Οι Καταλανοί στην παράδοση της Μάνης

με πράσινο χρώμα οι πορεία των μισθοφόρων Καταλανών στον Ελλαδικό χώρο (1303 – 1388)

Κατα τον 14ο αιώνα η Βυζαντινή επικράτεια ήταν κατακερματισμένη, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη την εποχή εκείνη, σε μικρά βασίλεια (πριγκιπάτα, δουκάτα, βαρωνίες κ.ά.). Την ίδια στιγμή άρχισε να γίεται εντονότερη η τουρκική απειλή στην Μ. Ασία. Μέσα σε αυτήν την δύσκολη σε διαχείριση κατάσταση ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Β Παλαιολόγος αναζήτησε μισθοφόρους. Ιδανικοί φάνηκαν την στιγμή αυτή οι Καταλάνοι ή Αλμογάβαροι όπως λέγονταν, φυλή που ζούσε στην ανατολική Ισπανία και εκείνη την περίοδο βρίσκονταν στην Ιταλία.

Η Καταλανική εταιρία (μισθοφορικός οργανισμός) συμφωνεί με τον αυτοκράτορα και φτάνει μέσω Κέρκυρας, Μονεμβασιάς και Τζιας στην Κωνσταντινούπολη. Συνολικά 6.000 άνδρες ρίχτηκαν στην μάχη εναντίον των Τούρκων φέρνοντας ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ωστόσο ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να τους αποπληρώσει και έτσι γρήγορα τέθηκαν εκτός ελέγχου λεηλατώντας την περιοχή της Θράκης και της Μακεδονίας. Η καταστροφική τους ικανότητα ήταν τόσο έντονη που αναφέρονται στο Χρονικό του Μορέως ως εξής:

και εδέ αμαρτίαν

την έποιμαν οι σκύλοι Κατελάνοι

κι ως ηύρε ότι είχασι

έλθει τότε οι Κατελάνοι

και όπου την υπαγαίνασιν

εκεί ως την Κατελωνίαν

Παράλληλα ο τελευταίος δούκας των Αθηνών Γκωτιέ ντε Μπριέν προσπάθησε να τους θέσει στην υπηρεσία του ωστόσο τέθηκαν πάλι εκτός ελέγχου και μετά από αποφασιστική μάχη στον Αλμυρό ή Κωπαίδα ισοπέδωσαν τους Φράγκους και έγιναν κυρίαρχοι των Αθηνών. Το Καταλανικό βασίλειο διατηρήθηκε μέχρι το 1388 όταν ο οίκος των Αντζαγιόλι τους κατέλυσε. Κατά την διάρκεια της παραμονής τους στην νότια Ελλάδα έδειξαν τραχύτητα και πνεύμα κατακτητή. Επέβαλαν μάλιστα την γλώσσα τους ως επίσημη πράγμα που κανείς ως τότε δεν είχε θεσπίσει.

Οι Καταλανοί – Αλμογάβαροι στην Κωνσταντινούπολη

 

Στην Μανιάτικη παράδοση

Οι Αλμογάβαροι μπορεί να μην εγκαταστάθηκαν ή επιτέθηκαν εναντίον της περιοχής της Μάνης ωστόσο η παρουσία τους άφησε σημάδια στην μνήμη, παράδοση, επώνυμα της περιοχής. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε πως μετά την καταστροφή του Καταλανικού κρατιδίου το 1388 κάποιοι επέστρεψαν στην Καταλονία άλλοι όμως παρέμειναν στην λεκάνη της ανατολικής μεσογείου ασκώντας το επάγγελμα του πειρατή. Μάλιστα στην ελληνική προφορά το Καταλανός προφέρεται ως Κατελάνος. (Μάνη, Ζάκυνθος, Κρήτη κ.ά.)

  • Στην περιοχή της Μάνης χρησιμποποιήθηκε ως μικρό- βαπτιστικό όνομα θέλοντας να προικονομήσει ίσως το μέλλον του ονομαζόμενου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το 1612 σε έγγραφο Μανιατών προς τον Δούκα του Νεβέρ υπογράφει από την μέσα Μάνη ο Κατελάνος Κοσμάς και ο Παντελέων Κοσμάς.
  • Παρόμοια παράδοση σε νεότερα χρόνια λέει πως όταν ο ιερέας ρώτησε τον ανάδοχο πώς θα βαπτιστεί το παιδί ο πατέρας πετάχτηκε και είπε «Κατελάνος ή Γερακάρης αλλιώς θα χαλάσει το παιδί«. Φαίνεται πως ο πατέρας θεωρούσε κάποιον πειρατή – αγωνιστή ίνδαλμα την εποχή εκείνη.
  • Το επώνυμο Κατελάνος απαντάνται ατόφιο και σε διάφορους τύπους (Κατελανάκος, Κατελανάκης, Κατελανέας) σε διάφορες εποχές σε πολλά μέρη κυρίως της δυτικής Μάνης. Χαρακτηριστικά στα Τσικαλιά (1760), Βαρούσι  (1704), Δολοί (1831), Νομιτσί (1824), Κοίτα (1840).
  • Στην τοπική παράδοση ως προσφώνηση το «Κατελάνος» σημαίνει τον πειρατή, τον ληστή και γενικά τον σκληρό άνθρωπο.

Πηγές

  1. Δικαίου Βαγιακάκου «Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών επωνύμων» τ. 2ος εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος Αθήνα 2016
  2. http://www.etlasp.gr/
  3. https://maniatika.wordpress.com/
  4. http://www.huffingtonpost.gr
  5. https://ballandalus.wordpress.com
  6. http://byzantinemilitary.blogspot.gr
  7. http://www.ime.gr/chronos/projects/fragokratia/gr/webpages/ath_kata_gen.html
  8. http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=102685

 

Advertisements

Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΗΣ ΠΕΤΡΙΝΑΣ

Αναδημοσίευση άρθρου Ιορδάνη Δημακόπουλου (διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου)

%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%bc%ce%bc%ce%b1

Σχεδιάγραμμα του χωριού Πετρίνα

Ή Κώμης «Εκφρασις τοϋ συνδεομένου προς τους Παλαιολόγους «νομοφύλακος ‘Ιωάννου
διακόνου τοϋ Ευγενικού» έχει συνταχθεί, ίσως στό β’τέταρ. τοϋ 15ου αι.,
μετά άπό επιτόπια επίσκεψη και μέ αφορμή τήν ανάληψη θέσεως ή καί παροχή δικαιωμάτων
άμεσα ή έμμεσα σχετιζομένων μέ τή Λακωνική Πέτρινα, τή «χρηστή κώ-
μη’Ότήν όποια καί αναφέρεται.Παρά τή σημασία τοϋ κειμένου γιά τήν ανασύνθεση
της είκόνας ‘ενός υστεροβυζαντινού χωριού ή τήν ιστορική γεωγραφία καί μνημειακή
τοπογραφία της περιοχής του, ή «Εκφρασις δέν είχε απασχολήσει τήν έρευνα.
Σ’αυτήν περιέχεται πάντως καί ή αρχαιότερη μνεία ενός κοινοτικού πύργου,
πoύ βρισκόταν επάνω σέ λόφο, στό μέσον τού χωριού, καί είχε κτισθεί άπό
τους κατοίκους,οι όποιοι μάλιστα τόν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει γιά τήν άντί-
μετώπυη επιδρομέων άπό γειτονική περιοχή.

Στά 1554, ή Πέτρινα εμφανίζεται στό χάρτη τού Agnese (Petina), ένώ ό Άμβρ.
Φραντζής καταχωρεί τρείς πύργους στον προεπαναστατικό οικισμό, στον κατάλογο
των πύργων των Τουρκαλβανών της Μπαρδούνιας, πού είχαν εγκατασταθεί εκεί άπό
τό 1715 γιά νά τήν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι στις πρώτες ημέρες τού ‘Αγώνα.
Στά 1892,0 Κ. Νεστορίδης,στήν πρώτη έκδοση της ‘Εκφράσεως, σημειώνει, μέ τήν
ίδια όμως ανακρίβεια,τήν ύπαρξη θεμελίων, δήθεν, τοϋ πύργου μέσα στό χωριό.

%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-2

ο πύργος της βυζαντινής περιόδου από τo Google Earth – street view

«Ομως, στή σημερινή Πέτρινα, δ μοναδικός πύργος πού εξακολουθεί νά υφίσταται,
καί μάλιστα άθικτος σχεδόν καί ακέραιος, είναι ακριβώς ό Παλαιολόγειος πύργος
της. ‘Υψώνεται επιβλητικότατος μέσα σέ μεγάλη αυλή,πάνω στην δδ. Θαλή Κουτού-
πη (βλ. τοπογρ., άρ. 1), προς Ν της κεντρικής πλατείας (άρ. 8). Ή θέση του
πάνω σ’έναν άπό τους λόφους της Πετρίνας, σέ συνδυασμό προς τήν Παναγίτσα,τήν
παλιότερη εκκλησία τού χωριού, πολύ χαμηλότερα (άρ. 2), ένα δρομικό κτίσμα στεγασμένο
μέ οξυκόρυφη καμάρα ενισχυμένη μέ σφενδόνιο,πού πρέπει νά ταυτισθεί μέ
μιά άπό τις τρείς εκκλησίες πού μνημονεύει δ Ευγενικός, προσδιορίζει τή θέση
καί τή σημαντική έκταση πού κάλυπτε ή υστεροβυζαντινή Πέτρινα.

παραδοσιακό σπίτι στην Πετρίνα (http://www.exploring-greece.gr)

Τό κτήριο, μοναδικό είδος πύργου της εποχής, παρουσιάζει συγκεκριμένες όμοιότητες προς τά αρχοντικά καί σπίτια τοϋ Μυστρά, καθώς όμως και προς έναν τύπο πύργων
τοϋ τουρκοκρατούμενου Μοριά,ή ύπαρξη και. διάδοση των όποιων μαρτυρεΐται άπό
τό 1671. Πρόκειται γιά άνωγοκάτωγο,πλατυμέτωπο κτίσμα, τοϋ τύπου Β πού διακρίνει
δ ‘Ορλάνδος στο Μυστρά, έξ. διαστ. 6 Χ 14 μ.καί ύψους 10 μ., περίπου,μέ κα-
μαροσκέπαστο Ισόγειο, μέ δύο τοξωτά ανοίγματα στή βόρεια πλευρά, καί μεγάλη αίθουσα
(τρίκλινος) στον όροφο,μέ δυό άντικρυστά θυρώματα εισόδου καί επτά συνολικά
παράθυρα. Σέ επαφή προς τή νότια πλευρά του, υφίσταται καί δεύτερο όρθογώ-
νικδ κτίσμα, λίγο στενότερο, μέ καμαροσκέπαστο ισόγειο καί αρχικό όροφο, τό όποιο
όμως φαίνεται μάλλον νά αποτελεί, μαζί μέ τήν έξ.σκάλα του καί ένα ημικυκλικό
«κλουβί», μεταγενέστερη προσθήκη. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι μέ αργούς λίθους
καί πήλινα όστρακα καί μόνον στις γωνίες υπάρχουν λαξευτοί γωνιόλιθοι. «Ολα
τά ανοίγματα είναι τοξωτά,μέ όρθογωνικά όμως πλαίσια,πάνω άπό τό άνώφλι των
όποιων εκτείνεται ανακουφιστικό ημικυκλικό τόξο, άπό εναλλάξ αψιδόλιθους καί
πλίνθους, τριγυρισμένο άπό λεπτή ταινία τούβλων. Στά στηθαία των παραθύρων, καθώς
καί στην όρθογωνική καταχύστρα,πάνω καί πλάγια στό θύρωμα της βόρειας πλευράς,
προεξέχουν ζεύγη μεγάλων πέτρινων φουρουσιών,ειδικού προορισμού. Ή προσπε’-
λαση, κατευθείαν στον όροφο,γινόταν μέ αιρετή σκάλα ή μέ συνδυασμό κτιστής σκάλας,
σέ απόσταση, καί αιρετού σανιδώματος. ‘Εκατέρωθεν των παραστάδων της εισόδου
στον δροφο, εκεί ακριβώς όπου σέ κτήρια του Μυστρά υπήρχαν πλίνθινοι σταυροί
μέσα σέ πλαίσιο άπό τούβλα, εδώ έχουν έντοιχισθεϊ άποτμήματα επιτύμβιων μάλλον
στ»|^ών, μέσα σέ πλαίσιο,μέ παραστάσεις ανδρικής καί γυναικείας μορφής,αντίστοιχα,
πού πρέπει νά προέρχονται άπό τό κοντινό Γύθειο,τήν παράκτια εκείνηπεριοχή γιά τήν όποια ό Ευγενικόςαναφέρει «τείχους ίχνη καί πύργων καί θεάτρου καί οικημάτων αρχαιοτάτων καί αγαλμάτων λείψανα» .

Παρατηρήσεις

Η Πετρίνα σήμερα υπάγεται στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Ωστόσο επί Τουρκοκρατίας υπαγόταν στα Βαρδουνοχώρια τα οποία τα κατείχαν οι Τούρκοι. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει τρεις πύργους στους οποίους διέμεναν Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες. Σήμερα δεν σώζονται άλλοι πλην του αναφερόμενου. Το ύψος του 10μ, θεωρείται αρκετά ψηλό μιας και την εποχή που χτίστηκε τα περισσότερα σπίτια της περιοχής δεν ξεπερνούσαν τα 5μ.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιορδάνη Δημακόπουλου «ο Παλαιολόγειος Πύργος της λακωνικής Πετρίνας» 5ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και τέχνης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1985.
  2. Google Earth – street view

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Στοιχεία διαπολιτισμικότητας, μέσα από επιγραφές ναών της ύστερης βυζαντινής εποχής, στην περιοχή της Μάνης

Ακολουθεί αναδημοσίευση του άρθρου της αρχαιολόγου Αρχοντούλας Παπουλάκου στον ιστότοπο monumenta.org

Η εποχή μας είναι μια εποχή σοβαρών πολιτισμικών αλλαγών και αναζητήσεων. Όροι και έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση (mondialisation, globalization) και «διαπολιτισμικότητα» (interculturalité) επηρεάζουν τη σύγχρονη εθνική μας ταυτότητα και παραπέμπουν στην εποχή της Αναγέννησης και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού ή μήπως σε πολύ πρωϊμότερους χρόνους;

Με τον όρο «διαπολιτισμικότητα» (interculturalité) εννοούμε τις σχέσεις επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης, αφομοίωσης μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών.

Η διαπολιτισμικότητα προϋποθέτει λοιπόν τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών πολιτισμών, πολλών και διαφορετικών εθνοτήτων, καθώς και τη δημιουργική επαφή και την επικοινωνία μεταξύ τους και ίσως και σε τελική ανάλυση την αφομοίωση και ενσωμάτωση των ετερογενών στοιχείων από την ντόπια κοινωνία. Η έννοια της διαπολιτισμικότητας συναντάται σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς διά μέσου των αιώνων, από την προϊστορική, την αρχαία, τη βυζαντινή εποχή και συνοψίζει την παράδοση του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Είναι λοιπόν απαραίτητη η επικοινωνία και η συνεύρεση διαφορετικών πολιτισμών και λαών για πολλούς λόγους στην εποχή μας (κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς) ή η έλλειψη ανοχής απέναντι σε κάθε τι το διαφορετικό, δηλ. ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, υπερισχύουν περισσότερο σήμερα και ιδιαίτερα στη χώρα μας;

Μια ιστορική αναδρομή θα μας έπειθε ότι προγενέστεροι πολιτισμοί υπήρξαν κυρίως πολυ-πολιτισμικοί, δέχονταν και αφομοίωναν συχνά ευκολότερα απ’ ότι εμείς σήμερα τους διαφορετικούς φυλετικά λαούς.

Μια σειρά από μνημεία, που απηχούν ιδιαίτερα την πολυ-πολιτισμικότητα μιας συγκεκριμένης περιοχής και μιας συγκεκριμένης εποχής, είναι και τα μνημεία (κυρίως ναοί) της Μάνης, της ύστερης βυζαντινής εποχής.

Στην απομακρυσμένη αυτή περιοχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αναπτύχθηκε ένας σημαντικός αριθμός εκκλησιαστικών μνημείων, δειγμάτων επαρχιακής κυρίως τέχνης, αλλά παράλληλα και δηλωτικών της καλλιτεχνικής ζωής που γνωρίζει την εποχή αυτή το Δεσποτάτο του Μωρέως, με κέντρο τον Μυστρά.

Μνημεία (Bυζαντινοί ναοί) της ύστερης βυζαντινής περιόδου της Μάνης

Τα μνημεία της Λακωνικής (Μάνης-Γερακίου-υπόλοιπης Λακωνίας), κτισμένα κυρίως την ύστερη βυζαντινή περίοδο (1204 – 1345) διακρίνονται εξωτερικά για τις μικρές και χαμηλές τους διαστάσεις, την αρχιτεκτονική τους απλότητα, την αμελή τους τοιχοδομία. Μπορεί να χαρακτηριστούν σαν δείγματα επαρχιακής αρχιτεκτονικής που απέχει αρκετά από τα περίκομψα μνημεία των μεγάλων κέντρων.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στην Πλάτσα Μάνης, Άποψη της τοιχοποιίας του ναού.

Οι παλαιότεροι μελετητές κατέταξαν πολλά από αυτά (π.χ :τον Άγιο Νικόλαο στην Πλάτσα) στα λεγόμενα «μεγαλιθικά μνημεία» της Μάνης (δηλ. συνήθως μικρούς, μονόχωρους, καμαροσκέπαστους ναούς, κτισμένους με μεγάλες αλάξευτες πέτρες χωρίς να χρησιμοποιηθεί ασβεστοκονίαμα στους αρμούς, αλλά μόνο μικρές πέτρες), λόγω των αρχαϊκών τους στοιχείων. Τα θεωρούσαν τους πρώτους χριστιανικούς ναούς της Μάνης και τα χρονολογούσαν στον 9ο αιώνα. Νεώτερες όμως έρευνες τα κατατάσσουν στα μνημεία του 12ου αιώνα της «ελλαδικής σχολής».

Τις περισσότερες πληροφορίες για τα ίδια τα μνημεία, μας τις δίνουν οι πολυάριθμες επιγραφές, που σώζονται στο εσωτερικό των ναών. Και από τις επιγραφές αυτές, διαπιστώνουμε ότι οι κτήτορες των ναών αυτών, δεν ήταν ούτε εξέχοντα κοινωνικά πρόσωπα, ούτε μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ή των δεσποτών του Μυστρά. Στην πλειοψηφία τους ήταν κάποιοι άσημοι, απλοί άνθρωποι, διαπνέονταν όμως από ένα έντονο θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό τους οδήγησε στο να οικοδομήσουν και να φιλοτεχνήσουν μνημεία αξιόλογης τέχνης, παρόλα τα πενιχρά οικονομικά τους μέσα.

Από τις μαρτυρίες που έχουμε από το πλήθος των επιγραφών που είναι διάσπαρτες στους ναούς αυτούς, αυτοί οι απλοί πολίτες συμβάλλουν πολλές φορές με ολόκληρη την οικογένειά τους στη διακόσμηση των ναών αυτών.

Ανάμεσα στο πλήθος των απλών αυτών ανθρώπων μια σημαντική κατηγορία δωρητών είναι οι «τζαούσιοι» (Άγιος Γεώργιος Γερακίου, Άγιος Γεώργιος Οιτύλου, Άγιος Νικόλαος στην Πλάτσα Μάνης, Άγιος Γεώργιος Λογκανίκου), ιδιαίτεροι πολιτικοστρατιωτικοί αξιωματούχοι του βυζαντινού κράτους, συχνά σλαβικής καταγωγής. Η προβολή των προσώπων αυτών, μέσα από τις επιγραφές αυτές, απηχεί τις ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές του βυζαντινού κράτους που συντελούνται αυτήν ακριβώς την εποχή.

Η κτητορική επιγραφή «περί των Μελιγγών», Νότια θύρα, Άγιος Γεώργιος, στο Οίτυλο Μάνης

Δύο επιγραφές ναών: πολύτιμες μαρτυρίες για την εγκατάσταση σλαβικών φύλων στην Πελοπόννησο

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Στεφανοπουλιάνων βρίσκεται στο χωριό Οίτυλο της Μάνης. Οι βυζαντινές επιγραφές του ναού παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Εξωτερικά, πάνω στο μάρμαρο που αποτελεί ποδιά του ανακουφιστικού τόξου, στη νότια θύρα του ναού, υπάρχουν δύο εγχάρακτες επιγραφές.

Η πρώτη, μια εγχάρακτη τετράστιχη επιγραφή στην μπροστινή επιφάνεια του μαρμάρου, έχει τοποθετηθεί ανάποδα. Προφανώς, κατά τον Ν.Β. Δρανδάκη, ο υπάρχων ναός προήλθε από νεώτερη επισκευή άλλου παλαιότερου. Κατά τη νεώτερη αυτή επισκευή, η οποία σύμφωνα με την Α. Αβραμέα, έγινε μετά το 1829/1830, επανατοποθετήθηκε το μάρμαρο ανάστροφα.

Η επιγραφή αναφέρει ότι ο ναός ανακαινίστηκε επί βασιλείας Ανδρόνικου του Γ’ Παλαιολόγου, το έτος 1331/1332 και επί της αρχής του τζάσι των Μελιγγών Κωνσταντίνου του Σπανή. Ακολουθούν τα ονόματα αυτών που συνέβαλαν στην ανακαίνιση του ναού και στο τέλος επίκληση στον Άγιο Γεώργιο να φυλάττει τους ιδρυτές και ανακαινιστές του ναού.

Οι Μελιγγοί και οι σχέσεις τους με το Βυζαντινό κράτος
Σχετικά με το όνομα Μελιγγοί ή Μηλιγγοί, επικράτησε γενικά η γνώμη να θεωρείται φυλή σλαβική ή σλαβομιγής. Η μετοίκηση των Σλάβων (Εζεριτών και Μελιγγών) φαίνεται ότι έγινε το 747 επί βασιλείας του αυτοκράτορα Κων/νου Ε’. Ενώ αυτός πολεμούσε κατά των Αράβων της Συρίας, έπεσε τρομερός λοιμός στο βυζαντινό κράτος και ερήμωσε τις περισσότερες επαρχίες του, ανάμεσα σ’ αυτές και την Πελοπόννησο. Για να πληρωθούν τα πληθυσμιακά κενά, μετακόμισαν στις επαρχίες αυτές πολλοί Σύροι, Αρμένιοι και Σλάβοι.

Οι απόψεις σχετικά με την προέλευση του ονόματος Μελιγγοί διίστανται :
Άλλοι θεωρούν ότι παίρνουν διάφορα ονόματα κυρίως από τον τόπο εγκατάστασής τους, όπως Εζερίτες ονομάστηκαν οι Σλάβοι, που εγκαταστάθηκαν στο Λακωνικό Έλος, από το σλαβικό ezero (λίμνη), έτσι και Μελιγγοί ονομάστηκαν οι Σλάβοι που εγκαθίστανται δυτικά του Ταϋγέτου, πιθανώς από το όνομα της περιοχής. Μια άλλη άποψη είναι ότι το επίθετο μελιγγός ήταν παρωνύμι για την ιδιότητα του χρώματος, δηλ. μπορεί οι αλλόφυλοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή να ονομάστηκαν έτσι από τους αυτόχθονες για το χρώμα του δέρματός τους (Μελιγγοί, δηλ. μελίχροι) και ο τόπος που εγκαταστάθηκαν να ονομάστηκε κι αυτός Μελιγγοί.

Κατά τον κύριο μελετητή των επιγραφών Σ. Κουγέα, τ’ όνομα που πήραν είναι ελληνικό και εγχώριο και όχι σλαβικό και δόθηκε σ’ αυτούς από τους ντόπιους και για τη δήλωση της σλαβικής φυλής και για τον τόπο που αυτοί εγκαταστάθηκαν.

Η περιοχή που κατοικούσαν ήταν ο «Δρόγγος του Μελιγού» ή ο «Ζυγός των Μελιγγών», εκεί όπου σήμερα εκτείνεται η δυτική πλευρά του Ταϋγέτου. Από τον «Βίο του Οσίου Νίκωνα» (κείμενο του 12ου αι.) μαθαίνουμε ότι διοικούνταν από ιδιαίτερο άρχοντα που ονομαζόταν Αντίοχος και έφερε τον ρωμαϊκοβυζαντινό τίτλο του δούκα, πράγμα που αποδεικνύει την ελληνική ιθαγένεια και την εξάρτηση από το βυζαντινό κράτος. Ο δούκας διοριζόταν από τον στρατηγό του θέματος Πελοποννήσου και όχι από Σλάβο. Ένας τέτοιος άρχοντας διορισμένος και αναγνωρισμένος από τις βυζαντινές κρατικές αρχές πρέπει να θεωρηθεί και ο Κωνσταντίνος Σπανής των επιγραφών μας, με τη διαφορά ότι κατά τον 14ο αιώνα, αντί να φέρει τον τίτλο του δούκα, αποκαλείται τζάσις – τζαούσιος.

Οι Μελιγγοί πλήρωναν αρχικά φόρο υποτέλειας στο Βυζαντινό Κράτος, τον «πακτόν», υπό τη σημαία του οποίου και πολεμούσαν. Κατά τα μέσα του 13ου αιώνα (1250), ο πρίγκηπας της Αχαϊας, Γουλιέλμος  , κτίζει το κάστρο του Λεύκτρου, το οποίο οι Φράγκοι ονομάζουν “Beaufort” (δηλ. το καλύτερο από τα φραγκικά κάστρα), πάνω στην αρχαία λακωνική πόλη Λεύκτρον. Το κτίζει, για να κρατά υποταγμένη τη σλαβική φυλή των Μελιγγών, μονολότι αυτοί είχαν αναγνωρίσει την επικυριαρχία του Γουλιέλμου και του παρείχαν μάλιστα και στρατιώτες, σε καιρό πολέμου. Την εποχή του Δεσποτάτου του Μορέως, οι Μελιγγοί, ταυτίζονται πλήρως με τους ντόπιους, και επί Παλαιολόγων έχουν πλήρως αφομοιωθεί και συγχωνευθεί με τους ντόπιους, με πλήρη επικράτηση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής συνείδησης.

Για να επανέλθουμε όμως και πάλι στην επιγραφή του ναού του Αγίου Γεωργίου στο Οίτυλο:
Η επιγραφή αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή από την H. Ahrweiler, η οποία όταν τη μελέτησε, βασίστηκε μόνο στην απόδοση του κειμένου από τις εκδόσεις των Le Bas – Waddington και απέδωσε τον τίτλο “θειωτάτου” στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Παλαιολόγο. Η Α. Αβραμέα που μελέτησε αργότερα την επιγραφή και έκανε μια νέα ανάγνωσή της, επισημαίνει ότι το «θειώτατος σεβαστός» αναφέρεται στον «τζάσι των Μελιγγών» κυρ Κωνσταντίνο Σπανή (με τη νέα αυτή ανάγνωση, συμφωνεί και η A. Philippidis – Braat). Στη συνέχεια γίνεται επίκληση στον Άγιο Γεώργιο για τον Σαβατιανό, που φέρει το σλαβικό πατρώνυμο Κόπωγις και τη σύζυγό του Ελεύνη. Στην επιγραφή μας, ο Σαβατιανός έχει τον τίτλο του νομικού, τίτλο που δηλώνει τον συμβολαιογράφο ή τον πνευματικό, που χειρίζεται το νομοκανόνα. Αυτή τη δουλειά την έκαναν μέλη του κατώτερου κλήρου. Ο τίτλος αυτός είναι μια ακόμη απόδειξη της ένταξης των Μελιγγών στα πλαίσια της βυζαντινής κοινωνίας.Τέλος αναφέρεται και το όνομα του Λαριγγά του Σλαβούρη, που πιθανόν να σχετίζεται με τη Σλαβουροπούλα, της δεύτερης δίστιχης επιγραφής του ναού, που βρίσκεται στο ίδιο μάρμαρο, ακριβώς πάνω από την προηγούμενη.

Το Σλαβούρης πολύ πιθανό να δηλώνει τη σλαβική προέλευση της οικογένειας.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι οι αναστηλωτές της εκκλησίας ανήκουν σε πολύ ισχυρές και πλούσιες οικογένειες Μελιγγών, έχουν ελληνικά βαπτιστικά ονόματα, τα πατρωνυμικά τους όμως θυμίζουν τη σλαβική καταγωγή τους.

Ο διπλός τίτλος «σεβαστός τζάσις» του Κωνσταντίνου Σπανή προσδιορίζει συγχρόνως και το αξίωμα και την πολιτική και στρατιωτική δικαιοδοσία του.

Η απόδοση αυτού του τίτλου στον αρχηγό μιας ξένης εθνικής ομάδας σημαίνει ταυτόχρονα και την εξάρτηση από την αυτοκρατορική εξουσία καθώς και το ιδιότυπο διοικητικό καθεστώς τους.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στην Πλάτσα Μάνης

Ένας άλλος ναός που σχετίζεται άμεσα με τον Κωνσταντίνο Σπανή είναι ο Άγιος Νικόλαος στην Πλάτσα της Μεσσηνιακής Μάνης. Βρίσκεται στην τοποθεσία Καμπινάρι (τοπωνύμιο από τη λέξη κάμπο, συχνό στη Μάνη), έξω από το χωριό Πλάτσα.

Ο ναός διατηρεί σχεδόν ακέραιο το ζωγραφικό του διάκοσμο στο κεντρικό και νότιο κλίτος. Οι τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου, διαθέτουν ασυνήθιστα υψηλή ποιότητα, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί μόνο από το υψηλό αξίωμα και την υψηλή θέση της οικογένειας του ανακαινιστή. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η τοιχογράφηση του ναού είναι γνωστές από τέσσερις επιγραφές, που σώζονται σε διάφορα τμήματα του ναού.

Τη σπουδαιότερη μαρτυρία προσφέρει μια μεγαλογράμματη, έμμετρη επιγραφή, που αρχίζει από το βόρειο τοίχο συνεχίζεται μέσα στο ιερό, διατρέχει το νότιο τοίχο και καταλήγει στο δυτικό τμήμα αυτού του τοίχου, απέναντι ακριβώς από το σημείο αρχής της.

Τα στοιχεία που μας δίνει η επιγραφή είναι τα εξής :
Ο ναός έχει κτιστεί 200 χρόνια πριν από την εποχή του ανακαινιστή, το ναό αυτό ανακαίνισαν «ο πανευγενέστατος, πανσέβαστος τζαούσιος δρόγγου Μελιγγών» Κωνσταντίνος ο Σπανής «άμα συμβίου τζαουσίνης» Μαρίας. Η χρονολογία που αναφέρεται, δηλ. το από κτίσεως κόσμου έτος 6846 και η 6η ινδικτιών, τοποθετούν την ανακαίνιση του ναού μεταξύ 1337/1338.

Από τα παραπάνω θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι ο Κωνσταντίνος Σπανής, ανάμεσα στα έτη 1331/1332 (επιγραφή Οιτύλου) και 1337/1338, παντρεύτηκε και απέκτησε τον τίτλο του «πανσέβαστου» που δικαιωματικά τον κάνει και «πανευγενέστατο».

Ο Κωνσταντίνος Σπανής συνεχίζει στην επιγραφή να είναι τζαούσιος, εδώ όμως του δρόγγου των Μελιγγών. Η λέξη δρόγγος είναι γερμανικής προέλευσης και αρχικά σήμαινε τη στρατιωτική μοίρα (Ducange), στη συνέχεια όμως μετέπεσε σε καθαρά γεωγραφική έννοια. Εδώ λοιπόν δηλώνει τον τόπο, την περιφέρεια των Μελιγγών.

Η επιβλητική επιγραφή, που περιτρέχει τους τοίχους του κεντρικού κλίτους του ναού του Αγίου Νικολάου στον Καμπινάρι, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη για ένα ναό μιας απομακρυσμένης επαρχίας του βυζαντινού κράτους. Θυμίζει ανάλογες επιγραφές, που παίρνουν θέση στο γλυπτό κοσμήτη, που περιτρέχει το εσωτερικό ορισμένων ναών στην Κωνσταντινούπολη, π.χ: στο ταφικό παρεκκλήσι της Παμμακαρίστου (Fethiye Dzami). Ο Κωνσταντίνος Σπανής, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός βυζαντινού αξιωματούχου της εποχής των Παλαιολόγων, αφού μοιράζει το χρόνο του σε πολεμικές επιχειρήσεις και σε πράξεις ευσεβείς, όπως είναι η ανακαίνιση των ναών της Μάνης.

Από τις δύο άλλες επιγραφές του ναού διαπιστώνουμε ότι η διακόσμηση του νότιου κλίτους ολοκληρώθηκε σε μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ετών 1343/1344 και 1348/1349. Προφανώς έλλειψε η ισχυρή οικονομική ενίσχυση του Κωνσταντίνου Σπανή και έτσι χρειάστηκε η συνδρομή πολλών προσώπων της περιοχής.

Συμπεράσματα

Μέσα σε μια εποχή έντονου πολιτικού κατακερματισμού για τη βυζαντινή αυτοκρατορία, οι δεσμοί των επαρχιών με το κέντρο γίνονται ιδιαίτερα χαλαροί. Οι τοπικοί άρχοντες – αξιωματούχοι νιώθουν ιδιαίτερα ισχυροί και παρόλο που εξαρτώνται ακόμη διοικητικά από την πρωτεύουσα, προσπαθούν να προβάλλουν τη θέση τους μέσα από ευσεβείς πράξεις, όπως η οικοδόμηση και η διακόσμηση ναών.

Ένα άλλο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει, όσον αφορά στη σύσταση του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, είναι η παρουσία των σλαβικής καταγωγής Μελιγγών, εγκαταστημένων στην περιοχή αυτή του Δεσποτάτου, που στην υστεροβυζαντινή πια εποχή αποτελούν πλήρως αφομοιωμένα και ενσωματωμένα στοιχεία του βυζαντινού κράτους, που μιλούν την ελληνική γλώσσα και έχουν ελληνική συνείδηση.

Καθώς λοιπόν τα όρια της άλλοτε πανίσχυρης Pax Byzantina συρρικνώνονται δραματικά σε ανατολή και δύση, η αυτοκρατορία πληθυσμιακά θα συνεχίσει να παραμένει μωσαϊκό λαών και συνειδήσεων ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες επαρχίες της.

Stradioti Και Μάνη

Πάρα πολλές οικογένειες Μανιατών είναι απόγονοι των βυζαντινών (και μεταβυζαντινών) stradioti ή stratioti. Η κατανόηση της φύσης αυτών των ανδρών θα βοηθήσει να κατανοήσουμε βαθύτερα το ύφος και την ψυχοσύνθεση και την δυναμική τα οποία εμφύσησαν στις επόμενες γενιές.

Στα τέλη του 15ου αιώνα εισέρχονται στον ευρωπαϊκό τρόπο πολέμου δύο νέα στοιχεία: το πρώτο προέρχεται από το παρελθόν και πρόκειται για το πυκνό, δορυφόρο πεζικό που κινείται μαζικά ως συμπαγής φάλαγγα με εξέχοντες σε αυτό το είδος μάχης τους ορεσίβιους Ελβετούς. Το δεύτερο στοιχείο θα καθορίσει το μέλλον της στρατιωτικής τακτικής και είναι η χρήση της πυρίτιδας.

Το πεδίο στο οποίο θα δοκιμαστούν και θα εφαρμοστούν μαζικά αυτού του είδους οι νεωτερισμοί ήταν οι Ιταλικοί πόλεμοι μεταξύ των ετών 1494-1559 κατά τους οποίους οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Γαλλία, Αψβουργική Ισπανία, Βενετία) συγκρούστηκαν για τον έλεγχο των ιταλικών κρατιδίων. Η στρατιωτική φιλολογία θεωρεί αυτούς τους πολέμους και στρατούς ως τους πρώτους σύγχρονους της νεώτερης εποχής. Σε αυτό λοιπόν το πεδίο μάχης που σφυρηλατήθηκε το νέο είδος πολέμου έκαναν την εμφάνισή τους οι stratioti, οι πρώτοι Έλληνες μεταβυζαντινοί πολεμιστές. Εδώ πρέπει να πούμε  πως αυτού του τύπου στρατιώτες δεν προέρχονταν αποκλειστικά από την Ελλάδα. Η Αλβανία, η Σερβία, η Κύπρος και άλλες περιοχές της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τροφοδότησαν πολλούς στρατούς με μισθοφόρους τέτοιου τύπου κατά τον 15ο και 16ο αιώνα.

Οι stratioti ήταν ελαφρύ ιππικό, μετεξέλιξη των στρατιωτών του υστεροβυζαντινού στρατού (στρατιώτης σήμαινε τον ελαφρό ιππέα), που υπηρετούσαν τους τελευταίους βυζαντινούς δεσπότες της Πελοποννήσου. Κατά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς αυτά τα μισθοφορικά σώματα χρησιμοποιήθηκαν από τους Βενετούς για να υπερασπίσουν τις κτήσεις τους στο Ναύπλιο, τη Μεθώνη, τη Κορώνη και τη Μονεμβασιά. Όταν ξέσπασαν οι ιταλικοί πόλεμοι οι Βενετοί μετέφεραν τα στρατεύματα αυτά στην Ιταλική χερσόνησο και επηρέασαν με την ιδιαίτερη μαχητική τους ικανότητα την εξέλιξη των στρατιωτικών σχηματισμών, συμβάλλοντας καίρια σ’ αυτό που οι στρατιωτικοί ιστορικοί ονομάζουν ως «αναβίωση της τακτικής του ιππικού».

Η χρήση των μονάδων αυτών ήταν καταλυτική σε περιοχές με περιορισμένες εκτάσεις (κοιλάδες, κάμποι, πεδιάδες). Το μεγαλύτερο όπλο τους ήταν η ταχύτητα της κρούσης και ο αιφνιδιασμός. Βασίζονταν στην ευκινησία τους ιδιαίτερα απέναντι στους Οθωμανούς οι οποίοι είχαν ιδιαίτερα καλό ιππικό.

Το σίγουρο είναι ότι η ιστορική κοιτίδα των stratioti είναι η Ήπειρος (και πιο συγκεκριμένα η Χιμάρα) από την οποία οι Βυζαντινοί στρατολόγησαν τα στρατιωτικά σώματα που στελέχωσαν τις φρουρές των κάστρων της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας κατά τον ύστερο μεσαίωνα. Οι στρατιώτες μετακινούνταν μαζί με τις οικογένειές τους και έναν ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, τη φάρα.

Μία εξαιρετική εικόνα των stratioti μας δίνει ο βενετός χρονογράφος Marco Sanudo:

«Οι Στρατιώται είναι Έλληνες, και φορούσι πλατείς επενδύτας και υψηλούς πίλους, τινές δε και θώρακας. Κρατούσι λόγχην εις την χείρα και ρόπαλον, εν δε τω πλευρώ κρεμώσι σπάθην. Τρέχουσιν ως πτηνοί, και μένουσιν απαύστως επί των ίππων των, οίτινες δεν τρώγουσι χόρτον ως οι ιταλικοί. Ειθισμένοι εις ληστείας συνεχώς δηούσι την Πελοπόννησον. Άριστος κατά των Τούρκων προμαχών, διοργανίζουσι κάλλιστα τας επιδρομάς και λεηλασίας, επιτίθενται εξ απροόπτου κατά του εχθρού, και είναι πιστοί εις τον κύριόν των. Δεν αιχμαλωτίζουσιν, αλλ’ αποκόπτουσι τας κεφαλάς, εφ’ εκάστης των οποίων λαμβάνουσιν εν δουκάτον κατά την συνήθειάν των. Τρώγουσιν ολίγον και ευχαριστούνται με το παρατυχόν, πολύ δ’ επιμελούνται τους ίππους των. Μέγας τούτων αριθμός κατοικούσιν εις τας χώρας της Αυθεντείας, την οποίαν προθύμως υπηρετούσι, διότι αριστεύοντες ονομάζονται ιππόται και λαμβάνουσι συντάξεις, μεταβιβαζομένας εις τους υιούς των»

(Κ. Σάθας, Έλληνες Στρατιώται εν τη δύσει και αναγέννησις της ελληνικής τακτικής, Αθήνα 1885, σ. 161).

Γενάρχες πολεμιστές αυτού του τύπου από τους οποίους προήλθαν πολλές μανιάτικες οικογένειες είναι ο Μερκούριος Μπούας, ο Παναγιώτης Δοξαράς, ο Δημήτριος Βοζίκης, Κροκόδειλος Κλαδάς, ο Ισαάκιος Λάσκαρης και άλλοι. Οι περισσότεροι από αυτούς τους stradioti συνέχισαν να πολεμούν τους Οθωμανούς και μετά την πτώση του Μυστρά το 1460 με κέντρο επιχειρήσεων την Μάνη.