Ο αγωνιστής του 1821 Δημήτριος Κατσουλάκος

Φαλαγγίτης

 

Αγώνες όπως η Ελληνική επανάσταση του 1821, οφείλουν την υλοποίηση και επιτυχία τους σε μια πληθώρα άγνωστων ηρώων και όχι σε λίγες γνωστές και δημοφιλείς προσωπικότητες. Ανάμεσα σε αυτούς τους αφανείς ήρωες της ελληνικής επανάστασης ήταν και ο αγωνιστής Δημήτριος Κατσουλάκος.

 

Τα χρόνια πριν την επανάσταση

            Λίγα πράγματα γνωρίζουμε με βεβαιότητα για την ζωή του αγωνιστή πριν το 1821. Εκείνο που ξέουμε είναι πως γεννήθηκε το 1801 στον Κότρωνα την μέσα ανατολικής Μάνης και ανήκε στην πατριά των Σεβαστιάνων. Η πατριά αυτή θεωρείται σύμφωνα με την λαϊκή τοπική παράδοση ως η παλαιότερη του χωριού Κότρωνα. Τούτο δεν είναι απίθανο καθώς το όνομα «Σεβαστός» ανταποκρίνεται σε βυζαντινό τίτλο. Οι Σεβαστιάνοι στην μανιάτικη κοσμοθεωρία – κοινωνική τάξη θεωρούνταν σοϊλήδες (από υψηλή γενιά). Το παρωνύμιο «Κατζούλης» είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Μάνη και σημαίνει τον βραχύσωμο άνδρα (εκ της λέξεως cattus). Γνωρίζουμε επίσης ότι ήταν εγγράμματος (πράγμα σπουδαίο για την εποχή), καθώς έχει διασωθεί η υπογραφή του.

Τα χρόνια της Επανάστασης

            Με την έκρηξη της επανάστασης ο Δημήτρης Κατσουλάκος, όπως πολλοί άλλοι Μανιάτες, έλαβε τα όπλα κατά των Τούρκων. Το φιλοπόλεμο υπόβαθρο της περιοχής στην οποία μεγάλωσε ενέτεινε τις προσπάθειες του. Γρήγορα εξελίχθηκε σε οπλαρχηγό, όπως μαρτυρούν έγγραφα της εποχής, «μετά και άλλων οπλαρχηγών», ή αλλού «με όσους στρατιώτες εδυνήθη».  Μάλιστα αναφέρεται με το όνομα Κατζουλάκος ή Κατζουλάκης σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο.

            Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και έμεινε στο πλευρό του «έως τας τελευταίας ώρας του». Πολέμησε μαζί του στο Βαλτέτσι (12 – 13 Μαΐου 1821), όπου οι Τούρκοι κατατροπώθηκαν. Έπειτα συμμετείχε στην πολιορκία και άλωση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821). Σε αυτήν την επιχείρηση σκοτώθηκε ο θείος του. Ακολούθως συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα του Κ. Μαυρομιχάλη στην Ήπειρο προκειμένου να ανακουφίσει τους Σουλιώτες. Μετά την μάχη στο Φανάρι της Σπλάντζας όπου σκοτώθηκε ο Κ. Μαυρομιχάλης, ο Δημήτρης Κατσουλάκος επέστρεψε στην Λακωνία. Δεν γνωρίζουμε πληροφορίες για την δράση του μεταξύ 1823 και 1824. Έλαβε όμως δυναμικά μέρος στην αναχαίτιση των δυνάμεων του Ιμπραήμ που προσπάθησαν να εισβάλουν στην Μάνη το 1826.

Το σχετικό έγγραφο αναφέρει:

«Οἱ κάτωθι ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Μαραθωνησίου πίστιν βεβαίαν βεβαιοῦμεν ὅτι ὁ συμπολίτης μας κ. Δημήτριος Κατζούλης ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, λαβὼν τὰ ὅπλα κατὰ τῶν ἐχθρῶν, δὲν ἔλειψεν ἀφ’ ὅλας τὰς κατὰ τὴν Πελοπόννησον ἐκστρατείας μὲ ὅσους στρατιώτας ἐδυνήθη ὁμοῦ μετὰ τοῦ Γενναιοτάτου Καπετὰν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη ἕως τὰς τελευταίας ὥρας του. Καὶ προσέτι μάλιστα εἰς τὰς κατὰ τὴν Σπάρτην23 εἰσδρομὰς καὶ ἀποβάσεις τοῦ Ἰβραΐμη, ὅπου εἰς ὅλον ὁμοῦ τὸ διάστημα τοῦτο ἐφύλαξεν ἀκριβῶς τὰ χρέη του συναγωνισθεὶς ὑπὲρ τῆς κοινῆς ἐλευθερίας. Μάλιστα εἶναι φανερὸν ὅτι εἰς τὸ ρεσάλτο24 τῆς Τρομπολιτζᾶς25 ἐφονεύθη καὶ ὁ θεῖος του».

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, μετά την φυγή και καταδίωξη των τούρκων της Λακεδαίμονος, ο Δημήτρης Κατσουλάκος εγκαταστάθηκε κοντά στο χωριό Ξηροκάμπι, σε περιοχή που ονομάστηκε Κατσουλαίικα από το όνομα του. Σε έγγραφο του 1825 από τον οπλαρχηγό Νικόλαο Γιατράκο προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αναφέρεται ότι οι Τούρκοι ιππείς, λεγόμενοι ατλίδες έκαψαν τα χωριάτης περιοχής μεταξύ αυτών και τα Κατσουλαίικα. Στην απογραφή του Μαιζόν το 1829 αναφέρονται 6 οικογένειες με 21 κατοίκους.

17357318_265333267255962_1955482261_o

η σπάθη του αγωνιστή (χορηγία φωτογραφίας από το αρχείο της οικογένειας Κατσουλάκου)

Μετά την επανάσταση 

Το φιλοπόλεμο πνεύμα των Μανιατών ήρθε σε πλήρη αντιπαράθεση με την δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού κράτους. Στην επίθεση των Μαυρομιχαλαίων εναντίον των Καποδιστριακών δυνάμεων στο Γύθειο το 1831 ο Δημήτρης Κατσουλάκος  (κάτοικος Μαυροβουνίου) λοχίας εν υπηρεσία υπερασπίστηκε την πόλη με επιτυχία. Στις 9/7/1832 ο υποφαινόμενος συμμετείχε στην εκλογή πληρεξουσίου της περιοχής του Γυθείου για να τους εκπροσωπήσει στην εθνική συνέλευση. Την 1η Δεκεμβρίου 1836 ο υπαξιωματικός του στρατού τότε Δημήτρης Κατσουλάκος λαμβάνει τιμητικά το χάλκινο αριστείο αγώνος της ελληνικής επανάστασης. Οι διακρίσεις ωστόσο για τον ίδιο δεν σταμάτησαν εκεί. Την 1η Νοεμβρίου του 1837 αναγνωρίζεται ως ανθυπολοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. σώμα επίλεκτο και τιμητικό.

Το 1844 έγινε προσπάθεια να γίνουν οι πρώτες οργανωμένες εκλογές του ελληνικού κράτους. Αυτό δεν επετεύχθη απόλυτα καθώς οι αντιμαχόμενες οικογένειες σε κάθε επαρχία διεκδικούσαν με βία την εξουσία. Στην ανατολική Μάνη σημειώθηκαν ταραχές. Το 1845 ο Δημήτρης Πετροπουλάκης στασίασε κατά της Κυβέρνησης την οποία θεωρούσε άνομη και κατέλαβε το κάστρο της Μπαρδούνιας. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τελικώς επικράτησαν και οι στασιαστές παραδόθηκαν. Μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και ο Δημήτρης Κατσουλάκος.

            Περί το 1850 ο Δ. Κατσουλάκος επέστρεψε στα Κατσουλαίικα και παντρεύτηκε την Μαρίτσα Λάσκαρη από την Κουμουστά. Απέκτησε 5 παιδιά τρεις γιους (Γεράσιμο, Θεόδωρο, Ηλία) και δύο κόρες. Το 1872 είναι πια εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του δήμου Φάριδος. Απεβίωσε στα Κατσουλαίικα περί τα 1890. Το μοιρολόι του, έχει σωθεί και το πε η αδερφή του

«Δημήτρη μου καλέ μου αδερφέ

άξιε μου αξιωματικέ

και φαλαγγίτη ξακουστέ

Μανιάτης στα μανιάτικα

πολίτης στα πολιτικά

χωριάτης στα χωριάτικα»

Untitled

η υπογραφή του αγωνιστή

Πηγές

  1. Δ. Θ. Κατσουλάκου «ο Αγωνιστής της επανάστασης Δημήτρης Κατσουλάκος» Λακωνικαί Σπουδαί τ. 21ος , Αθήνα 2015 – 2016
  2. Δ. Θ. Κατσουλάκου «Η νότια κοίλη Λακεδαίμων και τα μοιρολόγια της» εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002
  3. Προσωπικό Αρχείο Εγγράφων Δ. Θ. Κατσουλάκου
  4. Κ. Κάσση «Μοιρολόγια της μέσα Μάνης» τ. Β Αθήνα 1980
  5. Στ. Καπετανάκη «Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες αγωνιστές», εκδ. Αδούλωτη Μάνη 2008
  6. Γ.Α.Κ Μοναστηριακά φακ. 441 σ.972
  7. Δ. Βαγιακάκου «Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων», τ. 2ος , εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 2016

θερμές ευχαριστίες στον απόγονο του αγωνιστή και συνώνυμο του Δημήτρη Κατσουλάκο για την παροχή εγγράφων.

 

 

Η Μάχη της Σπλάντζας (4 Ιουλίου 1822)

Πολεμική αναμέτρηση μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών, στο πλαίσιο της Επανάστασης του 1821. Έλαβε χώρα στη Σπλάντζα ή Σπιάτζα Φαναρίου (σημερινή Αμμουδιά Πρεβέζης) στις 4 Ιουλίου 1822 και έληξε χωρίς νικητή επί του πεδίου της μάχης.

Προ της Μάχης στα μέσα Ιουνίου του 1822 ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης και ο Ιωάννης Ραζηκότσικας, με δύναμη 500 ανδρών από τη Μάνη και το Μεσολόγγι, αποβιβάστηκαν στις ηπειρωτικές ακτές, με εντολή του Προέδρου του Εκτελεστικού (πρωθυπουργού) Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Αποστολή τους ήταν να ενισχύσουν τους στενά πολιορκούμενους στην Κιάφα Σουλιώτες. Τους μετέφεραν από το Μεσολόγγι υδραίικα πλοία, με επικεφαλής τον Νικόλαο Βώκο.

Η ολιγάριθμη ελληνική δύναμη κατέλαβε πρώτα το λιμάνι του Μούρτου (σημερινά Σύβοτα Θεσπρωτίας), όπου έκαψε τα σπίτια και συνέλαβε αιχμαλώτους 150 Τούρκους κατοίκους της περιοχής, τους οποίους έστειλε με πλοία στην Πελοπόννησο. Η αποβατική ενέργεια προκάλεσε την αντίδραση των Άγγλων, που κατείχαν τότε τα Επτάνησα και διαφέντευαν το Ιόνιο Πέλαγος. Αγγλικό πλοίο που έφθασε στον Μούρτο απαίτησε από τον Μαυρομιχάλη να εγκαταλείψει αμέσως την περιοχή. Ο μανιάτης οπλαρχηγός, επειδή φοβήθηκε πολεμική ενέργεια από μέρους των Άγγλων, αναχώρησε νοτιότερα και κατέλαβε τη Σπλάντζα, η οποία απείχε επτά ώρες από την Κιάφα και βρισκόταν στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα.

Την άφιξη του ελληνικού αποσπάσματος πληροφορήθηκαν οι πολιορκούμενοι Σουλιώτες κι έστειλαν στη Σπλάντζα τον Λάμπρο Ζάρμπα με 60 άνδρες για να ζητήσουν πολεμοφόδια και τρόφιμα. Μετά από λίγες ημέρες κατέφθασαν στο ελληνικό στρατόπεδο ο Ζώης Πάνου και ο Βασίλειος Ζέρβας, με άλλους 100 άνδρες. Την άφιξη Μαυρομιχάλη στη Σπλάντζα δεν ήταν δυνατό να μην την πληροφορηθούν και οι Οθωμανοί πασάδες. Ανησύχησαν σφόδρα από την πιθανότητα οι Έλληνες επαναστάτες να αποκτήσουν προγεφύρωμα στη Σπλάντζα κι έτσι να δυσκολέψουν τον αγώνα τους εναντίον των Σουλιωτών.

Έκριναν, λοιπόν, ότι θα έπρεπε να αναληφθεί στρατιωτική δράση και αποφάσισαν να αποσταλεί δύναμη 3000 Τουρκαλβανών και Τσάμηδων, με επικεφαλής τον Μουσταφάμπεη, παλιό Κεχαγιάμπεη της Πελοποννήσου, ο οποίος είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και στη συνέχεια είχε αφεθεί ελεύθερος. Στις 2 Ιουλίου 1822, ο Μουσταφάμπεης διαμοίρασε το στρατό του σε μικρές διάσπαρτες ομάδες, οι οποίες μέσα από διάφορα μονοπάτια θα έφθαναν στον καθορισμένο τόπο συνάντησης την επομένη ημέρα.

Πράγματι, στις 3 Ιουλίου ο στρατός του Μουσταφάμπεη συγκεντρώθηκε σε μια τοποθεσία που απείχε μία ώρα από τη Σπλάντζα. Οι επιτιθέμενοι είχαν το πλεονέκτημα ότι μπορούσαν να φθάσουν απαρατήρητοι στο ελληνικό στρατόπεδο μέσα από τις καλαμιές και τους θάμνους και να επωφεληθούν από το ελώδες του εδάφους. Και αυτή τη δυνατότητα σκόπευαν να εκμεταλλευτούν.

Όμως, για κακή τους τύχη, ένας τσοπάνης είδε τις κινήσεις τους και ειδοποίησε τους Έλληνες αρχηγούς. Στο στρατόπεδο της Σπλάντζας σήμανε συναγερμός. Οι Έλληνες ήταν απροετοίμαστοι για μάχη, καθώς δεν περίμεναν τόσο ταχεία αντίδραση από τους Οθωμανούς πασάδες. Στη σύσκεψη που ακολούθησε, επικράτησε η άποψη του Μαυρομιχάλη και των Σουλιωτών να παραμείνουν και να πολεμήσουν, ενώ δεν πέρασε η πρόταση κάποιων αξιωματικών να αποφύγουν τη σύγκρουση, επιβιβαζόμενοι στα πλοία.

Αμέσως κατασκευάστηκε ένας πρόχειρος λίθινος τοίχος κατά μήκος της ακτής, όπου ταμπουρώθηκαν οι Σουλιώτες του Πάνου, ενώ ο Ζάρμπας με 50 άνδρες οχυρώθηκε σ’ ένα πύργο στις εκβολές του ποταμού για να επιτηρεί την τυχόν εμφάνιση ιππικού. Ο Μαυρομιχάλης με τους Μανιάτες του κατέλαβε το δεξιό άκρο μέχρι της βραχώδους ακτής της Σπλάντζας.

Κυριακούλης Μαυρομιχάλης

Η Μάχη

Μία ώρα πριν από την ανατολή του ηλίου άρχισε η τουρκική επίθεση, σύμφωνα με το σχέδιο του Μουσταφάμπεη, που πίστευε ότι οι Έλληνες θα είναι ανοργάνωτοι και η αναμέτρηση θα ήταν ένας περίπατος για τους άνδρες του. Έπεσε έξω στους υπολογισμούς του, μόλις διαπίστωσε τα πρόχειρα οχυρωματικά έργα και την ετοιμότητα των ανδρών του Πάνου. Τότε διέταξε τους στρατιώτες του να αρχίσουν να πυροβολούν. Και πάλι για κακή του τύχη, τα όπλα των ανδρών του δεν εκπυρσοκρότησαν κατά το ένα τρίτο, επειδή η πυρίτιδα είχε διαβρωθεί από την υγρασία.

Οι Έλληνες απάντησαν στους πυροβολισμούς με επιτυχία, έχοντας τους Τουρκαλβανούς ακάλυπτους. Οι Μανιάτες βρίσκονταν σε ικανή απόσταση και δεν ενεπλάκησαν στα πρώτα στάδια της μάχης. Όμως, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης δεν μπορούσε να παραμείνει αδρανής. Σπεύδοντας να βοηθήσει τους Σουλιώτες του Πάνου βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στον Μουσταφάμπεη, που προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άνδρες του. Οι δύο άνδρες, παλιοί γνώριμοι από την πολιορκία της Τριπολιτσάς, αιφνιδιάστηκαν από την απρόσμενη συνάντηση. Γρήγορα ανέκτησαν την αυτοκυριαρχία τους και άρχισαν τις μεταξύ τους λεκτικές προσκλήσεις.

Η μάχη όλο και δυνάμωνε. Και τότε συνέβη το μοιραίο. Μια σφαίρα από εχθρικό όπλο βρήκε στη μασχάλη τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τον τραυμάτισε σοβαρά. Λίγο προτού αφήσει την τελευταία του πνοή, διέταξε τον ιπποκόμο του να πάρει την αιματοβαμμένη ζώνη του και να την παραδώσει στην οικογένειά του στη Μάνη. Οι Έλληνες, απορροφημένοι από το θλιβερό γεγονός της απώλειας του αρχηγού τους, θα διέτρεχαν μεγάλο κίνδυνο, εάν ένα δικό τους βόλι δεν έριχνε άπνου τον Μουσταφάμπεη.

Οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν, το ίδιο έπραξαν και οι Έλληνες. Η τρίωρη μάχη είχε λήξει χωρίς νικητή. Οι απώλειες για μεν τους Τούρκους ήταν 43 νεκροί και πέντε αιχμάλωτοι και για τους Έλληνες μόλις 3 νεκροί. Οι Μανιάτες, αφού σκότωσαν τους πέντε αιχμαλώτους για να εκδικηθούν την απώλεια του Μαυρομιχάλη, επιβιβάσθηκαν στα πλοία τους και αναχώρησαν για το Μεσολόγγι με τον νεκρό αρχηγού τους. Την ίδια ημέρα (4 Ιουλίου 1822) οι ελληνικές δυνάμεις υπέστησαν δεινή ήττα σε μια άλλη πιο σημαντική μάχη στο Πέτα της Άρτας.

Έτσι, σε συνδυασμό με τη μάχη της Σπλάντζας, η ελληνική εκστρατεία στην Ήπειρο σημείωσε παταγώδη αποτυχία. Οι Σουλιώτες μετ’ ολίγον συνθηκολόγησαν με τους Οθωμανούς κι εγκατέλειψαν το Σούλι για τα Επτάνησα. Έτσι, έμεινε ανοιχτός ο δρόμος για την κάθοδο των Οθωμανών προς την Πελοπόννησο, εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο την Ελληνική Επανάσταση.

Ο θάνατος του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, γνωστού τότε αγωνιστή για την ανδρεία και την φιλοπατρία του είχε μεγάλο αντίκτυπο και στο εξωτερικό. Αναφέρουμε περικοπές, για την Ιστορική εκείνη μάχη της Σπλάντζας και την ανδρεία του

Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, από τα απομνημονεύματα -του Χρ Περραιβού και του Ιστορικού Γ. Φίνλεϋ.

… Ο Κυριακούλης αντιληφθείς τον Ζώη Πάνου (Σουλιώτη οπλαρχηγό) κινδυνεύοντα, ώρμησεν ακάλυπτος μετά τριών συντρόφων του εις βοήθειάν του, αλλά τότε εχθρική σφαίρα έπληξεν αυτόν καιρίως εις την μασχάλην και τον εφόνευσεν.

Αμέσως δε ακολούθως στρατιώτης του Κυριακούλη, σκοπεύσας μετά προσοχής, επυροβόλησεν επιτυχώς τον πολεμοχαρή Σελικτάρην των Τουρκαλβανών Αχμέτ Μπέην και εφόνευσεν αυτόν. Οι Τουρκαλβανοί τότε δείλιασαν, αλλά το ολιγάριθμον των ημετέρων δεν επέτρεπε μακράν καταδίωξιν αυτών.

…Την επιούσαν οι μεν Σπαρτιάται λαβόντες το πτώμα του αρχηγού των έπλευσαν με τέσσαρα πλοία εις Μεσολόγγιον, όπου έθαψαν αυτό μετά της ανηκούσης πομπής και παρατάξεως, οι δε Σουλιώται επέστρεφαν εις τα ίδια δια νυκτός, (απομνεύματα Χρ. Περραιβού).

Ο στρατηγός Γκόρτον. που εγνωρίζετο προσωπικώς με τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, γράφει:

«Η Ελλάδα έχασε σ’ αυτόν έναν από τους ικανωτέρους και πιο ατρόμητους πολεμιστές της, και από μια μοναδική συγκυρία ο παλιός αντίπαλός του στο Βαλτέτσι Αχμέτ Κεχαγιάς σκοτώθηκε στην ίδια σύγκρουση». (Ιστορία Γ. Φίνλεϋ, σελ. 245).

ΠΗΓΕΣ: