Προέλευση Του Ονόματος-Τοπονυμίου Μάνη

Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις σχετικά με την προέλευση, τη χρήση για πρώτη φορά και την ετυμολογία της λέξεως Μάνη. Οι απόψεις αυτές είναι:

1. Ο περίφημος Βελισσάριος (Στρατηγός του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού) το 534 μ.Χ. επισκέφθηκε την Καινήπολη και άλλες πόλεις τις Λακωνικής. Εκτιμάται ότι από της εποχής εκείνης άρχισε η φροντίδα για την οχύρωση ολόκληρης της αυτοκρατορίας με την ίδρυση κάστρων και επισκευής των ήδη υπαρχόντων. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας κτίσθηκε και το Κάστρο στο Τηγάνι του Μεζάπου, του οποίου τα ερείπια σώζονται μέχρι σήμερα.

Η τοποθεσία αυτή, αν παρατηρηθεί είτε από τον δρόμο Αρεόπολη – Γερολιμένα, είτε από την θάλασσα, έχει μεγίστη ομοιότητα με τεταμένο βραχίονα μαζί με την παλάμη. Είναι πολύ πιθανόν στο Τηγάνι να υπήρχε από την Ρωμαϊκή εποχή κάποιο είδος Κάστρου το οποίο να είχε λάβει το όνομα Μάνη ή και Μαΐνη (κατά το ΜANUS=χέρι, το οποίο αργότερο προφερόταν MAΪNUS).

Αν αυτό το ενδεχόμενο είναι αληθές τότε η ονομασία Μάνη προέκυψε από το σχήμα της χερσονήσου του Τηγανίου, όπου το αρχικό κάστρο και όχι όπως πιστεύεται από τη γεωγραφική διαμόρφωση ολόκληρης της Μάνης και έτσι δικαιολογείται και το τοπωνύμιο Μαΐνη το οποίο αναφέρεται για πρώτη φορά στα 876 στο Τακτικό του Λέοντος του Σοφού και επαναλαμβάνεται αργότερα στα κείμενα του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου.

Την άποψη αυτή ενισχύει ακόμα περισσότερο και επιβεβαιώνει ο γεωγραφικός όρος Brazzo di Maina” (Βραχίονας – Μπράτσο της Μάνης) που καθιερώθηκε αργότερα από τους Βενετούς για ολόκληρη τη χερσόνησο της Μάνης και ο οποίος αρχικά θα αναφερόταν μόνο για τη χερσόνησο του Τηγανίου.

2. Όταν οι ναυτικοί παρέπλεαν την θαλάσσια περιοχή του Ταινάρου, λόγω των ισχυρών ανέμων που συνήθως έπνεαν στην περιοχή, ήταν αναγκασμένοι να συμπτύσσουν τα πανιά (να εκτελούν τη ναυτική εντολή maina = μάϊνα (μάζεμα) των πανιών).

3. Σχετίζεται το όνομα Μάνη με τη λέξη μανία (εκδίκηση- γδικιομό), που φυλάγουν οι κάτοικοι της περιοχής ή από την πολεμική μανίαν που καταλαμβανόνταν οι κάτοικοι της Ταινάριας περιοχής. Όπως σημειώνει ο Δωρόθεος Μονεμβασίας «…διότι φυλάγουν την μανίαν και την κακίαν εις την καρδίαν και δεν την μεταβάλουν ποτέ εις αγάπην, δια τούτο ωνομάσθη ο τόπος εκείνος Μάνη».

4. Από τη λατινική λέξη manes (=σκιές θανόντων).Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ψυχή του σκοτωμένου βασανίζει το φονιά και για να την καταπραΰνει θα πρέπει (ο φονιάς) να πάει σε ψυχοπομπείο, να την ανακαλέσει και να την εκλιπαρήσει να σταματήσει να τον βασανίζει. Ο ναός του Ποσειδώνος στο Ταίναρο (στα ερείπια του έχει κτισθεί ο ναός των Αγίων Ταξιαρχών) ενδέχεται να ήταν ένα τέτοιο ψυχοπομπείο . Η συσχέτιση των ψυχών (manes) με το ψυχοπομπείο του Ταινάρου δημιούργησε την άποψη ότι η περιοχή ονομάσθηκε Μάνη με αιτία αυτή τη συσχέτιση.

5. Από τον πατέρα του Κρόνου και παππού του Δία «Μάνης το δεύτερο όνομα του Θεού Ουρανού» [Θεογονία του Απολλόδωρου].

6. Μία άλλη, η πλέον απίθανη εκδοχή είναι ότι τι όνομα Μάνη προήλθε από εκ των Μαρδαϊτών, λαού Μικρασιατικού εγκατασταθέντος δήθεν στην Ταινάρια περιοχή.

7. Το 1928 ο Π .Φουρίκης επεχείρησε να αποδείξει ότι πρόκειται για την αλβανική λέξη «μάνι» που σημαίνει μουριά. Η εκδοχή όμως αυτή είναι ιστορικώς απαράδεκτη, όπως αποδεικνύει ο Α.Γ Κουτσιλιέρης [σελ.121-124]

8. Ο Α.Γ. Κουτσιλέρης [σελ.124] θεωρεί ως πειστική ερμηνεία του ονόματος Μάνη, αυτή που έδωσε ο καθηγητής Ε. Πεζόπουλος και εδέχθη ο γλωσσολόγος Γεωργακάς. Κατά αυτόν το τοπωνύμιο Μάνη είναι το θηλυκό του επιθέτου μανός (=αραιός, φαλακρός, άδενδρος). Όπως αναφέρει στη σελίδα 125 ο Α.Γ. Κουτσιλιέρης «Στα παραπλέοντα πλοία,… την παραταινάρια περιοχή, τα γυμνά βουνά της έδιναν την εικόνα της μανής, άδενδρης χώρας και από τη μανή αυτή επόμενο ήταν να σχηματισθεί το τοπωνύμιο Μάνη»

Εκ του Μάνη προήλθε το Μαΐνη όπως από το χαμός το χαϊμός, από τα κλάματα τα κλάϊματα κ.λ.π και έτσι δικαιολογείται και το τοπωνύμιο Μαΐνη το οποίο αναφέρεται για πρώτη φορά στα 876 στο Τακτικό του Λέοντος του Σοφού και επαναλαμβάνεται αργότερα στα κείμενα του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου .

Η πρώτη άποψη σχετικά με την προέλευση του ονόματος, θεωρείται η επικρατέστερη από τις υπόλοιπες, αν και δεν είναι απολύτως αποδεδειγμένη.

 

Advertisements

Η Μανιάτικη Διάλεκτος

Για κάθε λαό η γλώσσα και το θρήσκευμα αποτελούν τα δύο βασικότερα κομμάτια πολιτισμού που τον κάνουν ξεχωριστό σαν έθνος, αλλά και τον χαρακτηρίζουν στον χώρο και στο χρόνο. Οι Έλληνες σήμερα αν θέλουμε να περηφανευόμαστε για την καταγωγή μας από τους αρχαίους θα πρέπει να αναλογιστούμε την γλώσσα μας, μιας και το θρήσκευμα είναι διαφορετικό.

Κάποιες περιοχές της Ελλάδας διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα βασικά στοιχεία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Μία από αυτές τις περιοχές ήταν και η Μάνη. Ο λόγος που συνέβη αυτό είναι διότι κάποιες περιοχές δέχτηκαν μέσα στην ροή της ιστορίας ελάχιστα ξένα προς τον τόπο πολιτιστικά γνωρίσματα και συνεπώς και γλωσσικά. Χωρίς φόβο ιδιαίτερης αυθαιρεσίας θα μπορούσαμε να κατατάξουμε σε βαθμό αρχαιοφάνειας τα διάφορα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα ως εξής¨

  1. Μάνη και Τσακωνιά
  2. Κύπρος, Πόντος, Σφακιά, Ν. Δωδεκάνησα, Παλαιά Αθήνα, Μέγαρα
  3. Νησιά Αιγαίου, Κύθηρα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Ν. Εύβοια, Ν.Δ Αρκαδία, Κρήτη
  4. Πελοπόννησος
  5. Νότια Στερεά Ελλάδα
  6. Κεντρικός κορμός Ελλάδας, Μακεδονία, Θράκη, Ρωμυλία, Μικρά Ασία

Η τσακώνικη και η παραταινάρια ( Μανιάτικη ) γλώσσα είναι άμεσα επιβιώματα της δωρικής διαλέκτου με εμφανή και τα λιγοστά νεότερα επιστρώματα μέσα στους αιώνες.

Τα επιστρώματα αυτά προήλθαν στις περιοχές αυτές από τους πληθυσμούς που κινήθηκαν εκεί κατά την Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία στην Πελοπόννησο. Αλλά και τα διάφορα λατινικά στοιχεία στην γλώσσα δεν πρέπει να μας ξενίζει καθώς η λατινική γλώσσα είναι κλαδί της δωρικής διαλέκτου. Πολύ σημαντικά στοιχεία επίσης της παραταινάριας γλώσσας που παραπέμπουν στην αρχαία δωρική είναι τα τοπωνύμια, τα επίθετα, τα επιτατικά προσφύματα, η αρχαϊκή προστακτική, η προφορά και η μορφή των λέξεων.

Τέλος το σημαντικότερο γνώρισμα είναι η λιγόλογη αλληγορία ( ποιητική περιγραφή ) που ταυτίζεται με την ομιλία των αρχαίων Λακώνων δηλαδή λίγα λόγια με πολύ νόημα. Ικανότητα της πλήρους περιγραφής με βραχύ λόγο. Το λακωνίζειν.

Πηγή: Κυριάκος Κάσσης