Γρηγοριάνοι ( Τσεροβά ή Δροσοπηγή )

 

Οικογένεια Γρηγοράκου

( Τσεροβά ή Δροσοπηγή )

Το επώνυμο Γρηγοράκος απαντάται σε πολλά χωριά της Μάνης διότι σημαίνει το παιδί του Γρηγόρη (Ληγόρη στην μανιάτικη διάλεκτο). Ως πατρωνυμικό λοιπόν δεν πρέπει να συγχέουμε τους Γρηγοριάνους της Τσεροβάς με άλλους άσχετους από άλλα χωριά.

Σύμφωνα με τον λαογράφο Κ. Κάσση η οικογένεια Γρηγοράκου της Τσεροβάς αποτελεί παλαιή ντόπια πατριά – οικογένεια, τοπικά ισχυρή, δηλαδή με δύναμη στα όρια του χωριού και των  πέριξ συνοικισμών. Πιθανή ίσως σχέση με την Χιμάρα ή Καρυούπολη καθώς πολλοί από εκεί μετοίκησαν στην Τσεροβά.

Σπίτια στην Τσεροβά

Κατά την επανάσταση του 1821 η οικογένεια καταγεγραμμένα συμμετέχει με (2) αγωνιστές από την Τσεροβά. Μάλιστα ο ένας καταγράφεται με το όνομα Ληγοράκος Μπάρτζος. ( Αριστεία, Σ. Καπετανάκη ). Το πιο πιθανό να πρόκειται για τοπικό παρατσούκλι και όχι για βαπτιστικό. Στο δημοτολόγιο του 1853 καταγράφεται ο Γρηγοράκος Αντώνιος 48 ετών από την Τσεροβά. Στα δημοτολόγια του 1871 καταγράφονται (4) μέλη της οικογένειας Γρηγοράκου.

Σήμερα στην Τσεροβά ή Δροσοπηγή υπάρχουν απόγονοι της οικογένειας Γρηγοράκου. Μάλιστα είναι από τους ιδρυτές του πολιτιστικού τους συλλόγου.

 

Σημείωση

Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να συλλέξουμε περισσότερα δεδομένα για την οικογένεια Γρηγοράκου της Τσεροβάς καθώς για το όνομα Γρηγοράκος σε καταλόγους 1912, 1922, 1940 αναγράφεται γενικά και αόριστα Λακωνία πράγμα που κάνει αδύνατη την ταύτιση τους με την συγκεκριμένη οικογένεια μελέτης. Παρακαλούμε όποιος γνωρίζει περισσότερα για την συγκεκριμένη οικογένεια να επικοινωνήσει μαζί μας.

Φαροφύλακες Φάρου Κιτριών

Απο τα αρχεία της υπηρεσίας φάρων μαθαίνουμε για τα άτομα τα οποία διετέλεσαν φαροφύλακες στον φάρο των Κιτριών.

Οι άνθρωποι αυτοί φρόντισαν να μη σβήσει ποτέ το φώς του φάρου προσφέροντας ένα μήνυμα χαράς και ελπίδας στους θαλασσοδαρμένους ναύτες.

Οι άνδρες οι οποίοι εργάσθηκαν στο φάρο μέχρι και την αυτοματοποίηση του φάρου το 1953 ήταν οι:

1. Μιχαήλ Παναγιώταρος από Οίτυλο
2. Ηλίας Μελέας από Λεύκτρο
3. Πέτρος Δικαιάκος ή Κούκουρας από Οίτυλο
4. Ηλίας Σμαΐλης – Μιχαλόπουλος από Οίτυλο
5. Νικόλαος Γαρίδης από Δολούς
6. Ανδρέας Γαϊτανάρος από Κιτριές
7. Νικόλαος Κωνσταντάκος από Δήμο Μέσσης
8. Αντώνιος Φειδοπιάστης από Οίτυλο
9. Δημήτριος Πετρόγκωνας από Λαγκάδα
10. Παναγιώτης Γαρίδης από Κιτριές
11. Γεώργιος Ξαρχάκος από Πεταλίδι
12. Θεόδωρος Παρασκευάκος από Μεθώνη
13. Ιωάννης Κουμουτσάκης από Μεθώνη
14. Παναγιώτης Κολιάκος από Γύθειο
15. Παναγιώτης Γκιουλέας από Προάστιο
16. Παναγιώτης Γεωργαλέας από Σελίνιτσα
17. Γεώργιος Αλαφάκης από Βάθεια
18. Δημήτριος Γαρίδης από Δολούς
19. Παναγιώτης Λαγούδης από Κιτριές
20. Γεώργιος Γαρίδης από Δολούς
21. Βασίλειος Χαραλαμπέας από Καρδαμύλη
22. Γρηγόριος Καμαρινέας από Δολούς
23. Ιωάννης Δέρκας από Σελίνιτσα
24.Μιχαήλ Λαγουδάκος από Βάθεια
25. Ιωάννης Κοτσονούρης από Δολούς
26. Δημήτριος Μαργαριταράκης από Κορώνη
27.Λύσανδρος Φιλιππίδης από Εξωχώριον
28. Γεώργιος Λαγουδάκος από Καρδαμύλη

Ο Φάρος Του Γυθείου

Πρώτος μεταξύ των τριών φάρων της Μάνης χτίστηκε στα 1873 ο φάρος στο λιμάνι του Γυθείου, στο μυχό του Λακωνικού κόλπου. Την εποχή εκείνη το Γύθειο γνώριζε σημαντική ακμή: από το 1860 έως το 1900 ο πληθυσμός αυξανόταν από 2.000 κατ. σε 5.000 κατ. η πόλη αποκτούσε ένα νέο ιπποδάμειο σχέδιο επέκτασης (1861) και τα τεχνικά έργα για τη διαμόρφωση των παραλιακών ζωνών (επιχώσεις, μολώσεις, προκυμαίες) κατασκευάζονταν με γοργούς ρυθμούς.

Μεγάλη ώθηση στην υποδομή του λιμανιού έδωσε η σύσταση του Λιμενικού Ταμείου το 1865. Το Ταμείο μερίμνησε και για τον ναυτικό φωτισμό του λιμανιού, αρχικά με έναν φανό σταθερού φωτός (1859) και 13 χρόνια αργότερα (1873) με τον επιβλητικό μαρμάρινο φάρο που διασώζεται μέχρι σήμερα. Ο φάρος χτίστηκε σε υψόμετρο 4μ. στο ανατολικό άκρο της νησίδας Κρανάη, η οποία αργότερα (1898) ενώθηκε με κρηπίδωμα με την ξηρά, για την καλύτερη προστασία του λιμένος.

Το κτίριο διακρίνεται για τη συμμετρία των όψεων, την αρμονία των αναλογιών, την εξαιρετικής ποιότητας μαρμάρινη τοιχοποιία, τις οικοδομικές λεπτομέρειες και ιδίως για το λαμπρό, υψίκορμο, οκτάγωνο πύργο του. Ο πύργος έχει πέτρινο σώμα ύψους 20μ. και περιλαμβάνει τη σπειροειδή σκάλα ανόδου με 93 σφηνοειδείς μαρμάρινες βαθμίδες. Ως κεφαλή, στην κορυφή του πύργου επικαθόταν διώροφος μεταλλικός κλωβός με το φωτοστάσιο, ώστε το ύψος του φωτιστικού μηχανήματος με το «οπτικόν» να είναι στα 27 μ. από τη στάθμη της θάλασσας.

Το άριστο περιστροφικό σύστημα Sautter Lemonnier, με ωρολογιακό μηχανισμό περιστροφής με αντίβαρο, είχε κατασκευαστεί στο Παρίσι (1871) και αγοράστηκε από το Λιμενικό Ταμείο έναντι 30.000 γαλ. φράγκων. Εξέπεμπε «φως λευκό σταθερό (55′) εναλλάσσον προς αναλαμπή (5″) εξ υπαμοιβής λευκή και σταθερά, γεωγραφικής ακτινοβολίας 15 ν. μιλίων».

Ο φάρος διασώθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως η λιθοδομή της ανατολικής όψης του οικήματος διαταράχθηκε από μια έκρηξη κατά τη διάρκεια της κατασκευής, στον περίβολό του, οχυρωματικών έργων από τους Ιταλούς. Μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων, τον Απρίλιο του 1949, η Διεύθυνση Φάρων μετέτρεψε το φάρο του Γυθείου από επιτηρούμενο σε ανεπιτήρητο (ασετυλίνης) με αυτόματο πυρσό αναλαμπών («οπτικόν» Chance 800 m/m, αγγλικής κατασκευής). Από τότε το εστιακό ύψος περιορίστηκε από 27 σε 25 μέτρα και η εμβέλεια από 15 σε 9 ν. μίλια

Ο Φάρος Των Κιτριών

 

Νότια της Καλαμάτας και σε απόσταση 6 ν. μιλίων, κοντά στον όρμο των Κιτριών ευρίσκεται η ακρωτηριάζουσα και χερσονησώδης προβολή του ασβεστολιθικού βουνού Κεφάλι ή Κεφαλοβούνι.

Στο ακραίο μέρος αυτού του χώρου, αγέρωχος – άγρυπνος – κουρνιασμένο στην αγκαλιά των βράχων, ορθώνει το πέτρινο ανάστημά του ο φάρος των Κιτριών, ο οποίος παρακολουθεί και υποβοηθάει αγρυπνά τις κινήσεις των πλοίων που διαπλέουν το Μεσσηνιακό Κόλπο.

Ο φάρος των Κιτριών είχε αποπερατωθεί από τα τέλη Οκτωβρίου του 1891, είχε όμως καθυστερήσει η παραλαβή και η λειτουργία του.

Η πρόσβαση προς την περιοχή του φάρου ήταν δύσκολη, διότι δεν υπήρχε ούτε καν μονοπάτι και για να φτάσει κανείς εκεί έπρεπε να πεζοπορήσει τουλάχιστον μία ώρα από τον οικισμό των Κιτριών σε δύσβατο έδαφος.

Σήμερα η πρόσβαση είναι εύκολη, διότι προ δεκαετίας περίπου έχει διανοιγεί αγροτικός δρόμος σε παρακαμπτήριο από τον κεντρικό δημοτικό Κιτριών- Καλιαναίϊκων.

Το κτηριακό συγκρότημα του φάρου χτισμένο σε υψόμετρο 20μ. από τη θάλασσα έχει διαστάσεις 7,00 Χ 11,5μ. και συνολικό εμβαδόν 80τ.μ. Διαθέτει τέσσερα δωμάτια για τη διαμονή των φαροφυλάκων διατεταγμένα ανά δύο εκατέρωθεν ενός κεντρικού αξονικού θαλάμου, μέσω του οποίου γίνεται η πρόσβαση από τη μοναδική εξώπορτα τόσο προς τα δωμάτια όσο και προς τον τετράγωνο πύργο ο οποίος προβάλλει προς την πλευρά της θάλασσας.

Σ’ ένα από τα δωμάτια ( το βορειοανατολικό) βρίσκεται η εστία για το μαγείρεμα, ενώ οι χώροι υγιεινής στεγάζονται στο προς βορράν ανεξάρτητο γειτονικό κτίσμα. Η στέρνα βρίσκεται μέσα και κάτω από το οίκημα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φάρου είναι ότι στους λιθόκτιστους σοβατισμένους τοίχους, ξεχωρίζουν τα σκουρόχρωμα κουφωτά και ισομεγέθη αγκωνάρια, ή εκατέρωθεν εκ τεσσάρων σειρών αγκωναροειδής βάση, καθώς και τα λευκά μαρμάρινα πλαίσια της πόρτας και των παραθύρων. Ο τετράγωνος πύργος έχει πέτρινο σώμα ύψους 9,50μ. και περιλαμβάνει κυκλική σκάλα ανόδου με σφηνοειδή μαρμάρινα σκαλοπάτια που οδηγούν στην κορυφή του φωτιστικού μηχανήματος.

Ως κεφαλή στην κορυφή του πύργου επικάθεται μεταλλικός κλωβός με το φωτοστάσιο σε εστιακό ύψος 31 μέτρα με αλεξικέραυνο.

Το γεωγραφικό πλάτος του φάρου βρίσκεται σε στίγμα 36° 55’ Ο’’ Βόρειο, το γεωγρ. μήκος σε 22° 07’ 6’’ Ανατολικό και με Αριθμό στον Ελληνικό Φαροδείκτη (ΑΕΦ) 2260-Ε 4032.

Πρωτολειτούργησε την 1-6-1892 κατόπιν της υπ’ αριθμ. 27/1-5-1892 εγκυκλίου αναγγελίας του Υπουργείου Ναυτικών5 ως επιτηρούμενος με το περιστροφικό σύστημα Sautter Lemonnier, με ωρολογιακό μηχανισμό περιστροφής με αντίβαρα και πηγή ενέργειας το πετρέλαιο. Εξέπεμπε λευκό σταθερό φως μιας λευκής αναλαμπής ανά 30 δλ. και φωτοβολία 10 ν. μιλίων.

Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ο φάρος παρέμεινε σβηστός. Τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής απεχώρησαν από την Καλαμάτα στις 6-9-19446, λίγες δε ημέρες πριν αποχωρήσουν καννονιοβόλησαν το φάρο από τα παράκτια πυροβολεία της Καλαμάτας με σκοπό να τον καταστρέψουν.

Ο καννονιοβολισμός, όμως, δεν έφερε αποτέλεσμα εκτός από μία οβίδα, η οποία έπληξε το βόρειο μέρος της κατοικίας των φαροφυλάκων, χωρίς όμως να διαπεράσει τον τοίχο, ούτε να προκαλέσει ιδιαίτερες σοβαρές ζημιές, ειμή μόνο στη τοιχοποιία. Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, στα πλαίσια της ανασυγκρότησης του φαρικού δικτύου, ο φάρος επανελειτούργησε ως επιτηρούμενος, με το σύστημα που προαναφέραμε.

Κατά την δύσκολη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, ο φάρος δεν έμεινε αδιάφορος, διασαλεύθη δι’ ολίγον η ησυχία του, οι δε φαροφύλακες ως αυτόπτες μάρτυρες ενός επεισοδίου πού περιγράφουμε πιο κάτω, έζησαν με αγωνία την άνομη βία των επιδραμόντων, εδοκίμασαν τον φόβον και είδαν την καταστροφήν του:

Την νύχταν της 5ης Φεβρουαρίου του 1949, επέδραμον δύο οπλοφόροι αριστερής ιδεολογίας, οι οποίοι προσποιούμενοι ότι ανήκαν εις τας Μονάδας Εθνοφυλακής Αμύνης (ΜΕΑ) της περιοχής, εισήλθαν εντός αυτού και προτάσσοντας τα όπλα των, απαίτησαν από τους φαροφύλακες να τους οδηγήσουν στην κορυφή του πύργου όπου ευρίσκεται το σύστημα του φωτοβολικού μηχανήματος.

Στη συνέχεια τους διέταξαν να καταστρέψουν τον μηχανισμόν του, τούτων όμως αρνηθέντων, το έπραξαν οι ίδιοι άνευ ετέρας, και έτσι, ο φάρος έμεινε πάλι για λίγο καιρό, σβηστός.

Το 1950 η Υπηρεσία Φάρων αντικατέστησε τα μηχανήματα πετρελαίου με αυτόματο πυρσό ασετυλίνης Chance 800m/m Αγγλικής κατασκευής. Από τότε ο φάρος μετετράπη από επιτηρούμενος σε ανεπιτήρητο, λειτουργούσε δε με χαρακτηριστικό δύο λευκών αναλαμπών ανά 12 δλ. και φωτοβολία 12 ν. μιλίων.

Το 1999 μετατράπηκε σε ηλιακό με χαρακτηριστικό δύο λευκών αναλαμπών ανά 12 δλ. η δε φωτιστική του εμβέλεια περιορίσθηκε στα 7 ν. μίλια.

Μετά την αυτοματοποίηση του φάρου και της αποσύρσεως το έτος 1953 και του τελευταίου φαροφύλακα κ. Γεωργίου Λαγουδάκου ο φάρος έμεινε μόνος και απροστάτευτος από τη φθορά του πανδαμάτορος χρόνου.