Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΗΣ ΠΕΤΡΙΝΑΣ

Αναδημοσίευση άρθρου Ιορδάνη Δημακόπουλου (διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου)

%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%bc%ce%bc%ce%b1

Σχεδιάγραμμα του χωριού Πετρίνα

Ή Κώμης «Εκφρασις τοϋ συνδεομένου προς τους Παλαιολόγους «νομοφύλακος ‘Ιωάννου
διακόνου τοϋ Ευγενικού» έχει συνταχθεί, ίσως στό β’τέταρ. τοϋ 15ου αι.,
μετά άπό επιτόπια επίσκεψη και μέ αφορμή τήν ανάληψη θέσεως ή καί παροχή δικαιωμάτων
άμεσα ή έμμεσα σχετιζομένων μέ τή Λακωνική Πέτρινα, τή «χρηστή κώ-
μη’Ότήν όποια καί αναφέρεται.Παρά τή σημασία τοϋ κειμένου γιά τήν ανασύνθεση
της είκόνας ‘ενός υστεροβυζαντινού χωριού ή τήν ιστορική γεωγραφία καί μνημειακή
τοπογραφία της περιοχής του, ή «Εκφρασις δέν είχε απασχολήσει τήν έρευνα.
Σ’αυτήν περιέχεται πάντως καί ή αρχαιότερη μνεία ενός κοινοτικού πύργου,
πoύ βρισκόταν επάνω σέ λόφο, στό μέσον τού χωριού, καί είχε κτισθεί άπό
τους κατοίκους,οι όποιοι μάλιστα τόν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει γιά τήν άντί-
μετώπυη επιδρομέων άπό γειτονική περιοχή.

Στά 1554, ή Πέτρινα εμφανίζεται στό χάρτη τού Agnese (Petina), ένώ ό Άμβρ.
Φραντζής καταχωρεί τρείς πύργους στον προεπαναστατικό οικισμό, στον κατάλογο
των πύργων των Τουρκαλβανών της Μπαρδούνιας, πού είχαν εγκατασταθεί εκεί άπό
τό 1715 γιά νά τήν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι στις πρώτες ημέρες τού ‘Αγώνα.
Στά 1892,0 Κ. Νεστορίδης,στήν πρώτη έκδοση της ‘Εκφράσεως, σημειώνει, μέ τήν
ίδια όμως ανακρίβεια,τήν ύπαρξη θεμελίων, δήθεν, τοϋ πύργου μέσα στό χωριό.

%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-2

ο πύργος της βυζαντινής περιόδου από τo Google Earth – street view

«Ομως, στή σημερινή Πέτρινα, δ μοναδικός πύργος πού εξακολουθεί νά υφίσταται,
καί μάλιστα άθικτος σχεδόν καί ακέραιος, είναι ακριβώς ό Παλαιολόγειος πύργος
της. ‘Υψώνεται επιβλητικότατος μέσα σέ μεγάλη αυλή,πάνω στην δδ. Θαλή Κουτού-
πη (βλ. τοπογρ., άρ. 1), προς Ν της κεντρικής πλατείας (άρ. 8). Ή θέση του
πάνω σ’έναν άπό τους λόφους της Πετρίνας, σέ συνδυασμό προς τήν Παναγίτσα,τήν
παλιότερη εκκλησία τού χωριού, πολύ χαμηλότερα (άρ. 2), ένα δρομικό κτίσμα στεγασμένο
μέ οξυκόρυφη καμάρα ενισχυμένη μέ σφενδόνιο,πού πρέπει νά ταυτισθεί μέ
μιά άπό τις τρείς εκκλησίες πού μνημονεύει δ Ευγενικός, προσδιορίζει τή θέση
καί τή σημαντική έκταση πού κάλυπτε ή υστεροβυζαντινή Πέτρινα.

παραδοσιακό σπίτι στην Πετρίνα (http://www.exploring-greece.gr)

Τό κτήριο, μοναδικό είδος πύργου της εποχής, παρουσιάζει συγκεκριμένες όμοιότητες προς τά αρχοντικά καί σπίτια τοϋ Μυστρά, καθώς όμως και προς έναν τύπο πύργων
τοϋ τουρκοκρατούμενου Μοριά,ή ύπαρξη και. διάδοση των όποιων μαρτυρεΐται άπό
τό 1671. Πρόκειται γιά άνωγοκάτωγο,πλατυμέτωπο κτίσμα, τοϋ τύπου Β πού διακρίνει
δ ‘Ορλάνδος στο Μυστρά, έξ. διαστ. 6 Χ 14 μ.καί ύψους 10 μ., περίπου,μέ κα-
μαροσκέπαστο Ισόγειο, μέ δύο τοξωτά ανοίγματα στή βόρεια πλευρά, καί μεγάλη αίθουσα
(τρίκλινος) στον όροφο,μέ δυό άντικρυστά θυρώματα εισόδου καί επτά συνολικά
παράθυρα. Σέ επαφή προς τή νότια πλευρά του, υφίσταται καί δεύτερο όρθογώ-
νικδ κτίσμα, λίγο στενότερο, μέ καμαροσκέπαστο ισόγειο καί αρχικό όροφο, τό όποιο
όμως φαίνεται μάλλον νά αποτελεί, μαζί μέ τήν έξ.σκάλα του καί ένα ημικυκλικό
«κλουβί», μεταγενέστερη προσθήκη. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι μέ αργούς λίθους
καί πήλινα όστρακα καί μόνον στις γωνίες υπάρχουν λαξευτοί γωνιόλιθοι. «Ολα
τά ανοίγματα είναι τοξωτά,μέ όρθογωνικά όμως πλαίσια,πάνω άπό τό άνώφλι των
όποιων εκτείνεται ανακουφιστικό ημικυκλικό τόξο, άπό εναλλάξ αψιδόλιθους καί
πλίνθους, τριγυρισμένο άπό λεπτή ταινία τούβλων. Στά στηθαία των παραθύρων, καθώς
καί στην όρθογωνική καταχύστρα,πάνω καί πλάγια στό θύρωμα της βόρειας πλευράς,
προεξέχουν ζεύγη μεγάλων πέτρινων φουρουσιών,ειδικού προορισμού. Ή προσπε’-
λαση, κατευθείαν στον όροφο,γινόταν μέ αιρετή σκάλα ή μέ συνδυασμό κτιστής σκάλας,
σέ απόσταση, καί αιρετού σανιδώματος. ‘Εκατέρωθεν των παραστάδων της εισόδου
στον δροφο, εκεί ακριβώς όπου σέ κτήρια του Μυστρά υπήρχαν πλίνθινοι σταυροί
μέσα σέ πλαίσιο άπό τούβλα, εδώ έχουν έντοιχισθεϊ άποτμήματα επιτύμβιων μάλλον
στ»|^ών, μέσα σέ πλαίσιο,μέ παραστάσεις ανδρικής καί γυναικείας μορφής,αντίστοιχα,
πού πρέπει νά προέρχονται άπό τό κοντινό Γύθειο,τήν παράκτια εκείνηπεριοχή γιά τήν όποια ό Ευγενικόςαναφέρει «τείχους ίχνη καί πύργων καί θεάτρου καί οικημάτων αρχαιοτάτων καί αγαλμάτων λείψανα» .

Παρατηρήσεις

Η Πετρίνα σήμερα υπάγεται στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Ωστόσο επί Τουρκοκρατίας υπαγόταν στα Βαρδουνοχώρια τα οποία τα κατείχαν οι Τούρκοι. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει τρεις πύργους στους οποίους διέμεναν Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες. Σήμερα δεν σώζονται άλλοι πλην του αναφερόμενου. Το ύψος του 10μ, θεωρείται αρκετά ψηλό μιας και την εποχή που χτίστηκε τα περισσότερα σπίτια της περιοχής δεν ξεπερνούσαν τα 5μ.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιορδάνη Δημακόπουλου «ο Παλαιολόγειος Πύργος της λακωνικής Πετρίνας» 5ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και τέχνης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1985.
  2. Google Earth – street view

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Πύργος Κετσέα – Δολοί Αβίας

0353_22847520414_o

Βάση πύργου οικογένειας Κετσέα (φωτογραφία Γιώργος Αθανασάκος)

Ο Πύργος Κετσέα βρίσκεται στους Κάτω Δολούς της Δυτικής Μάνης και πρόκειται για σχεδόν τετράγωνο πολεμόπυργο, από τον οποίο σήμερα σώζεται μόνο η βάση. Η τοιχοποιία του Πύργου αποτελείται από λίθους και σποραδικά θραύσματα κεραμιδιών, ενώ στις γωνίες έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι. Ο Πύργος Κετσέα ανήκε στον αγωνιστή Γρηγόριο Κετσέα. Να σημειωθεί πως η οικογένεια Κετσέα θεωρείτο ιδιαίτερα ισχυρή στην περιοχή εξού και η παρουσία του πύργου της.

Τον Πύργο Κετσέα επισκέφθηκε η γαλλική Επιστημονική Αποστολή του Μορέως κατά τον 19οαιώνα, ενώ σύμφωνα με την προφορική παράδοση των κατοίκων εκεί είχε, επίσης, φιλοξενηθεί πριν την Επανάσταση ο απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας, Χριστόφορος Περραιβός, ο οποίος είχε ως αποστολή την συμφιλίωση των οικογενειών της Μάνης καθώς ο τόπος θα γινόταν ορμητήριο της Επανάστασης. Τούτο σημαίνει πως μέλη της οικογένειας Κετσέα πρέπει να είχαν μυηθεί στην φιλική εταιρεία.

----_23449708506_o

Μαρμάρινη πλάκα επί του Πύργου με ιστορικά δεδομένα του μνημείου 

Μέσα στον Πύργο Κετσέα βρίσκεται ο ιερός ναός Αγίου Νικολάου, ένας μονόχωρος ναός, μεγάλων σχετικά διαστάσεων, ξυλόστεγος με δίρριχτη στέγη και τρίπλευρη αψίδα, οι τοιχογραφίες του οποίου στο ιερό χρονολογούνται στα τέλη του 18ου αιώνα.

Ο Πύργος Κετσέα, κτίσμα που χρονολογείται στο τέλος της Τουρκοκρατίας, αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιστορίας του οικισμού των Δολών κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Το 1829 πέρασε από τους Δολούς ο Γάλλος χαρτογράφος Bory de Saint Vincent, σ. 251-2, ο οποίος επισκέφθηκε το Γιαννάκη Κετσέα στον πύργο του και σημείωσε τα ακόλουθα:

«Ο καπετάνιος Κετσέας, όταν ανεβήκαμε στον πύργο του από μια σκάλα και αφού μας έδωσε να πλυθούμε, μας πρόσφερε γλυκό, ένα ποτήρι νερό, τον καφέ με το κατακάθι του, και την πίπα, μας έδειξε με λίγα λόγια την αγάπη για τη Γαλλία και την εκτίμησή του για το General en Chef (στρατηγό Μαιζώνα) αρχιστράτηγο, που τον έβλεπε, λέει, με έκπληξη και φοβερά προαισθήματα «να απομακρύνεται από μια χώρα όπου η παρουσία του θα ήταν απαραίτητη για καιρό ακόμη……….».

Ο πύργος σήμερα βρίσκεται σε κακή κατάσταση, σώζεται μόνο η βάση του, ωστόσο αντιλαμβάνεται κανείς την παρελθοντική του αξία. Αποτελεί μνημείο της προ επαναστατικής Μάνης, ενώ αντιπροσωπεύει την πολεμική φυσιογνωμία του τόπου.

ΠΗΓΕΣ

  1. https://greece.terrabook.com/messinia/el/page/pirgos-ketsea
  2. Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών
  3. Φωτογραφίες Γιώργος Αθανασάκος

 

Πυργόσπιτο Κατσίκαρου (Αργιλιάς)

Σε έναν γραφικό και παραδοσιακό οικισμό της ανατολικής Μέσα Μάνης βρίσκεται το πυργόσπιτο της οικογένειας Κατσικάρου. Οι Κατσικαριάνοι αποτελούν σύμφωνα με την τοπική παράδοση κλάδο της ισχυρής πατριάς των Λεκκιάνων. Ως σοϊλήδες λοιπόν, είχαν την δύναμη να διατηρούν οχυρές κατοικίες και να σηκώνουν υψηλούς πύργους στον Αργιλιά όπου και η έδρα της οικογένειας.

Το κτίριο εντάσσεται στην προεπαναστατική περίοδο και ανήκει στην οικογένεια των Καστικαριάνων. Οι γενικές διαστάσεις του κτιρίου είναι αναλογίας 1/1,ενώ οι επιμέρους χώροι στην πλειοψηφία τους 1/2. Επεκτείνεται σε τρείς ορόφους και διαθέτει πύργο. Το πρώτο μέρος της κάτοψης του κατώτερου επιπέδου είναι μεγαλιθική κατασκευή και αποτελεί την πρώτη φάση του κτιρίου . Ο δεύτερος χώρος του επιπέδου είναι μεταγενέστερη επέκταση . Η στέγαση των χώρων γίνεται με θόλο ,ενώ το δάπεδο είναι χωμάτινο. Η στάθμη αυτή συνδέεται με την ανώτερη της μέσω μιας πέτρινης εξωτερικής σκάλας.

Το δεύτερο επίπεδο που ανήκει σε μεταγενέστερη φάση της εξέλιξης του κτιρίου, αποτελείται από 2 χώρους που στεγάζονται με θόλο. Ο ένας εκ των οποίων διαθέτειαμπάρι και πέτρινο φούρνο. Επίσης υπάρχει καταρράκτης , ο οποίος συνδέει αυτό το επίπεδο με το ανώτερο του.

Το πρώτο τμήμα του 3ου επιπέδου καλύπτεται με δίρριχτη στέγη και ένα μικρό τμήμα με θόλο ο οποίος ακουμπάει στον ανατολικό τοίχο του πύργου του κτιρίου. Ο πύργος είναι χώρος μη προσβάσιμος. Διαθέτει στην δυτική του πλευρά πολεμίστρα που προεξέχει της όψης. Από το επίπεδο αυτό υπάρχει πρόσβαση, μέσω 3 πέτρινων σκαλοπατιών, τα οποία στηρίζονται στον θόλο του κατώτερου επιπέδου που οδηγούν σε έναν υπαίθριο χώρο. Το δεύτερο μέρος που βρίσκεται σε χαμηλότερη στάθμη από το πρώτο ,επιμερίζεται σε 2 τμήματα μέσω ενός καλαμωτού τοίχου (παγδατής). Το πρώτο τμήμα, που διαθέτει και εξωτερική είσοδο, είναι θολοσκέπαστο ενώ το δεύτερο, του οποίου το πάτωμα είναι ξύλινο και υπερυψωμένο σε σχέση με το πρώτο τμήμα καλύπτεται με μονόρριχτη στέγη.

Το κτίριο σε αυτά τα 2 ανώτερα επίπεδα χωρίζεται σε 2 φάσεις μεταγενέστερες από αυτές του κατώτερου. Στον πρώτο χώρο της 2ης στάθμης είναι διακριτά τα ίχνη της δίρριχτης στέγης που γκρεμίστηκε ώστε να επεκταθεί καθ’ ύψος το κτίριο. Έπειτα το κτίριο επεκτάθηκε ανατολικά κατά πλάτος. Ο διαχωρισμός είναι σαφής λόγω του κατακόρυφου αρμού που φαίνεται στην όψη του κτιρίου. Πιθανό αυτή νότια επέκταση να χωρίζεται κ εκείνη σε 2 φάσεις, διότι είναι διακριτός ένας οριζόντιος αρμός. Ακόμη στο κτίριο υπάρχει υψομετρική διαμόρφωση του εδάφους ,που οδηγεί στα ανώτερα επίπεδα. Στην αυλή υπάρχει ακόμη ένας πέτρινος φούρνος.

Η όλη κατασκευή του κτιρίου περιλαμβάνει βασικούς κανόνες λειτουργικότητας μιας κατοικίας που βασίζονται στις ανάγκες της εποχής. Είναι δηλαδή περισσότερο οχυρωματικό έργο παρά μια άνετη κατοικία προκειμένου να είναι οι κάτοικοί του ασφαλείς από οποιονδήποτε εχθρό.

ΠΗΓΕΣ

  • http://5a.arch.ntua.gr ( ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ
  • Ν.Κατσικάρου, Η βεντέτα στην Μάνη
  • Α.Κουτσιλιέρη, Μανιάτικα μελετήματα

Η Κεραμίδα Ως Υλικό Κατασκευής Στη Μάνη

Βυζαντινή εκκλησία του Σωτήρα στην Κάτω Γαρδενίτσα

Η στέγη αποτελούσε πάντοτε ανάγκη πρωτογενούς σημασίας. Η αίσθηση της ασφάλειας και της εστίας. Ένα από κοινό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας κατασκευαστικό υλικό της στέγης αποτελεί η κεραμίδα. Μάλιστα σε πολλές περιοχές είχε τέτοια εφαρμογή που συμμετέχει και σε λαϊκές παροιμίες όπως «μου ήρθε κεραμίδα».

Ο λόγος της μαζικής της χρήσης είναι ότι αποτελεί εύκολο και φθηνό στην κατασκευή υλικό μιας και είναι χώμα κυρίως ερυθρού χρώματος (καστανόχωμα).

Στη Μάνη η χρήση κεραμικών στεγών τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και σε κοσμικά κτίρια δεν ήταν σπάνια. Ήδη από τα βυζαντινά χρόνια έχουμε τόπους με καμίνια όπου παρασκεύαζαν κεραμικά. Τέτοιοι τόποι για παράδειγμα ήταν όπως λέει η παράδοση η περιοχή Φουρνιάτα του Διρού όπου πήρε το όνομα της από τους φούρνους (καμίνια) που έφτιαχναν κόκκινα κεραμικά ως δομικά υλικά.

Το σχήμα των κεραμίδων ήταν το κλασσικό κοίλο εξωτερικά και κυρτό εσωτερικά εξασφαλίζοντας την σωστή προσαρμογή τους στην στέγη. Η ποσοτική ανάγκη επέβαλε στους κατασκευαστές την δημιουργία καλουπιών δίνοντας μιας σχετική ομοιομορφία στις στέγες.

sf

Ωστόσο ο τεχνίτης δεν εμποδιζόταν να δείξει την καλλιτεχνική του φύση με το να χαράξει πάνω στα κεραμικά υλικά σχέδια που τον αντιπροσώπευαν ή τον χαρακτήριζαν. Αγαπημένο σχέδιο καλαισθησίας το κλωνάρι ελιάς μια και ήταν ευλογημένο στην Μάνη. Εξίσου συνηθισμένο ήταν η χάραξη της ημερομηνίας κατασκευής ή το όνομα του ιδιοκτήτη.

Στη Μέσα Μάνη ωστόσο η μη ύπαρξη αρκετού χώματος για μαζική κατασκευή κεραμίδων περιόρισε την χρήση στα εκκλησιαστικά κτίρια. Η κύρια μορφή στέγης στο άνυδρο και άγονο τόπο ήταν η μαρμάρα ή τίκλα. Ένα γκριζοπράσινο είδος σχιστόπλακας που ταιριάζει άριστα με το γκρίζο τοπίο των βράχων της Μέσα Μάνης. Μάλιστα αυτό το είδος υλικό κατασκευής στέγης ήταν και το πιο διαδεδομένο σε ολόκληρη την Μάνη.

Όσον αφορά την κεραμίδα οι παλαιότερες έχουν μέγεθος πάνω από 0,50 μ. και αρκετά μεγάλο πάχος. Αποτελούν επιβλητικά και δωρικά υλικά κατασκευής με μεγάλη καλαισθησία.

Πηγές

  • ΔΙΚΤΥΟ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΜΑΝΗΣ  «Μανιάτικοι Οικισμοί»
  • www.mani.org.gr Φώτο (Γ. Βενιζελέας)

Πύργος Μαυρίκου (Μάλτα)

Νότια του οικισμού Μάλτα κοντά στον Κάμπο της Αβίας και νοτιοδυτικά του κάστρου της Ζαρνάτας, στην κορυφή ενός κακοτράχαλου λόφου με περιορισμένες δυνατότητες αναβάσεως βρίσκεται ο ερειπωμένος πια επιβλητικός πύργος της οικογένειας Μαυρίκου.

Στα ανατολικά του τον συντροφεύει ένα μικρό εκκλησάκι που γιορτάζει στην μνήμη του Αγίου Γεωργίου.

Ο πύργος ο οποίος χτίστηκε από τον πρόκριτο Πούλο Μαυρίκο έχει σχήμα παραλληλεπίπεδο (5,5μ * 8,5μ) με μικρότερες την ανατολική και δυτική πλευρά. Το ύψος του είναι περίπου 10 μ. και έχει 3 ορόφους.

Το ισόγειο χωριζόταν με πέτρινη καμάρα και μάλλον είχε χρήση αποθήκης και όχι διαμονής για λόγους ασφαλείας. Δεν υπήρχε όμως δεξαμενή νερού όπως βλέπουμε σε άλλους πύργους για λόγους αυτονομίας.

Οι δύο άλλοι όροφοι ήταν χωρισμένοι με ξύλινο πάτωμα και είχε ξύλινη οροφή.

Η είσοδος του πύργου βρίσκεται στον πρώτο όροφο της νότιας πλευράς. Η πύλη του μικρή και ξεκομμένη από το έδαφος. Στον καιρό λειτουργίας της είχε γέφυρα η οποία εν καιρώ κινδύνου σηκωνόταν και έφραζε την είσοδο ενώ άλλοτε κατέβαινε και ακουμπούσε σε κάποιο σκαλοπάτι προκειμένου να διευκολύνεται η διέλευση των ατόμων.

Το Εσωτερικό Του Πύργου

Πάνω από την πύλη υπάρχει ζεματίστρα. Σε παλαιότερα χρόνια χρησίμευε για να ρίχνουνκαυτό λάδι στον εισβολέα που θα προσπαθούσε να παραβιάσει την είσοδο του πύργου. Αργότερα η χρησιμοποιούταν σαν τουφεκότρυπα. Πάνω από την ζεματίστρα είναι σκαλισμένος ένας σταυρός και η χρονολογία 1814 που φανερώνει τον χρόνο ανοικοδόμησης του πύργου.

Όπως βλέπουμε ανήκει στους προεπαναστατικούς πύργους της Μάνης που πολλοί ξένοι περιηγητές ανέφεραν. Κοντά στην ζεματίστρα και μια πέτρινη κεφαλή η οποία χρησίμευε μάλλον ως φυλακτικό σύμβολο. (κατάλοιπο παγανισμού στην Μάνη).

Τα μικρά παράθυρα και οι τετράγωνες επάλξεις στην κορυφή του πύργου συμπληρώνουν αρμονικά τα αμυντικά του γνωρίσματα. Στον νότιο τοίχο υπάρχει ρωγμή δείγμα της ταλαιπωρίας του κτιρίου από το πέρασμα των χρόνων.

Κάτω από την είσοδο του πύργου το ισόγειο λειτουργούσε ως αποθήκη όπως ειπώθηκε αλλά και ως Γούβα. (τόπος φυλάκισης).

Εν γένει ο πύργος της οικογένειας Μαυρίκου στην Μάλτα δείχνει την ισχύ του προκρίτου Πούλου Μαυρίκου κατά τα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821 μιας και είχε παντρευτεί την κόρη του Παναγιώτη Μπέη Κουμμουνδουράκη.  

Πηγές

  • ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ τόμος 10ος  Σταύρου Καπετανάκη «Πούλος Μαυρίκος μια αμφιλεγόμενη μορφή του 1821» Αθήνα 1990
  • Γ. Σαΐτα , Μάνη Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική εκδόσεις Μέλισσα
  • http://www.mani.org.gr (Φώτο Γ. Βενιζελέας)

Τα Ξεμόνια (Ο Γουλάς Της Βάθειας)

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μανιάτικων οικισμών είναι τα Ξεμόνια. Με τον όρο αυτό αναφέρονται απομονωμένα οικιστικά σύνολα ή και μεμονωμένες κατοικίες από τον κύριο οικιστικό χώρο του οικισμού. Η λέξη ξεμόνι μάλιστα προέρχεται από το ξεμοναχιασμένος. Η ανάγκη για καλύτερη εποπτεία μιας περιοχής ή ο εκτοπισμός μιας οικογένειας από έναν οικισμό ως σημάδι υποταγής οδηγούσε να χτίζονται πύργοι που χρησίμευαν ως παρατηρητήρια ή καταφύγια και εκτός των κύριων οικισμών.

Συνήθως χτίζονταν σε σταυροδρόμια, σε σύνορα χωριών ή σε περάσματα πάντοτε με στρατηγικό χαρακτήρα. Η ίδια η ύπαρξη του ξεμονιού είχε στρατηγικό ρόλο προκειμένου να διαφυλάξει την  περιουσία ή και την ζωή της οικογένειας που το έχτιζε. Ο χαρακτήρας τους ήταν επιθετικός όταν χτίζονταν για επεκτατικούς λόγους ή αμυντικός όταν λειτουργούσε ως φυλάκιο (βάρδια). Με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση των μελών της οικογένειας γύρω από τον πύργο αναπτύσσονταν και άλλες κατοικίες που είχαν βοηθητικό στεγαστικό ρόλο. Έτσι σιγά – σιγά  δημιουργούταν ένα είδος οικογενειακού οικισμού για λόγους ασφάλειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα Ξεμονιού οικισμού είναι ο Γουλάς της Βάθειας στην Mέσα Μάνη.

Κατά πάσα πιθανότητα το όνομα Γουλάς του μικροσυνοικισμού προέρχεται από την τουρκική λέξη Kule – που σημαίνει πύργος ή φρούριο, κατ επέκταση η οχυρή θέση. Στον οικισμό αυτό που βρίσκεται λίγο έξω από τον πυρήνα του χωριού Βάθεια κατέφυγε η οικογένεια Λαγουδάκου ή Λαγούδη (ο παλαιότερος τύπος του ονόματος) λόγω των τοπικών ερίδων μεταξύ των οικογενειών. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε ήδη πριν την επανάσταση του 1821 οχυρός πύργος που δυστυχώς σήμερα έχει καταρρεύσει. Το κτίριο αυτό ήταν και το αρχικό του οικισμού δικαιολογώντας ίσως και το όνομα του.

Ο Γουλάς της Βάθειας

Με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκαν και άλλα σπίτια που προστατεύονταν από τον πύργο. Στους δύο τελευταίους αιώνες ο Γουλάς είχε από 20 έως 50 κατοίκους όλοι μέλη της οικογένειας Λαγούδη. Η συνολική έκταση του οικισμού είναι περίπου 50 στρέμματα, όπου και η κύρια ακίνητη περιουσία της οικογένειας. Σε απόσταση 1km από τον οικισμό υπάρχουν τα αραξοβόλια με την ονομασία Κάποι όπου λέγεται ότι χρησίμευαν ως πειρατικά ορμητήρια.

Πέριξ του Ξεμονιού Γουλάς υπάρχουν τα λεγόμενα σύμποδα  που είναι μαντρογυρισμένα χτήματα με λιγοστά ελαιόδεντρα και τα φραγκοπερίβολα. Σπουδαίοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι για μια τέτοια άγονη περιοχή. Προς τα δυτικά συνέχιζαν τα άλλα σύγυρα που περιελάμβαναν μερικά «λιοπερίβολα», «μερώματα», μελίσσια με  χτιστές κυψέλες (θυρίδες), όλα απομεινάρια μιας εποχής ακμής του οικισμού.  Εκεί βρίσκεται και το κοιμητήριο με την βυζαντινή εκκλησία του Αϊ Γιάννη, με τα μνήματα και τα σηκωτά κιβούρια (τάφοι κενοί- ληγμένοι πια) των Λαγουδιάνων κι ορισμένων συμμαχικών οικογενειών. Το αγρίωμα (άγριο τμήμα γης), πάνω από τον Γουλά αποτελούσε προνομιακό κυνηγότοπο και βοσκότοπο.

Πηγές:

  • Γιάννη Σαΐτα «Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική» εκδόσεις Μέλισσα
  • Ελευθέριου Αλεξάκη «Τα γένη και οι οικογένειες στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης» Αθήνα 1980

Οι Βυζαντινές Εκκλησίες Της Μάνης

Από τις σπουδαιότερες εκκλησίες στη Μέσα Μάνη είναι ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Τρουλωτή) της Κίττας (αρχές 12ου αι.).

Η Μάνη, περιοχή απόμερη, βραχώδης και δυσπρόσιτη άργησε να επισύρει το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων. Το μεγαλύτερο τμήμα της ανήκει στο νομό Λακωνίας, αλλά από τους ντόπιους ο χώρος της διακρίνεται σε Μέσα Μάνη ή αποσκιαδερή, Κάτω Μάνη ή προσηλιακή και Έξω Μάνη που υπάγεται σήμερα στο Νομό Μεσσηνίας.

Καθώς δεν κατοικήθηκε ποτέ από Τούρκους, η Μάνη διέσωσε τα βυζαντινά, χριστιανικά της μνημεία. Και είναι πολλά, περισσότερα από όσα συναντούμε σε άλλα τμήματα της Ελλάδος. Από τις τρεις υποδιαιρέσεις, πιο πολλά βρίσκουμε στη Μέσα Μάνη.

Παλιότερα πίστευαν πως η Μάνη άργησε να ασπασθεί τον χριστιανισμό. Δέχονταν ότι τούτο γίνηκε μόλις τον 9° αι., όταν βασίλευε στο Βυζάντιο ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδόνας. Όμως οι πρόσφατες ανασκαφές έδειξαν πως η γνώμη ήταν λαθεμένη.

Η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως παλαιοχριστιανικές βασιλικές του πέμπτου και έκτου αιώνα στην αρχαία Καινήπολη, σημερινή Κυπάρισσο κι ακόμη στα χωριά Άλυκα και Παλιόχωρα, στο ακρωτήρι Τηγάνι και στο Γύθειο, την πρωτεύουσα της Μάνης.

Στη Μέση Μάνη επισημάνθηκε ναός, ο Άγιος Προκόπιος, που τα υπολείμματα των παλαιότερων τοιχογραφιών του ανάγονται στην περίοδο της εικονομαχίας. Πολλές μικρές εκκλησίες του τόπου, χτισμένες με τεφρούς ογκόλιθους, αρκετές φορές δίχως πηλό στους αρμούς, δεν ξεχωρίζουν από τους ριζιμιούς βράχους. Οι πολλές είναι μονοκάμαρες.

Υπάρχουν όμως και μεγαλύτερες, συνθετότερων αρχιτεκτονικών τύπων, σταυροειδείς, τρουλαίες, με δύο ή τέσσερις κολώνες, κτίσματα ίσως αρχόντων, γαιοκτημόνων του τόπου.

Έχουν μαρμάρινους, ανάγλυπτους διακοσμητικούς ελκυστήρες, μοναδικούς στην Ελλάδα και τέμπλα μαρμάρινα, ανάγλυπτα, διαλυμένα σήμερα, βορά των αρχαιοκάπηλων, καθώς οι ναοί βρίσκονται αφύλακτοι σε έρημα τώρα χωριά. Επιτέλους είναι καιρός τα γλυπτά αυτά να συγκεντρωθούν σε Μουσείο, που θα ιδρυθεί στον τόπο. Ένας πρόεδρος της Κοινότητας Αρεοπόλεως είχεν άλλοτε προσφέρει στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ένα κοινοτικό πύργο με ευρύχωρη αυλή υπό τον όρο η υπηρεσία να τον επισκευάσει και να γίνει Μουσείο.

Διχογνωμίες στο τότε Αρχαιολογικό Συμβούλιο επέτρεψαν στον Μανιάτη -εκείνη την εποχή- Γενικό Γραμματέα Τουρισμού να τον αναστηλώσει, μεταβάλλοντας τον σε ξενώνα. Έτσι η Μάνη μένει ακόμη χωρίς Μουσείο. Από τις σπουδαιότερες εκκλησίες του τόπου είναι στη Μέσα Μάνη ο Σωτήρας της Γαρδενίτσας, ο Αϊ-Στράτηγος Μπουλαριών, ο Άγιος Σέργιος και Βάκχος (Τρουλωτή) της Κίττας, οι Ασώματοι στο βουνό Χελιδόνι, οι Ταξιάρχες του Γκλέζου και της Χαρούδας, η Αγ. Βαρβάρα του χωριού Έρημος, η Επισκοπή κοντά στον συνοικισμό Αϊ-Γιώργης, ο Άγιος Δημήτριος Λίμπερδου στην Κάτω Μάνη και στην Έξω Μάνη ο κουκλίστικος ναός της Μεταμορφώσεως στη Νομιτζή με τα περίεργης γλυπτής διακόσμησης επιθήματα των κιόνων του, οι ναοί του Αγίου Νικολάου Καμπινάρη στην Πλάτσα, του Αγίου Πέτρου και του Αϊ-Γιάννη στη Μεγάλη Καστανιά.

Ας σημειωθεί πως τα μαρμάρινα τέμπλα μερικών από τους ναούς αυτούς είναι μοναδικά στον ελλαδικό χώρο κατά τον τύπο τους. Πολλές βυζαντινές εκκλησίες της Μάνης διασώζουν τις τοιχογραφίες των. Από τον δέκατο αιώνα ο Άγιος Πέτρος της Παλιόχωρας, ο Άγιος Παντελεήμων των Μπουλαριών, ο Άγιος Φίλιππος των Κορογωνιάνικων (της προσηλιακής Μάνης), από το τέλος του 12ου αι. ο Αϊ-Στρατηγός (Μιχαήλ Αρχιστράτηγος) Μπουλαριών, γύρω στα 1200 ο ναός της Επισκοπής με τις ωραίες, μάλλον Κωνσταντινουπολίτικες τοιχογραφίες (εικ. 2, 3), εκ των οποίων πολλές και εν μέρει ασυνήθιστες είναι εμπνευσμένες απο το συναξάρι του Αγίου Γεωργίου, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο ναός.

Ο αριθμός των τοιχογραφιών αυξάνει κατά τον 13ο αι. Φαίνεται πως εκείνα τα χρόνια πλήθυναν οι κάτοικοι της περιοχής. Ίσως στον δυσπρόσιτο τόπο κατέφυγαν κάτοικοι της άλλης Πελοποννήσου, αποφεύγοντας την Φραγκική κατάκτηση.

Ναός των Αγίων Θεοδώρων Καφιόνας. Οι Εβραίοι της Βαϊοφόρου και ο Χριστός της Καθόδου στον Άδη (Αναστάσεως), 1263-64

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

Οι τοιχογραφίες του Αγίου Πέτρου Γαρδενίτσας των αρχών του 13ου αι. διακρίνονται για τη λαϊκή σοφία τους, ενώ οι Απόστολοι της Ανάληψης του ερημικού ναού της Αγήτριας (Οδηγήτριας), κοντά στο μικρό χωριό της Αγίας Κυριακής, θυμίζουν τους μεγάλης βυζαντινής τέχνης Αποστόλους στον τρούλο του ναού των Αγίων Αποστόλων στο Pec της Σερβίας.

Καλής τέχνης τοιχογραφίες είναι και όσες διακοσμούν τον Αγιο Γεώργιο της Καρύνιας (1281), ενώ δεν υστερούν πολύ οι σωζόμενες στο αυτοτελές εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων Κηπούλας (1265), έργο του ιστοριογράφου Νικολάου και του αυταδέλφου και μαθητή του Θεοδώρου «από χώρας Ρετζήτζας».

Ο ναός έγινε από τις δωρεές πολλών ιερέων και πτωχών χωρικών, που συνεισέφεραν ο καθένας ακόμη και «ήμισυ νόμισμα». Δωρητές άλλου ναού, του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στο χωριό Πολεμίτας (1278) προσέφεραν για το ναό κι ένα δένδρο, «ελαίαν μίαν». Αυτές οι πενιχρές προσφορές λένε πολλά για την οικονομική κατάσταση των κατοίκων της περιοχής.

Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι οι τοιχογραφίες του ναού των Αγίων Θεοδώρων Καφιόνας, για τις οποίες φρόντισεν ο επίσκοπος Βελιγοστής Γεώργιος. Κατά το 1263 στάλθηκεν από την Κωνσταντινούπολη στο Μωρηά ο αδελφός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου σεβαστοκράτωρ Κωνσταντίνος, για να διώξει τους Φράγκους από την Πελοπόννησο. Ο Κωνσταντίνος μνημονεύεται στην επιγραφή του ναού ως «ηγεμονεύων της Πολυποννήσου».

Ο αυτοκρατορικός πρίγκιπας προσπάθησε στη Μάνη να εξαγείρει τους κατοίκους εναντίον των Φράγκων. Φαίνεται πως μεταξύ των στρατιωτών που ήρθαν από την πρωτεύουσα υπήρχαν και ζωγράφοι, που θα διακόσμησαν εκ νέου το ναό των Αγίων Θεοδώρων κατά το καινούργιο ύφος της Βυζαντινής ζωγραφικής, που οι σύγχρονοι μας αποκαλούν βαρύ στυλ. Ρεαλίζουσες τοιχογραφίες ξεχωρίζουν και στο ναό του Αγίου Νικολάου Πλάτσας, που ανακαίνισε το 1338 ο «πανσέβαστος τζαούσιος του δρόγγου των Μελιγγών Κωνσταντίνος ο Σπανής».

Οι Μελιγγοί του Ταϋγέτου ήσαν Σλαύοι κι έχω τη γνώμη πως για τον εκχριστιανισμό τους εργάστηκεν ο πολιούχος της Σπάρτης όσιος Νίκων ο Μετανοείτε. Εξαιρετικής τέχνης -θυμίζουν την Περίβλεπτο του Μυστρά, στο τρίτο τέταρτο του 14ου αι.- είναι οι τοιχογραφίες του Αγίου Γεωργίου στο χωριό της Μέσα Μάνης Νικάντρι.

ΦΟΡΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Την παρουσία φορητών εικόνων βυζαντινής εποχής δεν διαπίστωσα στη Μάνη κατά τις πολύχρονες έρευνες μου στον τόπο. Αντίθετα, υπάρχουν εικόνες μεταβυζαντινών χρόνων και μάλιστα ακόμη και της πρώτης τριακονταετίας του 19ου αι., όπως είναι τα καλής τέχνης έργα του λίγο μυστηριώδους Ι.Π.Μ., που όπως φαίνεται ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των Μαυρομιχαλέων.

Κατά τους χρόνους μετά την άλωση εξακολουθούσαν στη Μάνη να χτίζουν πολλούς ναούς και να τους διακοσμούν με τοιχογραφίες λαϊκού συνήθως ύφους και μάλιστα αρκετές με υπογραφή των ζωγράφων. Ο λόγος γι’ αυτές θα έπαιρνε πολύ μάκρος. Περιορίζομαι να μνημονεύσω απλά τους ναούς του Αγίου Σπυρίδωνα στην Καρδαμύλη, της Κοιμήσεως στην Πλάτσα, των Αγίων Θεοδώρων στον Κάμπο Αβιας, τα μοναστήρια Ντεκούλου (1765) στο Οίτυλο, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Καστανιά, του Προφήτη Ηλία των Καλλιανέικων, της Φανερωμένης μεταξύ Σαϊδόνας και Μεγάλης Καστανιάς, της Μονής Καβελλάρη. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι πολλές εκκλησίες της Έξω Μάνης διασώζουν αξιόλογα ξυλόγλυπτα τέμπλα.

Πηγή

Πυργόσπιτο Δημητρακαράκου

Το κτίριο βρίσκεται στον Καρβελά σε απόσταση 8 χλμ. από τον οδικό άξονα Γυθείου Αρεόπολης. Στο ΒΔ άκρο του χωριού υπάρχει απότομο ύψωμα, στην κορυφή του οποίου είναι κτισμένο το πυργόσπιτο των Δημητρακαριάνων. Η θέση αυτή επιλέχθηκε ως η πλέον κατάλληλη του οικισμού, διότι εκτός από τη φυσική οχύρωση που προσφέρει, δεσπόζει και ελέγχει ολόκληρη τη γύρω περιοχή σε μεγάλη απόσταση και προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η θέση αυτή άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον σαφώς οχυρωματικό χαρακτήρα που παρουσιάζει το κτίσμα. Για την οικογένεια μεγάλη σημασία είχε τόσο ο οπτικός έλεγχος του τοπίου και την έγκαιρη αντίληψη κάποιας επικείμενης εισβολής, όσο και ο έλεγχος αυτού του ίδιου του οικισμού. Παρ όλο μάλιστα που οι διαστάσεις του είναι μικρές, θα μπορούσε κανείς άνετα να το παρομοιάσει ως προς τη θέση και τη χωροταξική σχέση του με τον οικισμό, με την κλασσική φεουδαλική οχυρή κατοικία του δυτικού μεσαίωνα αλλά και της ανατολής.

Η γενική μορφολογία του κτιρίου απέχει πολύ από αυτήν των χαρακτηριστικών πύργων των χωριών της Μέσα Μάνης, όπου ο κεντρικός ψηλός πύργος δεσπόζει στα παρακείμενα προσκτίσματα. Ως κοινό στοιχείο πάντως μπορούμε να θεωρήσουμε το γεγονός ότι ο παλαιότερος ισχυρός οχυρωματικός πυρήνας, παρέχει προστασία και στα προσκτίσματα που κατασκευάστηκαν αργότερα, χωρίς ιδιαίτερο αμυντικό χαρακτήρα.

Το πυργόσπιτο θα μπορούσε να τοποθετηθεί γύρω στο 1750. Εάν κρίνουμε μόνο από τα μορφολογικά του στοιχεία, η χρονολογική του τοποθέτηση θα μπορούσε να είναι ευρύτερη. Η εκτίμηση όμως γίνεται και σε συνδυασμό με την ύπαρξη του μεγάλου αριθμού των εκκλησιών του οικισμού που ανάγονται στην περίοδο αυτή και στην αμέσως επόμενη. Ένας τόσο μεγάλος αριθμός εκκλησιών μαρτυρεί σαφώς την άνθιση του οικισμού, μέσα στις συνθήκες της τουρκοκρατούμενης νότιας Πελοποννήσου. Επιπλέον, η μελέτη των παραστάσεων του τοιχογραφημένου κογχαρίου που βρίσκεται στην κυρίως αίθουσα θα μπορέσει στο μέλλον να προσφέρει ένα αλάνθαστο στοιχείο χρονολόγησης.

Το κτίσμα έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/41973/808 που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως 747/4-10-94 αρ. 52. Η εν λόγω κήρυξη προβλέπει και περιμετρική ζώνη προστασίας 10 μέτρων.

Το κυρίως συγκρότημα αποτελείται από ορθογώνιο επίμηκες κτίσμα που σύμφωνα με τα μορφολογικά και τα δομικά του στοιχεία, ανήκει στην παλαιότερη οικοδομική φάση και παρουσιάζει έντονα αμυντικό χαρακτήρα. Στην ΒΔ και ΝΔ γωνία διαμορφώνονται δύο κυκλοτερείς πυργίσκοι, που διανοίγουν πολεμίστρες προς τα κάτω και προς τα πλάγια. Καθ’ όλο το μήκος της Β και Ν πλευράς διανοίγονται επιμήκεις κατακόρυφες πολεμίστρες που καταλήγουν στο εσωτερικό σε αντίστοιχες μικρές κόγχες. Με τον τρόπο αυτό παρεχόταν στον αμυνόμενο ο πλήρης έλεγχος της περιμετρικής του κτιρίου ζώνης παράλληλα με τη δυνατότητα μέγιστης προστασίας του.

Ο κυρίως χώρος κατοικίας του ορόφου φωτίζεται μόνο από τρία μικρά παράθυρα που υπάρχουν. Η πρόσβαση στο κτίριο γινόταν μόνο από το μεγάλο τοξωτό άνοιγμα της Ν όψης του ισογείου που προστατεύεται από χαρακτηριστική καταχύστρα. Το ισόγειο διαθέτει μόνο ένα πολύ μικρό παράθυρο που ίσως να ανοίχθηκε και μεταγενέστερα. Αποτελείται από δύο μεγάλα κελάρια που καλύπτονται από χαμηλό ημικυλινδρικό θόλο. Ο θόλος του προς Δ κελαριού βρίσκεται σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι προφανώς κάποιο χώρο μεταξύ αυτού και του πατώματος του ορόφου που δεν έχει όμως ακόμα ερευνηθεί. Σε δύο σημεία του ενός κελαριού διανοίγονται δύο καταρράκτες που διασφάλιζαν την ελεγχόμενη επικοινωνία μεταξύ ισογείου και ορόφου. Δεν υπάρχουν όμως σήμερα τα αντίστοιχα ανοίγματα στο νεωτερικό πάτωμα του ορόφου στο οποίο η πρόσβαση γίνεται από αλλού.

Κατά μήκος του Β και Ν τοίχου διανοίγονται κόγχες, στο βάθος του οποίου διαμορφώνονται στενές κατακόρυφες πολεμίστρες που είχαν σκοπό τον έλεγχο και την άμυνα από τις πλευρές αυτές. Στο εσωτερικό του Ν τοίχου και δίπλα από το αντίστοιχο παράθυρο υπάρχει σε αρκετά ψηλό επίπεδο, μικρή κόγχη που χρησίμευε σαν εικονοστάσιο και διατηρεί αξιόλογες αλλά αρκετά φθαρμένες σήμερα τοιχογραφίες. Προς τα Α, ο πύργος επεκτείνεται με πρόσθετο κτίριο. Η τοιχοποιία του αν και έχει το ίδιο πάχος, είναι σαφώς με λιγότερη τέχνη κτισμένη, πράγμα που μαρτυρεί ότι τα δύο κτίσματα δεν κατασκευάστηκαν συγχρόνως.

Η πρόσβαση στο κτίριο γίνεται σήμερα από σκάλα που οδηγεί μέσω τοξωτού ανοίγματος στον λιακό όπου διανοίγονται οι θύρες των δύο κυρίως χώρων του ορόφου. Αν κρίνουμε από τα μορφολογικά στοιχεία και από την διαφορετική μορφή και ποιότητα των λιθοδομών, την αρχική μορφή του συγκροτήματος αποτελούσε μόνο ο κεντρικός ορθογώνιος πύργος με τον καθαρά αμυντικό του χαρακτήρα που προσαρμοζόταν τέλεια στις συνθήκες ασφάλειας της εποχής κατασκευής του.

Η πρόσβαση γινόταν τότε από το μεγάλο τοξωτό άνοιγμα του κεντρικού κελαριού και κατόπιν από τον ένα καταρράκτη του οποίου ο αποκλεισμός εξασφάλιζε αποτελεσματικά τον κυρίως κατοικήσιμο χώρο του ορόφου. Αργότερα, με στόχο προφανώς τη μεγαλύτερη άνεση των κατοίκων, επεκτάθηκε ο αρχικός χώρος του λιακού με τα αντίστοιχα πρόσθετα βοηθητικά κελάρια. Τα επί μέρους στοιχεία μάλιστα του χώρου αυτού, όπως τα ερμάρια και ο νεροχύτης, πιστοποιούν τη χρήση του ως μαγειρείου.

Κατά τη 2η φάση παρατηρούμε ένα «άνοιγμα» του σπιτιού προς τον περιβάλλοντα χώρο, αύξηση των ανέσεων, χωρίς καθόλου φροντίδα, αντίθετο για την αμυντική προστασία του. Οι τυφεκιοθυρίδες άλλωστε φράσσονται ως ενοχλητικά και ταυτόχρονα άχρηστα στοιχεία, ενώ οι δύο πυργίσκοι, οι τόσο πολύτιμοι άλλοτε, μετατρέπονται σε ντουλάπια. Το ίδιο πνεύμα ακολουθεί και η διάνοιξη μεγάλου ορθογωνίου ανοίγματος εισόδου στο χώρο του ισόγειου της Δ όψης.

Τέλος, και ίσως μεταγενέστερα από τα προηγούμενα, αντικαθίσταται και ολόκληρη η στέγη του συγκροτήματος από ζευκτά μάλλον πρόχειρης κατασκευής και πέτσωμα από καλάμια. Αν κρίνουμε από τον διαφορετικό τρόπο δόμησης της τοιχοποιίας, η στέγη του αρχικού πύργου θα ήταν τετράρριχτη. Αυτό αρμόζει άλλωστε και στον αρχικό αμυντικό χαρακτήρα του κτίσματος, εφόσον δεν εκτίθετο κατ αυτό τον τρόπο η ευπαθής κορυφή της λιθοδομής στις ενδεχόμενες βολές.

Να σημειωθεί μιας και δεν αναφερόμαστε σε οικογένεια της Μέσα Μάνης ώστε να την τοποθετήσουμε στην τάξη των σοϊλήδων, ότι η οικογένεια Δημητρακαράκου ήταν εύπορη οικογένεια και με μεγάλη επιρροή στην περιοχή μιας και η γυναίκα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ήταν από αυτήν την οικογένεια.

 Πηγές

  1. http://www.mani.org.gr/kzaxarias/arthra1999/21_karvela.htm
  2. Γιάννη Σαΐτα Μάνη, «Ελληνική παραδοσιακή Αρχιτεκτονική», εκδόσεις Μέλισσα
  3. http://www.iconstravel.com/to-taxidi

Πύργος Σταρόγιαννη (Μαυροβούνι)

Στους πρόποδες του λόφου του Μαυροβουνίου της ανατολικής Μάνης βρίσκεται ο πύργος της οικογένειας Σταρόγιαννη. Το επιβλητικό πυργόσπιτο ανήκει σε εκείνα της μετεπαναστατικής περιόδου και η ανέγερσή του συνδέεται στενά με την στρατιωτική και κοινωνική εξέλιξη του οπλαρχηγού Παναγιώτη Σταρόγιαννη.

Πύργος Σταρόγιαννη (φωτό  Γιάννης Βουρλίτης )          

Πριν την επανάσταση του 1821 μόνο τα μέλη της οικογένειας Γρηγοράκη είχαν ισχυρούς πύργους στην περιοχή καθώς οι υπόλοιποι ήταν φτωχοί μεσομανιάτες που είχαν μεταναστεύσει εκεί ενώ οι συχνές επιδρομές των Τούρκων δεν επέτρεπαν  εύκολα μεμονωμένες οχυρές κατασκευές. Ο πληθυσμός αμυνόταν στα οχυρά των Γρηγοράκηδων. Μετά την επανάσταση δόθηκε ευκαιρία και σε άλλους τοπικά ισχυρούς να κατασκευάσουν οχυρές κατοικίες όπως αυτή της οικογένειας Σταρόγιαννη.

Πύργος Σταρόγιαννη όπως είναι σήμερα (φωτό panoramio G. Giann)

Η κατασκευή έγινε το 1866 περίπου πάνω σε παλαιότερο οίκημα της οικογένειας (μικρότερης κλίμακας). Χτίστηκε την περίοδο που ο οπλαρχηγός της επανάστασης με πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό του Παναγιώτης Σταρόγιαννης είχε φτάσει στον βαθμό του ταγματάρχη (υψηλός βαθμός για την εποχή). Από την άλλη η οικογένεια φιλικά προσκείμενη με τους Γρηγοράκηδες είχε την δύναμη και την υποστήριξη να αναγείρει τον πύργο της.

Το όλο συγκρότημα αποτελείται από έναν τριώροφο και επιβλητικό πύργο και ένα σπίτι με όροφο που εφάπτεται του πύργου σε σχήμα Γ (βλέπε κάτοψη). Έλεγχε το πέρασμα από το Μαυροβούνι προς το Γύθειο. Η είσοδος στο σπίτι γίνεται μόνο αν περάσεις κάτω από τον πύργο. Το ισόγειο τόσο του πύργου όσο και του σπιτιού δεν διαθέτει παράθυρα για λόγους ασφαλείας.

Κάτοψη σε σχήμα Γ

Όψη πύργου Σταρόγιαννη

 

Ο πύργος διαθέτει πολυάριθμες ντουφεκότρυπες κυρίως στον δεύτερο και τρίο όροφο (βλέπε σχέδιο πύργου) για την άμυνά του. Στο στηθαίο του διαθέτει δύο κυλινδρικά κλουβιά – πολεμίστρες σε αντίθετες γωνίες ώστε να μπορεί να ελέγχει κάθε κλουβί από δύο διαφορετικές πλευρές του πύργου με (2) φρουρούς τους λεγόμενους βαρδιάτορες.

Πηγές

  1. Γιάννη Βουρλίτη ΕΙΚΟΝΟΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ
  2. Γιάννη Σαΐτα Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική εκδόσεις Μέλισσα
  3. Περιοδικό Αδούλωτη Μάνη τεύχος 3 – 4 (2012), Δ. Μαριόλη «οπλαρχηγός Παναγιώτης Σταρόγιαννης»