Μανιάτες στην Ικαρία

η Ικαρία στα 1688 από τον DAPPER

Είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη η αντίληψη πως η Μάνη ήταν μια απομονωμένη φιλοπόλεμη περιοχή. Αυτό ωστόσο δεν είναι απολύτως σωστό. Η επαφή της με την θάλασσα έδωσαν στον πληθυσμό την αναγκαία εξωστρέφεια προκειμένου να επιβιώσει. Το ψάρεμα, η πειρατεία και το εμπόριο αποτελούσαν βασικές εργασίες του παλαιού Μανιάτη.

            Παράλληλα η αυτονομία της περιοχής οδήγησε στην πληθυσμιακή ανάπτυξη της. Η αδυναμία της περιοχής να «θρέψει» τόσο πληθυσμό έφερε ως αποτέλεσμα την σύγκρουση μεταξύ των οικογενειών του τόπου για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και ραγδαία πτώχεια. Έτσι δημιουργήθηκαν στα τέλη του 17ου και κυρίως του 18ου αιώνα μεταναστευτικά ρεύματα Μανιατών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και του εξωτερικού. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις συνεχείς συγκρούσεις με τους Τούρκους αλλά και γενικότερα τους Οθωμανούς πειρατές. Ένας από τους προορισμούς που επελέγη για μαζική εγκατάσταση Μανιατών στα μέσα του 18ου αιώνα ήταν και το νησί της Ικαρίας.

            Η μεταναστευτική αυτή κίνηση σύμφωνα με την τοπική παράδοση της Ικαρίας έχει να κάνει με την προσωπικότητα του πειρατή Σταμάτη Καστανιά. Η καταγωγή του δεν είναι εξακριβωμένη. Πολλοί τον θεωρούν Μανιάτη ενώ κατά άλλους Ικαριώτη ο οποίος μεγάλωσε στην Μάνη, κατόπιν απαγωγής του από μανιάτες πειρατές. Το σίγουρο είναι πως στην Μάνη έμαθε την ναυτική τέχνη και όπως αναφέρει η τοπική παράδοση επέστρεψε στην Ικαρία με άλλους Μανιάτες.

            Πιο συγκεκριμένα λέγεται πως πήγες το νησί γύρω στα 1750 σε ηλικία 27 ετών όχι μόνο με κατοίκους της Μάνης αλλά και δασκάλους, ιερείς και ναυπηγούς. Τους ναυπηγούς τους τοποθέτησε για διαμονή στο Γιαλισκάρι, ενώ από έναν δάσκαλο σε Λαγκάδα, Περμαρία και Περδίκι. Ο Καστανιάς για επτά χρόνια διαφύλαξε το νησί με επιτυχία από επιδρομές πειρατών ενώ ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ σε τοπικό επίπεδο που ο σουλτάνος τον αναγνώρισε «Ζαμπίτη της Ικαρίας». Του έδωσε δηλαδή τον βαθμό του αστυνόμου – τοποτηρητή. Μάλιστα είχε και επίσημη σφραγίδα για την υπογραφή των εγγράφων του που έφερε στο κέντρο έλικα και πέριξ αυτή το Καπετάν Καστανιάς.

            Ενδιαφέρον παρουσιάζουν έγγραφα και τοπικές παραδόσεις για αυτήν την μετακίνηση.

«1761 Αφιερώνω κι εγώ ο παπα Γιάννης Καφάκος εις την Αγίαν Κιουρά[νa;]το μερδικόν μου τ’ αμπέλι εις Κά(τω) Χωριόν να βάζουν τα παιδία μου τονκάθε χρόνο ένα κάρτο σιτάρι και μισόν κατζίκι και κρασί ό,τι βάζουν και οιάλλοι αδελφοί. Και όποιος ευρεθεί και αφήσει το ψυχικόν μας να έχου χέριοι αδελφοί, να τα βάνουν εις άλλο χέρι να δίνει το πάχτος»

Ενώ σε άλλο έγγραφο επαναστατικής διακήρυξης του νησιού αναφέρεται

«1795 6 Δεκεμβρίου

Εγώ ο παπά Χριστόδουλος Καφάκος έγραψα το παρόν εις το καιρόν που ρίξαμε το χαρατζομάνι της κραταιάς βασιλείας. έτσι εσυμφώνησε ο ραγιάς και έγραψα»

            Η οικογένεια που αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο έχει καθαρά Μανιάτικο επώνυμο καθώς το επώνυμο προέρχεται από την λέξη Καφός που στα μανιάτικα σημαίνει αδελφός και την κατάληξη –άκος.

Άλλα επώνυμα που συνδέονται ιστορικά με την Μάνη στην Ικαρία είναι τα Κουτήφαρης, Μελάς, Μάγκουρας, Πατσάκος, Τζαούτης, Κούβαρης, Καζάλης κ.ά. Μάλιστα σε σημείωση του ο παλαιός Ικαριώτης ιστορικός Ιωάννης Μελάς αναφέρει «τα επώνυμα αυτά αποδεικνύουν μεμονωμένην αλλά παλαιάν μετοικεσίαν Πελοποννησίων εις Ικαρίαν».

         Ο απόηχος της εποίκησης των Μανιατών στο νησί δεν παρέμεινε μόνο σε πληθυσμιακό επίπεδο. Η κοινωνία της Ικαρίας άρχισε να παρουσιάζει τα πρώτα ανοίγματα. Εμφανίστηκε ένα νέο είδος κατοικίας – το δίχωρο διώροφο σπίτι με το όνομα «πύργος» ή «πυργάρι», με δεύτερο όροφο ως ξενώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ικαρία μετοίκησαν Μανιάτες και, καθώς τόσο οι «πύργοι» όσο και οι νέοι οικισμοί έχουν κοινά στοιχεία με παρόμοια δείγματα από τη Μάνη, θεωρείται ότι οι νέοι κάτοικοι εισήγαγαν αυτή την αρχιτεκτονική.

μικρό πειρατικό του 18ου αιώνα

Πηγές

  1. επιμέλεια κειμένου Ι. Φ. Μιχαλακάκος
  2. Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη κοινωνική οργάνωση και ζωή», Αρεόπολη 2008 εκδ. Αδούλωτη Μάνη.
  3. Α. Καπετάνιος «Χώρος και χρόνος στην Δυτική Ικαρία, διαδικασίες μετάβασης και μετασχηματισμού»
  4. Ι. Μελά «Ιστορία της νήσου Ικαρίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας» Αθήνα 1955
  5. Ι. Μελά «Ιστορία της Ικαρίας» Επτά Ημέρες της Καθημερινής Αφιέρωμα στην Ικαρία, 1998.
  6. Δ. Βαγιακάκου «Μανιάται εις Ικαρία» Αθήνα σύγγραμμα περιοδικό, Αθήνα 1958
  7. http://www.ikariamag.gr/i-ikaria-kai-i-thalassa-i-naytosyni-ton-ikarion
  8. http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBody.aspx?lemmaId=6855
  9. http://el.travelogues.gr/item.php?view=32265
Advertisements

Ο Άγιος Νικόλαος (Βαρδουνοχώρια)

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο χωριό (http://naoistimani.blogspot.gr)

Οι Μανιάτες τιμούν ιδιαίτερα τον Άγιο Νικόλαο. Η έντονη παρουσία τους στην θάλασσα είτε ως πειρατές είτε ως εμπορευόμενοι είτε ως ναυτικοί τους δημιούργησε την ανάγκη να προσεύχονται στον προστάτη των θαλασσών. Αμέτρητα εκκλησάκια στο όνομα του Αγίου σε όλη την Μάνη ενώ τρεις τουλάχιστον οικισμοί έχουν σήμερα το όνομα του.

Ο μεγαλύτερος ωστόσο οικισμός που φέρει το όνομα του Αγίου Νικολάου βρίσκεται στον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου σε υψόμετρο 420 μ. περίπου και όχι παραθαλάσσια.

Το χωριό αναφέρεται σε διάφορες πηγές των Οθωμανών, Ενετών, Γάλλων και μετά την απελευθέρωση Ελλήνων. Συγκεκριμένα: στο κώδικα Muazzo το 1695 ως San Nicolo, στην απογραφή Grimani το 1700 ως S. Nicola και σε διάφορα βενετικά τεκμήρια από το 1703 έως το 1705 ως San Nicolo και S. Nicola. Απαντάται ακόμα στο ποίημα του Νικήτα Νηφάκη το 1798

«Το Σελεγούδι το φτωχό, τα Κόκκινα λουρία

ο Άγιος ο Νικόλαος και άλλα δυο χωρία»

Αναφέρεται τέλος στη στατιστική Exped. Scient. το 1829 ως Άγιος Νικόλαος. Οι πηγές αυτές παρουσιάζουν τον οικισμό άλλοτε ως οικισμό της Alta Maina  (επάνω Μάνης) και άλλοτε ως οικισμό των Μπαρδουνοχωρίων. Το σίγουρο είναι πως αποτελούσε πάντα Μανιάτικο οικισμό καθώς όλες οι πηγές μιλούν για αμιγή ελληνικό πληθυσμό με ήθη και έθιμα όπως οι Μανιάτες. Το όνομα του οικισμού πιθανόν να προήλθε όπως στις περισσότερες παρόμοιες περιπτώσεις από το όνομα της εκκλησίας του οικισμού.

Το χωριό από το κάστρο της Βαρδούνιας (https://www.exploring-greece.gr)

Πλησίον του οικισμού σε ρόλο μεθοριακού σταθμού το καλά σωζόμενο κάστρο της Μπαρδούνιας, το οποίο φύλαγε τα σύνορα με τα χωριά της «Δώθε Ρίζας του Ταϋγέτου» όπως λέγονταν τα Μανιάτικα χωριά των Μπαρδουνοχωρίων.

Νεότερες απογραφές

Απογραφές: το 1844 είχε 499 ψυχές, το 1861 είχε 493, το 1879 ως Άγιος Νικόλαος – Φρούριο Βαρδούνιας – Παλαιά Βαρδούνια 601, το 1889 είχε 550, το 1896 είχε 547, το 1907 είχε 524, το 1920 είχε 562, το 1928 είχε 573, το 1940 είχε 598, το 1951 είχε 508, το 1961 είχε 362, το 1971 είχε 282, το 1981 είχε 209 άτομα.

Untitled

Το «territorio» περιοχή της Βαρδούνιας και έξω Μάνης (Ζαρνάτας) σε Ενετικό κατάλογο του 1700 με χρώμα το χωριό Άγιος Νικόλαος

 

Πηγές

  1. Κώστας Κόμης, «Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, 15ος – 19ος αιώνας», εκδόσεις Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1995
  2. Γεράσιμος Καψάλης «Η Βαρδούνια και οι Τουρκοβαρδουνιώτες», Πελοποννησιακά τ. Β’, Αθήνα 1957
  3. Breve descrizzione corografica del Pelopomneso o’Morea: Con una gr. Carta
  4. http://www.mani.org.gr/horia/maniatika/horia/horia.htm
  5. http://www.anatolikimani.gov.gr/sightseeing/settlements/Ag-nikolas.html
  6. http://naoistimani.blogspot.gr/p/blog-page_15.html
  7. https://www.exploring-greece.gr

 

 

 

Παναγιά η Γιωργιάνικη – Αρεόπολη

Φωτογραφία του Giannis Nifiatis.

ο Ι.Ν της Παναγίας Γιωργιάνικης (φωτό Γιάννης Μιχαλακάκος)

Βασικά αξιοθέατα της Αρεόπολης αποτελούν οι εκκλησίες της. Κάθε μία από αυτές αποτελεί ένα ιδιαίτερο μνημείο αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αλλά και θρησκευτικής πίστης. Η Παναγιά η Γιωργιάνικη αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εκκλησίες της Αρεόπολης.

            Ο ναός θυμίζει μικρογραφία του Ταξιάρχη (κεντρικής εκκλησίας της Αρεόπολης). Οικοδομήθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα (1750 περίπου). Διαθέτει εξαιρετικής αρχιτεκτονικής οκτάπλευρο τρούλο, καμπαναριό, τοιχογραφίες και πολλά λιθανάγλυφα που συμβολίζουν πρόσωπα και θρησκευτικά σύμβολα. Μερικές φορητές εικόνες έχουν ημερομηνία αρχών 19ου αιώνα (1818). Βρίσκεται στο παλιό τμήμα της Αρεόπολης (Τσαλαπιάνικα). ΝΔ του κέντρου. Εορτάζει στις 15 Αυγούστου.

Λιθανάγλυφο πρόσωπο (φωτό Πέτρος Αθανασάκος)

            Η ονομασία Γιωργιάνικη σχετίζεται με την προέλευση της οικογένειας που την οικοδόμησε. Οι Γιωργιάνοι αποτελούσαν μια από τις παλαιότερες οικογένειες της Αρεόπολης. Κατά παράδοση η εκκλησία θεωρείται ότι ανήκε στην οικογένεια Μαυρομιχάλη. Δεν είναι λοιπόν απίθανο η οικοδόμηση της εκκλησίας να συνδέεται με τον πρόκριτο της Αρεόπολης Γιώργο Μαυρομιχάλη ο οποίος έζησε την περίοδο εκείνη ενώ ο γιος του Έξαρχος ήταν και ιερέας της Αρεόπολης. – Κατά άλλους οι Γιωργιάνοι ήταν ξεχωριστή παλιά οικογένεια της Αρεόπολης που συντάχθηκαν με την οικογένεια Μαυρομιχάλη και έτσι η εκκλησία επιτροπευόταν από εκείνους.

Λιθανάγλυφα σύμβολα (φωτό Πέτρος Αθανασάκος)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ζήσιος Κωνσταντίνος, «Οι Μαυρομιχάλαι, συλλογή περί των γραφέντων αυτών», Αθήνα 1904
  2. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας, οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη», Ιχώρ Αθήνα 1990
  3. http://www.etlasp.gr/
  4. http://naoistimani.blogspot.gr

Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΗΣ ΠΕΤΡΙΝΑΣ

Αναδημοσίευση άρθρου Ιορδάνη Δημακόπουλου (διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου)

%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%bc%ce%bc%ce%b1

Σχεδιάγραμμα του χωριού Πετρίνα

Ή Κώμης «Εκφρασις τοϋ συνδεομένου προς τους Παλαιολόγους «νομοφύλακος ‘Ιωάννου
διακόνου τοϋ Ευγενικού» έχει συνταχθεί, ίσως στό β’τέταρ. τοϋ 15ου αι.,
μετά άπό επιτόπια επίσκεψη και μέ αφορμή τήν ανάληψη θέσεως ή καί παροχή δικαιωμάτων
άμεσα ή έμμεσα σχετιζομένων μέ τή Λακωνική Πέτρινα, τή «χρηστή κώ-
μη’Ότήν όποια καί αναφέρεται.Παρά τή σημασία τοϋ κειμένου γιά τήν ανασύνθεση
της είκόνας ‘ενός υστεροβυζαντινού χωριού ή τήν ιστορική γεωγραφία καί μνημειακή
τοπογραφία της περιοχής του, ή «Εκφρασις δέν είχε απασχολήσει τήν έρευνα.
Σ’αυτήν περιέχεται πάντως καί ή αρχαιότερη μνεία ενός κοινοτικού πύργου,
πoύ βρισκόταν επάνω σέ λόφο, στό μέσον τού χωριού, καί είχε κτισθεί άπό
τους κατοίκους,οι όποιοι μάλιστα τόν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει γιά τήν άντί-
μετώπυη επιδρομέων άπό γειτονική περιοχή.

Στά 1554, ή Πέτρινα εμφανίζεται στό χάρτη τού Agnese (Petina), ένώ ό Άμβρ.
Φραντζής καταχωρεί τρείς πύργους στον προεπαναστατικό οικισμό, στον κατάλογο
των πύργων των Τουρκαλβανών της Μπαρδούνιας, πού είχαν εγκατασταθεί εκεί άπό
τό 1715 γιά νά τήν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι στις πρώτες ημέρες τού ‘Αγώνα.
Στά 1892,0 Κ. Νεστορίδης,στήν πρώτη έκδοση της ‘Εκφράσεως, σημειώνει, μέ τήν
ίδια όμως ανακρίβεια,τήν ύπαρξη θεμελίων, δήθεν, τοϋ πύργου μέσα στό χωριό.

%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-2

ο πύργος της βυζαντινής περιόδου από τo Google Earth – street view

«Ομως, στή σημερινή Πέτρινα, δ μοναδικός πύργος πού εξακολουθεί νά υφίσταται,
καί μάλιστα άθικτος σχεδόν καί ακέραιος, είναι ακριβώς ό Παλαιολόγειος πύργος
της. ‘Υψώνεται επιβλητικότατος μέσα σέ μεγάλη αυλή,πάνω στην δδ. Θαλή Κουτού-
πη (βλ. τοπογρ., άρ. 1), προς Ν της κεντρικής πλατείας (άρ. 8). Ή θέση του
πάνω σ’έναν άπό τους λόφους της Πετρίνας, σέ συνδυασμό προς τήν Παναγίτσα,τήν
παλιότερη εκκλησία τού χωριού, πολύ χαμηλότερα (άρ. 2), ένα δρομικό κτίσμα στεγασμένο
μέ οξυκόρυφη καμάρα ενισχυμένη μέ σφενδόνιο,πού πρέπει νά ταυτισθεί μέ
μιά άπό τις τρείς εκκλησίες πού μνημονεύει δ Ευγενικός, προσδιορίζει τή θέση
καί τή σημαντική έκταση πού κάλυπτε ή υστεροβυζαντινή Πέτρινα.

παραδοσιακό σπίτι στην Πετρίνα (http://www.exploring-greece.gr)

Τό κτήριο, μοναδικό είδος πύργου της εποχής, παρουσιάζει συγκεκριμένες όμοιότητες προς τά αρχοντικά καί σπίτια τοϋ Μυστρά, καθώς όμως και προς έναν τύπο πύργων
τοϋ τουρκοκρατούμενου Μοριά,ή ύπαρξη και. διάδοση των όποιων μαρτυρεΐται άπό
τό 1671. Πρόκειται γιά άνωγοκάτωγο,πλατυμέτωπο κτίσμα, τοϋ τύπου Β πού διακρίνει
δ ‘Ορλάνδος στο Μυστρά, έξ. διαστ. 6 Χ 14 μ.καί ύψους 10 μ., περίπου,μέ κα-
μαροσκέπαστο Ισόγειο, μέ δύο τοξωτά ανοίγματα στή βόρεια πλευρά, καί μεγάλη αίθουσα
(τρίκλινος) στον όροφο,μέ δυό άντικρυστά θυρώματα εισόδου καί επτά συνολικά
παράθυρα. Σέ επαφή προς τή νότια πλευρά του, υφίσταται καί δεύτερο όρθογώ-
νικδ κτίσμα, λίγο στενότερο, μέ καμαροσκέπαστο ισόγειο καί αρχικό όροφο, τό όποιο
όμως φαίνεται μάλλον νά αποτελεί, μαζί μέ τήν έξ.σκάλα του καί ένα ημικυκλικό
«κλουβί», μεταγενέστερη προσθήκη. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι μέ αργούς λίθους
καί πήλινα όστρακα καί μόνον στις γωνίες υπάρχουν λαξευτοί γωνιόλιθοι. «Ολα
τά ανοίγματα είναι τοξωτά,μέ όρθογωνικά όμως πλαίσια,πάνω άπό τό άνώφλι των
όποιων εκτείνεται ανακουφιστικό ημικυκλικό τόξο, άπό εναλλάξ αψιδόλιθους καί
πλίνθους, τριγυρισμένο άπό λεπτή ταινία τούβλων. Στά στηθαία των παραθύρων, καθώς
καί στην όρθογωνική καταχύστρα,πάνω καί πλάγια στό θύρωμα της βόρειας πλευράς,
προεξέχουν ζεύγη μεγάλων πέτρινων φουρουσιών,ειδικού προορισμού. Ή προσπε’-
λαση, κατευθείαν στον όροφο,γινόταν μέ αιρετή σκάλα ή μέ συνδυασμό κτιστής σκάλας,
σέ απόσταση, καί αιρετού σανιδώματος. ‘Εκατέρωθεν των παραστάδων της εισόδου
στον δροφο, εκεί ακριβώς όπου σέ κτήρια του Μυστρά υπήρχαν πλίνθινοι σταυροί
μέσα σέ πλαίσιο άπό τούβλα, εδώ έχουν έντοιχισθεϊ άποτμήματα επιτύμβιων μάλλον
στ»|^ών, μέσα σέ πλαίσιο,μέ παραστάσεις ανδρικής καί γυναικείας μορφής,αντίστοιχα,
πού πρέπει νά προέρχονται άπό τό κοντινό Γύθειο,τήν παράκτια εκείνηπεριοχή γιά τήν όποια ό Ευγενικόςαναφέρει «τείχους ίχνη καί πύργων καί θεάτρου καί οικημάτων αρχαιοτάτων καί αγαλμάτων λείψανα» .

Παρατηρήσεις

Η Πετρίνα σήμερα υπάγεται στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Ωστόσο επί Τουρκοκρατίας υπαγόταν στα Βαρδουνοχώρια τα οποία τα κατείχαν οι Τούρκοι. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει τρεις πύργους στους οποίους διέμεναν Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες. Σήμερα δεν σώζονται άλλοι πλην του αναφερόμενου. Το ύψος του 10μ, θεωρείται αρκετά ψηλό μιας και την εποχή που χτίστηκε τα περισσότερα σπίτια της περιοχής δεν ξεπερνούσαν τα 5μ.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιορδάνη Δημακόπουλου «ο Παλαιολόγειος Πύργος της λακωνικής Πετρίνας» 5ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και τέχνης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1985.
  2. Google Earth – street view

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Πύργος Κετσέα – Δολοί Αβίας

0353_22847520414_o

Βάση πύργου οικογένειας Κετσέα (φωτογραφία Γιώργος Αθανασάκος)

Ο Πύργος Κετσέα βρίσκεται στους Κάτω Δολούς της Δυτικής Μάνης και πρόκειται για σχεδόν τετράγωνο πολεμόπυργο, από τον οποίο σήμερα σώζεται μόνο η βάση. Η τοιχοποιία του Πύργου αποτελείται από λίθους και σποραδικά θραύσματα κεραμιδιών, ενώ στις γωνίες έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι. Ο Πύργος Κετσέα ανήκε στον αγωνιστή Γρηγόριο Κετσέα. Να σημειωθεί πως η οικογένεια Κετσέα θεωρείτο ιδιαίτερα ισχυρή στην περιοχή εξού και η παρουσία του πύργου της.

Τον Πύργο Κετσέα επισκέφθηκε η γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μορέως κατά τον 19οαιώνα, ενώ σύμφωνα με την προφορική παράδοση των κατοίκων εκεί είχε, επίσης, φιλοξενηθεί πριν την Επανάσταση ο απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας, Χριστόφορος Περραιβός, ο οποίος είχε ως αποστολή την συμφιλίωση των οικογενειών της Μάνης καθώς ο τόπος θα γινόταν ορμητήριο της Επανάστασης. Τούτο σημαίνει πως μέλη της οικογένειας Κετσέα πρέπει να είχαν μυηθεί στην φιλική εταιρεία.

----_23449708506_o

Μαρμάρινη πλάκα επί του Πύργου με ιστορικά δεδομένα του μνημείου 

Μέσα στον Πύργο Κετσέα βρίσκεται ο ιερός ναός Αγίου Νικολάου, ένας μονόχωρος ναός, μεγάλων σχετικά διαστάσεων, ξυλόστεγος με δίρριχτη στέγη και τρίπλευρη αψίδα, οι τοιχογραφίες του οποίου στο ιερό χρονολογούνται στα τέλη του 18ου αιώνα.

Ο Πύργος Κετσέα, κτίσμα που χρονολογείται στο τέλος της Τουρκοκρατίας, αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιστορίας του οικισμού των Δολών κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Το 1829 πέρασε από τους Δολούς ο Γάλλος χαρτογράφος Bory de Saint Vincent, σ. 251-2, ο οποίος επισκέφθηκε το Γιαννάκη Κετσέα στον πύργο του και σημείωσε τα ακόλουθα:

«Ο καπετάνιος Κετσέας, όταν ανεβήκαμε στον πύργο του από μια σκάλα και αφού μας έδωσε να πλυθούμε, μας πρόσφερε γλυκό, ένα ποτήρι νερό, τον καφέ με το κατακάθι του, και την πίπα, μας έδειξε με λίγα λόγια την αγάπη για τη Γαλλία και την εκτίμησή του για το General en Chef (στρατηγό Μαιζώνα) αρχιστράτηγο, που τον έβλεπε, λέει, με έκπληξη και φοβερά προαισθήματα «να απομακρύνεται από μια χώρα όπου η παρουσία του θα ήταν απαραίτητη για καιρό ακόμη……….».

Ο πύργος σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση, σώζεται μόνο η βάση του, ωστόσο αντιλαμβάνεται κανείς την παρελθοντική του αξία. Αποτελεί μνημείο της προ επαναστατικής Μάνης, ενώ αντιπροσωπεύει την πολεμική φυσιογνωμία του τόπου.

ΠΗΓΕΣ

  1. https://greece.terrabook.com/messinia/el/page/pirgos-ketsea
  2. Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών
  3. Φωτογραφίες Γιώργος Αθανασάκος

 

Πυργόσπιτο Κατσίκαρου (Αργιλιάς)

Σε έναν γραφικό και παραδοσιακό οικισμό της ανατολικής Μέσα Μάνης βρίσκεται το πυργόσπιτο της οικογένειας Κατσικάρου. Οι Κατσικαριάνοι αποτελούν σύμφωνα με την τοπική παράδοση κλάδο της ισχυρής πατριάς των Λεκκιάνων. Ως σοϊλήδες λοιπόν, είχαν την δύναμη να διατηρούν οχυρές κατοικίες και να σηκώνουν υψηλούς πύργους στον Αργιλιά όπου και η έδρα της οικογένειας.

Το κτίριο εντάσσεται στην προεπαναστατική περίοδο και ανήκει στην οικογένεια των Καστικαριάνων. Οι γενικές διαστάσεις του κτιρίου είναι αναλογίας 1/1,ενώ οι επιμέρους χώροι στην πλειοψηφία τους 1/2. Επεκτείνεται σε τρείς ορόφους και διαθέτει πύργο. Το πρώτο μέρος της κάτοψης του κατώτερου επιπέδου είναι μεγαλιθική κατασκευή και αποτελεί την πρώτη φάση του κτιρίου . Ο δεύτερος χώρος του επιπέδου είναι μεταγενέστερη επέκταση . Η στέγαση των χώρων γίνεται με θόλο ,ενώ το δάπεδο είναι χωμάτινο. Η στάθμη αυτή συνδέεται με την ανώτερη της μέσω μιας πέτρινης εξωτερικής σκάλας.

Το δεύτερο επίπεδο που ανήκει σε μεταγενέστερη φάση της εξέλιξης του κτιρίου, αποτελείται από 2 χώρους που στεγάζονται με θόλο. Ο ένας εκ των οποίων διαθέτειαμπάρι και πέτρινο φούρνο. Επίσης υπάρχει καταρράκτης , ο οποίος συνδέει αυτό το επίπεδο με το ανώτερο του.

Το πρώτο τμήμα του 3ου επιπέδου καλύπτεται με δίρριχτη στέγη και ένα μικρό τμήμα με θόλο ο οποίος ακουμπάει στον ανατολικό τοίχο του πύργου του κτιρίου. Ο πύργος είναι χώρος μη προσβάσιμος. Διαθέτει στην δυτική του πλευρά πολεμίστρα που προεξέχει της όψης. Από το επίπεδο αυτό υπάρχει πρόσβαση, μέσω 3 πέτρινων σκαλοπατιών, τα οποία στηρίζονται στον θόλο του κατώτερου επιπέδου που οδηγούν σε έναν υπαίθριο χώρο. Το δεύτερο μέρος που βρίσκεται σε χαμηλότερη στάθμη από το πρώτο ,επιμερίζεται σε 2 τμήματα μέσω ενός καλαμωτού τοίχου (παγδατής). Το πρώτο τμήμα, που διαθέτει και εξωτερική είσοδο, είναι θολοσκέπαστο ενώ το δεύτερο, του οποίου το πάτωμα είναι ξύλινο και υπερυψωμένο σε σχέση με το πρώτο τμήμα καλύπτεται με μονόρριχτη στέγη.

Το κτίριο σε αυτά τα 2 ανώτερα επίπεδα χωρίζεται σε 2 φάσεις μεταγενέστερες από αυτές του κατώτερου. Στον πρώτο χώρο της 2ης στάθμης είναι διακριτά τα ίχνη της δίρριχτης στέγης που γκρεμίστηκε ώστε να επεκταθεί καθ’ ύψος το κτίριο. Έπειτα το κτίριο επεκτάθηκε ανατολικά κατά πλάτος. Ο διαχωρισμός είναι σαφής λόγω του κατακόρυφου αρμού που φαίνεται στην όψη του κτιρίου. Πιθανό αυτή νότια επέκταση να χωρίζεται κ εκείνη σε 2 φάσεις, διότι είναι διακριτός ένας οριζόντιος αρμός. Ακόμη στο κτίριο υπάρχει υψομετρική διαμόρφωση του εδάφους ,που οδηγεί στα ανώτερα επίπεδα. Στην αυλή υπάρχει ακόμη ένας πέτρινος φούρνος.

Η όλη κατασκευή του κτιρίου περιλαμβάνει βασικούς κανόνες λειτουργικότητας μιας κατοικίας που βασίζονται στις ανάγκες της εποχής. Είναι δηλαδή περισσότερο οχυρωματικό έργο παρά μια άνετη κατοικία προκειμένου να είναι οι κάτοικοί του ασφαλείς από οποιονδήποτε εχθρό.

ΠΗΓΕΣ

  • http://5a.arch.ntua.gr ( ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ
  • Ν.Κατσικάρου, Η βεντέτα στην Μάνη
  • Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα

Η Κεραμίδα Ως Υλικό Κατασκευής Στη Μάνη

Βυζαντινή εκκλησία του Σωτήρα στην Κάτω Γαρδενίτσα

Η στέγη αποτελούσε πάντοτε ανάγκη πρωτογενούς σημασίας. Η αίσθηση της ασφάλειας και της εστίας. Ένα από κοινό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας κατασκευαστικό υλικό της στέγης αποτελεί η κεραμίδα. Μάλιστα σε πολλές περιοχές είχε τέτοια εφαρμογή που συμμετέχει και σε λαϊκές παροιμίες όπως «μου ήρθε κεραμίδα».

Ο λόγος της μαζικής της χρήσης είναι ότι αποτελεί εύκολο και φθηνό στην κατασκευή υλικό μιας και είναι χώμα κυρίως ερυθρού χρώματος (καστανόχωμα).

Στη Μάνη η χρήση κεραμικών στεγών τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και σε κοσμικά κτίρια δεν ήταν σπάνια. Ήδη από τα βυζαντινά χρόνια έχουμε τόπους με καμίνια όπου παρασκεύαζαν κεραμικά. Τέτοιοι τόποι για παράδειγμα ήταν όπως λέει η παράδοση η περιοχή Φουρνιάτα του Διρού όπου πήρε το όνομα της από τους φούρνους (καμίνια) που έφτιαχναν κόκκινα κεραμικά ως δομικά υλικά.

Το σχήμα των κεραμίδων ήταν το κλασσικό κοίλο εξωτερικά και κυρτό εσωτερικά εξασφαλίζοντας την σωστή προσαρμογή τους στην στέγη. Η ποσοτική ανάγκη επέβαλε στους κατασκευαστές την δημιουργία καλουπιών δίνοντας μιας σχετική ομοιομορφία στις στέγες.

sf

Ωστόσο ο τεχνίτης δεν εμποδιζόταν να δείξει την καλλιτεχνική του φύση με το να χαράξει πάνω στα κεραμικά υλικά σχέδια που τον αντιπροσώπευαν ή τον χαρακτήριζαν. Αγαπημένο σχέδιο καλαισθησίας το κλωνάρι ελιάς μια και ήταν ευλογημένο στην Μάνη. Εξίσου συνηθισμένο ήταν η χάραξη της ημερομηνίας κατασκευής ή το όνομα του ιδιοκτήτη.

Στη Μέσα Μάνη ωστόσο η μη ύπαρξη αρκετού χώματος για μαζική κατασκευή κεραμίδων περιόρισε την χρήση στα εκκλησιαστικά κτίρια. Η κύρια μορφή στέγης στο άνυδρο και άγονο τόπο ήταν η μαρμάρα ή τίκλα. Ένα γκριζοπράσινο είδος σχιστόπλακας που ταιριάζει άριστα με το γκρίζο τοπίο των βράχων της Μέσα Μάνης. Μάλιστα αυτό το είδος υλικό κατασκευής στέγης ήταν και το πιο διαδεδομένο σε ολόκληρη την Μάνη.

Όσον αφορά την κεραμίδα οι παλαιότερες έχουν μέγεθος πάνω από 0,50 μ. και αρκετά μεγάλο πάχος. Αποτελούν επιβλητικά και δωρικά υλικά κατασκευής με μεγάλη καλαισθησία.

Πηγές

  • ΔΙΚΤΥΟ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΜΑΝΗΣ  «Μανιάτικοι Οικισμοί»
  • www.mani.org.gr Φώτο (Γ. Βενιζελέας)

Πύργος Μαυρίκου (Μάλτα)

Νότια του οικισμού Μάλτα κοντά στον Κάμπο της Αβίας και νοτιοδυτικά του κάστρου της Ζαρνάτας, στην κορυφή ενός κακοτράχαλου λόφου με περιορισμένες δυνατότητες αναβάσεως βρίσκεται ο ερειπωμένος πια επιβλητικός πύργος της οικογένειας Μαυρίκου.

Στα ανατολικά του τον συντροφεύει ένα μικρό εκκλησάκι που γιορτάζει στην μνήμη του Αγίου Γεωργίου.

Ο πύργος ο οποίος χτίστηκε από τον πρόκριτο Πούλο Μαυρίκο έχει σχήμα παραλληλεπίπεδο (5,5μ * 8,5μ) με μικρότερες την ανατολική και δυτική πλευρά. Το ύψος του είναι περίπου 10 μ. και έχει 3 ορόφους.

Το ισόγειο χωριζόταν με πέτρινη καμάρα και μάλλον είχε χρήση αποθήκης και όχι διαμονής για λόγους ασφαλείας. Δεν υπήρχε όμως δεξαμενή νερού όπως βλέπουμε σε άλλους πύργους για λόγους αυτονομίας.

Οι δύο άλλοι όροφοι ήταν χωρισμένοι με ξύλινο πάτωμα και είχε ξύλινη οροφή.

Η είσοδος του πύργου βρίσκεται στον πρώτο όροφο της νότιας πλευράς. Η πύλη του μικρή και ξεκομμένη από το έδαφος. Στον καιρό λειτουργίας της είχε γέφυρα η οποία εν καιρώ κινδύνου σηκωνόταν και έφραζε την είσοδο ενώ άλλοτε κατέβαινε και ακουμπούσε σε κάποιο σκαλοπάτι προκειμένου να διευκολύνεται η διέλευση των ατόμων.

Το Εσωτερικό Του Πύργου

Πάνω από την πύλη υπάρχει ζεματίστρα. Σε παλαιότερα χρόνια χρησίμευε για να ρίχνουνκαυτό λάδι στον εισβολέα που θα προσπαθούσε να παραβιάσει την είσοδο του πύργου. Αργότερα η χρησιμοποιούταν σαν τουφεκότρυπα. Πάνω από την ζεματίστρα είναι σκαλισμένος ένας σταυρός και η χρονολογία 1814 που φανερώνει τον χρόνο ανοικοδόμησης του πύργου.

Όπως βλέπουμε ανήκει στους προεπαναστατικούς πύργους της Μάνης που πολλοί ξένοι περιηγητές ανέφεραν. Κοντά στην ζεματίστρα και μια πέτρινη κεφαλή η οποία χρησίμευε μάλλον ως φυλακτικό σύμβολο. (κατάλοιπο παγανισμού στην Μάνη).

Τα μικρά παράθυρα και οι τετράγωνες επάλξεις στην κορυφή του πύργου συμπληρώνουν αρμονικά τα αμυντικά του γνωρίσματα. Στον νότιο τοίχο υπάρχει ρωγμή δείγμα της ταλαιπωρίας του κτιρίου από το πέρασμα των χρόνων.

Κάτω από την είσοδο του πύργου το ισόγειο λειτουργούσε ως αποθήκη όπως ειπώθηκε αλλά και ως Γούβα. (τόπος φυλάκισης).

Εν γένει ο πύργος της οικογένειας Μαυρίκου στην Μάλτα δείχνει την ισχύ του προκρίτου Πούλου Μαυρίκου κατά τα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821 μιας και είχε παντρευτεί την κόρη του Παναγιώτη Μπέη Κουμμουνδουράκη.  

Πηγές

  • ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ τόμος 10ος  Σταύρου Καπετανάκη «Πούλος Μαυρίκος μια αμφιλεγόμενη μορφή του 1821» Αθήνα 1990
  • Γ. Σαΐτα , Μάνη Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική εκδόσεις Μέλισσα
  • http://www.mani.org.gr (Φώτο Γ. Βενιζελέας)

Τα Ξεμόνια (Ο Γουλάς Της Βάθειας)

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μανιάτικων οικισμών είναι τα Ξεμόνια. Με τον όρο αυτό αναφέρονται απομονωμένα οικιστικά σύνολα ή και μεμονωμένες κατοικίες από τον κύριο οικιστικό χώρο του οικισμού. Η λέξη ξεμόνι μάλιστα προέρχεται από το ξεμοναχιασμένος. Η ανάγκη για καλύτερη εποπτεία μιας περιοχής ή ο εκτοπισμός μιας οικογένειας από έναν οικισμό ως σημάδι υποταγής οδηγούσε να χτίζονται πύργοι που χρησίμευαν ως παρατηρητήρια ή καταφύγια και εκτός των κύριων οικισμών.

Συνήθως χτίζονταν σε σταυροδρόμια, σε σύνορα χωριών ή σε περάσματα πάντοτε με στρατηγικό χαρακτήρα. Η ίδια η ύπαρξη του ξεμονιού είχε στρατηγικό ρόλο προκειμένου να διαφυλάξει την  περιουσία ή και την ζωή της οικογένειας που το έχτιζε. Ο χαρακτήρας τους ήταν επιθετικός όταν χτίζονταν για επεκτατικούς λόγους ή αμυντικός όταν λειτουργούσε ως φυλάκιο (βάρδια). Με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση των μελών της οικογένειας γύρω από τον πύργο αναπτύσσονταν και άλλες κατοικίες που είχαν βοηθητικό στεγαστικό ρόλο. Έτσι σιγά – σιγά  δημιουργούταν ένα είδος οικογενειακού οικισμού για λόγους ασφάλειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα Ξεμονιού οικισμού είναι ο Γουλάς της Βάθειας στην Mέσα Μάνη.

Κατά πάσα πιθανότητα το όνομα Γουλάς του μικροσυνοικισμού προέρχεται από την τουρκική λέξη Kule – που σημαίνει πύργος ή φρούριο, κατ επέκταση η οχυρή θέση. Στον οικισμό αυτό που βρίσκεται λίγο έξω από τον πυρήνα του χωριού Βάθεια κατέφυγε η οικογένεια Λαγουδάκου ή Λαγούδη (ο παλαιότερος τύπος του ονόματος) λόγω των τοπικών ερίδων μεταξύ των οικογενειών. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε ήδη πριν την επανάσταση του 1821 οχυρός πύργος που δυστυχώς σήμερα έχει καταρρεύσει. Το κτίριο αυτό ήταν και το αρχικό του οικισμού δικαιολογώντας ίσως και το όνομα του.

Ο Γουλάς της Βάθειας

Με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκαν και άλλα σπίτια που προστατεύονταν από τον πύργο. Στους δύο τελευταίους αιώνες ο Γουλάς είχε από 20 έως 50 κατοίκους όλοι μέλη της οικογένειας Λαγούδη. Η συνολική έκταση του οικισμού είναι περίπου 50 στρέμματα, όπου και η κύρια ακίνητη περιουσία της οικογένειας. Σε απόσταση 1km από τον οικισμό υπάρχουν τα αραξοβόλια με την ονομασία Κάποι όπου λέγεται ότι χρησίμευαν ως πειρατικά ορμητήρια.

Πέριξ του Ξεμονιού Γουλάς υπάρχουν τα λεγόμενα σύμποδα  που είναι μαντρογυρισμένα χτήματα με λιγοστά ελαιόδεντρα και τα φραγκοπερίβολα. Σπουδαίοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι για μια τέτοια άγονη περιοχή. Προς τα δυτικά συνέχιζαν τα άλλα σύγυρα που περιελάμβαναν μερικά «λιοπερίβολα», «μερώματα», μελίσσια με  χτιστές κυψέλες (θυρίδες), όλα απομεινάρια μιας εποχής ακμής του οικισμού.  Εκεί βρίσκεται και το κοιμητήριο με την βυζαντινή εκκλησία του Αϊ Γιάννη, με τα μνήματα και τα σηκωτά κιβούρια (τάφοι κενοί- ληγμένοι πια) των Λαγουδιάνων κι ορισμένων συμμαχικών οικογενειών. Το αγρίωμα (άγριο τμήμα γης), πάνω από τον Γουλά αποτελούσε προνομιακό κυνηγότοπο και βοσκότοπο.

Πηγές:

  • Γιάννη Σαΐτα «Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική» εκδόσεις Μέλισσα
  • Ελευθέριου Αλεξάκη «Τα γένη και οι οικογένειες στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης» Αθήνα 1980