Πυργόσπιτο Δημητρακαράκου


Το κτίριο βρίσκεται στον Καρβελά σε απόσταση 8 χλμ. από τον οδικό άξονα Γυθείου Αρεόπολης. Στο ΒΔ άκρο του χωριού υπάρχει απότομο ύψωμα, στην κορυφή του οποίου είναι κτισμένο το πυργόσπιτο των Δημητρακαριάνων. Η θέση αυτή επιλέχθηκε ως η πλέον κατάλληλη του οικισμού, διότι εκτός από τη φυσική οχύρωση που προσφέρει, δεσπόζει και ελέγχει ολόκληρη τη γύρω περιοχή σε μεγάλη απόσταση και προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η θέση αυτή άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον σαφώς οχυρωματικό χαρακτήρα που παρουσιάζει το κτίσμα. Για την οικογένεια μεγάλη σημασία είχε τόσο ο οπτικός έλεγχος του τοπίου και την έγκαιρη αντίληψη κάποιας επικείμενης εισβολής, όσο και ο έλεγχος αυτού του ίδιου του οικισμού. Παρ όλο μάλιστα που οι διαστάσεις του είναι μικρές, θα μπορούσε κανείς άνετα να το παρομοιάσει ως προς τη θέση και τη χωροταξική σχέση του με τον οικισμό, με την κλασσική φεουδαλική οχυρή κατοικία του δυτικού μεσαίωνα αλλά και της ανατολής.

Η γενική μορφολογία του κτιρίου απέχει πολύ από αυτήν των χαρακτηριστικών πύργων των χωριών της Μέσα Μάνης, όπου ο κεντρικός ψηλός πύργος δεσπόζει στα παρακείμενα προσκτίσματα. Ως κοινό στοιχείο πάντως μπορούμε να θεωρήσουμε το γεγονός ότι ο παλαιότερος ισχυρός οχυρωματικός πυρήνας, παρέχει προστασία και στα προσκτίσματα που κατασκευάστηκαν αργότερα, χωρίς ιδιαίτερο αμυντικό χαρακτήρα.

Το πυργόσπιτο θα μπορούσε να τοποθετηθεί γύρω στο 1750. Εάν κρίνουμε μόνο από τα μορφολογικά του στοιχεία, η χρονολογική του τοποθέτηση θα μπορούσε να είναι ευρύτερη. Η εκτίμηση όμως γίνεται και σε συνδυασμό με την ύπαρξη του μεγάλου αριθμού των εκκλησιών του οικισμού που ανάγονται στην περίοδο αυτή και στην αμέσως επόμενη. Ένας τόσο μεγάλος αριθμός εκκλησιών μαρτυρεί σαφώς την άνθιση του οικισμού, μέσα στις συνθήκες της τουρκοκρατούμενης νότιας Πελοποννήσου. Επιπλέον, η μελέτη των παραστάσεων του τοιχογραφημένου κογχαρίου που βρίσκεται στην κυρίως αίθουσα θα μπορέσει στο μέλλον να προσφέρει ένα αλάνθαστο στοιχείο χρονολόγησης.

Το κτίσμα έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/41973/808 που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως 747/4-10-94 αρ. 52. Η εν λόγω κήρυξη προβλέπει και περιμετρική ζώνη προστασίας 10 μέτρων.

Το κυρίως συγκρότημα αποτελείται από ορθογώνιο επίμηκες κτίσμα που σύμφωνα με τα μορφολογικά και τα δομικά του στοιχεία, ανήκει στην παλαιότερη οικοδομική φάση και παρουσιάζει έντονα αμυντικό χαρακτήρα. Στην ΒΔ και ΝΔ γωνία διαμορφώνονται δύο κυκλοτερείς πυργίσκοι, που διανοίγουν πολεμίστρες προς τα κάτω και προς τα πλάγια. Καθ’ όλο το μήκος της Β και Ν πλευράς διανοίγονται επιμήκεις κατακόρυφες πολεμίστρες που καταλήγουν στο εσωτερικό σε αντίστοιχες μικρές κόγχες. Με τον τρόπο αυτό παρεχόταν στον αμυνόμενο ο πλήρης έλεγχος της περιμετρικής του κτιρίου ζώνης παράλληλα με τη δυνατότητα μέγιστης προστασίας του.

Ο κυρίως χώρος κατοικίας του ορόφου φωτίζεται μόνο από τρία μικρά παράθυρα που υπάρχουν. Η πρόσβαση στο κτίριο γινόταν μόνο από το μεγάλο τοξωτό άνοιγμα της Ν όψης του ισογείου που προστατεύεται από χαρακτηριστική καταχύστρα. Το ισόγειο διαθέτει μόνο ένα πολύ μικρό παράθυρο που ίσως να ανοίχθηκε και μεταγενέστερα. Αποτελείται από δύο μεγάλα κελάρια που καλύπτονται από χαμηλό ημικυλινδρικό θόλο. Ο θόλος του προς Δ κελαριού βρίσκεται σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι προφανώς κάποιο χώρο μεταξύ αυτού και του πατώματος του ορόφου που δεν έχει όμως ακόμα ερευνηθεί. Σε δύο σημεία του ενός κελαριού διανοίγονται δύο καταρράκτες που διασφάλιζαν την ελεγχόμενη επικοινωνία μεταξύ ισογείου και ορόφου. Δεν υπάρχουν όμως σήμερα τα αντίστοιχα ανοίγματα στο νεωτερικό πάτωμα του ορόφου στο οποίο η πρόσβαση γίνεται από αλλού.

Κατά μήκος του Β και Ν τοίχου διανοίγονται κόγχες, στο βάθος του οποίου διαμορφώνονται στενές κατακόρυφες πολεμίστρες που είχαν σκοπό τον έλεγχο και την άμυνα από τις πλευρές αυτές. Στο εσωτερικό του Ν τοίχου και δίπλα από το αντίστοιχο παράθυρο υπάρχει σε αρκετά ψηλό επίπεδο, μικρή κόγχη που χρησίμευε σαν εικονοστάσιο και διατηρεί αξιόλογες αλλά αρκετά φθαρμένες σήμερα τοιχογραφίες. Προς τα Α, ο πύργος επεκτείνεται με πρόσθετο κτίριο. Η τοιχοποιία του αν και έχει το ίδιο πάχος, είναι σαφώς με λιγότερη τέχνη κτισμένη, πράγμα που μαρτυρεί ότι τα δύο κτίσματα δεν κατασκευάστηκαν συγχρόνως.

Η πρόσβαση στο κτίριο γίνεται σήμερα από σκάλα που οδηγεί μέσω τοξωτού ανοίγματος στον λιακό όπου διανοίγονται οι θύρες των δύο κυρίως χώρων του ορόφου. Αν κρίνουμε από τα μορφολογικά στοιχεία και από την διαφορετική μορφή και ποιότητα των λιθοδομών, την αρχική μορφή του συγκροτήματος αποτελούσε μόνο ο κεντρικός ορθογώνιος πύργος με τον καθαρά αμυντικό του χαρακτήρα που προσαρμοζόταν τέλεια στις συνθήκες ασφάλειας της εποχής κατασκευής του.

Η πρόσβαση γινόταν τότε από το μεγάλο τοξωτό άνοιγμα του κεντρικού κελαριού και κατόπιν από τον ένα καταρράκτη του οποίου ο αποκλεισμός εξασφάλιζε αποτελεσματικά τον κυρίως κατοικήσιμο χώρο του ορόφου. Αργότερα, με στόχο προφανώς τη μεγαλύτερη άνεση των κατοίκων, επεκτάθηκε ο αρχικός χώρος του λιακού με τα αντίστοιχα πρόσθετα βοηθητικά κελάρια. Τα επί μέρους στοιχεία μάλιστα του χώρου αυτού, όπως τα ερμάρια και ο νεροχύτης, πιστοποιούν τη χρήση του ως μαγειρείου.

Κατά τη 2η φάση παρατηρούμε ένα «άνοιγμα» του σπιτιού προς τον περιβάλλοντα χώρο, αύξηση των ανέσεων, χωρίς καθόλου φροντίδα, αντίθετο για την αμυντική προστασία του. Οι τυφεκιοθυρίδες άλλωστε φράσσονται ως ενοχλητικά και ταυτόχρονα άχρηστα στοιχεία, ενώ οι δύο πυργίσκοι, οι τόσο πολύτιμοι άλλοτε, μετατρέπονται σε ντουλάπια. Το ίδιο πνεύμα ακολουθεί και η διάνοιξη μεγάλου ορθογωνίου ανοίγματος εισόδου στο χώρο του ισόγειου της Δ όψης.

Τέλος, και ίσως μεταγενέστερα από τα προηγούμενα, αντικαθίσταται και ολόκληρη η στέγη του συγκροτήματος από ζευκτά μάλλον πρόχειρης κατασκευής και πέτσωμα από καλάμια. Αν κρίνουμε από τον διαφορετικό τρόπο δόμησης της τοιχοποιίας, η στέγη του αρχικού πύργου θα ήταν τετράρριχτη. Αυτό αρμόζει άλλωστε και στον αρχικό αμυντικό χαρακτήρα του κτίσματος, εφόσον δεν εκτίθετο κατ αυτό τον τρόπο η ευπαθής κορυφή της λιθοδομής στις ενδεχόμενες βολές.

Να σημειωθεί μιας και δεν αναφερόμαστε σε οικογένεια της Μέσα Μάνης ώστε να την τοποθετήσουμε στην τάξη των σοϊλήδων, ότι η οικογένεια Δημητρακαράκου ήταν εύπορη οικογένεια και με μεγάλη επιρροή στην περιοχή μιας και η γυναίκα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ήταν από αυτήν την οικογένεια.

 Πηγές

  1. http://www.mani.org.gr/kzaxarias/arthra1999/21_karvela.htm
  2. Γιάννη Σαΐτα Μάνη, «Ελληνική παραδοσιακή Αρχιτεκτονική», εκδόσεις Μέλισσα
  3. http://www.iconstravel.com/to-taxidi
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s