Του Δημαρά


Το μοιρολόι αυτό αναφέρεται σε εκούσια απαγωγή, φαινόμενο όχι άγνωστο στο χώρο της
Μάνης.
Η απαγωγή εθεωρείτο προσβολή για την οικογένεια της κόρης με
συνέπειες αιματηρές. Ο γάμος που ακολουθούσε κατεύναζε τις εντάσεις και διέκοπτε τις εχθροπραξίες.
Ο Δημαράς του μοιρολογιού σκοτώθηκε από τους συγγενείς της κόρης,
γιατί ήταν πρωτοξάδερφα από τις μαννάδες τους και δεν μπορούσαν να
νομιμοποιήσουν τις σχέσεις των με γάμο. Αυτό προκαλούσε μόνιμη ηθική
βλάβη στην οικογένεια της κόρης.
Στις περιπτώσεις αυτές μοναδική λύση για την αποκατάσταση της τιμής, θεωρείτο ο φόνος.

Μία Δευτέρ’ αποταχιά
σηκώθηκα πολλά πρωί,
τ’ είχα στο φούρνο άλεσμα.
Πχιάνου το μύλο μου σφιχτά,
του ‘δωκα γύρο γυριστά,
τη νύφη μ’ αποκοίμισα
και στρούνου χάμου τη βασκιά
και γουμα’ρϊάζου τα προικιά
και τα μορφοζαλώθηκα
κ’ έβαλα δρόμο στα μπροστά.
Στο Δίπορο ανηφόριζα,
όντ’ ελαλούσα τα πουλιά,
οϊμέ εξημέρουσε
κι ο Δημαράς δεν ήρθεκε,
μ’ άκουσα μνιά σφυρισμα’τ’ά,
μπροστά ήτα ο Δημαράς
κ’είχε τη ντάσκ’ αναρριχτά
και το ντουφέκι ‘διάπλατα
και τον εκαλημέρισα,
με διπλοκαλαδέχτηκε. Μωρή
καλώς τη Σταυ’ρ’ανή, μωρή
γιατ’ άργησες να ‘ρθεις;
Αμπού’ θα πάμε Δημαρά; έλα
να πάμε στα βουνά. Ξεχνάς
καημένε Δημαρά, τ’ είμαστε
πρωτοξάδερφα; καφάδες οι
μαννάδε μας, εγ’ όλα τ’ άλλα
τ’ αφαιρού. Το λέεις ναν τον
αρνηθού του Λαζαράκο τον
υγιό, που έναι αρχοντόπουλο,
κάνει το λάδι σα νερό;
Εκείνος δεν τ’ αγροίκησε,
επέτησε σαν τον αϊτό καί
σαν την πέρδικα κ’ εγώ,
ιδιάημα στ’ αψηλό βουνό.
Την άλλη μέρα το πρωΐ
ερχότανε ένα παιδί
κ’ είχε στα χείρα του χαρτί
και το ‘πχιασε ο Δημαράς,
το ‘πάρε και το ιδ’άβαζε
και τρέμασι τα χείρα του
και τρέχασι τα μάιτα του,
κ’ εζύγωσα κ’ εγώ κοντά,
του ‘πα τι τρέχει Δημαρά;
Τι να ζου που ε Σταυ’ρ’ανή,
α ζου το που, θα πικραθείς.
Όλοι εσυφωνήσασι
γένο ζου και πεθερικό,
τον πύργο να χαλάσουσι
και με το νοικοκύρη του.
Επέτησε σαν τον αϊτό
και σαν την πέρδικα κ’ εγώ,
απά στον πύργ’ ανέβημα
κ’ εκλείστημα με το κλειδί
πέντε χρονάκια φυλακή.
Κι απέει τι μ’ εφώτισε
κ’ ειδ’άηκα και πέρασα
από τουν αλλωνούνε μου.
Χάμου στη ρούγα εκάθοντα,
τους εδιπλοχαιρέτησα,
μ’ εδιπλοχαιρετήσασι.
Μωρή καλώς τη Σταυ’ρ’ανη,
μωρή κι αμπό ‘ν’ ο Δημαράς;
Πες του να βγεί να κυνηγά
και δεν τόνε πείραζομε.
Ε’δ’άηκα του το ‘πεκα,
ρίχνει τη ντάσκ’ αναρριχτά
και το ντουφε’κι ‘δ’άπλατα
κ’ ε’δ’άηκε και πέρασε
από τουν αλλωνούνε μου.
Χάμου στη ρούγα εκάθοντα
τους εδιττλοχαιρε’τησε,
καένας δεν εμίλησε,
μόν’ το Ξαρχάκι το στραβό,
που μπαίνει πρώτο στο χορό,
κι ανακουνά τι τσέπε του,
λέσι πως έχει χρήματα,
αμέσως εγονάτισε
και τον επόσταρε καλά
μεσ’ την αριστερή με’ρ’ά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s