Κοντογιαννιάνοι (Άλικα)

Man_oik

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ  (Άλικα)

ΠΑΤΡΙΑ: Νικολεγιαννιάνοι   ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Κοντογιαννιάνοι

Οικογένεια παλιά με διαχρονική παρουσία στον χώρο του χωριού Άλικα της Μέσα Μάνης, είναι η οικογένεια Κοντόγιαννη. Αποτελεί κλάδο της πατριάς των Νικολεγιάννων¹, η οποία λέγεται ότι προέρχεται από κάποιον πειρατή Νικολέα. Η πατριά αυτή θεωρείται από τις παλαιότερες του χωριού, ενώ κατά την δεύτερη Τουρκοκρατία ήταν η ισχυρότερη των Αλίκων όπως προκύπτει και από έγγραφα της εποχής². Στην πατριά αυτή υπάγονται και άλλες οικογένειες του χωριού. Μάλιστα η ισχύς της στον ορεινό χώρο του Σαγγιά μαρτυρείται και από τοπωνύμια, που φέρουν το όνομα τους σε παλαιότατους χρόνους (Βυζαντινούς?), όπως τα Νικολεγιάννικα καλύβια πάνω από το χωριό Νύφι που χρησίμευαν για κτηνοτροφικούς σκοπούς.

Επίσης η πατριά αυτή υπογράφει πρώτη σε υποσχετικό³ προς τον Αντωνμπεη Γρηγοράκη στις 15 Αυγούστου 1805, «Αλικάτες, Νικολεγιάννοι, Γαυριλιάνοι, και Μαρτιάνοι, όλοι κοινώς υποσχόμεθα τα άνωθεν»

Όσον αφορά το όνομα Κοντόγιαννης προφανώς προέρχεται από την σύνθεση του κοντός + Γιάννης, που σημαίνει ότι ο γενάρχης της οικογένειας ήταν κοντός και ονομαζόταν Γιάννης.

Η παλαιότερη επίσημη αναφορά της οικογένειας Κοντόγιαννη, γίνεται στην απονομή αριστείων αγωνιστών του 1821. Εκεί καταγράφεται αγωνιστής με όνομα Γιάννης Κοντογιαννάκος ή Κυριακάκος, ο οποίος γεννήθηκε το 1794. Από το αριστείο αυτό μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Το παρωνύμιο «Κυριακάκος» προφανώς αναφέρεται στον πατέρα του, ο οποίος πιθανότατα, μιας και δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, γεννήθηκε γύρω στα 1765. Με λίγα λόγια ο Κυριάκος Κοντόγιαννης είναι το παλαιότερο μέλος της οικογένειας που γνωρίζουμε. Στον ίδιο κατάλογο καταγράφεται και ένας άλλος Γιάννης Κοντόγιαννης, ωστόσο δεν ξέρουμε αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ή αν πρόκειται για πρώτα ξαδέρφια.

Η υπογραφή του Ιωάννη Κυριακάκου – Κοντογιαννάκου

Στις πρώτες επίσημες εκλογές του 1843, εμφανίζεται πάλι ο Γιάννης Κοντόγιαννης να υπογράφει έγγραφη επιστολή, μαζί με άλλους επιφανείς πολίτες του δήμου Μέσσης, στην οποία αναφέρει αυθαιρεσίες που συνέβησαν κατά την διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας.

Μετά την επανάσταση του 1821 κλάδος της οικογένειας Κοντόγιαννη όπως και πολλές άλλες οικογένειες από την Μάνη, μετακινήθηκαν στην Ανατολική Λακωνία, (οι Κοντογιαννιάνοι στον Βλαχιώτη) είτε λόγω πολεμικών αποζημιώσεων είτε λόγω οικονομικών συνθηκών. Μάλιστα σε επιστολή προς την επιτροπή οικονομίας στέλνεται στις 17/11/1829 καταγράφονται τα εξής …..

«Προς τον Κυβερνήτη.

Στο Βλαχιώτη δύο αδελφοί Κοντογιανναίοι τους ήρπασεν ο θάνατος κατά την επιδρομήν του Ιμπραήμ και δεν έχουν κανένα κληρονόμον κατά συγγένειαν. Μόνη δε χήρα του ενός επιμένουσα εις την τιμήν του ανδρός της δεν ηθέλησε να δευτεροπαντρευθή μέχρι τούδε. Τα είδη της κληρονομίας ταύτης, καθ’ όσον εδυνήθη να εξακριβώση η Επιτροπεία δι’ επίτηδες απεσταλμένου της, διαλαμβάνεται εις την καταγραφήν υπογρεμμένην παρά των προκρίτων του χωρίου εκείνου, αντίγραφον της οποίας εγκλείεται. Επειδή η κληρονομία αύτη ανήκει νομίμως εις το Έθνος… η επιτροπεία περιμένει διαταγάς».

Άλικα την δεκαετία του 1960

Στον εκλογικό κατάλογο του 1871 οι Κοντογιαννιάνοι, που καταγράφονται είναι μόλις (2). Ωστόσο δεν είναι σίγουρο αν καταγράφονται όλα τα μέλη της με το επίθετο αυτό καθώς άλλοι συνήθιζαν να καταγράφονται με το μικρό όνομα των γονιών τους. Μάλιστα με το επώνυμο Κυριακάκος, καταγράφονται άλλα (6) άτομα.

Από προφορική παράδοση γνωρίζουμε πως το 1890, ο τότε δήμαρχος της περιοχής, Περιμένης, προκειμένου να έχει περισσότερες ψήφους, ενσωμάτωσε με το δικό του επώνυμο άλλες μικρότερες οικογένειες. Η οικογένεια Κοντόγιαννη αρνήθηκε πεισματικά κάτι τέτοιο.

Στο μητρώο Αρρένων της Κοινότητας των Αλίκων έχουμε τους εξής… (υπ όψιν συνήθως δεν καταγράφονταν όλα τα μέλη κυρίως από αμέλεια).

Κοντόγιαννης              Νικόλαος         του Κυριάκου               1849

Κοντόγιαννης              Βασίλης           του Ιωάννη                  1877

Κοντόγιαννης              Κυριάκος         του Βασίλη                   1878

Κοντόγιαννης              Κυριάκος         του Νικολάου               1881

Κοντόγιαννης              Ιωάννης           του Νικολάου               1887

Κοντόγιαννης              Κυριάκος         του Νικολάου               1897

Κοντόγιαννης              Βασίλης           του Κυριάκου               1911

Στους παραπάνω πρέπει να προστεθεί και Νικόλαος Ζ. Κοντόγιαννης ο οποίος γεννήθηκε το 1898 και το 1910 ήταν μαθητής μέσης εκπαίδευσης στο «Ελληνικό» σχολείο Κοίτας.

  1. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας, οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη» Ιχώρ Αθήνα 1990
  2. Σ. Καπετανάκη «Η Μάνη στην δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821)» αδούλωτη Μάνη 2011
  3. Ό.π
  4. Σ. Καπετανάκη «αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές» αδούλωτη Μάνη 2008
  5. Ι. Π. Λεκκάκου «Μάνη, Ερανίσματα ιστορίας και Λαογραφίας» Μάνη 2004, σ. 73
  6. Δικαίου Βαγιακάκου «Τα Άλικα και η περιβάλλουσα περιοχή» Λακωνικαί Σπαυδαί τ. 20
  7. Πέπης Γαβαλά «τα σχολεία και οι μαθητές της Επαρχίας Οιτύλου»

Στοιχεία διαπολιτισμικότητας, μέσα από επιγραφές ναών της ύστερης βυζαντινής εποχής, στην περιοχή της Μάνης

Ακολουθεί αναδημοσίευση του άρθρου της αρχαιολόγου Αρχοντούλας Παπουλάκου στον ιστότοπο monumenta.org

Η εποχή μας είναι μια εποχή σοβαρών πολιτισμικών αλλαγών και αναζητήσεων. Όροι και έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση (mondialisation, globalization) και «διαπολιτισμικότητα» (interculturalité) επηρεάζουν τη σύγχρονη εθνική μας ταυτότητα και παραπέμπουν στην εποχή της Αναγέννησης και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού ή μήπως σε πολύ πρωϊμότερους χρόνους;

Με τον όρο «διαπολιτισμικότητα» (interculturalité) εννοούμε τις σχέσεις επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης, αφομοίωσης μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών.

Η διαπολιτισμικότητα προϋποθέτει λοιπόν τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών πολιτισμών, πολλών και διαφορετικών εθνοτήτων, καθώς και τη δημιουργική επαφή και την επικοινωνία μεταξύ τους και ίσως και σε τελική ανάλυση την αφομοίωση και ενσωμάτωση των ετερογενών στοιχείων από την ντόπια κοινωνία. Η έννοια της διαπολιτισμικότητας συναντάται σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς διά μέσου των αιώνων, από την προϊστορική, την αρχαία, τη βυζαντινή εποχή και συνοψίζει την παράδοση του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Είναι λοιπόν απαραίτητη η επικοινωνία και η συνεύρεση διαφορετικών πολιτισμών και λαών για πολλούς λόγους στην εποχή μας (κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς) ή η έλλειψη ανοχής απέναντι σε κάθε τι το διαφορετικό, δηλ. ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, υπερισχύουν περισσότερο σήμερα και ιδιαίτερα στη χώρα μας;

Μια ιστορική αναδρομή θα μας έπειθε ότι προγενέστεροι πολιτισμοί υπήρξαν κυρίως πολυ-πολιτισμικοί, δέχονταν και αφομοίωναν συχνά ευκολότερα απ’ ότι εμείς σήμερα τους διαφορετικούς φυλετικά λαούς.

Μια σειρά από μνημεία, που απηχούν ιδιαίτερα την πολυ-πολιτισμικότητα μιας συγκεκριμένης περιοχής και μιας συγκεκριμένης εποχής, είναι και τα μνημεία (κυρίως ναοί) της Μάνης, της ύστερης βυζαντινής εποχής.

Στην απομακρυσμένη αυτή περιοχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αναπτύχθηκε ένας σημαντικός αριθμός εκκλησιαστικών μνημείων, δειγμάτων επαρχιακής κυρίως τέχνης, αλλά παράλληλα και δηλωτικών της καλλιτεχνικής ζωής που γνωρίζει την εποχή αυτή το Δεσποτάτο του Μωρέως, με κέντρο τον Μυστρά.

Μνημεία (Bυζαντινοί ναοί) της ύστερης βυζαντινής περιόδου της Μάνης

Τα μνημεία της Λακωνικής (Μάνης-Γερακίου-υπόλοιπης Λακωνίας), κτισμένα κυρίως την ύστερη βυζαντινή περίοδο (1204 – 1345) διακρίνονται εξωτερικά για τις μικρές και χαμηλές τους διαστάσεις, την αρχιτεκτονική τους απλότητα, την αμελή τους τοιχοδομία. Μπορεί να χαρακτηριστούν σαν δείγματα επαρχιακής αρχιτεκτονικής που απέχει αρκετά από τα περίκομψα μνημεία των μεγάλων κέντρων.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στην Πλάτσα Μάνης, Άποψη της τοιχοποιίας του ναού.

Οι παλαιότεροι μελετητές κατέταξαν πολλά από αυτά (π.χ :τον Άγιο Νικόλαο στην Πλάτσα) στα λεγόμενα «μεγαλιθικά μνημεία» της Μάνης (δηλ. συνήθως μικρούς, μονόχωρους, καμαροσκέπαστους ναούς, κτισμένους με μεγάλες αλάξευτες πέτρες χωρίς να χρησιμοποιηθεί ασβεστοκονίαμα στους αρμούς, αλλά μόνο μικρές πέτρες), λόγω των αρχαϊκών τους στοιχείων. Τα θεωρούσαν τους πρώτους χριστιανικούς ναούς της Μάνης και τα χρονολογούσαν στον 9ο αιώνα. Νεώτερες όμως έρευνες τα κατατάσσουν στα μνημεία του 12ου αιώνα της «ελλαδικής σχολής».

Τις περισσότερες πληροφορίες για τα ίδια τα μνημεία, μας τις δίνουν οι πολυάριθμες επιγραφές, που σώζονται στο εσωτερικό των ναών. Και από τις επιγραφές αυτές, διαπιστώνουμε ότι οι κτήτορες των ναών αυτών, δεν ήταν ούτε εξέχοντα κοινωνικά πρόσωπα, ούτε μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ή των δεσποτών του Μυστρά. Στην πλειοψηφία τους ήταν κάποιοι άσημοι, απλοί άνθρωποι, διαπνέονταν όμως από ένα έντονο θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό τους οδήγησε στο να οικοδομήσουν και να φιλοτεχνήσουν μνημεία αξιόλογης τέχνης, παρόλα τα πενιχρά οικονομικά τους μέσα.

Από τις μαρτυρίες που έχουμε από το πλήθος των επιγραφών που είναι διάσπαρτες στους ναούς αυτούς, αυτοί οι απλοί πολίτες συμβάλλουν πολλές φορές με ολόκληρη την οικογένειά τους στη διακόσμηση των ναών αυτών.

Ανάμεσα στο πλήθος των απλών αυτών ανθρώπων μια σημαντική κατηγορία δωρητών είναι οι «τζαούσιοι» (Άγιος Γεώργιος Γερακίου, Άγιος Γεώργιος Οιτύλου, Άγιος Νικόλαος στην Πλάτσα Μάνης, Άγιος Γεώργιος Λογκανίκου), ιδιαίτεροι πολιτικοστρατιωτικοί αξιωματούχοι του βυζαντινού κράτους, συχνά σλαβικής καταγωγής. Η προβολή των προσώπων αυτών, μέσα από τις επιγραφές αυτές, απηχεί τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές του βυζαντινού κράτους που συντελούνται αυτήν ακριβώς την εποχή.

Η κτητορική επιγραφή «περί των Μελιγγών», Νότια θύρα, Άγιος Γεώργιος, στο Οίτυλο Μάνης

Δύο επιγραφές ναών: πολύτιμες μαρτυρίες για την εγκατάσταση σλαβικών φύλων στην Πελοπόννησο

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Στεφανοπουλιάνων βρίσκεται στο χωριό Οίτυλο της Μάνης. Οι βυζαντινές επιγραφές του ναού παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Εξωτερικά, πάνω στο μάρμαρο που αποτελεί ποδιά του ανακουφιστικού τόξου, στη νότια θύρα του ναού, υπάρχουν δύο εγχάρακτες επιγραφές.

Η πρώτη, μια εγχάρακτη τετράστιχη επιγραφή στην μπροστινή επιφάνεια του μαρμάρου, έχει τοποθετηθεί ανάποδα. Προφανώς, κατά τον Ν.Β. Δρανδάκη, ο υπάρχων ναός προήλθε από νεώτερη επισκευή άλλου παλαιότερου. Κατά τη νεώτερη αυτή επισκευή, η οποία σύμφωνα με την Α. Αβραμέα, έγινε μετά το 1829/1830, επανατοποθετήθηκε το μάρμαρο ανάστροφα.

Η επιγραφή αναφέρει ότι ο ναός ανακαινίστηκε επί βασιλείας Ανδρόνικου του Γ’ Παλαιολόγου, το έτος 1331/1332 και επί της αρχής του τζάσι των Μελιγγών Κωνσταντίνου του Σπανή. Ακολουθούν τα ονόματα αυτών που συνέβαλαν στην ανακαίνιση του ναού και στο τέλος επίκληση στον Άγιο Γεώργιο να φυλάττει τους ιδρυτές και ανακαινιστές του ναού.

Οι Μελιγγοί και οι σχέσεις τους με το Βυζαντινό κράτος
Σχετικά με το όνομα Μελιγγοί ή Μηλιγγοί, επικράτησε γενικά η γνώμη να θεωρείται φυλή σλαβική ή σλαβομιγής. Η μετοίκηση των Σλάβων (Εζεριτών και Μελιγγών) φαίνεται ότι έγινε το 747 επί βασιλείας του αυτοκράτορα Κων/νου Ε’. Ενώ αυτός πολεμούσε κατά των Αράβων της Συρίας, έπεσε τρομερός λοιμός στο βυζαντινό κράτος και ερήμωσε τις περισσότερες επαρχίες του, ανάμεσα σ’ αυτές και την Πελοπόννησο. Για να πληρωθούν τα πληθυσμιακά κενά, μετακόμισαν στις επαρχίες αυτές πολλοί Σύροι, Αρμένιοι και Σλάβοι.

Οι απόψεις σχετικά με την προέλευση του ονόματος Μελιγγοί διίστανται :
Άλλοι θεωρούν ότι παίρνουν διάφορα ονόματα κυρίως από τον τόπο εγκατάστασής τους, όπως Εζερίτες ονομάστηκαν οι Σλάβοι, που εγκαταστάθηκαν στο Λακωνικό Έλος, από το σλαβικό ezero (λίμνη), έτσι και Μελιγγοί ονομάστηκαν οι Σλάβοι που εγκαθίστανται δυτικά του Ταϋγέτου, πιθανώς από το όνομα της περιοχής. Μια άλλη άποψη είναι ότι το επίθετο μελιγγός ήταν παρωνύμι για την ιδιότητα του χρώματος, δηλ. μπορεί οι αλλόφυλοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή να ονομάστηκαν έτσι από τους αυτόχθονες για το χρώμα του δέρματός τους (Μελιγγοί, δηλ. μελίχροι) και ο τόπος που εγκαταστάθηκαν να ονομάστηκε κι αυτός Μελιγγοί.

Κατά τον κύριο μελετητή των επιγραφών Σ. Κουγέα, τ’ όνομα που πήραν είναι ελληνικό και εγχώριο και όχι σλαβικό και δόθηκε σ’ αυτούς από τους ντόπιους και για τη δήλωση της σλαβικής φυλής και για τον τόπο που αυτοί εγκαταστάθηκαν.

Η περιοχή που κατοικούσαν ήταν ο «Δρόγγος του Μελιγού» ή ο «Ζυγός των Μελιγγών», εκεί όπου σήμερα εκτείνεται η δυτική πλευρά του Ταϋγέτου. Από τον «Βίο του Οσίου Νίκωνα» (κείμενο του 12ου αι.) μαθαίνουμε ότι διοικούνταν από ιδιαίτερο άρχοντα που ονομαζόταν Αντίοχος και έφερε τον ρωμαϊκοβυζαντινό τίτλο του δούκα, πράγμα που αποδεικνύει την ελληνική ιθαγένεια και την εξάρτηση από το βυζαντινό κράτος. Ο δούκας διοριζόταν από τον στρατηγό του θέματος Πελοποννήσου και όχι από Σλάβο. Ένας τέτοιος άρχοντας διορισμένος και αναγνωρισμένος από τις βυζαντινές κρατικές αρχές πρέπει να θεωρηθεί και ο Κωνσταντίνος Σπανής των επιγραφών μας, με τη διαφορά ότι κατά τον 14ο αιώνα, αντί να φέρει τον τίτλο του δούκα, αποκαλείται τζάσις – τζαούσιος.

Οι Μελιγγοί πλήρωναν αρχικά φόρο υποτέλειας στο Βυζαντινό Κράτος, τον «πακτόν», υπό τη σημαία του οποίου και πολεμούσαν. Κατά τα μέσα του 13ου αιώνα (1250), ο πρίγκηπας της Αχαϊας, Γουλιέλμος  , κτίζει το κάστρο του Λεύκτρου, το οποίο οι Φράγκοι ονομάζουν “Beaufort” (δηλ. το καλύτερο από τα φραγκικά κάστρα), πάνω στην αρχαία λακωνική πόλη Λεύκτρον. Το κτίζει, για να κρατά υποταγμένη τη σλαβική φυλή των Μελιγγών, μονολότι αυτοί είχαν αναγνωρίσει την επικυριαρχία του Γουλιέλμου και του παρείχαν μάλιστα και στρατιώτες, σε καιρό πολέμου. Την εποχή του Δεσποτάτου του Μορέως, οι Μελιγγοί, ταυτίζονται πλήρως με τους ντόπιους, και επί Παλαιολόγων έχουν πλήρως αφομοιωθεί και συγχωνευθεί με τους ντόπιους, με πλήρη επικράτηση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής συνείδησης.

Για να επανέλθουμε όμως και πάλι στην επιγραφή του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Οίτυλο:
Η επιγραφή αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή από την H. Ahrweiler, η οποία όταν τη μελέτησε, βασίστηκε μόνο στην απόδοση του κειμένου από τις εκδόσεις των Le Bas – Waddington και απέδωσε τον τίτλο “θειωτάτου” στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Παλαιολόγο. Η Α. Αβραμέα που μελέτησε αργότερα την επιγραφή και έκανε μια νέα ανάγνωσή της, επισημαίνει ότι το «θειώτατος σεβαστός» αναφέρεται στον «τζάσι των Μελιγγών» κυρ Κωνσταντίνο Σπανή (με τη νέα αυτή ανάγνωση, συμφωνεί και η A. Philippidis – Braat). Στη συνέχεια γίνεται επίκληση στον Άγιο Γεώργιο για τον Σαβατιανό, που φέρει το σλαβικό πατρώνυμο Κόπωγις και τη σύζυγό του Ελεύνη. Στην επιγραφή μας, ο Σαβατιανός έχει τον τίτλο του νομικού, τίτλο που δηλώνει τον συμβολαιογράφο ή τον πνευματικό, που χειρίζεται το νομοκανόνα. Αυτή τη δουλειά την έκαναν μέλη του κατώτερου κλήρου. Ο τίτλος αυτός είναι μια ακόμη απόδειξη της ένταξης των Μελιγγών στα πλαίσια της βυζαντινής κοινωνίας.Τέλος αναφέρεται και το όνομα του Λαριγγά του Σλαβούρη, που πιθανόν να σχετίζεται με τη Σλαβουροπούλα, της δεύτερης δίστιχης επιγραφής του ναού, που βρίσκεται στο ίδιο μάρμαρο, ακριβώς πάνω από την προηγούμενη.

Το Σλαβούρης πολύ πιθανό να δηλώνει τη σλαβική προέλευση της οικογένειας.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι οι αναστηλωτές της εκκλησίας ανήκουν σε πολύ ισχυρές και πλούσιες οικογένειες Μελιγγών, έχουν ελληνικά βαπτιστικά ονόματα, τα πατρωνυμικά τους όμως θυμίζουν τη σλαβική καταγωγή τους.

Ο διπλός τίτλος «σεβαστός τζάσις» του Κωνσταντίνου Σπανή προσδιορίζει συγχρόνως και το αξίωμα και την πολιτική και στρατιωτική δικαιοδοσία του.

Η απόδοση αυτού του τίτλου στον αρχηγό μιας ξένης εθνικής ομάδας σημαίνει ταυτόχρονα και την εξάρτηση από την αυτοκρατορική εξουσία καθώς και το ιδιότυπο διοικητικό καθεστώς τους.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στην Πλάτσα Μάνης

Ένας άλλος ναός που σχετίζεται άμεσα με τον Κωνσταντίνο Σπανή είναι ο Άγιος Νικόλαος στην Πλάτσα της Μεσσηνιακής Μάνης. Βρίσκεται στην τοποθεσία Καμπινάρι (τοπωνύμιο από τη λέξη κάμπο, συχνό στη Μάνη), έξω από το χωριό Πλάτσα.

Ο ναός διατηρεί σχεδόν ακέραιο το ζωγραφικό του διάκοσμο στο κεντρικό και νότιο κλίτος. Οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου, διαθέτουν ασυνήθιστα υψηλή ποιότητα, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί μόνο από το υψηλό αξίωμα και την υψηλή θέση της οικογένειας του ανακαινιστή. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η τοιχογράφηση του ναού είναι γνωστές από τέσσερις επιγραφές, που σώζονται σε διάφορα τμήματα του ναού.

Τη σπουδαιότερη μαρτυρία προσφέρει μια μεγαλογράμματη, έμμετρη επιγραφή, που αρχίζει από το βόρειο τοίχο συνεχίζεται μέσα στο ιερό, διατρέχει το νότιο τοίχο και καταλήγει στο δυτικό τμήμα αυτού του τοίχου, απέναντι ακριβώς από το σημείο αρχής της.

Τα στοιχεία που μας δίνει η επιγραφή είναι τα εξής :
Ο ναός έχει κτιστεί 200 χρόνια πριν από την εποχή του ανακαινιστή, το ναό αυτό ανακαίνισαν «ο πανευγενέστατος, πανσέβαστος τζαούσιος δρόγγου Μελιγγών» Κωνσταντίνος ο Σπανής «άμα συμβίου τζαουσίνης» Μαρίας. Η χρονολογία που αναφέρεται, δηλ. το από κτίσεως κόσμου έτος 6846 και η 6η ινδικτιών, τοποθετούν την ανακαίνιση του ναού μεταξύ 1337/1338.

Από τα παραπάνω θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι ο Κωνσταντίνος Σπανής, ανάμεσα στα έτη 1331/1332 (επιγραφή Οιτύλου) και 1337/1338, παντρεύτηκε και απέκτησε τον τίτλο του «πανσέβαστου» που δικαιωματικά τον κάνει και «πανευγενέστατο».

Ο Κωνσταντίνος Σπανής συνεχίζει στην επιγραφή να είναι τζαούσιος, εδώ όμως του δρόγγου των Μελιγγών. Η λέξη δρόγγος είναι γερμανικής προέλευσης και αρχικά σήμαινε τη στρατιωτική μοίρα (Ducange), στη συνέχεια όμως μετέπεσε σε καθαρά γεωγραφική έννοια. Εδώ λοιπόν δηλώνει τον τόπο, την περιφέρεια των Μελιγγών.

Η επιβλητική επιγραφή, που περιτρέχει τους τοίχους του κεντρικού κλίτους του ναού του Αγίου Νικολάου στον Καμπινάρι, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη για ένα ναό μιας απομακρυσμένης επαρχίας του βυζαντινού κράτους. Θυμίζει ανάλογες επιγραφές, που παίρνουν θέση στο γλυπτό κοσμήτη, που περιτρέχει το εσωτερικό ορισμένων ναών στην Κωνσταντινούπολη, π.χ: στο ταφικό παρεκκλήσι της Παμμακαρίστου (Fethiye Dzami). Ο Κωνσταντίνος Σπανής, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός βυζαντινού αξιωματούχου της εποχής των Παλαιολόγων, αφού μοιράζει το χρόνο του σε πολεμικές επιχειρήσεις και σε πράξεις ευσεβείς, όπως είναι η ανακαίνιση των ναών της Μάνης.

Από τις δύο άλλες επιγραφές του ναού διαπιστώνουμε ότι η διακόσμηση του νότιου κλίτους ολοκληρώθηκε σε μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 1343/1344 και 1348/1349. Προφανώς έλλειψε η ισχυρή οικονομική ενίσχυση του Κωνσταντίνου Σπανή και έτσι χρειάστηκε η συνδρομή πολλών προσώπων της περιοχής.

Συμπεράσματα

Μέσα σε μια εποχή έντονου πολιτικού κατακερματισμού για τη βυζαντινή αυτοκρατορία, οι δεσμοί των επαρχιών με το κέντρο γίνονται ιδιαίτερα χαλαροί. Οι τοπικοί άρχοντες – αξιωματούχοι νιώθουν ιδιαίτερα ισχυροί και παρόλο που εξαρτώνται ακόμη διοικητικά από την πρωτεύουσα, προσπαθούν να προβάλλουν τη θέση τους μέσα από ευσεβείς πράξεις, όπως η οικοδόμηση και η διακόσμηση ναών.

Ένα άλλο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει, όσον αφορά στη σύσταση του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, είναι η παρουσία των σλαβικής καταγωγής Μελιγγών, εγκαταστημένων στην περιοχή αυτή του Δεσποτάτου, που στην υστεροβυζαντινή πια εποχή αποτελούν πλήρως αφομοιωμένα και ενσωματωμένα στοιχεία του βυζαντινού κράτους, που μιλούν την ελληνική γλώσσα και έχουν ελληνική συνείδηση.

Καθώς λοιπόν τα όρια της άλλοτε πανίσχυρης Pax Byzantina συρρικνώνονται δραματικά σε ανατολή και δύση, η αυτοκρατορία πληθυσμιακά θα συνεχίσει να παραμένει μωσαϊκό λαών και συνειδήσεων ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες επαρχίες της.

Κεραίες Στη Μάνη. (Χάρτης)

Στον παρακάτω χάρτη μπορείτε να εντοπίσετε τον αριθμό  των κεραιών που βρίσκονται ή είναι υπό κατασκευή στη Μάνη. Όλα τα στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί από την Ενημερωτική Πύλη Κατασκευών Κεραιών (keraies.eett.gr)

Επεξήγηση Συμβόλων

O OTE

Ο COSMOTE

O VODAFONE

O WIND

◊ Κεραία σταθμού ξηράς με πιστοποιητικό πληρότητας φακέλου αίτησης χορήγησης άδειας κατασκευής.

♱ Αδειοδοτημένη κεραία

♡ Νόμιμη Λειτουργία

 Δήλωση ΕΚΚΧΟ (Εγκαταστάσεις Κατασκευών Κεραιών Χαμηλής Ηλεκτρομαγνητικής Περιβαλλοντικής Όχλησης)