Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ο παππούς ο Μιχάλης (Γιωργακιάνοι-Βασιλιάνοι)


Ο ποιητής γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1903 στη Γέρμα, ένα μικρό  χωριό της κεντρικής αποσκιαδερής Μάνης. Ήταν το τέταρτο παιδί του Δημήτρη και της Ισαβέλλας, που συνολικά στα δώδεκα πρώτα χρόνια του γάμου τους απόχτησαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι και εφτά αγόρια.

Οι γονείς του ποιητή κατάγονταν από δυο αντιμαχόμενες εχθρικές πατριές, από τους Βασιλιάνους ο πατέρας και από τους Γιωργακιάνους η μητέρα. Τα συγγενολόγια αυτών των πατριών απλώνονται σε καμιά δεκαριά χωριά της Κεντρικής Μάνης, από το Οίτυλο και την Κελεφά ως τον Αη Βασίλη και τη Μαραθέα.

Η οικογενειακή μυθολογία ανάγει την αρχή των πατριών στην ύστερη Φραγκοκρατία, όταν δυο αδέλφια, ο Βασίλης κι ο Γιωργάκης, γιοι κάποιου βυζαντινού άρχοντα που λεγόταν Μιχαήλ (όλες οι επιφανείς μανιάτικες οικογένειες κατάγονται από κάποιον βυζαντινό άρχοντα…), καταφύγαν στη Μάνη για να γλιτώσουν από τους δολοφόνους του πατέρα τους. Εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο κι ήταν σ’ όλην τη ζωή τους αγαπημένοι. Το ίδιο και τα παιδιά τους.  Τα εγγόνια τους όμως χωρίστηκαν από οικονομικές αιτίες και από τότε ανάμεσα στους απογόνους του Βασίλη, τους Βασιλιάνους και του Γιωργάκη, τους Γιωργακιάνους γεννήθηκε μίσος βαθύ, που με τη σειρά του  γέννησε αιματηρούς γδικιωμούς και πολύνεκρες συγκρούσεις. (Οι Μανιάτες δεν μεταχειρίζονται τον όρο ‘βεντέτα’ για την εθιμική αντεκδίκηση, αλλά το ‘γδικιωμός’).

Σε μια φάση της αιωνόβιας αυτής έχθρας, οι Γιωργιακιάνοι είχαν καταφέρει να σκοτώσουν όλους τους αρσενικούς Βασιλιάνους, αλλά μια έγκυος Βασιλόνυφη, που κατέφυγε για προστασία στο επίσης ισχυρό γένος των Κυβελιάνων, γέννησε αρσενικό παιδί, που με τα χρόνια αναγέννησε τη γενιά.

Το τελευταίο επεισόδιο στη σειρά των αδιάκοπων σκοτωμών σημειώθηκε στα 1875 ανάμεσα Γέρμας και Κελεφάς, όταν οι Γιωργακιάνοι σκότωσαν κάποιο φαμέγιο, Μετζήτη ονόματι, ακουμπισμένο στους Βασιλιάνους, που φυσικά ζήτησαν γδικιωμό. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν δύο εξέχοντες Βασιλιάνοι και τρεις εξ ίσου σημαίνοντες Γιωργακιάνοι. Ο Μιχάλης, ο παππούς του ποιητή, καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακή για τη συμμετοχή του στους σκοτωμούς, αλλά στα τρία χρόνια πήρε χάρη από τον βασιλιά Γεώργιο.

Ο παππούς ο Μιχάλης ήταν από κάθε άποψη επιβλητικός άνθρωπος. Ψηλός, σωματώδης, ομορφάντρας, οξύθυμος και εριστικός, ασυγκράτητος και πληθωρικός αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδος και πονετικός, έγινε ένας από τους αρχηγούς των Βασιλιάνων κι όχι μόνο στο χωριό του. Το κύρος του ενίσχυε το γεγονός ότι κοντά στ’ άλλα προσόντα του τα χέρια του πιάναν και το μυαλό του έκοβε και επί πλέον ήξερε γράμματα.

Γεννήθηκε στα 1848 και έφηβος ακόμα έχασε τον πατέρα του τον Σαράντο, που πέθανε το 1860, σε ηλικία 42 χρονών. Από τα εφηβικά του χρόνια δεν καθόταν ήσυχος και παρά το νεαρό της ηλικίας του πήρε μέρος στη μεγάλη εξέγερση του 1862 κατά του Όθωνα, που κατέληξε στην έξωσή του. Άλλωστε κι ο πατέρας του ο Σαράντος δεν πήγαινε παρακάτω. Είχε πρωτοστατήσει κι αυτός στην πρώτη εξέγερση κατά της Αντιβασιλείας, τότε που οι Μανιάτες αιχμαλώτισαν ολόκληρο λόχο Βαυαρών, που προσπάθησαν κατόπιν να τους πουλήσουν σκλάβους στους πειρατές της Τρίπολης. Όπως διηγόταν στον γιο του, οι Βαυαροί φορούσαν λαμπρές χρυσοποίκιλτες στολές κι οι Μανιάτες ζητούσαν «ένα σφάντζικο για το Βαυαρό γυμνό και δύο για το Βαυαρό ντυμένο».

Μετά το μακελιό του 1875, ο Μιχάλης έβγαλε την ποινή του στις φυλακές της Πύλου, δηλαδή στο  μεσαιωνικό φρούριο του Ναυαρίνου, όπου μάλιστα έμαθε γράμματα σ’ ένα συμπατριώτη του φυλακισμένο επίσης για την ίδιαν υπόθεση. Η πρώτη  φράση που έγραψε ο μαθητής του χωρίς τη βοήθεια του δασκάλου του ήταν:

-Και τώρα Μιχάλη σ’ έχω χεσμένο!

Στα δύσκολα χρόνια της φυλάκισης, η γυναίκα του η Τασία αναδείχτηκε η πραγματική κολώνα του σπιτιού. Φρόντιζε τα δυο παιδιά της, το Δημήτρη που ήταν νήπιο και τη Μηλιά, την πεθερά της, το χτήμα και τα ζωντανά και κάθε μήνα ζωνόταν δυο πιστόλες, έπαιρνε μαζί της ψωμί, όσπρια, τραχανά, αλλαξιές με ασπρόρρουχα και τραβούσε δυο μέρες δρόμο στον φυλακισμένον άντρα της.

Βγαίνοντας από τη φυλακή ο Μιχάλης αποφάσισε να σταματήσει τον γδικιωμό με τους Γιωργακιάνους, πράγμα που δεν ήταν εύκολο γιατί οι Βασιλιάνοι, οι δικοί του δηλαδή, είχαν βάλει σκοπό να σκοτώσουν τον κάλλιο των Γιωργαακιάνων,  τον Δημητράκη τον Οικονομίδη, που υπηρετούσε στο Γύθειο αλλά κάθε Σαββάτο βράδυ ερχόταν στο χωριό του, στο Κρυονέρι, στήνοντάς του χωσία στη Φράγκα. Ο Μιχάλης όμως έστειλε με έμπιστό του άνθρωπο μήνυμα στον Οικονομίδη να μη γυρίσει απ’ τον συνηθισμένο δρόμο, αλλά να περάσει από τη Γέρμα, στο σπίτι του. Ο Οικονομίδης, άνθρωπος μυαλωμένος και πράος, ακολούθησε τη συμβουλή και οι δυο επιφανείς εκπρόσωποι των αντίπαλων γενών αποφάσισαν, για να σταματήσει ο γδικιωμός, να παντρέψουν εν καιρώ τα παιδιά τους, όπως έγινε αρκετά χρόνια αργότερα.

Ο Μιχάλης είχε έναν μοναχογιό, τον Δημήτρη, που γεννήθηκε το 1875, λίγο πριν φυλακιστεί ο πατέρας του, ενώ ο Δημήτρης ο Οικονομίδης είχε δυο κόρες, τη Σοφία και την Ισαβέλλα, πέντε και τριών ετών όταν κλείστηκε η συμφωνία, η οποία, παρά τις εκατέρωθεν αντιδράσεις, τηρήθηκε. Ο Δημήτρης κι η Ισαβέλλα αρραβωνιάστηκαν στα 1890, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, (ο γαμπρός ήταν τότε 15 και η νύφη 12 χρονώ), ο γάμος έγινε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Ο γάμος έγινε τυπικά με προξενιό, όπως άλλωστε όλοι σχεδόν οι γάμοι εκείνον τον καιρό, ο Δημήτρης όμως έτσι κι αλλιώς καλόβλεπε την Ισαβέλλα. Ο γάμος τους  πήγε πολύ καλά, γιατί οι δυο σύζυγοι αγαπήθηκαν  μεταξύ τους και σ’ όλη τη διάρκεια της κοινής ζωής τους, που κράτησε 54 χρόνια, είχαν ο ένας για τον άλλον αλληλοσεβασμό και στοργή. Από το γάμο τους γεννήθηκαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι η Τασία (1899) και εφτά αγόρια, ο Κώστας (1900), ο Μιχάλης (1901), ο Νίκος, (ο ποιητής 1903), ο Ηλίας (1905), ο Γιώργος (1907), ο Θόδωρος (1909) κι ο Γιάννης (1911).

Στο μεταξύ ο Μιχάλης είχε γίνει μέλος της γεροντικής του  χωριού, ενώ πολλές φορές είχε οριστεί “ξεβγαρτής”. Ο θεσμός του ξεβγαρτή, καθαρά μανιάτικος, γεννήθηκε από την ανάγκη να συνεχίζεται η οικονομική και κοινωνική ζωή ενός τόπου όταν ανάμεσα σε δυο οικογένειες ξεσπούσε πόλεμος. Τότε η γεροντική του χωριού όριζε ένα  μέλος μιας τρίτης, ουδέτερης, οικογένειας, άνθρωπο με κύρος και επιβολή, να συνοδεύει κάποιον από τους αντιμαχόμενους όταν περνούσε αναγκαστικά από τις περιοχές που έλεγχαν οι αντίπαλοι. Ο ξεβγαρτής, πάντοτε ένοπλος και κρατώντας ένα μεγάλο και χαρακτηριστικού σχήματος ραβδί, ήταν ο εγγυητής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του  συνοδευομένου όσο βρισκόταν δίπλα του, είχε δε το δικαίωμα να πυροβολήσει και να σκοτώσει όποιον θα επιχειρούσε να θίξει τον προστατευόμενο του. Αναφέρονται περιπτώσεις που ο ξεβγαρτής είχε τέτοιο κύρος και επιβολή, ώστε αρκούσε να δώσει το ραβδί του να το κρατά ο συνοδευόμενος, ενώ ο ίδιος έμενε σπίτι του για να είναι ο προστατευόμενος του άτρωτος.

Όταν ο Μιχάλης πάντρεψε και την κόρη του τη Μηλιά με το Δημήτρη τον Καπερνάρο από τον Βαχό, αποφάσισε, παρά τη μεγάλη για τα μέτρα της εποχής ηλικία του (είχε πια περάσει τα σαράντα) να μεταναστεύσει στην Αμερική, παρασυρμένος από το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ελλάδα στα τέλη του προπερασμένου αιώνα.

Μη έχοντας καθαρό ποινικό μητρώο έφυγε λαθρομετανάστης στην Κούβα, από όπου με καΐκι πέρασε στη Φλόριντα. Τους πρώτους μήνες δούλεψε σα  σκυλί στο στρώσιμο σιδηροδρομικών γραμμών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες,  αρρώστησε όμως και με χίλια βάσανα και με τη βοήθεια άλλων ελλήνων μεταναστών βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε τον πλανόδιο πωλητή αράπικων φιστικιών, που τα λέγανε πινότσι. Όλοι αυτοί οι μικροπωλητές, μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά οι πιο πολλοί, ήταν στο έλεος των πάντων, αρχίζοντας από τους αστυφύλακες και τελειώνοντας στους μάγκες της γειτονιάς.

Η αμερικάνικη περιπέτεια του Μιχάλη κράτησε έναν περίπου χρόνο και τέλειωσε με μια συμπλοκή με κάποιους αλήτες που λεηλάτησαν το καρότσι του και με τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν σε βοήθεια τους. Το γεγονός ότι ο Μιχάλης πήρε μαζί του στην Αμερική και το πιστόλι του, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ή φυλάκιση. Τραυμάτισε σοβαρά τον αστυνομικό που πήγε να τον συλλάβει και κατέφυγε σ’ ένα μανιάτη ξενοδόχο του λιμανιού, ο οποίος τον βόηθησε να μπαρκάρει σε κάποιο ελληνικό καράβι και να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ο Μιχάλης γυρίζοντας στον τόπο του συνόψισε τις εντυπώσεις του από την Αμερική με τη φράση:

-Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες και ζουν σα σκυλιά.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα (*) το 1922, την ώρα που μαζί με τα μικρότερα εγγόνια του το Θόδωρο και το Γιάννη κόπριζε τις ελιές. Φόρτωνε στο μουλάρι την κοπριά από το γαλάρι τους στον Πουληγά και τα παιδιά με το ζώο πήγαιναν και τη σκόρπιζαν στα δέντρα. Όσο να πάνε και να ρθούνε ο γέρος ξάπλωνε σε μια μπατανία και τον έπαιρνε για λίγο. Κοιμισμένον τον βρήκε ο χάρος.

(*) Βαθιά γεράματα με τα μέτρα της εποχής -ήταν 74 χρονών.

sarantakos.wordpress.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s