Τάσος Δράμπαλης: Από μαθητής στο Ωδείο, ιδρυτής Φιλαρμονικής στη Μάνη

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε που ο Τάσος Δράμπαλης ήταν μαθητής του Ωδείου και της Φιλαρμονικής Καλαμάτας. Επέστρεψε όμως ως καθηγητής πλέον, έχοντας στα… μπαγκάζια του εμπειρία, γνώσεις, ιδέες και πολλά όνειρα. Εχοντας ξεκινήσει εδώ και λίγους μήνες τη Φιλαρμονική στη Δυτική Μάνη, εξομολογείται στην «Ε» τι θα ήθελε να δει να αλλάζει στην Καλαμάτα.

Επίσης, φωτίζει μια δύσκολη -και καθόλου γκλαμουράτη- πτυχή της καθημερινότητας των μουσικών: αυτή της επαγγελματικής και οικονομικής ανασφάλειας…

– Πώς είναι να επιστρέφετε στην Καλαμάτα ως καθηγητής πλέον; 

«Είναι ένα παράξενο συναίσθημα, λόγω του ότι τα χρόνια απ’ όταν έφυγα πέρασαν πάρα πολύ γρήγορα. Λες και ήταν χθες που ήμουν ακόμα μαθητής στη σχολή μουσικής του Τάκη Λουκαρέα, στους πρώτους δασκάλους της Φιλαρμονικής και στο ξεκίνημα του Ωδείου που έμοιαζε στα μάτια μας πανεπιστήμιο, μιας και οι καθηγητές του ήταν εκτός Καλαμάτας και στα μάτια μας φάνταζαν επιστήμονες…  Εφυγα τότε λοιπόν, ένα παιδί που δε χόρταινε να μαθαίνει και να παίζει μουσική όλων των ειδών. Για να λέγεσαι μουσικός πρέπει να γνωρίσεις πολλά είδη. Πέρασαν κοντά στα 20 χρόνια τα οποία με γέμισαν με εμπειρίες, γνωριμίες, γνώσεις, επιτυχίες και αποτυχίες, λάθη, αναζητήσεις και όνειρα για το μέλλον. Νιώθω σαν να μην έφυγα ποτέ… τόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια – και κάποιες φορές πάει το μάτι ή το μυαλό μου στα πτυχία, στους επαίνους, στη δισκογραφία, αλλά και στις φωτογραφίες απ’ τις συνεργασίες μου όλα αυτά τα χρόνια που ήμουν εκτός Καλαμάτας. Γύρισα ως καθηγητής αλλά νιώθω ακόμα μαθητής, γιατί κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας θέλω να νιώθω δίπλα μου το μαθητή μου ως συνεργάτη – φίλο – νέο μουσικό, και όχι να τον έχω απέναντί μου…».

– Ποιες είναι οι πιο δυνατές σας αναμνήσεις από τα χρόνια της Φιλαρμονικής και του Ωδείου;

«Οι αναμνήσεις μου από τη Φιλαρμονική ξεκινούν ακόμα και πριν γεννηθώ. Ο πατέρας μου είναι στη Φιλαρμονική από το 1965, οι θείοι μου, τα ξαδέλφια μου, οι φίλοι μου… οπότε ήταν σαν μια μεγάλη οικογένεια. Θυμάμαι όταν άκουγα τον πατέρα μου να παίζει με το κλαρινέτο μελωδίες από γνωστά τραγούδια, πόσο πολύ μου άρεσε η εκφραστικότητα, ο ήχος, η ψυχή και το πάθος του να το ερμηνεύσει! Ως μαθητές κοντραριζόμασταν για το ποιος θα τελειώσει τη μέθοδο πρώτος, ποιος θα παίξει το σόλο ή ποιος θα βγάλει περισσότερα κομμάτια για να βγει στην παρέλαση και στη συναυλία, για να φορέσει τη στολή και να βγάλει φωτογραφίες – ή να τον δουν να παίζει.

Ακουγα λοιπόν απλές μελωδίες από τον πατέρα μου, τότε που με έπαιρνε μαζί του στις πρόβες και παίζανε το «Λεμονάκι», την «Παρασκευούλα» και άλλα κομμάτια τέτοιου είδους. Αλλες εποχές… Πιο αγνές! Και κάτι ακόμα που θυμάμαι, περίμενα να ανοίξει η Φιλαρμονική να πάω να διαβάσω, και όταν ήταν να κλείσει μου φώναζε τότε αυτός που ’χε τα κλειδιά: «Αντε Τασούλη να κλείσουμε, αύριο πάλι, έχουμε και σπίτια, δεν κουράστηκες;» Ομορφες εποχές…

Στο Ωδείο δεν είχαμε αυτά τα συναισθήματα. Φερόμασταν σαν να ’μασταν μεγάλοι, λόγω του ότι μας βαθμολογούσαν στις εξετάσεις και έπρεπε να είμαστε πολύ καλοί μαθητές. Βέβαια χωρίς το Ωδείο δεν θα μπορούσα ποτέ μου να γίνω επαγγελματίας και καθηγητής αναγνωρισμένος. Μόνο εκεί μπορεί κάποιος που αγαπά τη μουσική και θέλει να προχωρήσει, να μάθει πολύ περισσότερα από ανθρώπους σπουδαγμένους και μοναδικούς στο είδος τους, εκεί μπορεί να αποκτήσει πτυχία.

Ημουν πολύ τυχερός γιατί στη Φιλαρμονική είχα την τύχη και την τιμή να έχω δάσκαλο τον Κ. Μίντζα και στο Ωδείο τον Κώστα Νικολέα, που με την αγάπη, την όρεξη, τις γνώσεις, την υπομονή και το πείσμα τους με βοήθησαν να είμαι αυτό που είμαι τώρα».

– Πώς γεννήθηκε η ιδέα ίδρυσης Φιλαρμονικής στη Δυτική Μάνη;

«Δεν είναι η πρώτη φορά που πάω σ’ έναν τόπο που δεν είχε ποτέ του Φιλαρμονική. Το έχω ξανακάνει. Μ’ αρέσει που ξεκινάω κάτι που μέχρι τότε δεν υπήρχε ή που, ακόμα καλύτερα, κάποιοι ίσως κάποτε προσπάθησαν να το φτιάξουν αλλά δεν τα κατάφεραν… Εγωιστικό βέβαια αυτό που λέω, αλλά αυτό με κάνει να αισθάνομαι πολύ προσεκτικός και υπεύθυνος στις κινήσεις μου για το παρόν και το μέλλον όλης αυτής της δημιουργίας. Αν σκεφτείτε πως αυτή η ιδέα γεννήθηκε σε μια στιγμή που η Ελλάδα είναι σε μία περίοδο απ’ τις χειρότερες των τελευταίων χρόνων, τότε θα νιώσετε πως ενώ γύρω μας ο κόσμος υποφέρει, έχει πόλεμο, πείνα και δυστυχία, υπάρχει κάτι… ένα «κρυφό σχολειό» όπως το νιώθω εγώ, που μαζεύει τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, και τους βάζει στα φωτεινά βαγόνια μιας άλλης εποχής.

Η ιδέα για τον τόπο της Μάνης ήταν ένα όνειρο απ’ όταν ήμουν παιδί, μιας και πολλά καλοκαίρια πηγαίναμε για διακοπές εκεί. Πηγαίναμε όμως και το χειμώνα κάποιες φορές. Τότε λοιπόν κοιτάζοντας από το αυτοκίνητο τον κόσμο να κάθεται στα καφενεία ή τα παιδιά να παίζουν με τα πλαστικά μπουκαλάκια ποδόσφαιρο, μου άστραψε στο μυαλό με την παιδική μου φαντασία πως αν υπήρχε κάτι… καλλιτεχνικό εκεί, η περιοχή σίγουρα θα άλλαζε. Ο πολιτισμός της ιστορίας της Μάνης, με την ιστορία της μουσικής θα έκαναν μία ωραία ένωση. Γιατί η Μάνη, όπως και η Κρήτη, είναι από τα πιο γνωστά ελληνικά μέρη σε όλο τον κόσμο. Φανταστείτε λοιπόν πως τώρα, σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα, η Μάνη θα έχει τους δικούς της μουσικούς. Τα παιδιά της. Και αυτά σε λίγο θα είναι οι επόμενοι επαγγελματίες.

Βέβαια, δεν γίνονται όλα αυτά από μόνα τους, γιατί στην προσπάθεια όλη αυτή έχω και την αμέριστη βοήθεια της Αρχής του τόπου καθώς και όλου του Δήμου, των δημοτών και των γονέων, που κάνουν ό,τι είναι δυνατό για τα παιδιά, ώστε να τους δώσουν ένα εφόδιο για το μέλλον τους, αλλά κι έναν αέρα αισιοδοξίας μέσα από τις μελωδίες».

– Πώς κρίνετε το επίπεδο της μουσικής παιδείας στην Καλαμάτα; 

«Η κρίση μου -λυπάμαι που θα το πω- είναι ανάγκη να είναι κάπως αυστηρή. Υπάρχουν πολλοί καλοί επαγγελματίες μουσικοί στο είδος τους στην Καλαμάτα και χάνουν τα χρόνια τους περιμένοντας κάπου να παίξουν… Να μιλήσω για τον τομέα μου: Από το Δημοτικό μας Ωδείο έχουν αποφοιτήσει πάνω από 15 άτομα (πνευστοί και κρουστοί). Επαγγελματίες πλέον δηλαδή. Μένουν εδώ. Αναγκάζονται να δουλεύουν και να ζουν με 200-300 ευρώ το μήνα (όσα μπορεί να παίρνει και κάποιος που ποτέ του δεν σπούδασε και δεν διάβασε δηλαδή), άλλοι να ψάχνουν μεροκάματα σε καφετέριες να παίξουν λίγο μουσική και κάποιοι πιο τυχεροί και προνομιούχοι, σε ξενοδοχεία. Γιατί ολόκληρη Πολιτιστική Πρωτεύουσα (όπως θέλουν να λέμε) να μην έχει τη δικιά της Συμφωνική Ορχήστρα ή μια Big Band ή Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής κ.λπ.; Οταν λέμε πως έχουμε Μέγαρο Χορού και Κάστρο και Πνευματικό Κέντρο και άλλα τόσα πολιτιστικά θέρετρα που φιλοξενούν πολιτισμό… γιατί αυτοί οι άνθρωποι να μη μείνουν εδώ στον τόπο τους και να κάνουν οικογένειες, αλλά να πρέπει να φεύγουν για να πάνε να δουλέψουν στην Αθήνα ή την Πάτρα π.χ.;

Ας σκεφτούν λοιπόν αυτοί που μπορούν να κάνουν κάτι αλλά δεν θέλουν ακόμα, πως είναι συμφέρον για τον τόπο αυτοί οι άνθρωποι να μείνουν και να προσφέρουν τις γνώσεις και την αγάπη τους. Πιστέψτε με, πως ένα παιδί δε θα ‘χει κάτι να ζηλέψει για να φύγει από δω και να πάει π.χ. Αθήνα, ή Θεσσαλονίκη ή Κέρκυρα να σπουδάσει μουσική. Γιατί και η Καλαμάτα θα ’χει τους δικούς της καταξιωμένους καθηγητές και μουσικούς όλων των ειδικοτήτων. Τι πιο ωραίο από έναν ενιαίο χώρο σπουδών μουσικής στην Καλαμάτα; Προλαβαίνουμε μέχρι την ημερομηνία της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας να το κάνουμε».

– Ηταν μεγάλο το ταξίδι σας πριν επιστρέψετε εδώ. Ολα αυτά τα χρόνια, από το 1997, τι κάνατε στην Αθήνα; 

«Θα τα πω κάπως επιγραμματικά: Εφυγα έχοντας ένα δίπλωμα τρομπέτας απ’ την Καλαμάτα και γύρισα με ακόμα 5 πτυχία, παίρνοντας και το δίπλωμα της Σύνθεσης και μια προϋπηρεσία στα ωδεία όπου δίδασκα πάνω από 15 χρόνια. Υπηρέτησα στο Πολεμικό Ναυτικό 3 χρόνια ως μουσικός ύστερα από εξετάσεις, παίζοντας 1η τρομπέτα. Δούλεψα ως 1η τρομπέτα στη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, τη Φιλαρμονική του Δήμου Πειραιά, τη Συμφωνική Ορχήστρα και Φιλαρμονική του Δήμου Χαλκιδέων, καθώς και στην Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ για αρκετές συναυλίες κ.ά. Εργάστηκα ως καθηγητής Χάλκινων Πνευστών και Ανωτέρων Θεωρητικών σε πολλά ωδεία σε όλη την Αθήνα, στη Χαλκίδα, στα Μέγαρα. Είχα συνεργασίες με ονόματα όπως Στ. Ξαρχάκος, Μ. Θεοδωράκης, Μ. Πλέσσας, Δ. Σαββόπουλος, Λουκ. Κηλαηδόνης, Γ. Μαρκόπουλος, Γ. Κατσαρός, Μ. Φαραντούρη, Β. Λέκκας, Δ. Μητροπάνος, Αντ. Καλογιάννης, Αντ. Ρέμος, Ελ. Παπαρίζου, Φ. Δεληβοριάς, Γ. Γιοκαρίνης, Αλκ. Ιωαννίδης, Γ. Κότσιρας, Λάκης Παπαδόπουλος, Λ. Μαχαιρίτσας, Μ. Μητσιάς, Θ. Ανδρεάδης, Μ. Ασλανίδου, Γ. Λογοθέτης (Λογό),  Χρ. Δάντης, Γ. Ανδρεάτος, αδελφοί Κατσάμπα. Αλλά και με πολλούς άλλους Ελληνες και ξένους καλλιτέχνες διεθνούς φήμης, όπως ο πιανίστας Δημ. Σγούρος, ο μεγάλος τενόρος Andrea Bochelli, ο σολίστ τρομπονιού Christian Lindberg κ.α.

Εχω δώσει συναυλίες σε μουσικούς χώρους και θέατρα της Ισπανίας, Γερμανίας, Πολωνίας, Τουρκίας, Αμερικής, Σκοπίων, Κύπρου κ.α. και στην Ελλάδα στα: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, Επίδαυρο, Ηρώδειο, Εθνική Λυρική Σκηνή, Εθνικό Θέατρο, Αρχαίο Θέατρο Πάτρας, Βεάκειο, Κατράκειο, Ακροπόλ, Ρωμαϊκή Αγορά, Θέατρο Πέτρας και αλλού».

 

«Ναι. Δόξα τω Θεώ. Σχέδια έχω, και πάρα πολλά μπορούν να γίνουν, αλλά η Καλαμάτα μάλλον δεν θα ήθελε να τα υποστηρίξει. Εχουν μείνει οι περισσότεροι στα παλιά (ρεμπέτικα, λαϊκά, δημοτικά κ.λπ). Φοβούνται τα μαγαζιά να βάλουν μουσικούς που να παίζουν λάτιν, ροκ, τζαζ, alternative, για να κάνουν τη διαφορά και την αρχή στον τόπο.

Πριν από λίγο καιρό έγιναν εξετάσεις στην Πάτρα για τη δημιουργία της πρώτης Ορχήστρας Πνευστών και Κρουστών στην Ελλάδα. Είχα την ευκαιρία να συμμετέχω και εγώ στις ακροάσεις του διαγωνισμού αυτού και να περάσω στη θέση του 1ου κορυφαίου τρομπετίστα της Ορχήστρας. Περιμένω να ξεκινήσουμε τις πρόβες και τις συναυλίες. Ο δεύτερος χρόνος των Μουσικών μας Συνόλων στη Μάνη συνεχίζεται, μαζί και το ενδιαφέρον του Δήμου και των κατοίκων του για μας και τις εμφανίσεις μας – οπότε αυτό μας βάζει σε νέους στόχους για συνεργασίες, συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις.

Επίσης έχω δεχθεί κάποιες προτάσεις να συμπράξω με ορχήστρες και φιλαρμονικές σε κοντινούς μας δήμους και την Πελοπόννησο ως σολίστ τρομπέτας αλλά και όχι μόνο».

Eleftheriaonline

Γιάννης Μαραμπέας: «Η Μάνη είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη»

«Για μας τους Μανιάτες η Μάνη είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη. Η διοικητική διαίρεση ελάχιστα επηρεάζει τα πιστεύω μας». Αυτό σημειώνει μεταξύ άλλων ο νέος δήμαρχος Δυτικής Μάνης Γιάννης Μαραμπέας μιλώντας για τις προτεραιότητες της δικής του δημοτικής αρχής, τα προβλήματα του δήμου (πρόσβαση, ύδρευση κ.ά.), τις διαδημοτικές συνεργασίες, αλλά και το πλάνο που υπάρχει για τη διοίκηση του δήμου από το Σεπτέμβριο.

Ακολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη:

– Ποιοι παράγοντες πιστεύετε ότι οδήγησαν τους πολίτες της Δυτικής Μάνης να εμπιστευτούν το συνδυασμό σας στις πρόσφατες εκλογές;

«Ο συνδυασμός Ε.Μ.Α.Σ. είναι μία κίνηση ενεργών πολιτών που δημιουργήθηκε το 1998 στην περιοχή του Λεύκτρου και αποτελείται από δημότες που μένουν και δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς. Η κίνηση αυτή έχει γίνει αποδεκτή και ο κόσμος την έχει εμπιστευτεί κατ’ επανάληψη και αναγνωρίζει την προσφορά της στο τόπο. Το έργο που είχε γίνει στον πρώην Δήμο Λεύκτρου, το πρόγραμμα που καταθέσαμε, η αξιοπιστία των υποψηφίων, καθώς και η δυνατότητα σύγκρισης με την παρούσα δημοτική αρχή θεωρώ ότι ήταν οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους πολίτες να εμπιστευτούν την κίνησή μας».

– Με βάση την εμπειρία σας ως δήμαρχος αλλά και τη διαχρονική σας παρουσία στα κοινά της Μάνης, ποια θεωρείτε ότι είναι τα σημαντικότερα προβλήματα της περιοχής;

«Πολλά και ποικίλα είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην περιοχή: Η διαχείριση στερεών και υγρών αποβλήτων. Η ύδρευση. Η συγκοινωνιακή απομόνωση».

– Ποιες είναι οι προτεραιότητες της δικής σας δημοτικής αρχής;

«Στις άμεσες προτεραιότητές μας είναι: α) Ομογενοποίηση του δήμου. Ο δήμος είναι ενιαίος και όχι συρραφή των δύο πρώην δήμων. β) Εξυγίανση των οικονομικών. Ο δήμος βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική θέση και χρειάζεται εξορθολογισμό των δαπανών και συνετή διαχείριση. γ) Αναβάθμιση των υπηρεσιών του γιατί η παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας προς τους δημότες και η ανάπτυξη της περιοχής απαιτούν σωστή οργάνωση του δήμου».

Ο δρόμος μεγάλο εμπόδιο για την ανάπτυξη

– Αν και μία από τις κατεξοχήν τουριστικές περιοχές της Πελοποννήσου, εντούτοις η οδική πρόσβαση προς τη Μάνη δεν είναι κατά κοινή ομολογία αυτή που της αρμόζει. Ποιες πρωτοβουλίες σκοπεύετε να αναλάβετε γι’ αυτό το ζήτημα;

«Η περιοχή μας είναι συγκοινωνιακά απομονωμένη. Ο βασικός οδικός άξονας, η 1η επαρχιακή οδός από Καλαμάτα προς Μάνη είναι σε άσχημη κατάσταση. Απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις για να βοηθηθεί η τουριστική ανάπτυξη και να γίνει πιο ασφαλής και σύντομη η πρόσβαση στην περιοχή μας και να μειωθούν τα ατυχήματα. Πιστεύουμε ότι σε συνεργασία με την Περιφέρεια θα πρέπει: Να αξιοποιήσουμε και να προωθήσουμε τη μελέτη που έχει συντάξει η πρώην Νομαρχία Μεσσηνίας. Να συνεχιστούν οι παρεμβάσεις σε όλο το μήκος του δρόμου. Να ανατεθεί και να ολοκληρωθεί η μελέτη του τμήματος που συνδέει τον περιφερειακό Καλαμάτας με τα Σωτηριάνικα».

– Ενα από τα σημαντικά προβλήματα της περιοχής είναι αυτό της υδροδότησης ιδίως κατά τους θερινούς μήνες. Υπάρχει, πιστεύετε, ορατή λύση στο άμεσο μέλλον;

«Ενα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι αυτό της ύδρευσης. Η περιοχή υδρεύεται κυρίως από γεωτρήσεις που έγιναν από τη δεκαετία 1999-2010. Ομως οι απαιτήσεις συνεχώς αυξάνονται και οι γεωτρήσεις έχουν ημερομηνία λήξης. Η προσπάθεια για την αξιοποίηση των αναβλύσεων στη Στούπα δυστυχώς δεν ευοδώθηκε. Χρειάζεται μία μόνιμη λύση και αυτή κατά τη γνώμη μου δεν είναι άλλη από την υδροδότηση του δήμου μας από τις πηγές του Πηδήματος και του Αγίου Φλώρου. Ο Δήμος Δυτικής Μάνης συμμετέχει στον Σύνδεσμο Υδρευσης μαζί με το Δήμο Καλαμάτας και το Δήμο Μεσσήνης. Πιστεύω ότι τόσο ο σύνδεσμος όσο και οι δήμοι θα βοηθήσουν ώστε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα».

– Προσβλέπετε σε διαδημοτική συνεργασία για την επίλυση προβλημάτων και αν ναι, ποια είναι αυτά;

«Ο δήμος μας είναι μικρός δήμος και θέλει και θα επιδιώξει συνεργασίες με άλλους δήμους. Σε πρώτη φάση με τους όμορους δήμους, Καλαμάτας και Ανατολικής Μάνης. Από το Δήμο Καλαμάτας θα ζητήσουμε διοικητική και τεχνική στήριξη καθώς και τη συμπαράστασή του στη λύση του προβλήματος της ύδρευσης και διαχείρισης των υγρών αποβλήτων. Με το Δήμο Ανατολικής Μάνης θα επιδιώξουμε να διαχειριστούμε από κοινού τα θέματα του πολιτισμού και της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και τα θέματα τουριστικής προβολής».

– Σε ποιους τομείς θα πρέπει να στηριχθεί αναπτυξιακά ο Δήμος Δυτικής Μάνης;

«Βασικοί μοχλοί ανάπτυξης της περιοχής μας είναι ο πρωτογενής και τριτογενής τομέας. Η γεωγραφική θέση, οι κλιματολογικές συνθήκες, η ιστορία, η αρχιτεκτονική, η πολιτιστική κληρονομιά και η ομορφιά της περιοχής, έχουν συμβάλει σημαντικά  στην ανάπτυξή της και δημιουργούν προοπτικές για την ολοκληρωμένη ανάπτυξή της, δηλαδή για ανάπτυξη όχι μόνο των παραλιακών τουριστικών κοινοτήτων αλλά και όλου του δήμου. Η ανάπτυξη αυτή μπορεί να επιτευχθεί αν προωθηθεί περισσότερο ο ποιοτικός και όχι ο μαζικός τουρισμός, αν ενισχυθούν δηλαδή προγράμματα εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως η βιολογική καλλιέργεια ελιάς, η μελισσοκομία, η καλλιέργεια αρωματικών φυτών».

– Σε ποιους άξονες θα βασιστεί η οικονομική πολιτική της δικής σας δημοτικής αρχής;

«Πρώτη προτεραιότητά μας είναι να νοικοκυρέψουμε τα οικονομικά του δήμου, αποφεύγοντας τις σπατάλες με συνετή διαχείριση ώστε να ανταποκρινόμαστε στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Θα εκμεταλλευτούμε με κάθε τρόπο όλα τα κοινοτικά προγράμματα αξιοποιώντας το πλεονέκτημα που μας δίνει ο χαρακτηρισμός του δήμου ως ορεινού».

– Η έλλειψη πόρων στην αυτοδιοίκηση ήταν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της πρώτης καλλικρατικής περιόδου. Με δεδομένη την οικονομική κατάσταση της χώρας θεωρείτε ότι υπάρχει ρεαλιστικά περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης της τοπικής αυτοδιοίκησης;

«Πράγματι ο περιορισμός των πόρων στην τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι δήμοι. Πιστεύω ότι όσο διαρκεί η οικονομική κρίση τα περιθώρια για περαιτέρω οικονομική ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι πολύ περιορισμένα. Ας ευχηθούμε η χώρα να ανακάμψει σύντομα για να υπάρξουν δυνατότητες και ενίσχυσης της τοπικής αυτοδιοίκησης».

– Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής ποιο μοντέλο σκέφτεστε να ακολουθήσετε για την ενίσχυση των πολιτών που έχουν αυξημένες ανάγκες;

«Ευτυχώς στο δήμο μας δημότες με αυξημένες ανάγκες είναι λίγοι και κατά περίπτωση θα αντιμετωπίζονται. Στην περιοχή υπάρχει δουλειά, έστω εποχική, για τους νέους και στοργή και φροντίδα για τους γέροντες, διότι στη Μάνη υπάρχει φιλότιμο και λειτουργεί και ο θεσμός της οικογένειας. Η δημοτική αρχή θα επιδιώξει την εκ νέου εφαρμογή του προγράμματος «Βοήθεια στο σπίτι» για να βοηθήσει τους μοναχικούς συμπολίτες μας καθώς και τη δημιουργία βρεφονηπιακού σταθμού και στην περιοχή της Δημοτικής Ενότητας Λεύκτρου για να βοηθηθούν οι νέες οικογένειες».

– Με βάση την εμπειρία σας από την προηγούμενη δημοτική περίοδο τι προσβλέπετε από την συνεργασία σας με την Περιφέρεια Πελοποννήσου;

«Ανέφερα και πιο πάνω, σε άλλη ερώτησή σας, ότι είμαστε μικρός δήμος και ότι θα επιδιώξουμε συνεργασίες με όλους όσοι μπορούν να βοηθήσουν την περιοχή μας και κατεξοχήν με την Περιφέρεια Πελοποννήσου, αφενός σε θέματα γενικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η τουριστική προβολή και η διαχείριση των στερεών αποβλήτων και αφετέρου σε θέματα που αφορούν άμεσα την περιοχή μας, όπως η βελτίωση του οδικού άξονα Καλαμάτα – Καρδαμύλη – Αρεόπολη, τα έργα προστασίας των ακτών στην Αβία, ο δρόμος Μηλέα-Γιάτρισσα και τα λιμενικά έργα».

– Η συζήτηση για δημιουργία ενιαίου Δήμου Μάνης -με ενοποίηση Δυτικής και Ανατολικής- είναι για πολλούς ακόμα ανοιχτή. Παρά τις θεσμικές δυσκολίες που υπάρχουν, πώς θα βλέπατε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

«Για μας τους Μανιάτες η Μάνη είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη. Η διοικητική διαίρεση ελάχιστα επηρεάζει τα πιστεύω μας. Οι στόχοι και οι προσπάθειες είναι κοινοί. Το ενδεχόμενο ενοποίησης είναι άκαιρο. Στην παρούσα φάση αδύνατον. Ομως στο απώτερο μέλλον και εφόσον δημιουργηθούν κατάλληλες συνθήκες θα μπορούσαμε να εξετάσουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο».

«Χέρι συνεργασίας προς όλους» 

– Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε τόσο προς τους δημότες όσο και προς τα υπόλοιπα μέλη του νέου Δημοτικού Συμβουλίου Δυτικής Μάνης;

«Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω τους δημότες της Δυτικής Μάνης για την εμπιστοσύνη που μας έδειξαν. Η αγάπη τους μας δίνει δύναμη και κουράγιο για τη νέα προσπάθεια. Θέλω να τους διαβεβαιώσω ότι θα είμαστε δίπλα τους για όλη την επόμενη πενταετία, θα ακούμε τη φωνή τους και μαζί θα προσπαθούμε να λύνουμε τα προβλήματά τους. Στα υπόλοιπα μέλη του νέου Δημοτικού Συμβουλίου θέλω να πω ότι οι εκλογές τελείωσαν, τα προβλήματα όμως είναι υπαρκτά. Η αντιμετώπισή τους είναι υπόθεση όλων μας. Οφείλουμε όλοι να ξεπεράσουμε τις όποιες διαφορές μας και να συνεργαστούμε τόσο στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων του δήμου μας, όσο και στο επίπεδο της τοπικής μας κοινωνίας. Από εδώ και πέρα κοινός μας αντίπαλος πρέπει να είναι μόνο τα προβλήματα και τα εμπόδια που πρέπει να υπερβούμε για να τα αντιμετωπίσουμε. Εμείς απλώνουμε χέρι συνεργασίας σε όλους γιατί μόνο μαζί μπορούμε να προχωρήσουμε».

Eleftheriaonline

Παναγιώτης Κοτρωνάρος: Από τον Κάμπο Αβίας στην κορυφή του Έβερεστ

Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος παραδίδει μαθήματα ζωής από την κορυφή του κόσμου

Ο κατακτητής του Έβερεστ

«Το ότι μπορείς να ανέβεις στην ψηλότερη κορφή ισοδυναμεί με την πραγμάτωση οποιουδήποτε στόχου, όσο υψηλός κι αν είναι…»

Επιμέλεια: Αντώνης Πετρόγιαννης

Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος μπορεί να γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά οι ρίζες του είναι μεσσηνιακές και συγκεκριμένα από τον Κάμπο Αβίας. Είναι μέλος του Ορειβατικού Συλλόγου Καλαμάτας, εκπαιδευτής χειμερινού βουνού και είναι από τους ανθρώπους που τα έχουν κάνει σχεδόν όλα. Ασχολείται με ορειβασία και αναρριχήσεις σε μεγάλα υψόμετρα, υπερμαραθώνιες αποστάσεις σε ξηρά, θάλασσα και κάθε είδους πεδίο. Για όλα αυτά έχει τιμηθεί και από το Δήμο Καλαμάτας.

Είναι ο μοναδικός που έχει καταφέρει να συνδυάσει τόσα διαφορετικά αθλήματα υπεραντοχής που απαιτούν ιδιαίτερες ψυχικές και σωματικές ικανότητες, καθώς και τεχνικές γνώσεις. Αυτό, όπως λέει ο ίδιος, δεν οφείλεται στη δύναμη του σώματος, αλλά κυρίως στις δυνάμεις που πηγάζουν από τον ψυχισμό και την καλλιέργεια του πνεύματος.

Έχει ανέβει στο Έβερεστ, στις Άνδεις, στις Άλπεις, αλλά και σε δεκάδες άλλες ορεινές κορυφές του κόσμου. Επιπλέον, έχει πέντε συμμετοχές στο ΣΠΑΡΤΑΘΛΟΝ, τέσσερις αγώνες 100 χιλιομέτρων, δύο ογδόντα χιλιομέτρων, δεκαεπτά Μαραθώνιους, δέκα κολυμβητικούς διάπλους Τορωναίου κόλπου, 26 χιλιομέτρων, τρεις Μεσσηνιακού 33 χιλιομέτρων και ένα διάπλου Νείλου 18 χιλιομέτρων. Πρόσφατα μίλησε για την εμπειρία του στο Έβερεστ. Ας δούμε τι έχει να μας πει.

Έμεινε, λοιπόν, τρεις μήνες στο βουνό τρώγοντας ξηρά τροφή, κουβαλώντας φιάλες οξυγόνου και κάνοντας οικονομία στις δυνάμεις του, προκειμένου να κατακτήσει τη μεγαλύτερη κορυφή του κόσμου. Έκτοτε παραδίδει μαθήματα life coaching διδάσκοντας τους εκατοντάδες φαν του πώς να πετούν πάνω από τα όνειρά τους…
Μάιος 2004. Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος μαζί με μια εννεαμελή ομάδα Ελλήνων ορειβατών πετούν από το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» για το Νέο Δελχί και από εκεί για το Νεπάλ. Ύστερα από πολλές ώρες πτήσης φτάνουν στην Κατμαντού με διάθεση για περιπέτεια. Η ομάδα θα χωριστεί σε υποομάδες δύο ή τριών ατόμων και η ιστορία της ανάβασης θα ξεκινήσει.

Σε περίπου 60 ημέρες ο Μεσσήνιος ορειβάτης βρίσκεται κυριολεκτικά μιαν ανάσα από την κορυφή του κόσμου. «Την τελευταία ημέρα περπατούσα αποκαμωμένος. Η παγωνιά μού είχε περονιάσει το σώμα, αλλά το αίμα μου έβραζε καθώς έβλεπα την κορυφή. Το προηγούμενο βράδυ είχα αραιώσει ένα σακουλάκι σκόνης βοδινού μέσα σε νερό, είχα μιλήσει στη γυναίκα μου που βρισκόταν στην κατασκήνωση βάσης, στους πρόποδες του βουνού, και είχα φέρει στο νου μου την οικογένειά μου.

Είχα ανάψει κεράκι στην Παναγία φεύγοντας και ήμουν σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Έκανα τα τελευταία μέτρα κουρασμένος. Τα πόδια μου, λόγω ατμοσφαιρικής διαφοράς, ίσα-ίσα που πήγαιναν. Το να κάνεις έστω και ένα βήμα στα 8.000 μέτρα υψόμετρο είναι σαν να περπατάς χιλιόμετρα. Πήρα μια μικρή ανάσα και συνέχισα… Όταν έφτασα στην κορφή, αισθάνθηκα ότι βρέθηκα στη στέγη του Κόσμου. Έβγαλα την ελληνική σημαία και την κάρφωσα στο χιόνι. Έπειτα πήρα τη φωτογραφία του ανθρώπου που με ενέπνευσε για το εγχείρημα αυτό και ο οποίος χάθηκε σε κάποια από τις αναβάσεις προετοιμασίας και την τοποθέτησα δίπλα στη σημαία. Ένιωσα μια απέραντη συγκίνηση και αισθάνθηκα την ανάγκη να κοιτάξω κάτω. Έβγαλα τα γυαλιά και ένιωσα δέος…».

Το βουνό είναι ένας άλλος κόσμος και ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος το γνωρίζει καλά: «Πολύ συχνά οι μαθητές μου, αλλά και ο απλός κόσμος, με ρωτούν τι είναι αυτό που με κάνει να εγκαταλείπω τη σιγουριά της πόλης και τις ανέσεις της καθημερινότητας για μια προσπάθεια που εμπεριέχει πόνο, κόπο και υψηλή δόση κακουχίας. Είναι η προσπάθεια να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου. Είναι η δύναμη της ψυχής που με οπλίζει. Το ότι μπορείς να ανέβεις στο Έβερεστ ισοδυναμεί με την πραγμάτωση οποιουδήποτε στόχου, όσο υψηλός κι αν είναι…».

Από βουνοκορφή σε βουνοκορφή
Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος αγαπούσε τον αθλητισμό από μικρό παιδί. Κατά τα εφηβικά του χρόνια γίνεται αθλητής μεγάλων αποστάσεων σε στίβο και κολύμπι, ενώ λίγο αργότερα μυείται στην ορειβασία. Χάρη στις επιδόσεις του, λοιπόν, κερδίζει εύκολα μια θέση στην εθνική ομάδα. Έχει διασχίσει κολυμπώντας δέκα φορές τον Τορωναίο κόλπο, από την Κασσάνδρα στη Σιθωνία, και άλλες τρεις φορές τον Μεσσηνιακό, δηλαδή μια απόσταση 33 χιλιομέτρων. «Το να παρατείνω τα όριά μου είναι μια πραγματική πρόκληση», παραδέχεται χαμογελώντας και συνεχίζει: «Αυτό συμβαίνει και στα βουνά.

Έχω περπατήσει σε 40 διαφορετικές βουνοκορφές ανά τον κόσμο: από το Κιλιμάντζαρο και το Ελμπρούς στον Καύκασο έως το Τσιμποράσο στο Εκουαδόρ και το Κινάμπαλου στη Νοτιοανατολική Ασία».

Κάθε τέτοια διαδρομή αποτελεί για τον Παναγιώτη Κοτρωνάρο μια διαφορετική περιπέτεια. Όταν βρέθηκε για πρώτη φορά στα Ιμαλάια, ένιωσε την ανάγκη να φτάσει στο υψηλότερο σημείο τους. «Με ενοχλούσε το γεγονός πως, όποτε άνοιγα κουβέντα για το Έβερεστ, οι περισσότεροι με αποθάρρυναν λέγοντάς μου το κλασικό ‘‘δεν μπορείς’’. Είμαι θετικός και αισιόδοξος άνθρωπος, ξέρω τους κανόνες ασφαλείας και τις δυνάμεις μου και επιχειρώ να κατακτήσω με τόλμη αυτά που ονειρεύομαι, έστω κι αν κάποιες φορές ορισμένα περιστατικά με καταβάλλουν ψυχολογικά. Το να χάσεις, για παράδειγμα, ένα συνοδοιπόρο σου δεν είναι και το πιο απλό πράγμα…».

Πότε βίωσε μια αντίστοιχη εμπειρία; Χωρίς να το σκεφτεί απαντά: «Συνέβη με τον Χαράλαμπο Τσουπρά, κορυφαίο ορειβάτη της γενιάς μου. Είχαμε πάει στο όρος Νταουλαγκίρι, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το Έβερεστ. Έπρεπε να μαζέψουμε εμπειρία. Είχαμε περάσει 40 ημέρες μαζί και είχαμε σχεδόν αγγίξει την κορυφή. Ήμασταν εξαντλημένοι, οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν και οι ιδανικότερες και εμείς δεν ξέραμε αν θα τα καταφέρουμε. Κάποια στιγμή και ενώ ανέβαινα, θυμήθηκα τις συμβουλές των παλαιότερων που έλεγαν ότι πρέπει να επιστρέφουμε όσο υπάρχει φως. Είχαμε μια ελαφρά απόσταση μεταξύ μας, καθώς ο Χαράλαμπος προπορευόταν. Είδα το ρολόι μου, αξιολόγησα τις δυνάμεις μου και του έκανα νόημα ότι επιστρέφω. Εκείνος είχε διαφορετική άποψη και θέλησε να συνεχίσει. Γύρισα στη βάση μας και τον περίμενα στη σκηνή, αλλά δεν τον ξαναείδα ποτέ. Όταν συνειδητοποίησα ότι ο συναθλητής μου χάθηκε, ένιωσα κάτι σαν τρέλα.

Ήμουν ράκος, αλλά λειτούργησε το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Παρέμεινα να τον περιμένω στα 7.600 μέτρα τρεις ολόκληρες ημέρες. Όταν πήρα την απόφαση να κατέβω, ήμουν σωματικά στα όριά μου. Κάποιες ημέρες μετά συνάντησα τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά και ένιωσα ότι δεν είχα τι να τους πω».

Ο διακεκριμένος Έλληνας ορειβάτης γνωρίζει ότι σε τέτοιους είδους αποστολές η οικογένεια βιώνει τη δική της αγωνία. «Ευτυχώς για μένα, η γυναίκα μου Αλεξάνδρα Κουκούτση έχει εξοικειωθεί με τις αγριότητες, αφού εργάστηκε επί σειρά ετών ως ορθοπεδικός στο Νοσοκομείο ΚΑΤ και είναι πλήρως συμβιβασμένη με τη συγκεκριμένη ενασχόλησή μου. Γνωρίζει, όπως γνωρίζουν και τα παιδιά μου, ότι το βουνό είναι για μένα το οξυγόνο που χρειάζομαι και έχουν αποδεχτεί ότι δε ζω χωρίς αυτό. Απλά τους έχω υποσχεθεί ότι για καμιά επίδοση, όσο μεγάλη κι αν είναι, δε θα διακινδυνεύσω τη σωματική μου ακεραιότητα».

Μια εμπειρία ζωής γίνεται μάθημα 
Σήμερα ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος εργάζεται ως εκπαιδευτής βουνού, ενώ οργανώνει στα βόρεια προάστια της Αθήνας μαθήματα life coaching. Οι συνάνθρωποί μας αναγνωρίζουν την προσπάθειά του και τον βραβεύουν, όπως συνέβη πρόσφατα με τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Κορυφογραμμή». «Είναι συγκινητική η απήχηση που έχουν αυτά τα μαθήματα στους νέους. Μαθαίνω στις γενιές που έχουν μεγαλώσει στα πούπουλα τι σημαίνει να ιδρώνεις τη φανέλα και διδάσκω στους μαθητές μου ότι ο καθένας μας διαθέτει το δικό του Έβερεστ, το οποίο αναμφισβήτητα μπορεί να κατακτήσει…».

Tharrosnews

Αποστόλης Φλουτσάκος: Ένας «Μανιάτης» στο Μπουρνάζι

Ο Αποστόλης Φλουτσάκος με την γυναίκα του Ειρήνη…εν ώρα εργασίας

Μπήκαμε στην μουσική ταβέρνα που έχει γίνει must στη Δυτική Αττική…τον «Μανιάτη»

«Στο ένα τραπέζι μπορεί να κάθομαι εγώ με την σύζυγο μου και την κόρη μου (που είναι 8 χρονών) και να γευματίζουμε και δίπλα μας να είστε εσείς με την δική σας οικογένεια. Αυτά τα λέει όλα θαρρώ… τρώμε τα ίδια φαγητά».

Μακάρι όλοι μας οι πελάτες να έμπαιναν αιφνιδιαστικά στην κουζίνα.

Εκεί θα διαπίστωναν την καθαριότητα αλλά και την ποιότητα των προϊόντων μας. Θα τους παροτρύναμε να ανοίξουν και τα ψυγεία μας…

«Με το που γεννιέσαι Μανιάτης είσαι μερακλής, φιλότιμος, φιλόξενος και παλληκάρι…»

«Με 12 ευρώ το άτομο με ελεύθερο κρασί ή τσίπουρο με ποικιλίες κρεατικών, με σαλάτες κ.α και φυσικά με ζωνατανή μουσική το μαγαζί γεμίζει… Πολλοί μας λένε τρελούς..Όχι, είμαστε άνθρωποι, βιοπαλαιστές κι εμείς που προσπαθούμε να ταϊσουμε σωστά και να διασκεδάσουμε τον κόσμο»

Υπάρχει μια παροιμία που λέει ότι πρώτα θα σεις τον γείτονα και μετά τον Θεό…Δεν σας κρύβω πως είναι μία από τις αγαπημένες μου παροιμίες ίσως επειδή την άκουγα πολύ συχνά από τους δικούς μου όταν ήμουν μικρός.

Η γειτονιά μου, όπως και στον καθένα μας ξεχωριστά άλλωστε, είναι κομμάτι του εαυτού μου. Εκεί οι άνθρωποι χαίρονται με την χαρά σου, συμπαραστέκονται στο πόνο σου και σε στηρίζουν όταν χρειάζεσαι έναν άνθρωπο να ακουμπήσεις…

Σε αυτή την γειτονιά λίγο πιο κάτω από την περιβόητη πλατεία Μπουρναζίου στο Περιστέρι εντάχθηκε πριν λίγους μήνες ο Αποστόλης Φλουτσάκος.

Εκεί έστησε την επιχείρηση του για να ζήσει την οικογένεια του. Μια ταβέρνα με μουσική και έντονο οικογενειακό κλίμα.

Από τις πρώτες συζητήσεις που κάναμε για να τον καλωσορίσω στη μικρή μας γειτονιά με τους όμορφους κήπους και με τους ανθρώπους που ακόμη σου λένε «καλημέρα» το πρωί…συνειδητοποίησα πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο οικογενειάρχη που κουράστηκε να παρέχει την πλάτη του για να πλουτίζουν άλλοι και με τις γνώσεις του, την εμπειρία του αλλά και με το μεράκι του, ρίσκαρε μόνο και μόνο για να ζήσει την οικογένεια του. Η Ειρήνη η σύζυγος του πάντα χαμογελαστή και το γλυκύτατο 8χρονο κοριτσάκι τους η Φωτεινούλα είναι για τον Αποστόλη πια λόγος ύπαρξης.

Και ξέρετε κάτι…βαρέθηκα να βλέπω περιοδικά με τρανούς και μεγάλους σεφ να μαγειρεύουν και να αναμειγνύουν σε μικρές κατσαρόλες γεύσεις από όλα τα πέρατα της γης… Αυτές τις ημέρες εγώ λοιπόν διάλεξα να προβάλω τον Αποστόλη ή τον Μανιάτη (όπως τον αποκαλούν πολλοί), γιατί είναι ο άνθρωπος της διπλανής μου πόρτας.

Είναι ο Έλληνας ο βιοπαλαιστής που με απλές παραδοσιακές συνταγές τις οποίες όμως «πασπαλίζει» με αγάπη και μεράκι κατορθώνει να σαγηνεύσει και τον πιο απαιτητικό ουρανίσκο… Τους τελευταίους μήνες στήνει ωραία γλέντια στο μικρό του μαγαζί και πραγματικά σημειώνεται το αδιαχώρητο. Χαίρομαι, γιατί πρέπει αυτοί οι άνθρωποι, που δεν προσποιούνται, που δεν κοροϊδεύουν τον κόσμο, που σκοπός τους είναι να ζήσουν με αξιοπρέπεια την οικογένεια τους, αυτοί είναι που πρέπει να αναδεικνύονται.

Επειδή από την πρώτη ημέρα του κάνω -άθελα μου- do στην κουζίνα στο φωτορεπορτάζ που ακολουθεί θα δείτε ότι το ξεκινάω από αυτό το χώρο για διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι την καθαριότητα και την ποιότητα. Επίσης πολύ ωραία πινελιά είναι και οι χρωματιστές τοιχογραφίες…

Ρεπορτάζ: Λευτέρης Χ. Θεοδωρακόπουλος

Φωτογραφίες: Ιουλία Παπαδημητρίου

Μανιάτης…μια μουσική ταβέρνα στην καρδιά του Μπουρναζίου…Έλειπε ένα μαγαζί σαν το δικό σας; Σε τι διαφέρει από τα άλλα;

«Τέτοιου είδους μαγαζιά υπάρχουν και μάλιστα είναι αρκετά. Εμείς ποντάρουμε στην ποιότητα και την καθαριότητα και ταυτόχρονα στις πολύ προσιτές τιμές. Το δικό μας είναι άκρως οικογενειακό μαζί. Δεν κοιτάμε τους πελάτες μας στο πορτοφόλι αλλά στα μάτια και αυτή πιστεύω είναι η βασική διαφορά μας, ότι δεν είμαστε απρόσωποι…»

Κάθε Παρασκευή και Σάββατο αλλά και Κυριακή το μαγαζί σας είναι γεμάτο παρά το γεγονός πως δεν έχει κλείσει ακόμη ένα χρόνο ζωής…Που το αποδίδετε το γεγονός αυτό;

Το αδιαχώρητο και το γλέντι καλά κρατεί στου «Μανιάτη»

«Σας το είπα και στην προηγούμενη ερώτηση σας…Στο ένα τραπέζι μπορεί να κάθομαι εγώ με την σύζυγο μου και την κόρη μου (που είναι 8 χρονών) και να γευματίζουμε και δίπλα μας να είστε εσείς με την δική σας οικογένεια. Αυτά τα λέει όλα θαρρώ… τρώμε τα ίδια φαγητά».

Θα μας πείτε τι μπορεί να φάει κάποιος στο μαγαζί σας; Οι τιμές είναι προσιτές για να έρθει με την οικογένεια του ή με την παρέα του;

«Εμείς παρακαλούμε να έρθουν και να τα δοκιμάσουν όλα…Πιστεύω πως οι τιμές είναι κομμένες και ραμμένες ώστε να φάνε όλοι πλουσιοπάροχα».

Είναι αλήθεια πως τα πάντα στο μαγαζί σας έχουν πινελιές σας, από το μενού, το πρόγραμμα ακόμη και από τις ξεχωριστές τοιχογραφίες στους τοίχους;

«Το μαγαζί φτιάχτηκε με μεράκι και πολύ αγάπη, από εμένα, τη σύζυγο μου ακόμη και από την κόρη μου. Εμείς έτσι έχουμε μάθει…Οικογένεια. Μια λέξη που τα εμπεριέχει όλα. Όσο για τις τοιχογραφίες δείχνουν την αγάπη μας για την Μάνη».
Πριν το δικό σας μαγαζί είχατε δουλέψει κι αλλού –προφανώς- Τι είχατε δει και είπατε πως το δικό μου μαγαζί δεν πρόκειται να γίνει ποτέ αυτό;
Εικόνα από την κουζίνα…λίγο πριν τα πιάτα πάνε στη σάλα…

«Τη δουλειά αυτή την κάνω 18 χρόνια. Ο πελάτης δεν φάει κάτι το οποίο δεν έχουμε δοκιμάσει εμείς πρώτα. Άρα αυτό τα λέει όλα…»

Τα άλλα μαγαζιά σέβονται τους πελάτες τους ή τους πλασάρουν προϊόντα χαμηλής ποιότητας για περισσότερο κέρδος;

Την στιγμή που ο Αποστόλης Φλουτσάκος κόβει το κοτόπουλο. Προσέξτε καθαριότητα και ποιότητα

«Σας παρακαλώ πολύ οι ερωτήσεις σας να αφορούν το μαγαζί μας και ότι κάνουμε εμείς σωστό ή λάθος… Δε μας αφορά τι κάνουν οι άλλοι».

Θα σας ενοχλήσει αν κάποιος μπει αιφνιδιαστικά στην κουζίνα; Μιλήστε μας λίγο για την ορχήστρα… και το ρεπερτόριο της...

Ο βοηθός του Αποστόλη ο Άκης

«Τι λέτε τώρα…Μακάρι όλοι μας οι πελάτες να έμπαιναν αιφνιδιαστικά στην κουζίνα.

Εκεί θα διαπίστωναν την καθαριότητα αλλά και την ποιότητα των προϊόντων μας. Θα τους παροτρύναμε να ανοίξουν και τα ψυγεία μας… Κάνουμε την δουλειά μας με συνείδηση και σεβασμό.

Σε ότι αφορά την ορχήστρα μας, πρόκειται για νέα παιδιά τα οποία είναι πολύ καλοί μουσικοί και διαθέτουν ικανότητες και με αυτές καλύπτουν μεγάλη μουσική γκάμα και όλα τα ρεπερτόρια. Πρόκειται για τους :

-Σταύρο Σαντοριναίο: φωνή-κιθάρα
-Νίκο Σαντοριναίο: φωνή-μπουζούκι
-Δημήτρη Τερεζάκη: φωνή-τουμπερλέκι
 -Μαρία Τσαγάνη : φωνή

Οι «Μανιάτες» είστε μερακλήδες στους μεζέδες…σας το έχουν επισημάνει αυτό πελάτες σας;

«Με το που γεννιέσαι Μανιάτης είσαι μερακλής, φιλότιμος, φιλόξενος και παλληκάρι… Όσο για τους μεζέδες μας σας παρακαλώ ελάτε να τους δοκιμάσετε…Δεν μπορούμε να περιαυτολογούμε…δεν είναι και του χαρακτήρα μας άλλωστε..»

Αλήθεια τι τους μένει σαν εικόνα και στην συνέχεια σαν εντύπωση από το μαγαζί;

«Το ζεστό, ευχάριστο, οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον»

Το ότι εσείς και η οικογένεια σας τρώει στο μαγαζί μαρτυρά την ποιότητα των πιάτων σας;

«Υπήρχε ποτέ περίπτωση να θέσω σε κίνδυνο την ίδια μου την οικογένεια;»

Το δικό σας αγαπημένο φαγητό ποιο είναι;

«Δεν με βλέπετε…Φαίνεται να έχω πρόβλημα με το φαγητό; Είμαι καλοφαγάς αρκεί να μαγειρεύω εγώ ή γυναίκα μου»

Για ποιο πιάτο αξίζει κάποιος να έρθει στην ταβέρνα του Μανιάτη;

Οι εκλεκτοί μεζέδες του Μανιάτη…

«Τα επιμελούμαι με τόση αγάπη και μεράκι που πραγματικά δεν νομίζω να υπάρχει κάποιο πιάτο που να μην αξίζει…Θεωρώ ότι με γνώμονα την παραδοσιακή κουζίνα και φρέσκα προϊόντα της ελληνικής φύσης το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό»

Αν κάποιος σας πει…κ. Αποστόλη έχω 100 ευρώ και θέλω να φωνάξω και 9 άτομα θα προσαρμόσετε τις τιμές σας ή θα του πείτε πως δεν γίνεται να πραγματοποιηθεί το αίτημα του…

«Τα πάντα είναι συζητήσιμα. Και αν μου κάνει και τέτοια εξήγηση από την αρχή όταν θα χορέψει θα του ανοίξω και δύο σαμπάνιες…»

Ο Έλληνας έχει συνδέσει το φαγητό του με την καλή μουσική και το καλό κρασί; Είναι μια παρηγοριά του στις ημέρες που διανύουμε;

«Σίγουρα! Γιατί με 12 ευρώ το άτομο με ελεύθερο κρασί ή τσίπουρο με ποικιλίες κρεατικών, με σαλάτες κ.α και φυσικά με ζωνατανή μουσική το μαγαζί γεμίζει… Πολλοί μας λένε τρελούς..Όχι, είμαστε άνθρωποι, βιοπαλαιστές κι εμείς που προσπαθούμε να ταϊσουμε σωστά και να διασκεδάσουμε τον κόσμο, για να ξεφύγει λίγες ώρες από το γκρίζο των ημερών. Άλλωστε στα δύσκολα ο Έλληνας είναι μια παρέα…»

Πως μπορεί να έρθει κανείς στο μαγαζί σας…και πως μπορεί να κλείσει τραπέζι για τις γιορτές;

«Βρισκόμαστε στη συμβολή των οδών Κύπρου και Κορυτσάς 29 στο Μπουρνάζι. Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι ζωντανή μουσική με 12 ευρώ το άτομο.

Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 12:00 το βράδυ. Αν θέλει κάποιος να κάνει κράτηση δεν έχει από το να καλέσει στο 210- 5763760».

Και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στον Μανιάτη; Θα είστε ανοιχτά; Και πείτε μας λίγο τιμές και τι περιλαμβάνουν αυτές…

«Ρεβεγιόν Χριστουγέννων, Ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς…θα είμαστε εκεί. Μαζί θα κάνουμε Χριστούγεννα και μαζί θα αλλάξουμε χρόνο. Μόνο με 15 ευρώ το άτομο. Με ποικιλίες κρεατικών και αρκετά πρώτα πιάτα όπως αρμόζει στις ημέρες αυτές».

Σας ενοχλεί ο ανταγωνισμός ή σας κάνει καλύτερο… Τι να περιμένουμε από εσάς και τον «Μανιάτη» ή εσάς τον «Μανιάτη» αν προτιμάτε τις ημέρες που έρχονται…; Θα μας εκπλήξετε ευχάριστα;

Η ομάδα του «Μανιάτη»

«Αν δεν υπήρχε ο ανταγωνισμός δεν θα είχαμε φτάσει εδώ που φτάσαμε και εξηγούμαι αμέσως… Είμαστε μόλις 10 μηνών μαγαζί και τα Παρασκευοσαββατοκύριακα δεν πέφτει καρφίτσα. Αυτό κάτι δείχνει. Ότι ο κόσμος μας γνωρίζει, μας εμπιστεύεται και μας καθιερώνει. Ωστόσο τους πέντε πρώτους μήνες μόνο η γειτονιά μας, μας στήριζε -και το κάνει ακόμη- και με το Βήμα που μου δίνετε θα ήθελα να τους ευχαριστήσω που μας ενισχύου αυτές τις δύσκολες εποχές.

Τέλος, με τις απαντήσεις μου και μόνο πιστεύω ότι σας έχω εκπλήξει (σ.σ γέλια) Φανταστείτε λοιπόν να μας γνωρίσετε καλύτερα. Θα εκπλαγείτε…Είναι καλά παιδιά οι Μανιάτες!»

pinakio.blogspot.gr

Η συγκλονιστική μαρτυρία του αυτοδίδακτου δασκάλου της Κοκκάλας

Γράφει ο
Θωμάς Σίδερης

Η περίπτωση του Θωμά Μπαρμπαγιάννη είναι μοναδική. Εκείνα τα πέτρινα μεταπολεμικά χρόνια σ’ ένα χωριό φτωχό, ταχύ και άγονο, όπως τα περισσότερα της Μάνης, πήρε την απόφαση ν’ ανοίξει μόνος του το δημοτικό σχολείο και να φωνάξει τα παιδιά του χωριού να τους κάνει μάθημα σε μια αίθουσα, που δεν ήταν ακριβώς αίθουσα αλλά το δωμάτιο ενός σπιτιού. Δήλωσαν «παρών» πάνω από 120 μαθητές, πολλοί μάλιστα ήταν μεγαλύτεροι απ’ αυτόν. Ύστερα, για τυπικούς λόγους, ζήτησε και έλαβε την προφορική άδεια του διευθυντή πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που έδρευε στο Γύθειο. Στις πρώτες εξετάσεις που έγιναν στο σχολείο, μαζί με τους μαθητές πήρε απολυτήριο δημοτικού και ο δάσκαλος.

Από πού κατάγεστε; 

Εγώ κατάγομαι από την ανατολική Μάνη. Το χωριό το δικό μου, εκεί δηλαδή που γεννήθηκα, λέγεται Άγιος Νικόλαος. Άλλοι το λένε Κάτω Παχιάνικα. Βρίσκεται μεταξύ Κότρωνα και Λάγιας, προς τον Λακωνικό Κόλπο. Το κέντρο όμως ήτανε η Κοκκάλα, η πιο μεγάλη κοινότητα της περιοχής. Επειδή ήτανε παραλιακό μέρος, όλοι φεύγανε από τα ορεινά και πηγαίνανε εκεί. Εκεί πήγαμε κι εμείς για να μείνουμε.

Πώς ήταν η ζωή αμέσως μετά τον πόλεμο; 

Ο πόλεμος τέλειωσε το ’44, αλλά πριν προλάβουμε να πούμε «δόξα σοι ο θεός», ήρθε ο Εμφύλιος. Υποφέραμε, δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα. Αλλά το χειρότερο είναι ότι στο μέρος που είμαστε δεν είχαμε καμιά επαφή με την υπόλοιπη Ελλάδα. Κάτι καϊκάκια πήγαιναν πού και πού στο Γύθειο. Όταν όμως έπιανε φουρτούνα, δεν πηγαίνανε ούτε κει…

Εκείνη την εποχή πεθαίνανε πολλές γυναίκες πάνω στη γέννα. Δεν υπήρχε γιατρός, δεν υπήρχε τίποτα. Στις αρχές του ‘5ο βάλανε βαπόρια που έκαναν το δρομολόγιο μέχρι τον Πειραιά και ξανά πάλι πίσω. Αλλά τι να το κάνεις τότε… Ο κόσμος είχε αρχίσει να φεύγει από τα χωριά. Φύγανε πολλοί…

Υπήρχαν πολλά παιδιά στην Κοκκάλα και στα γύρω χωριά; 

Υπήρχανε πάρα πολλά. Και αγόρια και κορίτσια. Κάθε οικογένεια είχε κι εφτά κι οχτώ κι εννιά παιδιά. Μόλις μεγαλώνανε, μπαίνανε στο καράβι και φεύγανε. Τώρα δεν υπάρχουνε παιδιά στο χωριό μου.

Θυμάστε τον δάσκαλο που είχατε; 

Πώς δεν το θυμάμαι! Λεγόταν Μελάς Γεώργιος. Δεν ξέρω αν είχε τελειώσει Παιδαγωγική Ακαδημία ή κάποια άλλη σχολή. Νομίζω ότι τότε υπήρχε και η Ριζάρειος που έβγαζε δασκάλους. Ήτανε καλός δάσκαλος. Και αυστηρός.

Γιατί τον λέτε αυστηρό; 

Θυμάμαι ότι έδερνε πολύ τα ανίψια του. Είχε δυο ανίψια, τον Τάκη και τον Γιώργο. Όταν δεν ξέρανε μάθημα, τους έριχνε πολύ ξύλο. Πριν απ’ αυτόν ήτανε ένας άλλος δάσκαλος, ο Γεωργιάκος. Αυτός ήτανε ακόμα πιο αυστηρός. Αυτός θυμάμαι ότι έδερνε περισσότερο τον γιο του. Ο μαυροπίνακας είχε χωρίσει στα δυο από το κεφάλι του γιου του, όταν δεν ήξερε να πει το μάθημα. Ο γιος του όταν μεγάλωσε έγινε γιατρός, λαρυγγολόγος. Ήτανε μάλιστα και διευθυντής στο Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας. Αυτός ο δάσκαλος έκανε και κάτι άλλο. Όσα παιδιά έρχονταν αδιάβαστα, τα άφηνε νηστικά το μεσημέρι.

Είχατε βιβλία; 

Δεν είχαμε ούτε τετράδια. Τα βιβλία ήτανε μεταχειρισμένα και δεν είχαν όλοι. Είμαστε πολύ φτωχοί. Αλλά τα γράμματα τα παίρναμε. Πέρα όμως από την ανάγνωση, τη γραφή και την αριθμητική, δεν ξέραμε τίποτα άλλο. Είχαμε μικρό κοινωνικό ορίζοντα και δεν είχαμε κάποια εγκυκλοπαιδική μόρφωση.

Πώς ήταν το σχολείο που πηγαίνατε; 

Ήτανε σπίτι. Ανήκε στον Δημοσθένη Κούβαρη. Αυτός ήτανε χτίστης και το ‘χε φτιάξει μόνος του. Είχε τρία παιδιά. Ο ένας του γιος ήτανε γιατρός και ήτανε ο πρώτος που σκοτώθηκε στον πόλεμο του ’13… Τότε πηγαίναμε σχολείο πρωί και απόγευμα. Το πρώτο πράγμα που κάναμε το πρωί ήτανε να κρεμάσουμε σ’ ένα καρφί στον στοίχο το ταγάρι με το φαγητό. Κάθε μέρα ήτανε το ίδιο. Ένα κομμάτι ψωμί που βγάζαμε την ψίχα προσεχτικά για να καλύψουμε τον πασπαλά.

Σας έβαζαν οι μεγάλοι να κάνετε δουλειές; 

Από εφτά κι οχτώ χρονών είχαμε το αξινάρι μας και σκαλίζαμε να βγάλουμε τα λάγκουνα. Ακόμα έχω στα χέρια μου τα σημάδια της αξίνας. Μια άλλη δουλειά ήτανε το ξεβοτάνισμα. Πριν σπείρουμε το χωράφι έρπεπε να κάνουμε μερικές εργασίες πρώτα. Η πρώτη ήτανε να το αναπαρώσουμε. Τα ζώα που βοσκούσαν το καλοκαίρι στο χωράφι, έριχναν τις πέτρες και τις ξερολιθιές μέσα. Εμείς τα παιδιά τις μαζεύαμε και τις ξαναβάζαμε στη θέση τους. Μια άλλη που κάναμε ήτανε το λάζωμα, το κόψιμο των αγκαθιών. Τα παραμερίζαμε και ύστερα τα ξεραίναμε και τα καίγαμε. Τον Σεπτέμβριο με τα πρωτοβρόχια τα σκάβαμε και τα σπέρναμε. Την άνοιξη πάλι είχαμε το θέρισμα. Κουβαλούσαμε τα σιτάρια στους μύλους. Κάποιοι είχανε στο σπίτι τους μύλο και τους δούλευαν με το χέρι. Από τη σοδειά δεν έμενε τίποτα στο τέλος.

Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;

Θυμάμαι ένα γεροντάκι που ζούσε στο χωριό Σπείρα. Εκεί πηγαίναμε με τον πατέρα μου, εγώ ήμουνα το τρίτο παιδί, και τον βοηθούσαμε στο χτίσιμο. Κουβαλούσαμε πέτρες, λάσπη και ό,τι άλλο μάς ζητούσε. Αυτός ο γέρος λοιπόν ήτανε με τα γυαλάκια του και κάθε μέρα διάβαζε. Δεν ήξερα όμως τι. Μια μέρα που το άφησε στο πεζούλι και μπήκε μέσα, εγώ πήγα σιγά σιγά και κοίταξα το εξώφυλλο. Διάβαζε τη «Χαλιμά», ένα βιβλίο μεγάλο. Είχε όλες τις ιστορίες της μέσα. Αυτό το βιβλίο βρέθηκε στα χέρια μου στα χρόνια της Κατοχής. Το διάβαζα ξανά και ξανά, μέχρι που το έμαθα όλο απέξω. Προπαντός τα «Εφτά ταξίδια του Σεβάχ του Θαλασσινού» με είχανε αιχμαλωτίσει.

Πώς έγιναν τα γεγονότα και ξαφνικά βρεθήκατε δάσκαλος στο σχολείο της Κοκκάλας; 

Είναι μια μεγάλη ιστορία που κι εγώ ο ίδιος δυσκολεύομαι να την πιστέψω. Πολλές φορές λέω αλήθεια είναι αυτό ή όνειρο το ‘βλεπα ή μήπως το διάβασα σε κάποιο βιβλίο. Εγώ καταρχήν θέλω να πω πως ήμουνα ένας πολύ καλός μαθητής και όλοι θαυμάζανε τις γνώσεις μου. Σχολείο πήγα μέχρι το ’38. Τότε ήτανε η δικτατορία του Μεταξά. Αυτός κατήργησε όλα τα ημιγυμνάσια που υπήρχανε και έκανε τα γυμνάσια οκτατάξια. Έπρεπε δηλαδή το παιδί από την Τετάρτη τάξη του δημοτικού να πάει στο γυμνάσιο. Ένα παιδί λοιπόν από την Κοκκάλα πού θα πήγαινε; Θα πήγαινε στο Γύθειο; Πού θα ‘μενε; Αυξήσανε πολύ και τις εγγραφές. Η «κανονιά» χτύπησε και μένα. Ο πατέρας μου είχε εννιά παιδιά. Το επάγγελμά του ήτανε χτίστης. Πήγαινε για δουλειά στα γύρω χωριά της Μάνης αλλά και παραπέρα. Ήτανε από τους καλούς χτίστες…

Εγώ και κατά τα χρόνια της Κατοχής και μετέπειτα ασχολούμουν με γεωργικές δουλειές και με τα ζώα. Δεν έπαψα όμως να διαβάζω ποτέ. Ήξερα όλα τα βιβλία του δημοτικού. Τα ‘χα διαβάσει τόσο καλά που τα ‘χα μάθει όλα απέξω…

Και να σου πω εδώ ένα περιστατικό. Όταν πήγα στρατιώτης και παρουσιάστηκα στο Κέντρο Καλαμών, ένας ανθυπολοχαγός μάς έκανε μια ερώτηση. Ποιος από σας ξέρει να μας πει όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έκανε την επανάσταση τι υπήρχε πάνω στη σημαία. Τι παραστάσεις είχε δηλαδή. Στο λόχο μου υπήρχανε πολλά μορφωμένα παιδιά, απόφοιτοι γυμνασίου και πτυχιούχοι εξ’ αναβολής. Κανένας όμως δεν το ήξερε. Εγώ που το ήξερα, πήρα το λόγο. Με ‘βαλε ο ανθυπολοχαγός στη μέση για να το ακούσουν όλοι. Είπα λοιπόν ότι από τη μια πλευρά η σημαία είχε το εικόνισμα της Παναγιάς κι από την άλλη έγραφε «Εκ της τέφρας αναγεννώμενοι». Παραξενεύτηκε και με ρώτησε «πού τα ξέρεις εσύ αυτά». Του απάντησα ότι έτρεφα μεγάλη αγάπη για την Ιστορία. Από τη μέρα εκείνη και μετά, με έβαζε συχνά και άλλα στους άλλους στρατιώτες κεφάλαια της Ιστορίας… Μου λέγανε πολλοί ότι αν τα κατάφερνα και πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, θα πετύχαινα πολλά στη ζωή μου…

Εκτός από τα βιβλία του δημοτικού, ήξερα απέξω και τα βιβλία που διδάσκονταν οι δάσκαλοι στη Ριζάρειο. Μου τα είχε δώσει ένας συγχωριανός μου που πήγαινε να γίνει παπάς και δάσκαλος…

Μια μέρα λοιπόν σκέφτηκα ν’ ανοίξω το σχολείο ξανά. Ήτανε μια απόφαση που πήρα ξαφνικά. Βρισκόμουν στα άνω Παχιάνικα, το χωριό ενός φίλου μου που λέγεται Στέλιος Λεκοδημήτρης. Μιλώντας μαζί του, του ανέφερα αυτό που είχα στο μυαλό μου. Τον ρώτησα τι γράμματα ξέρει κι αυτός μου είπε ότι δεν ξέρει. Μου φάνηκε περίεργο σε τέτοια ηλικία να μην ξέρει γράμματα. Του λέω, θ’ ανοίξω το σχολείο, θα ‘ρθεις;

Κι εκείνος μου λέει θα ‘ρθω. Μετά του είπα να βρει ένα τετράδιο κι ένα μολύβι να κάνουμε μαζί κάποιες ασκήσεις. Το παιδί είχε πάει μέχρι δευτέρα τάξη στο σχολείο. Εγώ ήμουνα τότε 18 ετών. Έτσι έγινε. Εκείνος ήτανε ο πρώτος μαθητής μου. Αυτό έγινε το 1946.

Πώς πείσατε τους συγχωριανούς σας ότι θα τα καταφέρετε; 

Το ήθελα πάρα πολύ. Αλλά σκεφτόμουν και τι θα πουν οι άλλοι. Εγώ έβοσκα πρόβατα. Τι θα πήγαινα να τους έλεγα; Ότι θ’ ανοίξω το σχολείο και θα γίνω δάσκαλος;

Σκέφτηκα λοιπόν να βρω έναν τρόπο. Πρώτα έπρεπε ν’ αποκτήσουν εμπιστοσύνη σε μένα. Η βάση είναι οι γονείς και οι κηδεμόνες. Όταν αυτοί δε μ’ εμπιστεύονταν, δε θα κατάφερνα τίποτα. Θα το πάθαινα σαν κάποιους άλλους σε άλλα χωριά που λέγανε στα παιδιά «φέρτε ένα σκαμνάκι και πάμε στην εκκλησιά να κάνουμε μάθημα». Αυτό κρατούσε λίγες μέρες και ύστερα τίποτα. Εγώ όμως ήθελα ν’ ανοίξω το σχολείο και να γίνω κανονικός δάσκαλος. Να ‘ναι σχολείο πραγματικό, με πίνακα, με θρανία, με βιβλία. Τα μαθητολόγια και τα περισσότερα βιβλία είχαν καταστραφεί. Στην Κατοχή αλλά και στα χρόνια του Εμφυλίου μέσα στο σχολείο διανυκτέρευαν στρατιώτες. Τον χειμώνα για να ζεσταθούν έκαιγαν τα βιβλία…

Σε λίγες μέρες θα γιορτάζαμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Λέω είναι ευκαιρία. Θα γράψω έναν αγωνιστικό λόγο και μέσα εκεί θα μιλήσω για την αγραμματοσύνη των παιδιών τους και πως πρέπει να ξανανοίξει το σχολείο. Πρέπει όμως με το λόγο αυτόν να τους εντυπωσιάσω. Να καταλάβουν τα προσόντα μου και να μ’ εμπιστευθούν. Ζήτησα από τον πρόεδρο του χωριού να μ’ αφήσει να εκφωνήσω τον πανηγυρικό. Εκείνος με ρωτάει «τι θα πεις;». Ξέρω εγώ, του απαντώ, έχω διαβάσει και ξέρω. Έτσι, μ’ άφησε…

Ο λόγος που έβγαλα νομίζω ότι ήτανε καλός. Είχα στο μεταξύ διασπείρει στα γύρω χωριά ότι θα γίνει μεγάλη γιορτή στην Κοκκάλα επ’ ευκαιρία της εθνικής επετείου ώστε να μαζευτεί πολύ κόσμος.

Όταν ήρθε εκείνη η μέρα, πήγα πολύ πρωί και χτύπησα την καμπάνα του Άη Γιώργη στην πλατεία. Σιγά σιγά άρχισε να μαζεύεται κόσμος. Ήρθαν, θυμάμαι, και πολλοί άντρες από το Νύφι.

Μιλούσα και όλοι με άκουγαν με προσοχή. Κατάλαβα τότε ότι έπιασε τόπο η ομιλία μου. Στο τέλος αναφέρθηκα και στο σχολείο. Όταν είπα ότι σκοπεύω να το ξανανοίξω, άρχισαν να με χειροκροτάνε.

Τι έγινε μετά; 

Μόλις είδα την ανταπόκριση που είχε η πρότασή μου και τη θέληση πάνω απ’ όλα των ανθρώπων ν’ ανοίξει το σχολείο ξανά, πήρα μια κόλλα και έγραψα στον επιθεωρητή του γραφείου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που βρισκότανε στο Γύθειο. Στο γράμμα φαινότανε ότι την πρόταση την έκαναν οι γονείς. Μιλούσανε λοιπόν για την αγραμματοσύνη των παιδιών τους, αλλά και για την εμπιστοσύνη που έδειχναν σε κάποιον που ήξερε γράμματα και ήθελε να βοηθήσει την κατάσταση, δηλαδή έγραφα εγώ για τον εαυτό μου. Στο τέλος οι γονείς ζητούσαν να λειτουργήσει το σχολείο και να έρχεται με τη λήξη της σχολικής χρονιάς μια επιτροπή να ελέγχει τις γνώσεις των μαθητών και να υπογράφει τα ενδεικτικά.

Έγραψα επίσης ότι ο δάσκαλος θα πληρώνεται από τους γονείς. Αφού ετοίμασα το γράμμα, πήγα και βρήκα αρκετούς γονείς για να το υπογράψουν. Την επομένη το πρωί ξεκίνησα να πάω στο Γύθειο να το παραδώσω στον επιθεωρητή. Έφαγα τον τόπο μέχρι να βρω πού ήτανε το γραφείο του. Εντέλει το βρήκα, ήτανε εκεί πάνω ψηλά, στον Κουμαρό.

Μπήκα μέσα, χαιρέτισα μ’ όλους τους τύπους και παρέδωσα τον φάκελο. Του λέω «κύριε επιθεωρητά, αυτό είναι για σας». Τον είδα όμως πολύ φοβισμένο. Νόμιζε πως ήμουνα σύνδεσμος των ανταρτών και θα του έδινα κάποιο φιρμάνι. Τον πήρε τον φάκελο τρέμοντας, τον άνοιξε και άρχισε να διαβάζει την αναφορά. Εγώ πρακολουθούσα τις κινήσεις του και την έκφραση του προσώπου του για να δω πώς θα του φανεί. Εντέλει, κάποια στιγμή τον είδα που χαμογέλασε. Σηκώνει το κεφάλι του και με ρωτάει: «Ποιος την έγραψε αυτή την αίτηση;» του απαντάω, «εγώ». «Και ποιος είναι υποψήφιος δάσκαλος»; Λέω πάλι «εγώ». Με κοίταξε απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια. Με ‘κανε και μένα να κοιτάξω κάτω, γιατί προς στιγμήν είχα ξεχάσει αν φορούσα παπούτσια ή όχι. Κατόπιν μου λέει: «θα σου δώσω την άδεια που ζητάς, αλλά να έχεις υπόψη σου ότι το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου θα ‘ρθεις πάλι να κάνεις μια αίτηση για να έρθει ο δάσκαλος να εξετάσει τους μαθητές και να τους δώσει τα ενδεικτικά».

Μετά τον επιθεωρητή πήγα στο βιβλιοπωλείο του Ανδρεΐκου και ζήτησα τα βιβλία που έπρεπε να ‘χει ένα σχολείο: μαθητολόγια, βιβλία ύλης, βιβλία συσσιτίου. Ζήτησα κιμωλίες, σφουγγάρια, τετράδια, μολύβια, γομολάστιχες. Ένα καροτσάκι γεμίσαμε μέχρι εκεί πάνω και το σύραμε μέχρι τον μώλο που θα έπαιρνα το καΐκι για την Κοκκάλα.

Πώς πήγε η πρώτη χρονιά; 

Το νέο διαδόθηκε πολύ γρήγορα και ήρθαν ένα σωρό παιδιά. Τον Ιούνιο ήρθε και ο δάσκαλος για να εξετάσει τους μαθητές μου. Εγώ όμως δεν είχα μείνει με σταυρωμένα χέρια. Επειδή πολλά παιδιά είχαν μεγαλώσει και πήγαιναν ακόμα σε μικρές τάξεις, τους έφτιαξα απολυτήρια δημοτικού για να μπορούν να συνεχίσουν στο γυμνάσιο. Αν πήγαιναν κανονικά, θα περνούσα τα είκοσι κι απολυτήριο δε θα ‘χαν πάρει. Αυτό βοήθησε πολλά παιδιά να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Έγιναν γιατροί, στρατιωτικοί, δικηγόροι. Ακόμα κι εκείνοι όμως που έμειναν με το απολυτήριο του δημοτικού, μπόρεσαν και βρήκαν δουλειά στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς.

Πόσα χρόνια κάνατε μάθημα στο σχολείο; 

Δυο χρόνια. Μετά με πήρανε φαντάρο. Η επιθεώρηση, όμως, αφού είδε ότι το σχολείο είχε πολλά παιδιά, έστειλε αμέσως άλλον δάσκαλο.

Ανταμειφθήκατε από τους γονείς για τη δουλειά σας; 

Ηθικά μόνο. Αλλά αυτό μου αρκούσε. Οι γονείς μου δε με θέλανε δάσκαλο. Με θέλανε βοσκό. Όλη τη μέρα λοιπόν καθόμουν μέσα στο σχολείο. Το μεσημέρι που έστελνα τα παιδιά στο σπίτι τους να φάνε, εγώ έμενα πίσω. Καθόμουν νηστικός να περάσει η ώρα να ξαναρθούνε και να ξαναρχίσουμε μάθημα. Και τον χειμώνα κρύωνα. Κρύωνα πολύ.

Βλέπετε μαθητές μας από τότε; 

Ναι, τους βλέπω και συγκινούμαι. Δεν το χωράει ο νους μου που ‘κανα τέτοιο πράγμα εγώ.

Πηγή
http://www.elzoni.gr