Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΗΣ ΠΕΤΡΙΝΑΣ

Αναδημοσίευση άρθρου Ιορδάνη Δημακόπουλου (διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου)

%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%bc%ce%bc%ce%b1

Σχεδιάγραμμα του χωριού Πετρίνα

Ή Κώμης «Εκφρασις τοϋ συνδεομένου προς τους Παλαιολόγους «νομοφύλακος ‘Ιωάννου
διακόνου τοϋ Ευγενικού» έχει συνταχθεί, ίσως στό β’τέταρ. τοϋ 15ου αι.,
μετά άπό επιτόπια επίσκεψη και μέ αφορμή τήν ανάληψη θέσεως ή καί παροχή δικαιωμάτων
άμεσα ή έμμεσα σχετιζομένων μέ τή Λακωνική Πέτρινα, τή «χρηστή κώ-
μη’Ότήν όποια καί αναφέρεται.Παρά τή σημασία τοϋ κειμένου γιά τήν ανασύνθεση
της είκόνας ‘ενός υστεροβυζαντινού χωριού ή τήν ιστορική γεωγραφία καί μνημειακή
τοπογραφία της περιοχής του, ή «Εκφρασις δέν είχε απασχολήσει τήν έρευνα.
Σ’αυτήν περιέχεται πάντως καί ή αρχαιότερη μνεία ενός κοινοτικού πύργου,
πoύ βρισκόταν επάνω σέ λόφο, στό μέσον τού χωριού, καί είχε κτισθεί άπό
τους κατοίκους,οι όποιοι μάλιστα τόν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει γιά τήν άντί-
μετώπυη επιδρομέων άπό γειτονική περιοχή.

Στά 1554, ή Πέτρινα εμφανίζεται στό χάρτη τού Agnese (Petina), ένώ ό Άμβρ.
Φραντζής καταχωρεί τρείς πύργους στον προεπαναστατικό οικισμό, στον κατάλογο
των πύργων των Τουρκαλβανών της Μπαρδούνιας, πού είχαν εγκατασταθεί εκεί άπό
τό 1715 γιά νά τήν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι στις πρώτες ημέρες τού ‘Αγώνα.
Στά 1892,0 Κ. Νεστορίδης,στήν πρώτη έκδοση της ‘Εκφράσεως, σημειώνει, μέ τήν
ίδια όμως ανακρίβεια,τήν ύπαρξη θεμελίων, δήθεν, τοϋ πύργου μέσα στό χωριό.

%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-2

ο πύργος της βυζαντινής περιόδου από τo Google Earth – street view

«Ομως, στή σημερινή Πέτρινα, δ μοναδικός πύργος πού εξακολουθεί νά υφίσταται,
καί μάλιστα άθικτος σχεδόν καί ακέραιος, είναι ακριβώς ό Παλαιολόγειος πύργος
της. ‘Υψώνεται επιβλητικότατος μέσα σέ μεγάλη αυλή,πάνω στην δδ. Θαλή Κουτού-
πη (βλ. τοπογρ., άρ. 1), προς Ν της κεντρικής πλατείας (άρ. 8). Ή θέση του
πάνω σ’έναν άπό τους λόφους της Πετρίνας, σέ συνδυασμό προς τήν Παναγίτσα,τήν
παλιότερη εκκλησία τού χωριού, πολύ χαμηλότερα (άρ. 2), ένα δρομικό κτίσμα στεγασμένο
μέ οξυκόρυφη καμάρα ενισχυμένη μέ σφενδόνιο,πού πρέπει νά ταυτισθεί μέ
μιά άπό τις τρείς εκκλησίες πού μνημονεύει δ Ευγενικός, προσδιορίζει τή θέση
καί τή σημαντική έκταση πού κάλυπτε ή υστεροβυζαντινή Πέτρινα.

παραδοσιακό σπίτι στην Πετρίνα (http://www.exploring-greece.gr)

Τό κτήριο, μοναδικό είδος πύργου της εποχής, παρουσιάζει συγκεκριμένες όμοιότητες προς τά αρχοντικά καί σπίτια τοϋ Μυστρά, καθώς όμως και προς έναν τύπο πύργων
τοϋ τουρκοκρατούμενου Μοριά,ή ύπαρξη και. διάδοση των όποιων μαρτυρεΐται άπό
τό 1671. Πρόκειται γιά άνωγοκάτωγο,πλατυμέτωπο κτίσμα, τοϋ τύπου Β πού διακρίνει
δ ‘Ορλάνδος στο Μυστρά, έξ. διαστ. 6 Χ 14 μ.καί ύψους 10 μ., περίπου,μέ κα-
μαροσκέπαστο Ισόγειο, μέ δύο τοξωτά ανοίγματα στή βόρεια πλευρά, καί μεγάλη αίθουσα
(τρίκλινος) στον όροφο,μέ δυό άντικρυστά θυρώματα εισόδου καί επτά συνολικά
παράθυρα. Σέ επαφή προς τή νότια πλευρά του, υφίσταται καί δεύτερο όρθογώ-
νικδ κτίσμα, λίγο στενότερο, μέ καμαροσκέπαστο ισόγειο καί αρχικό όροφο, τό όποιο
όμως φαίνεται μάλλον νά αποτελεί, μαζί μέ τήν έξ.σκάλα του καί ένα ημικυκλικό
«κλουβί», μεταγενέστερη προσθήκη. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι μέ αργούς λίθους
καί πήλινα όστρακα καί μόνον στις γωνίες υπάρχουν λαξευτοί γωνιόλιθοι. «Ολα
τά ανοίγματα είναι τοξωτά,μέ όρθογωνικά όμως πλαίσια,πάνω άπό τό άνώφλι των
όποιων εκτείνεται ανακουφιστικό ημικυκλικό τόξο, άπό εναλλάξ αψιδόλιθους καί
πλίνθους, τριγυρισμένο άπό λεπτή ταινία τούβλων. Στά στηθαία των παραθύρων, καθώς
καί στην όρθογωνική καταχύστρα,πάνω καί πλάγια στό θύρωμα της βόρειας πλευράς,
προεξέχουν ζεύγη μεγάλων πέτρινων φουρουσιών,ειδικού προορισμού. Ή προσπε’-
λαση, κατευθείαν στον όροφο,γινόταν μέ αιρετή σκάλα ή μέ συνδυασμό κτιστής σκάλας,
σέ απόσταση, καί αιρετού σανιδώματος. ‘Εκατέρωθεν των παραστάδων της εισόδου
στον δροφο, εκεί ακριβώς όπου σέ κτήρια του Μυστρά υπήρχαν πλίνθινοι σταυροί
μέσα σέ πλαίσιο άπό τούβλα, εδώ έχουν έντοιχισθεϊ άποτμήματα επιτύμβιων μάλλον
στ»|^ών, μέσα σέ πλαίσιο,μέ παραστάσεις ανδρικής καί γυναικείας μορφής,αντίστοιχα,
πού πρέπει νά προέρχονται άπό τό κοντινό Γύθειο,τήν παράκτια εκείνηπεριοχή γιά τήν όποια ό Ευγενικόςαναφέρει «τείχους ίχνη καί πύργων καί θεάτρου καί οικημάτων αρχαιοτάτων καί αγαλμάτων λείψανα» .

Παρατηρήσεις

Η Πετρίνα σήμερα υπάγεται στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Ωστόσο επί Τουρκοκρατίας υπαγόταν στα Βαρδουνοχώρια τα οποία τα κατείχαν οι Τούρκοι. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει τρεις πύργους στους οποίους διέμεναν Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες. Σήμερα δεν σώζονται άλλοι πλην του αναφερόμενου. Το ύψος του 10μ, θεωρείται αρκετά ψηλό μιας και την εποχή που χτίστηκε τα περισσότερα σπίτια της περιοχής δεν ξεπερνούσαν τα 5μ.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιορδάνη Δημακόπουλου «ο Παλαιολόγειος Πύργος της λακωνικής Πετρίνας» 5ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και τέχνης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1985.
  2. Google Earth – street view

Δ ΤΟΠΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΑΚΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ 10/11 έως 12/11

Νομικό Πρόσωπο Πολιτισμού και Περιβάλλοντος του Δήμου Σπάρτης

Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Σπάρτης

Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών

Laconia Studies logo

10-12 Νοεμβρίου 2016

Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Σπάρτης

(Κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Σπάρτης)

Πρόγραμμα

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Σπάρτης

(Κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Σπάρτης)

Εναρκτήρια συνεδρία (17.30-19.30)

Προεδρείο: Παναγιώτης Κομνηνός

17.30-18.00: Υποδοχή συνέδρων

18.00-18.30: Κήρυξη των εργασιών του συνεδρίου

Χαιρετισμοί

18.30-18.45: Σταύρος Καπετανάκης, Μάνη και Ιμπραήμ

18.45-19.00: Θεόδωρος Κατσουλάκος, Νέα στοιχεία για την καταγωγή του Πέτρου Πελοποννησίου

19.00-19.30: Συζήτηση

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Σπάρτης

(Κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Σπάρτης)

Α πρωινή συνεδρία (9.00-10.30)

Προεδρείο: Αθανάσιος Φωτόπουλος

9.30-9.45: Ευαγγελία Δρογκάρη – Μπέτα, Κωνσταντίνος Δρογκάρης, Ο φάρος του Γυθείου στο νησάκι Κρανάη.

9.45-10.00: Ελευθέριος Αλεξάκης, Οι πύργοι της γενιάς. Στρατιωτική οργάνωση και κοινωνικο-οικονομική μεταβολή στη Λακωνία. Η περίπτωση της Συκιάς Μονεμβάσιας (1700-1900)

10.00-10.15: Δημήτρης Κατσουλάκος, Η εικόνα του Χάρου στα μοιρολόγια της Λακεδαίμονος

10.15-10.30: Γεωργία Κακούρου – Χρόνη, Η διαλεκτική της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου με το έργο των προγόνων

10.30-11.00: Συζήτηση

11.00-11.30: Διάλειμμα

Β πρωινή συνεδρία (11.00-12.30)

Προεδρείο: Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη

11.30-11.45: Αντώνης Τάντουλος, Νομισματοκοπεία λακωνικών πόλεων την περίοδο των Σεβήρων

11.45-12.00: Αθανάσιος Φωτόπουλος, Ειδήσεις περί της Μάνης από σπάνιο φυλλάδιο του 19ου αι.

12.00-12.15: Μιχαήλ Κορδώσης, Ο δεσπότης Ιωάννης Χαμάρετος και η επιβολή της φραγκικής κυριαρχίας στη Μάνη

12.15-12.30: Μαρία Τσούλη, Ανασκαφικές έρευνες στο πλαίσιο του Έργου: Βελτίωση της οδού Γύθειο-Αρεόπολη-Γερολιμένας κατά τμήματα. Τα νέα αρχαιολογικά δεδομένα.

12.30-13.00: Συζήτηση

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Σπάρτης

(Κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Σπάρτης)

Α απογευματινή συνεδρία (17.30-18.45)

Προεδρείο: Μιχαήλ Κορδώσης

17.30-17.45: Δημήτριος Βαχαβιώλος, «…κατὰ τοὺς μεμαθηκότας…σχεδιάζειν συγγένειαν ἀνυπόστατον». Μία μικρή ιστορία οικογενειακού δικαίου από τη Μεγάλη Βρύση των αρχών του 18ου αιώνα.

17.45-18.00: Κυριάκος Κάσσης, Πρόσθετες πληροφορίες για τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης μέσα από επιστολή του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη

18.00-18.15: Νικόλαος Καλοσπύρος, Το «Παρθένειον» του Αλκμάνος: νέα κριτική έκδοση, νεοελληνική μετάφραση και ειδολογικός υπομνηματισμός.

18.15-18.45: Συζήτηση

18.45-19.15: Διάλειμμα

Β απογευματινή συνεδρία (19.15-20.30)

Προεδρείο: Ελευθέριος Αλεξάκης

19.15-19.30: Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, Λάκωνες και Τσάκωνες στη Ρουμανία: πρώτη προσέγγιση με βάση ιστορικές και μνημειακές μαρτυρίες

19.30-19.45: Παναγιώτης Κομνηνός, Η διαχρονική παρουσία της οικογένειας Κομνηνού στην περιοχή Κουμουστάς – Ξηροκαμπίου

19.45-20.00: Κυριακή Μοσχοβάκου, Δημήτριος Α. Πετρακάκος (1871-1949)

20.00-20.30: Συζήτηση

LEAR 65

– τοπίο της Σπάρτης – το ζωγράφισε στις 23 Μαρτίου του 1849 ο Edward Lear

https://eurotas.wordpress.com

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Σπάρτης

(Κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Σπάρτης)

Α πρωινή συνεδρία (9.00-10.30)

Προεδρείο: Δήμητρα Σταθοπούλου

9.30-9.45: Ιουλία Παπαγεωργίου, Δανάη Χαραλάμπους, Ο γραπτός διάκοσμος του νάρθηκα του ναού του Αγίου Δημητρίου στα Χρύσαφα Λακωνίας

9.45-10.00: Παναγιώτα Σκάγκου, Το αρχαιολογικό έργο στην Άνω Πόλη Μονεμβασίας

10.00-10.15: Γιάννα Κατσουγκράκη, Μνημείο – Μουσείο – Σχολείο: διαμορφώνοντας τους πολίτες του μέλλοντος, μέσα σε τόπους ενεργής βιωματικής μάθησης

10.15-10.30: Παναγιώτης Περδικούλιας, Το σιγίλλιο του Πατριάρχη Φιλόθεου Κόκκινου ἑπί τῇ σεβασμίᾳ μονῇ τοῦ Βροντοχίου. Τοπογραφικές παρατηρήσεις.

10.30-11.00: Συζήτηση

11.00-11.30: Διάλειμμα

Β πρωινή συνεδρία (11.00-12.30)

Προεδρείο: Θεόδωρος Κατσουλάκος

11.30-11.45: Δήμητρα Σταθοπούλου, Η κοινωνική πρόνοια στη Λακωνία κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής: η περίπτωση του Ε.Ο.Χ.Α. Σπάρτης

11.45-12.00: Παναγιώτης Ξηντάρας, Οι χρονογραφικές καντρίλιες από τις «κόκκινες πινελιές» του Κώστα Παρορίτη

12.00-12.15: Μανώλης Στεργιούλης, Η Συνέλευση των Λακεδαιμονίων προ του Πελοποννησιακού πολέμου και οι παραδοξότητές της

12.15-12.30: Χαρά Γιαννακάκη, Αφροδίτη Βλάχου, Γουλιέλμος Ορεστίδης, Το έργο ανάδειξης και αποκατάστασης του Κυκλοτερούς Οικοδομήματος στην Ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης. Νέα αρχαιολογικά και αρχιτεκτονικά δεδομένα.

12.30-13.00: Συζήτηση

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Σπάρτης

(Κτίριο της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης της Σπάρτης)

Α απογευματινή συνεδρία (17.30-18.45)

Προεδρείο: Γεωργία Κακούρου – Χρόνη

17.30-17.45: Αιμιλία Μπάνου, Η Λακωνία υπό το φως των εξελίξεων της μυκηναϊκής αρχαιολογίας: Ερευνητικές υποθέσεις και προοπτικές.

17.45-18.00: Σοφία Μενενάκου, Συμβολή στη μελέτη απόδοσης των μορφών και του χώρου σε ναούς του 18ου αι. στη Μάνη

18.00-18.15: Ευαγγελία Ελευθερίου, Νέα στοιχεία για το Γεράκι Λακωνίας κατά τους βυζαντινούς χρόνους

18.15-18.45: Συζήτηση

18.45-19.15: Διάλειμμα

Β απογευματινή συνεδρία (19.15-20.45)

Προεδρείο: Αιμιλία Μπάνου

19.15-19.30: Άννη Λιναρδάκη, «Λακωνία, Λακωνικά και Περιήγησις και Βιογραφία του Ιατροφιλόσοφου Αρχιμανδρίτη Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού (1777-1853)

19.30-19.45: Νεκτάριος Σκάγκος, Αρχαιότητες στην περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς

19.45-20.00: Λεωνίδας Σουχλέρης, «Ἡ Βελμινᾶτις χώρα» στην βόρεια Λακεδαίμονα

20.00-20.15: Γεώργιος Καλκάνης, Μια απάντηση (και) από την Ι.Μ. Γόλας στο ερώτημα «Θρησκεία ή/και Επιστήμη»;

20.15-20.45: Συζήτηση

Λήξη των εργασιών του συνεδρίου

ΣΥΝΕΔΡΟΙ

1. Αλεξάκης Ελευθέριος, Δρ Εθνολόγος, τ. διευθυντής Ερευνών Ακαδημίας Αθηνών

2. Βαχαβιώλος Δημήτριος, Δρ. Βυζαντινής Ιστορίας

3. Βλάχου Αφροδίτη, MSc Αρχαιολόγος

4. Γεωργιτσογιάννη Ευαγγελία, Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και του Πολιτισμού, Κοσμήτορας Σχολής Περιβάλλοντος, Γεωγραφίας και Εφαρμοσμένων Οικονομικών του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

5. Γιαννακάκη Χαρά, MSc Aρχαιολόγος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας

6. Δρογκάρη – Μπέτα Ευαγγελία, Φιλόλογος

7. Δρογκάρης Κωνσταντίνος, Ιατρός – Ερευνητής

8. Ελευθερίου Ευαγγελία, Δρ. Αρχαιολόγος, Επιμελήτρια Αρχαιοτήτων Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας

9. Κακούρου – Χρόνη Γεωργία, Δρ. Μουσειολόγος-Ιστορικός Τέχνης

10. Καλκάνης Γεώργιος, Καθηγητής Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

11. Καλοσπύρος Νικόλαος, Επισκέπτης Καθηγητής της Ιστορίας και της Ερμηνευτικής της Κλασικής Φιλολογίας, Τμήμα Μ.Ι.Θ.Ε., ΕΚΠΑ

12. Καπετανάκης Σταύρος, Ιατρός, πρώην Υφηγητής Ιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών,

13. Κάσσης Κυριάκος, Συγγραφέας

14. Κατσουγκράκη Γιάννα, Αρχαιολόγος, ΜΑ Λαογραφίας, υπεύθυνη εκπαιδευτικών δράσεων ΕΦΑΛΑΚ

15. Κατσουλάκος Δημήτρης, δ. Φ.

16. Κατσουλάκος Θεόδωρος, δ. Φ.

17. Κομνηνός Παναγιώτης, Δικηγόρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σπάρτης

18. Κορδώσης Μιχαήλ, τ. Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

19. Λιναρδάκη Άννη, Δρ. Ιστορίας – Αρχαιολογίας, Παρίσι X,

20. Μενενάκου Σοφία, Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης

21. Μοσχοβάκου Κυριακή Ι., Πολιτικός επιστήμων

22. Μπάνου Αιμιλία, Επίκουρη Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

23. Ξηντάρας Παναγιώτης, δ. Φ., Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

24. Ορεστίδης Γουλιέλμος, MSc Aρχιτέκτονας μηχανικός

25. Παπαγεωργίου Ιουλία, Δρ. Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη Τμήματος Εποπτείας Ελληνικών και Αλλοδαπών Επιστημονικών Ιδρυμάτων και Συντονισμού Θεμάτων Διεθνών Συνεργασιών και Οργανισμών ΔΒΜΑ , ΥΠΠΟΑ.

26. Περδικούλιας Παναγιώτης, Αρχαιολόγος, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας,

27. Σκάγκος Νεκτάριος, ΜΑ Αρχαιολόγος

28. Σκάγκου Παναγιώτα, MSc Αρχαιολόγος Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας, Μεταπτυχικό δίπλωμα ΕΜΠ «Συντήρηση και Αποκατάσταση Ιστορικών Κτιρίων και Συνόλων»

29. Σουχλέρης Λεωνίδας, Αρχαιολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας

30. Σταθοπούλου Δήμητρα, Δρ. Φιλολογίας, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Μεσσηνίας

31. Στεργιούλης Μανώλης, δ.Φ., Σχολικός Σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

32. Τάντουλος Αντώνης, Ιατρός

33. Τσούλη Μαρία, Δρ. Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη Τμήματος Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων, Αρχαιογνωστικής έρευνας και Μουσείων, Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας

34. Φωτόπουλος Αθανάσιος, πρ. Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών

35. Χαραλάμπους Δανάη, Δρ. Αρχαιολόγος, Προϊσταμένη Τμήματος Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων, Αρχαιογνωστικής έρευνας και Μουσείων ΕΦ.Α.ΛΑΚ

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Άγρια Σπαράγγια – ομελέτα

Τα σπαράγγια θεωρούνται και είναι ο αριστοκράτης των λαχανικών. Επιστημονικά (από μια γρήγορη περιήγηση στο διαδίκτυο) «είναι μονοκότυλα, αναρριχώμενα ή θαμνώδη φυτά, αυτοφυή ή καλλιεργούμενα ως λαχανικά ή καλλωπιστικά και αποτελούν σαρκώδεις βλαστούς του φυτού Asparagus officinalis της οικογένειας των Λιλιιδών«! Είναι το αγαπημένο λαχανικό των Ευρωπαίων στη λευκή, πράσινη ή μωβ (;) εκδοχή του και τρώγεται σαν σαλάτα ή είναι συνοδευτικό gourmet πιάτων.

Αλλά για μας τους τροφοσυλλέκτες, το αγαπημένο μας είναι το άγριο σπαράγγι, ο αλήτης δηλαδή της αριστοκρατικής αυτής οικογένειας. Το άγριο βλαστάρι που σηματοδοτεί τον ερχομό της Άνοιξης!
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή:

Πώς μοιάζουν: η άγρια σπαραγγιά είναι χαμηλός θάμνος με σκούρο πράσινο χρώμα, που αντί για φύλλα έχει αγκάθια. Οι βλαστοί της βγαίνουν ξεχωριστά απευθείας από το χώμα, χωρίς την ύπαρξη κεντρικού κορμού. Αυτό που τρώγεται είναι τα νεαρά βλαστάρια. Το χρώμα τους ποικίλει από υπόλευκα, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, έως σκούρο πράσινο σχεδόν μαύρο.

Πού θα τα βρούμε: η άγρια σπαραγγιά βρίσκεται σχεδόν παντού, από δίπλα στη θάλασσα ως τα ψηλά βουνά! Αγαπάει τα νερά, τις δροσιές αλλά θα την βρεις και σε ξερούς πευκώνες! Της αρέσουν οι φράχτες, που τους χρησιμοποιεί για να πλέξει τα κλαδιά της, τα εγκαταλειμμένα οικόπεδα ή κτήματα, κοντά σε ποτάμια ή τρεχούμενα νερά. Αν δεις πευκώνες, σίγουρα από κάτω τους υπάρχουν σπαραγγιές, είναι από τα λίγα φυτά που μπορούν να επιζήσουν κάτω από τις πευκοβελόνες. Ο έμπειρος τροφοσυλλέκτης «σκανάρει» με το βλέμμα την περιοχή και εντοπίζει τα βλαστάρια που (αυθάδικα) ορθώνονται.

Πότε και πώς τα μαζεύουμε: είναι το πρώτο βλαστάρι της άνοιξης. Στα ήπια και παραθαλάσσια μέρη ξεκινάει από τα τέλη Φεβρουαρίου (οι ενδιαφερόμενοι τρέξτε, οι φωτογραφίες είναι από χτεσινή βόλτα στη Ραφήνα), όσο απομακρυνόμαστε και ανεβαίνουμε σε ύψος το Μάρτιο, (στην Τσαγκαράδα το μαζεύουμε) τον Απρίλιο, ακόμα πιο ψηλά μέχρι το Μάιο! Από το φυτό μαζεύουμε το τρυφερό βλαστάρι πριν απλώσει φύλλα, που βγαίνει από την ίδια ρίζα δίπλα με τα περσινά και παλιότερα «κλαδιά». Προσοχή- τα παλιά κλαδιά τσιμπάνε! Το κόβουμε με το χέρι έως το σημείο που είναι τρυφερό. Με αυτό τον τρόπο μαζεύουμε βλαστάρια 8-15 εκατοστών.

Πώς τα διατηρούμε: Αστειεύεστε- τα τρώμε αυθημερόν! Άντε να τα κρατήσουμε μια ημέρα σε ποτήρι ή ανθοδοχείο (είπαμε αριστοκράτης!) με νερό.

Πώς θα τα φάμε: Ας έλθουμε τώρα στα ωραία! Το αποτέλεσμα της συλλογής μας τρώγεται με διάφορους τρόπους:

  • Ωμά με λαδόξυδο και αλάτι αναδεικνύοντας την υπόπικρη γεύση τους. Μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε τις τρυφερές κορυφές στις ωμές σαλάτες.
  • Βραστά: τα βράζουμε για λίγα λεπτά σε αλατισμένο νερό, δεμένα με σπαγκάκι. Σερβίρουμε με λαδόξυδο ή λαδολέμονο. Τους αρέσει και το ψιλοκομμένο σκορδάκι!
  • Ριζότο: μια φίλη Ιταλίδα (που μας το έδειξε) κρατάει τις τρυφερές κορυφές (4 εκατοστά) χώρια, βράζει ελαφρά τα υπόλοιπα και τα σοτάρει μετά μαζί με το ρύζι χρησιμοποιώντας και το νερό τους αντί για ζωμό λαχανικών. Όταν κλείσει τη φωτιά προσθέτει τις κορυφές! Μεγαλειώδες αποτέλεσμα!
  • Ομελέτα: η κλασσική χρήση!

Ομελέτα με άγρια σπαράγγια

Υλικά

  • 1 μπουκετάκι τρυφερά βλαστάρια
  • 3 αυγά
  • λίγο γάλα
  • ελαιόλαδο
  • αλάτι και πιπέρι

Εκτέλεση

Βάζουμε λάδι σε ένα τηγάνι και μόλις αρχίσει να ζεσταίνεται ρίχνουμε μια χούφτα χοντροκομμένα κομμάτια από βλαστάρια άγριων σπαραγγιών (το πάνω μέρος). Τηγανίζουμε ελαφρά γυρίζοντας τα βλαστάρια στο τηγάνι. Σε ένα μπωλ σπάζουμε τα αυγά, προσθέτουμε λίγο γάλα, αλάτι και πιπέρι και χτυπάμε να ομογενοποιηθεί το μίγμα. Το ρίχνουμε στο τηγάνι πάνω από τα σπαράγγια. Με το πιρούνι βοηθάμε το μείγμα να τηγανιστεί ομοιόμορφα. Γυρίζουμε και ψήνουμε και από την άλλη μεριά. Σερβίρουμε με χοντροκομμένο πιπέρι. Μπορούμε να συνοδεύσουμε και με λευκό κρασί.

Σημείωση: Το κάτω μέρος των σπαραγγιών που δεν χρησιμοποιήσατε μην το πετάξετε! Κάντε μια ωραία σπαραγγόσουπα με λίγο τραχανά και απολαύστε «χωριάτικη σπαραγγόσουπα», το βραδινό βάλσαμο του τροφοσυλλέκτη μετά από μια ημέρα πεζοπορίας.

Οι «άχρηστες» γνώσεις τα άγρια σπαράγγια:
ήταν από τα αγαπημένα εδέσματα των Αρχαίων Ελλήνων και με τους βλαστούς τους στόλιζαν τις νύφες στους γάμους. Ίσως ως σύμβολα γονιμότητας.
θεωρούνται αφροδισιακά. Μάλλον λόγω σχήματος αλλά και μυρωδιάς (ρωμαλέου αλόγου) των ούρων μετά από τη βρώση τους.
θεωρούνται θεραπευτικά, δυναμωτικά, ορεκτικά και εξαιρετικά διουρητικά. Αν ψάξετε στο διαδίκτυο, θα δείτε πως θεωρούνται πανάκεια για θέματα του ουροποιητικού συστήματος και όχι μόνο.

 

ΠΗΓΗ

http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=777

Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Των Κριαλιάνων και Ταγαρουλιάνων

Μοιρολόγια

Μοιρολόι

Ε! Μπάρμπα Γιάννη Στεφανή
Αγροίκα με τι θε να ζε που
Αν έχει ο Άδης διάβατα
Κι η κάτου γης περάσματα
Και βρέκεις τον πατέρα μου
Τον γέρο Λογοθέτακα
Το ληγορότερο να ρθη
Τι α δεν ερθει κι α δεν φανεί
Θε να χαλάσει ο μαχαλάς
Τι ο Γεωργαντάς με τον Κριαλή
Ζητούσι την γεροντική
Χωρίς και να νιαι άξιοι

Το παραπάνω μοιρολόι το λέει η κόρη του καπετάνιου του 1821 Λογοθέτη Ταγαρούλια, ανθρώπου ιδιαίτερα σεβαστού όχι μόνο στην οικογένεια του αλλά και ευρύτερα στην Μάνη. Μάλιστα έφτασε να γίνει και δήμαρχος. Τα πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρει διαδραματίζοναται περί το 1850, στην περιοχή του Κούνου όπου και κοιτίδα της οικογένειας.

Η γυναίκα που θρηνεί το θείο της Γιάννη (Στεφανή), απευθύνεται άμεσα σε αυτόν όμοια με τους αρχαίους τραγωδούς. Του παραγγέλει, ανησυχώντας για την πορεία της οικογένειας, να ειδοποιήσει τον σεβαστό πατέρα της, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός , να επανέλθει του Κάτω Κόσμου ώστε να βάλει σε τάξη τα πράγματα. Δεν αναγνώριζε ως καλούς ηγέτες τον Κριαλή και τον Γεωργαντά για την μετέπειτα πορεία της οικογένειας που θα καθοριζόταν από το συμβούλιο τους (γεροντική).

Να σημειωθεί πως το παραπάνω μοιρολόι πέραν του λαογραφικού ενδιαφέροντος μας δίνει σοβαρές πληροφορίες για το ποια πρόσωπα θα αναμετρούνταν για την ηγεσία της οικογένιας Ταγαρούλια, η οποία ήταν στην τάξη των «σοιλήδων» της περιοχής. Η οικογένεια Κριαλή είναι κλάδος της παραπάνω οικογένιας από την περίοδο εκείνη και έπειτα.

stavri_01

Πύργος στο Κατωπάγγι

ΠΗΓΕΣ
• Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη ερανίσματα ιστορίας και λαογραφίας» εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Μάνη 2004

http://www.diakopes.gr

Ερμηνευτικά Σχόλια Δημήτρης Μαριόλης (νομικός), Γιάννης Μιχαλακάκος (εκπαιδευτικός)

Πύργος Κετσέα – Δολοί Αβίας

0353_22847520414_o

Βάση πύργου οικογένειας Κετσέα (φωτογραφία Γιώργος Αθανασάκος)

Ο Πύργος Κετσέα βρίσκεται στους Κάτω Δολούς της Δυτικής Μάνης και πρόκειται για σχεδόν τετράγωνο πολεμόπυργο, από τον οποίο σήμερα σώζεται μόνο η βάση. Η τοιχοποιία του Πύργου αποτελείται από λίθους και σποραδικά θραύσματα κεραμιδιών, ενώ στις γωνίες έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι. Ο Πύργος Κετσέα ανήκε στον αγωνιστή Γρηγόριο Κετσέα. Να σημειωθεί πως η οικογένεια Κετσέα θεωρείτο ιδιαίτερα ισχυρή στην περιοχή εξού και η παρουσία του πύργου της.

Τον Πύργο Κετσέα επισκέφθηκε η γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μορέως κατά τον 19οαιώνα, ενώ σύμφωνα με την προφορική παράδοση των κατοίκων εκεί είχε, επίσης, φιλοξενηθεί πριν την Επανάσταση ο απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας, Χριστόφορος Περραιβός, ο οποίος είχε ως αποστολή την συμφιλίωση των οικογενειών της Μάνης καθώς ο τόπος θα γινόταν ορμητήριο της Επανάστασης. Τούτο σημαίνει πως μέλη της οικογένειας Κετσέα πρέπει να είχαν μυηθεί στην φιλική εταιρεία.

----_23449708506_o

Μαρμάρινη πλάκα επί του Πύργου με ιστορικά δεδομένα του μνημείου 

Μέσα στον Πύργο Κετσέα βρίσκεται ο ιερός ναός Αγίου Νικολάου, ένας μονόχωρος ναός, μεγάλων σχετικά διαστάσεων, ξυλόστεγος με δίρριχτη στέγη και τρίπλευρη αψίδα, οι τοιχογραφίες του οποίου στο ιερό χρονολογούνται στα τέλη του 18ου αιώνα.

Ο Πύργος Κετσέα, κτίσμα που χρονολογείται στο τέλος της Τουρκοκρατίας, αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιστορίας του οικισμού των Δολών κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Το 1829 πέρασε από τους Δολούς ο Γάλλος χαρτογράφος Bory de Saint Vincent, σ. 251-2, ο οποίος επισκέφθηκε το Γιαννάκη Κετσέα στον πύργο του και σημείωσε τα ακόλουθα:

«Ο καπετάνιος Κετσέας, όταν ανεβήκαμε στον πύργο του από μια σκάλα και αφού μας έδωσε να πλυθούμε, μας πρόσφερε γλυκό, ένα ποτήρι νερό, τον καφέ με το κατακάθι του, και την πίπα, μας έδειξε με λίγα λόγια την αγάπη για τη Γαλλία και την εκτίμησή του για το General en Chef (στρατηγό Μαιζώνα) αρχιστράτηγο, που τον έβλεπε, λέει, με έκπληξη και φοβερά προαισθήματα «να απομακρύνεται από μια χώρα όπου η παρουσία του θα ήταν απαραίτητη για καιρό ακόμη……….».

Ο πύργος σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση, σώζεται μόνο η βάση του, ωστόσο αντιλαμβάνεται κανείς την παρελθοντική του αξία. Αποτελεί μνημείο της προ επαναστατικής Μάνης, ενώ αντιπροσωπεύει την πολεμική φυσιογνωμία του τόπου.

ΠΗΓΕΣ

  1. https://greece.terrabook.com/messinia/el/page/pirgos-ketsea
  2. Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών
  3. Φωτογραφίες Γιώργος Αθανασάκος

 

Μανιάτικες κουταλίδες

4bbffbed0b9f8a2eede206f3c261915c_xl

ΥΛΙΚΑ
  • 2 κούπες αλεύρι για όλες τις χρήσεις
  • 1 ½ κούπα νερό
  • 1 πρέζα αλάτι
  • ελαιόλαδο για το τηγάνισμα
  • μέλι ή ζάχαρη για το γαρνίρισμα
  • λίγη κανέλα, προαιρετικά

Προετοιμασία 30΄ Αναμονή 1 ώρα

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε ένα μπολ βάζουμε το αλεύρι και το αλάτι και προσθέτουμε σιγά σιγά με σταθερή ροή το νερό, ανακατεύοντας απαλά με το χέρι μας. Μόλις τελειώσει το νερό θα πρέπει το μείγμα μας να μοιάζει με σφιχτό χυλό, σχεδόν σαν ζυμαράκι. Αν κολλάει στα χέρια μπορούμε να προσθέσουμε λίγο αλεύρι ακόμη. Το αφήνουμε σκεπασμένο με μια καθαρή πετσέτα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (ή κάπου ζεστά) για περίπου 1 ώρα να φουσκώσει. Σε ένα μεγάλο και βαθύ τηγάνι βάζουμε το ελαιόλαδο να ζεσταθεί καλά. Μόλις κάψει παίρνουμε με το κουτάλι μικρές δόσεις από το ζυμάρι και τις βυθίζουμε στο ελαιόλαδο. Τηγανίζουμε για περίπου 1-2 λεπτά, μέχρι να χρυσίσουν. Καλό θα είναι να τις βάζουμε στο τηγάνι λίγες λίγες για να μην πέσει η θερμοκρασία του λαδιού. Βάζουμε με τρυπητή κουτάλα και τις ακουμπάμε σε ένα πιάτο με απορροφητικό χαρτί. Λίγο πριν σερβίρουμε πασπαλίζουμε με ζάχαρη και κανέλα, ή αν θέλουμε μέλι (αντί ζάχαρης). Τρώγονται χλιαρές.

Λίγα λόγια για τη συνταγή

Οι κουταλίδες είναι οι πρόχειρες τηγανίτες της Μάνης. Τις ονομάζουν έτσι επειδή ρίχνουν τη ζύμη στο καυτό λάδι με το κουτάλι. Τρώγονται ζεστές πασπαλισμένες με ζάχαρη ή μέλι και κανέλα. Τις έφτιαξε για μας η Ασημίνα Κατσιβέλη -Κατσιώρχη από το Διρό.

Πηγές

  1. http://www.gastronomos.gr/
  2. http://www.eleftheriaonline.gr/

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ 

 

Έθνος και Γλώσσα (της Έλλης Σκοπετέα)

pelopones_ethnic

γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου 

Η σχέση έθνους και γλώσσας είναι δύσκολο να περιγραφεί με τρόπο που να καλύπτει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ των δύο. Ο κατάλογος των εθνών, κατά τα φαινόμενα ανοιχτός ακόμα, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια χαώδη εικόνα που, από μόνη της, διαψεύδει την τρέχουσα αντίληψη περί της προνομιακής θέσης της γλώσσας ως “αντικειμενικού κριτηρίου” του έθνους (Hobsbawm 1994, 76-92). Κανένα έθνος δεν αποβλέπει εκ των προτέρων στη μονοπώληση μιας γλώσσας, μάλιστα η γλώσσα της αρχικής επιλογής του μπορεί ωραιότατα να αντικατασταθεί από κάποιαν άλλη· και, από την άλλη μεριά, καμιά γλώσσα δεν τάχθηκε “από τη φύση της” να υπηρετήσει ένα και μόνον έθνος, καθώς, όσο αρχαία και να είναι, οπωσδήποτε δεν γεννήθηκε ως “εθνική γλώσσα”. Υπάρχουν έθνη, καθ’όλα άξια του ονόματος, που μοιράζονται την ίδια γλώσσα με άλλα, ακόμα κι αν η γλώσσα αυτή τυχαίνει να είναι η γλώσσα ενός παλιού δυνάστη τους· και υπάρχουν έθνη που είναι, αντίθετα, πολύγλωσσα, και ανάγουν την ίδια την πολυγλωσσία σε στοιχείο της ταυτότητάς τους. Ακόμα και η απλούστερη εκδοχή της σχέσης -”κάθε έθνος κι η γλώσσα του” -, που αφορά μικρό μόνο ποσοστό των αναγνωρισμένων ή επίδοξων εθνών, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ποικιλία: ανάμεσα στα δύο άκρα -από τα έθνη που βρίσκουν έτοιμη μια γλώσσα ως τα έθνη που την επινοούν εκ του μη όντος-, τα περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς είναι μεγάλα. Επισκευές, εξωραϊσμοί, εκκαθαρίσεις, γέφυρες που στήνονται ή που γκρεμίζονται, πάσης φύσεως ειρηνικές ή βίαιες επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της καλλιέργειας της γλωσσολογίας ως “εθνικής επιστήμης”, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Το τελικό προϊόν, η “εθνική γλώσσα”, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολύτως “φυσικό”· και χρησιμοποιείται μεν -σαν οιαδήποτε γλώσσα- ως εργαλείο επικοινωνίας (μεταξύ “ομοεθνών”), ο ρόλος της όμως δεν εξαντλείται εδώ, καθώς το γεγονός, ακριβώς, ότι είναι “εθνική” αντιστρατεύεται την εργαλειακή της χρήση.

Αυτή η “απλούστερη εκδοχή” της σχέσης έθνους και γλώσσας -η επιδίωξη, δηλαδή, της πλήρους σύμπτωσης των δύο- δεν φαίνεται λοιπόν και πολύ απλή. Από μιαν άποψη είναι μάλιστα η πιο περίπλοκη, όχι μόνον επειδή εν πολλοίς ευθύνεται για τη μυθοποίηση της σχέσης, αλλά κυρίως επειδή απαντά εκεί όπου έλκουν τις ρίζες τους ο ίδιος ο εθνικισμός και η υλική του έκφραση, το έθνος-κράτος στη δυτική Ευρώπη των νεότερων χρόνων και στις περιοχές της άμεσης επιρροής της. Η σημερινή ποικιλία των συνδυασμών σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να υποδηλώσει αποδέσμευση των εθνών από το δυτικό πρότυπο στη “μεταμοντέρνα” εποχή μας, περιπτώσεις όμως όπως της Βοσνίας, η αυτονόμηση της οποίας συνοδεύτηκε από τη γέννηση μιας ανύπαρκτης ως χθες “βοσνιακής” γλώσσας, επιβεβαιώνουν τη δύναμή του.

Ας μη σπεύσουμε, από την άλλη μεριά, να φανταστούμε ένα “δυτικό πρότυπο” σχέσης έθνους και γλώσσας. Από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, βέβαια, προέκυψε η χαρακτηριστική, οικεία σύγχυση μεταξύ των ορίων τους, η ταύτιση της γλώσσας με το “πνεύμα” ή την “ιδιοφυία” του λαού που την ομιλεί. Το μήνυμα, όμως, ελήφθη από κοινωνίες που βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές στιγμές της ιστορίας τους, μέσα στην ίδια την Ευρώπη· και είναι ασφαλώς δύσκολο να εντάξουμε σε κοινά συμφραζόμενα παραδείγματα τόσο ανόμοια μεταξύ τους: ‘Eχουμε, πρώτον, την κατά κάποιον τρόπο απροσχεδίαστη, οπωσδήποτε μακραίωνη, διαμόρφωση μιας κοινής, που το έθνος-κράτος χρησιμοποιεί για να συνεννοείται με τους πολίτες του (Γαλλία, Βρετανία· Αnderson 1997, 75-77)· έχουμε τη μεθοδευμένη -και πιο γρήγορη- συγκρότηση μιας “άστεγης” κοινής, που προηγείται του έθνους-κράτους (Ιταλία, Γερμανία)· και έχουμε, τέλος, τα πάσης φύσεως “γλωσσικά ζητήματα” που αναφύονται στις παρυφές της Ευρώπης και αναδεικνύουν την οικοδομούμενη κοινή σε μήλον της έριδος και μείζον “εθνικό θέμα” (Ελλάδα, Σερβία· βλ. Τριανταφυλλίδης [1938] 1993, 86-96· Σκοπετέα 1988, 397-403). Ωστόσο, η “κατασκευή”, ακριβώς, μιας γενικώς αποδεκτής κοινής -έστω και αν αυτή αποδειχθεί προσωρινή λύση-, η άμεση ή έμμεση σχέση της με τις ανάγκες του έθνους-κράτους, η υποχρεωτική της εκμάθηση από τους πολίτες του, η ιδιαίτερη στοργή ή καμάρι που ο κάθε ενδιαφερόμενος λαός αισθάνεται απέναντι στη “δική του” γλώσσα (όπως άλλωστε και απέναντι στο έθνος του), θα μπορούσαν να επισημανθούν ως αναγνωρίσιμες ομοιότητες ανάμεσα στις πολλές διαφορές: Στοιχεία που θεωρούνται πλέον παγκοσμίως τόσο φυσικά, ώστε η απώτερη δυτική τους προέλευση να τίθεται, επιθετικά κιόλας, υπό αμφισβήτηση.

Από τα παραπάνω “δυτικά” παραδείγματα, τα “γλωσσικά ζητήματα” (υπόθεση, βασικά, του 19ου αιώνα) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κι αυτό επειδή κατά κανόνα συνδέονται με διαφορετικές περί του έθνους αντιλήψεις. Ποια θα είναι η γλώσσα που θα επικρατήσει; Η γλώσσα του “λαού”, που είναι τι; Η γλώσσα μιας λόγιας κάστας, που ποια περιθώρια αυθαιρεσίας διαθέτει; Και στις δύο περιπτώσεις, η νεόκοπη “εθνική γλωσσολογία” (είτε έχει είτε δεν έχει επίγνωση του πράγματος), σε στενή συνεργασία με τη φιλολογία, αυτοεξουσιοδοτείται να γνωμοδοτήσει, να αποφασίσει στην πραγματικότητα τί είναι λαός, τί είναι έθνος· και, το κυριότερο, να φτιάξει μια γλώσσα σύγχρονη, τη γλώσσα του έθνους-κράτους, που να προβλέπει χώρο για έννοιες εξ ορισμού απούσες από τη γλώσσα του “λαού”.

Ο τρόπος με τον οποίο λύθηκε το πρόβλημα στη Σερβία είναι διαφωτιστικός. Εκεί ύστερα από μακρούς και σφοδρούς αγώνες υπερίσχυσε η επιλογή του Βουκ Κάρατζιτς (στηριγμένη κατά μεγάλο μέρος στο ιδίωμα του χωριού του). Ηττήθηκε η λόγια λύση η “σερβοσλαβική” γλώσσα, γόνος της εκκλησιαστικής σλαβικής. Και οι δύο γλώσσες ήταν “προεθνικές”, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο έπρεπε να υποβληθούν σε έναν αναγκαίο “εκσυγχρονισμό”. Η λύση Κάρατζιτς συνεπαγόταν μαζικούς δανεισμούς από δυτικές γλώσσες για να αντιμετωπιστεί η πενία, σε αφηρημένες τουλάχιστον έννοιες, της δημώδους. ‘Aφησε όμως τη σφραγίδα της και στην εξέλιξη του ίδιου του σερβικού εθνικισμού, ή τουλάχιστον στη χαρακτηριστική σερβική ροπή προς τον λαϊκισμό και στην -ντόπια επίσης- εικόνα του “χωριάτικου” και εσωστρεφούς σερβικού έθνους.

‘Aλλη η ελληνική περίπτωση, όπου η καθαρεύουσα, τεχνητή γλώσσα που θεωρούνταν επί δεκαετίες και από σοβαρούς ανθρώπους ετεροχρονισμένος πρόγονος της αρχαίας ελληνικής, έμεινε χωρίς αντιπάλους κατά το μεγαλύτερο κομμάτι του 19ου αιώνα, και επωμίστηκε εξ ολοκλήρου το “εκσυγχρονιστικό” έργο, επιστρατεύοντας φυσικά γι’ αυτό την αρχαία, αλλά και νεολογίζοντας με αρκετή δόση φαντασίας κάποτε. Οι δημοτικιστές, που ανήγαγαν την υπόθεση της γλώσσας στην κατεξοχήν Ιδέα του έθνους, αγνόησαν παντελώς αυτή την πλευρά της καθαρεύουσας και ξεκίνησαν την ίδια δουλειά από την αρχή, αλλά αμέθοδα και σπασμωδικά. Δημοτική και καθαρεύουσα, από την άλλη μεριά, συνέπλευσαν αρμονικότατα -χωρίς καμιά τους να ενδιαφερθεί να το αναγνωρίσει- στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους ή στην εξελληνιστική πολιτική των αλλογλώσσων της Βαλκανικής.

Το τελευταίο αυτό σημείο θα πρέπει να τονιστεί και για έναν άλλο λόγο, άσχετο από τη διαμάχη καθαρεύουσας-δημοτικής Επειδή μας βοηθάει να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη, στον ελληνικό εθνικισμό, δύο προφανώς αντικρουόμενων απόψεων για τη σχέση έθνους και γλώσσας. Η μία, η απορρέουσα από τον ρομαντισμό, ταυτίζει έθνος και γλώσσα, εντοπίζει στη γλώσσα την ίδια την “εθνικήν ύπαρξιν”, και τη συναντάμε συνεχώς από τα χρόνια του “ελληνικού διαφωτισμού” ως και τον 20ό αιώνα. Προς τα τέλη, όμως του 19ου αιώνα, όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί αλληλοσπαράσσονται διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς, οι ‘Eλληνες αρχίζουν να αποκαθηλώνουν τη γλώσσα από την περιωπή του κεντρικού συστατικού στοιχείου του έθνους και να προβάλλουν στη θέση της την πολύ πιο εύπλαστη έννοια της “εθνικής συνειδήσεως”,ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στους κόλπους του ελληνικού έθνους και σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι κλπ. Το ότι αυτή η άποψη κατά κανέναν τρόπο δεν καταργεί την αντίθετή της (οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν αμέριμνα να ασπάζονται και τις δύο) κάτι δηλώνει για το ιδεολογικώς πολύ βεβαρημένο περιεχόμενο της σχέσης έθνους και γλώσσας.

ΠΗΓΉ

http://www.pokethe.gr/wordpress/?p=269

Οι Καλικάντζαροι Στην Παράδοση Της Μάνης

Η παράδοση της Μάνης είναι εμπλουτισμένη με πολλές ιστορίες και στιχουργήματα, που αναφέρονται σε μυθικά και υπερφυσικά πλάσματα. Πολλές από αυτές αναφέρονται στους καλικάντζαρους, οι οποίοι είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα στη Μάνη όπως Καλικάτζαροι,Λυκοκάτζαροι,Τσιλικρωτά, Παρωρίτες(Αρορίτες).

Είναι μικρά μαύρα πλάσματα, στο μέγεθος ποντικιού.Έχουν κέρατα, τριχωτά τραγίσια πόδια και ουρά. Είναι ιδιαίτρα παιχνιδιάριδες και κακοί.Η περιγραφή τους παραπέμπει στους σάτυρους ή στον θεό Πάνα και πιθανό να υπάρχει σχέση ανάμεσα στους μύθους.

Δεν είναι ικανά να κάνουν μεγάλο κακό στον άνθρωπο άλλα τους αρέσουν οι αταξίες και η δημιουργία προβλημάτων στους ανθρώπους, τα οποία τα βρίσκουν ιδιαιτέρως διασκεδαστικά.

Σύμφωνα με την παράδοση από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια, βγαίνουν μέσα από τις τρύπες πού είναι χωμένοι και κοιμούνται, για να πειράξουν τους ανθρώπους (ιδιαίτερα τα παιδιά και τους γέρους) και να κάνουν ζημιές.

Στην περιοχή της Ανδρούβιτσας (Δυτική Μάνη) τους ονομάζουν Τσιλικρωτά. Το όνομα αυτό πηγάζει από τη λέξη τσελίκι ή τσιλίκι (χάλυβας). Οι άνθρωποι έδωσαν αυτό το όνομα είτε θέλοντας να περιγράψουν μεταφορικά την ευρωστία αυτών των πλασμάτων, είτε για να περιγράψουν το χρώμα του δέρματος τους, το οποίο έμοιαζε με το χρώμα του χάλυβα.

Οι Αρορίτες (Παραωρίτες) καλικάτζαροι είναι αυτοί που βγαίνουν τα βράδια και κυνηγούν αυτούς που κυκλοφορούν πέρα της κανονικής ώρας,εξού και το ονομά τους.

Ο μεγάλος τους φόβος είναι ο αγιασμός γι’αυτό και την ημέρα των φώτων που αγιάζονται τα ύδατα εξαφανίζονται απο τον επάνω κόσμο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα χαράματα, μαζεύονται οι γυναίκες στη Μάνη και αρχίζουν να φτιάχνουν τις τηγανίδες (λαλάγγια). Μαζεύονται απο νωρίς γιατί εκείνες  ώρες οι καλικάτζαροι κοιμούνται. Καμιά φορά όμως μυρίζουν την τσίκνα του λαδιού,ξυπνάνε και τρέχουν χοροπηδηχτά προς το χωριό. Εκεί σκορπάνε μέσα στα καντούνια του χωριού και όπου μυρίσουνε λάδι να καίει ή δούν καπνό να βγαίνει απο τις καλαμωτές και τα κεραμίδια, σκαρφαλώνουν αθόρυβα στη σκεπή και πάνε στην καμινάδα. Τότε βλέπουν τις τηγανίδες να χορεύουν μέσα στο τηγάνι και τις λιγουρεύονται. Επειδή όμως είναι ψηλά και δεν τις φτάνουνε, απο τον εκνευρισμό τους όλα μαζί κατουράνε μέσα στο τηγάνι. Τότε το λάδι αρχίζει να τσιτσιρίζει και να χύνεται και η φωτιά σβήνει. Oι καλικάτζαροι εξαφανίζονται.

Τη στάχτη που έχουν κατουρήσει δεν την χρησιμοποιούν στη μπουγάδα οι γυναίκες άλλα την παίρνουν και την σκορπάνε στα χωράφια για να διώξουνε τα υπόλοιπα αερικά και τελώνια που βρίσκονται στον απάνω κόσμο εκεινες τις ημέρες μέχρι των φώτων.

Το σπίτι στο οποίο έχουν κατουρήσει  καλικάτζαροι θα υποφέρει όλο το χρόνο απο κακοτυχία.

Αυτό το δωδεκαήμερο γυναίκες και παιδιά ξεχύνονται και μαζεύουν ρίκια,χαμολιούς και αφάνες. Όταν φτάσουν στο σπίτι θα πάρουν τους χαμολιούς και θα τους σκορπίσουν μέσα στο σπίτι σε κάθε γωνιά και απάνω στο φούρνο. Θα χρησιμοποιήσουν τις αφάνες για να κλείσουν κάθε τρύπα στο σπίτι, ακόμα και στην κλειδαρότρυπα για να μην μπορούν να μπούν οι καλικάτζαροι μέσα. Τα ρίκια θα τα κάψουν στη φωτιά και μετά θα τα πάρουν και θα λιβανίσουν με αυτά όλο το σπίτι, για να ξορκίσουν τα καταραμένα τα Τσιλικρωτά.

Οι γρίες πρίν βγούν απο το σπίτι φροντίζουν να καλύψουν τις τρύπες των παπουτσιών τους για να είναι ασφαλής.

Ένα γνωστό τραγούδι για τους Καλικάτζαρους στη Μάνη που λέγεται μέχρι σήμερα:

Αρορίτες είμαστε,
αραρά γυρεύουμε
τηγανίδες θέλομε
τα παιδιά τα παίρνουμε
ή το (γ)κούρο ή τη (γ)κότα
ή θα σπάσαμε τη (μ)πόρτα.

ΠΗΓΕΣ

  • Νικόλαος Πολίτης «Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού:Παραδόσεις-Μέρος Β’»
  • Κυριάκος Κάσσης «Λαογραφία της Μέσα Μάνης Β’ Τόμος»
  • Κώστας Πασαγιάννης «Τα πρώτα παραμύθια»