοι και οι Γιδιάνοι στο Φλομοχώρι υποστήριζαν τους Λιγομυαλιάνους και εχθρεύονταν τους Λεκκιάνους. Κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1821 η οικογένεια Φουρνάρου ή Φουρναράκου έστειλε (8) μαχητές. Αριθμός μεγάλος για την εποχή. Συγκεκριμένα (2) από την Αρεόπολη (2) από το Φλομοχώρι (4) από την Μηλιά και Καστάνια της έξω Μάνης. Δύο μάλιστα από αυτούς παρασημοφορήθηκαν ως αξιωματικοί τιμής ένεκεν.

Το 1871 καταγράφονται Φουρναριάνοι σε όλα τα παραπάνω χωριά που αναφέραμε με σημαντικές πληθυσμιακές διαφορές όμως. Στην Μηλιά και γενικότερα στα χωριά της Μεσσηνιακής Μάνης καταγράφονται (11) Φουρναριάνοι. Δηλαδή υπολογίσιμη δύναμη για την εποχή. Στην Αρεόπολη καταγράφονται (4) εκ των οποίων οι περισσότεροι έμποροι και στο Φλομοχώρι μόλις (2) γεωργοί. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως η δύναμη της οικογένειας ανά περιοχή και σε τόσο μεγάλες αποστάσεις ποικίλε. Στις μετεπαναστατικές προσωπικότητες πρέπει να καταγραφεί ο Λεωνίδας Φουρναράκος, έμπορος, που δάνειζε τους ψαράδες των Βατίκων με την μορφή τοκογλυφίας κερδίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά αλλά και δύναμη εμπορική στον Λακωνικό κόλπο. Το 1900 η οικογένεια ανέδειξε τον Αναστάσιο Φουρναράκο ως εκπαιδευτικό πράγμα πολύ σημαντικό για μια εποχή που η μόρφωση ήταν αγαθό για λίγους. Πέθανε το 1934.

Τέλος να αναφερθούμε και στον Φουρνάρο ή Φουρναράκο Δημήτρη του Ηλία από την Μηλιά που έπεσε κατά την διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης.

Κλάδος των Φουρναριάνων είναι κατά πάσα πιθανότητα και ο Ταμπουρέας της Καστάνιας.

Η Επιστολή Του Ναπολέοντα Βοναπάρτη Στον Τζανέτο Γρηγοράκη.

Ναπολέων Βοναπάρτης

Η παραπάνω επιστολή που είναι ευρέως γνωστή στους κύκλους των ιστορικών προέρχεται από τον ίδιο τον Ναπολέων Βοναπάρτη προς τον Τζανήμπεη Γρηγοράκη. Ο Βοναπάρτης απέστειλε το 1797 την επιστολή αυτή μέσω των αδελφών Νικολάου και Δημητρίου Στεφανόπουλου , Κορσικανοί με καταγωγή όμως από την Μάνη. Κατόπιν συνεχών επαφών το 1801 ο Βοναπάρτης αποστέλει κρυφά ένα καράβι γεμάτο πολεμοφόδια στο Μαραθωνήσι (Γύθειο).

Στην επιστολή ο Ναπολέον αναγνωρίζει το ελεύθερο πνεύμα των Μανιατών, την έννοια του έθνους, την αρχαιοελληνική καταγωγή των Μανιατών.

Φυσικά όλα τα παραπάνω ανήκουν στην σφαίρα της διπλωματίας και της εξωτερικής πολιτικής. Ο Ναπολέων μπορεί κατά καιρούς να εμφανιζόταν σαν φιλέλληνας πάντα όμως είχε στο νου του τα συμφέροντα της Γαλλίας. Η σύναψη διομολογήσεων μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας επί των ημερών του είναι απόδειξη των ισσοροπιών  που ήθελε να κρατήσει. Αντικειμενικός του σκοπός ήταν να κρατήσει τους Ρώσους μακριά από την Μεσόγειο.

Των Κολοκοτρωναίων Και Του Παναγιώταρου Βενετσανάκη (1780)

Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο πατήρ του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, συμπράξας μετά των υπό τον Καπετάν-πασαν Τούρκων τω 1779 προς εξόντωσιν των επί μακρόν χρόνον μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1763 δηούντων την Πελοπόννησον αλβανικών στιφών, εκλήθη υπό του αρχηγού του τούρκικου στρατού και στόλου, κατασκηνούντος εις τους Μύλους της Λέρνης, να προσέλθη και δηλώση υποταγήν (να προσκυνήση).

Αλλ’ ούτος δεν υπήκουσε, διαφόρους φέρων προφάσεις, μετώκισε δ’ εκ Γορτυνίας εις την Καστάνιτσαν της Μάνης (νυν του δήμου Μελιτήνης της Λακεδαίμονος) πλησίον της Βαρδούνιας, έδρας των Αλβανών Βαρδουνιωτών, οπού διέμενεν εις οχυρούς πύργους ο ισχυρός φίλος του καπετάνιος Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Είχε δε παραλάβη μεθ’ εαυτού ο Κολοκοτρώνης και όλους τους συγγενείς του και τάς οικογενείας αυτών.

Πύργος Βενετσανάκηδων στην Καστάνια

Το επόμενον έτος 1780 ο Καπετάν πασάς, καταπλεύσας μετά του τουρκικού στόλου εις Γύθειον, προσεκάλεσεν επανειλημμένως τον Παναγιώταρον και τον Κολοκοτρώνην να προσκυνήσουν. Αλλ’ ούτοι ηρνήθησαν, αν και μόλις 150 άνδρας είχον υπ’ αυτούς και εγίνωσκον ότι ο Τούρκος ναύαρχος διέθετεν ισχυράν αποβατικήν στρατιάν, περί τους δεκακισχιλίους, και πυροβολικόν. Είχον πεποίθησιν εις την οχυρότητα των πύργων της Καστάνιτσας και εις την ενίσχυσιν, την οποίαν θα ελάμβανον παρά των καπεταναίων της Μάνης, τους οποίους ο Παναγιώταρος εκάλεσε να τρέξουν προς βοήθειάν του.

Αλλα την μεν αποστολήν επικουριών εματαίωσεν ο μπέης Μιχαήλ Τρουπάκης, πεισθείς υπό του Έλληνος διερμηνέως του στόλου Μαυρογένη, στενώτατα δ’ επολιόρκησε τους κλεισθέντας εις τους πύργους ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Αλή μπέης, 0ι πολιορκούμενοι αντέστησαν γενναίως επί δώδεκα ημερονύκτια, αλλά μη βλέποντες να έρχεται η προσδοκώμενη βοήθεια απεφάσισαν να διασχίσουν ξιφήρεις τους πολιορκητάς, μόνην οδόν σωτηρίας νομίζοντες την τοιαύτην τολμηράν έξοδον.

Καταλιπόντες δε εις τον ένα πύργον τους υπεργήρους γονείς του Παναγιώταρου μεθ’ ενός οπαδού του, όπως θέση πυρ εις την εν τω πύργω πυρίτιδα, εξήλθον πάντες με τάς γυναίκας και τα παιδία. Και διέσπασαν μεν την ζώνην των πολιορκητών, απολέσαντες τρεις μόνον πολεμιστάς, αλλά και πολλαί γυναίκες και παιδία συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Οί εξελθόντες δεν ηδυνήθησαν να καταφύγωσιν εις χωρίον της Μάνης, όπου θα εύρισκαν ίσως ασφάλειαν, αλλ’ άμα τη ημέρα συνελήφθησαν και εφονεύθησαν οι πλείστοι. Εφονεύθη και ο Παναγιώταρος και οι υιοί του, ο Κολοκοτρώνης, πληγωθείς κατά την έξοδον, και δυο αδελφοί του, ηχμαλωτίσθησαν δε και τα τέκνα του, πλην του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον μετά της μητρός του και μιας αδελφής του διέσωσαν τα παλληκάρια του πατρός του.

Εις την καταστροφήν ταύτην αναφέρονται τα επόμενα τρία άσματα:

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Εσύρανε τα ρέματα, εσύραν τα λαγκάδια,
κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι,
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις ασημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν ‘ς την εκκλησιά για να λειτρουγηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις ασημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτρουγήσανε και βγήκαν ‘ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ό Κωσταντής και λέει του Δημητράκη.
«Τούτ’ η χαρά πού χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο θιος να μας γλυτώση.»
Τακούει ο Παναγιώταρος κ’εσβήστη από τα γέλοια.
«Τι λες, κουμπάρε Κωσταντή, τι λες, τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και ο Αλαμάνος.»
Κι ακόμα ο λόγος έστεκε κ’ η συντυχιά κρατειώταν,
Μπουλούκπασας τους έκλεισε με χίλιους πεντακόσιους.

Τρεις περδικούλαις κάθουνται ‘ς τον πύργο της Καστάνιας,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη,
κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

Τι έχουν της Μάνης τα βουνά οπού είναι βουρκωμένα,
καν ο βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.
Μηδέ ο βοριάς τα βάρεσε, μηδ’ η νοτιά τα πήρε,
παλεύει ο Καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει ο Αλή μπεης μ’ άρματα του πελάγου.
‘Σ την Άρια που έρρηξε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.
«Ποιος ειν’ ο Παναγιώταρος, ποιο λεν Κολοκοτρώνη,
να ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.»
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη.
«Δεν προσκυνούμε Αλή μπεη, ο νους σου μη το βάνη,
τάρματα δεν τα δίνομε, ραγιάδες να γενούμε,
παρά θα γίνη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.»
Κι’ ο Αλή μπεης σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Δώδεκα ημέραις πολεμάει με τόπια με ντουφέκια,
την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
καρσί ‘ς τον πύργο τά βαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε, κ’ ήθελε για να πέση…

Εσείς βουνά, ψηλά βουνά, με τα δασιά κλαριά σας,
με τα δασιά τα έλατα, το εν’ απάνω ‘ς τάλλο,
και πύργε της Καστάνιτσας, οπού βαστάτε κλέφταις,
τους κλέφταις τί τους κάματε, τους Κολοκοτρωναίους;
οπού φορούν χρυσά σπαθιά, μπαλάσκαις ασημένιαις,
χρυσά ‘ν’ και τα ντουφέκια τους, χρυσά μαλαματένια,
και τα τσαπράζια που φορούν, ούλο μαργαριτάρια.
Κείνοι το Μάρτη εδώ ήσανε και τον μισόν Απρίλη,
και την ημέρα τ’ άη Γιωργιού, που είναι το πανηγύρι,
φίλοι τους επροσκάλεσαν, τους είχανε τραπέζι.
Πάνω ποβάλαν τα φαγιά, κ’ έκαμαν το σταυρό τους,
ψιλή φωνίτσα νάκουσαν, ψιλή φωνή νακούνε.
«Γι’ αφήστε τα καλά φαγιά και πάρτε τα ντουφέκια,
τι οι Τούρκοι σας επλάκωσαν, τι οι Τούρκοι σας επήραν.»
Και τα ντουφέκια πήρανε, και τα σπαθιά τραυήξαν,
τους Τούρκους εκυνήγησαν, τους κάμαν ένα ένα.

Από τα παραπάνω δημοτικά τραγούδια γίνεται φανερή η εξύμνηση των πρωταγωνιστών σε λαϊκούς ήρωες που τα βάζουν με τον κατακτητή.. Ιδίως στο πρώτο τραγούδι οι Οθωμανοί χαρακτηρίζονται σαν ξένο σώμα για τον τόπο που πρέπει να τους αντισταθεί. Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,

Σύλληψη 3 νεαρών τσιγγάνων στη Μάνη για κλοπή

Πλυντήρια από αγρόκτημα στη Μάνη, τα οποία  ο ιδιοκτήτης του είχε για επισκευή, έκλεψαν χθες 3 νεαροί τσιγγάνοι.

Ειδικότερα, ένας 26χρονος τσιγγάνος και δύο ανήλικοι ομόφυλοί του ηλικίας 13 και 16 ετών χθες το πρωί, στα Σωτηριάνικα του Δήμου Δυτικής Μάνης Μεσσηνίας, μετέβησαν σε αγρόκτημα, ιδιοκτησίας 59χρονου και αφαίρεσαν από υπαίθριο χώρο, 8 πλυντήρια. Τα φόρτωσαν σε φορτηγό αυτοκίνητο και τράπηκαν σε φυγή

Το μεσημέρι όμως συνελήφθησαν, από αστυνομικούς της Ομάδας Δίκυκλης Αστυνόμευσης (ΔΙ.ΑΣ) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Μεσσηνίας, που ειδοποιήθηκαν από περίοικους.

Οι ηλεκτρικές συσκευές βρέθηκαν και αποδόθηκαν στον ιδιοκτήτης τους.

Αρχίζουν τα έργα στο Λιμάνι του Γυθείου.

Ξεκινούν, όπως άλλωστε είχε εξαγγελθεί στις αρχές Αυγούστου μετά τη συνάντηση εργασίας του Δημάρχου Ανατολικής Μάνης κ. Πέτρου Ανδρεάκου και της Αντιπεριφερειάρχου Λακωνίας κ. Αδαμαντίας Τζανετέα, οι εργασίες στο λιμάνι του Γυθείου, η ολοκλήρωση του οποίου θα προωθήσει το τουριστικό προϊόν της περιοχής ξεχωριστό και μοναδικό παγκόσμια, αντίστοιχα, δε και την οικονομική δραστηριότητα του τόπου και του νοτιοανατολικού άκρου της Πελοποννήσου γενικότερα. Ανάδοχος του έργου είναι η Δομική Κρήτης Α.Ε. Ήδη, από χθες, μέρος του μηχανοκίνητου εξοπλισμού που θα χρησιμοποιηθεί, μεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε σε πλωτές εξέδρες. Το έργο ως γνωστόν είναι ύψους 22.160.000,00€ ενταγμένο στο ΕΣΠΑ και έχει χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης τριάντα (30) μηνών. Η μελέτη του προβλέπει την επέκταση του προσήνεμου μόλου κατά110,0 μέτρα προς βόρεια στην ίδια κατεύθυνση του υφιστάμενου μικρού τμήματος με το ίδιο πλάτος13,65 μέτρα ώστε το συνολικό μήκος που προκύπτει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη κάλυψης των διαστάσεων των πλοίων που αναμένεται να χρησιμοποιήσουν το Λιμένα. Έτσι, τα κρηπιδώματα του μόλου θα μπορούν να εξυπηρετούν κρουαζιερόπλοια μήκους μέχρι200 μέτρων καθώς και εμπορικά πλοία μήκους μέχρι 150 μέτρα.