Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Επώνυμα Και Τοπωνύμια Του Παρελθόντος Στη Μάνη

Το πέρασμα των αιώνων οδήγησε ένα μεγάλο μέρος επωνύμων και τοπωνυμίων να ξεχαστούν, να αλλάξουν ή ακόμα και να πάψουν να υπάρχουν μιας και πολλοί οικισμοί ή οικογένειες καταστράφηκαν από την πολυτάραχη ιστορία της περιοχής της Μάνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω προτάσεων αποτελεί η οικογένεια Γρίτση. Σε Ενετικούς καταλόγους του 1618 αναφέρονται διάφοροι οικογενειακοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και ο οικισμός Γριτσιάνικα. Μάλιστα το «Γρίτσας» ως κύριο επώνυμο ή παρωνύμιο βρίσκεται σε χρήση στην Λακωνική χερσόνησο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μιας και Γρίτσας – Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν αξιωματούχος στην Λακωνία το 1460.

Το 1808 σε διαθήκη της Μονής Ζερμπίτσης που συντάχθηκε στο Γύθειο αναφέρεται «η Μιχαλού η Γρίτσαινα αφιέρωσε το χωράφι όπου είναι εις την Σελινίτσα όπου είναι το μερδικό της και του αδερφού της». Σήμερα δεν ακούγεται στην περιοχή της Μάνης ούτε το επώνυμο Γρίτσης ούτε το τοπωνύμιο Γριτσιάνικα.

Σε όλο το μήκος της Μάνης υπήρχαν παλαιότερα μεγαλιθικοί οικισμοί που με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν είτε γιατί ήταν δυσπρόσιτοι είτε λόγω οικιστικής παρακμής. Ο εγκαταλελειμμένος οικισμός Μαύριανος στην ανατολική Μέσα Μάνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουκάδικα. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε πειρατικό κρησφύγετο. Στον συγκεκριμένο τόπο έμενε και ο πειρατής Κάκαβος ο οποίος δρούσε εναντίον των Τούρκων και έμεινε μνημειώδης για τον κούρσο του.

»Αριστερά στην ρεματιά

Αντίκρυ από το κάστρο

Εκεί κοιμάται ο Κάκαβος

Με τα φλουριά γεμάτος»

Ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως η τελευταία οικογένεια που εγκατέλειψε τον οικισμό κατά την διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η οικογένεια Κουρσαράκου. Το επίθετο αυτό δείχνει την πειρατική ιστορία του οικισμού Μαύριανου. Σήμερα τα παραπάνω επώνυμα όπως Κάκαβος και Κουρσαράκος δεν ακούγονται στην Μάνη ενώ ο μεγαλιθικός οικισμός έχει πλήρως εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του.

Οικισμός Γουλάς Στη Βάθεια

Παλαιό επώνυμο επίσης το οποίο εμφανίζεται στην περιοχή του Κότρωνα κατά τα υστεροβυζαντινά χρόνια είναι το Κολοκυθάς. Στο αριστερό μέρος του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα που είναι του 17ου αιώνα υπάρχει τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στην οποία αναγράφεται «δέησις Θεοδώρου Κολοκυθά». Επίσης στον ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Λάγια σε τοιχογραφία του Αγίου Βλάση αναγράφεται «και εβοήθισε ο γιόργης κολοκυθάς ένα βόδη». Προφανώς ήταν προφορά για την ανοικοδόμηση ή την αγιογράφηση.

Είναι άγνωστο επισήμως αν το επώνυμο αυτό συσχετίζεται με το όνομα Κολοκυθιά (πρώην δήμος του Κότρωνα) της ανατολικής Μάνης ή αν είναι σύμπτωση. Δεν είναι γνωστό αν η περιοχή πήρε το όνομα από την οικογένεια ή το αντίθετο. Κάποιοι συσχετίζουν αυτήν την οικογένεια με την οικογένεια Κολοκυθά της Τραπεζούντας που μετά την πτώση της όπως άλλες κατέφυγαν στην Μάνη.

Σήμερα, από παράδοση κυρίως, αποκαλούμε Κολοκυθιά την περιοχή του Κότρωνα, κάστρο Κολοκυθιάς, τα Λουκάδικα, ενώ ως επώνυμο ή παρωνύμιο δεν ακούγεται στην Μάνη.

Παλαιό τοπωνύμιο στην περιοχή της Μάνης, στα σύνορά της για την ακρίβεια, είναι τα Γουλιάνικα. Το τοπωνύμιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Κόκκινα Λουριά. Πιθανόν να προέρχεται από την λέξη Koule (σημαίνει πύργος) και παράφραση αυτού στην μανιάτικη διάλεκτο το Γουλάς. Μάλιστα δεν αποκλείεται εκεί να διέμενε οικογένεια με το όνομα Γουλάκης (ανάλογο του Καστρινός) μιας και οι μικροί οικισμοί ήταν οικογενειακοί ενώ η κατάληξη -ιάνοι και –ιάνικα είναι καταλήξεις οικογενειακών ονομάτων στην λατινική – ενετική γλώσσα.

Ο παραπάνω οικισμός ο οποίος σήμερα δεν κατοικείται καταγράφεται σε διάφορους καταλόγους της ενετοκρατίας στους οποίους αναφέρεται ως ενοικιαζόμενη γη από ισχυρούς άνδρες της Κελεφάς όπως τον Πέτρο Αβραμάκη το 1704 και τον Γρηγόρη Κυριακουλάκη το 1705. Σήμερα το επώνυμο αυτό δεν συναντάται στην Μάνη παρά μόνο το Γουλάκος στην Μέσα ανατολική Μάνη και δεν φαίνεται να έχει σχέση με την παραπάνω οικογένεια του οικισμού Γουλιάνικα.

ΠΗΓΕΣ

  • Κώστα Κόμη «Φορολογικά Κατάστιχα Μάνης – Μπαρδούνιας»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ κοινωνική οργάνωση και ζωή»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ Τα κάστρα και οι πύργοι περιδιαβάσεις ιστορίας»
  • FACEBOOK ομάδα Μάνη παλιές φωτογραφίες -Φωτο Πέτρος Ξυμητήρης-Οικισμός Ολυμπιές 1967

Μανιάτες προς Ιμπραήμ – »Εμείς δεν χαρίζουμε Κάστανα»

Το 1826 ο Ιμπραήμ κατά την επέλαση του στην Πελοπόννησο βρέθηκε μπροστά στο εμπόδιο των Μανιατών. Είχε καταφέρει να καταλάβει όλες τις μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου χωρίς δυσκολία, αλλά δεν μπόρεσε να κάμψει την αντίσταση των σκληροτράχηλων και εμπειροπόλεμων Μανιατών. Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε «κατά μέτωπον» επίθεση με τον κύριο όγκο των δυνάμεων στη Βέργα Αλμυρού, με ταυτόχρονη πλευρική αποβατική ενέργεια στον όρμο Διρού, νοτίως της Αρεόπολης, στην καρδιά της Μάνης. Το σχέδιο του εμποδίστηκε από τα γυναικόπαιδα που τους έδιωξαν με πέτρες και δρεπάνια.

Ωστόσο, ο Ιμπραήμ έστειλε μέσα στα χωριά της Μάνης κατασκόπους ντυμένους καστανάδες….
Αυτοί για να πληροφορηθούν από τις πεινασμένες γυναίκες και τα παιδιά που κρύβονταν οι άντρες τους, άρχισαν να τους χαρίζουν κάστανα, αντί να τα πουλάνε.

Αυτό έκανε εντύπωση στο χωριό και αμέσως ειδοποίησαν και κατέβηκαν οι αρματολοί στα χωριά και έπιασαν τους καστανάδες. Οι κατάσκοποι ομολόγησαν την αλήθεια εκλιπαρώντας για τη ζωή τους, όμως οι Μανιάτες λίγο πριν τους απαγχονίσουν απάντησαν:

– Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα…

Πάσχα Στους Μπουλαριούς

Ένας παπάς στην Μέσα Μάνη δεν ήξερε γράμματα και δεν κατάφερνε καλά να μετράει τις μέρες. Είχε υπολογίσει λοιπόν τις μέρες μέχρι να έρθει το Πάσχα. Έβαλε σε μια κολοκύθα τόσα κουκιά όσες μέρες μεινέσκανε και κάθε μέρα αφαιρούσε και από ένα κουκί. Μέχρι να σωθούνε και θα καταλάβαινε πλέον πως ήρθε η Λαμπρή.

Η παπαδιά σαν είδε να φυρνάνε¹ τα κουκιά είπε, ‘θα του αρέσουν του παπά μου τα κουκιά, ας του ρίξω λίγα ακόμα ΄. Του έριξε λοιπόν άλλη μια χούφτα μέσα στην καβάθα του. Τέλοσπάντω ήρθε το Πάσχα, το μεγάλο Σάββατο το βράδυ ο παπάς έπρεπε να πάει στην εκκλησία να βαρέσει την καμπάνα να σηκώσει Ανάσταση.

Περιμένανε να πάει ο παπάς, περιμένανε αλλά εκείνος δεν πήγαινε. Βρε σήκω παπά να βαρέσεις την καμπάνα, ο κόσμος περιμένει, οι άλλοι παπάδες γύρω -γύρω την  βαρέσανε,  του έλεγε η παπαδιά του αλλά τίποτα αυτός. Ήρθανε και οι επίτροποι της εκκλησίας, κόσμος αλλά αυτός τον χαβά του. Σαν τον παρατσιτώσανε τους λέει ….

Πάσχα στους πάνω Μπουλαριούς

Πάσχα και στους κάτω

Πάσχα και στο Δρυ

Μα του παπά η κολοκύθα δεν το μολογεί


¹Λιγοστεύουν

Από το βιβλίο του Γ. Μανιατέα «Παραμύθια, Θρύλοι και Μύθοι  της Μάνης»

Ο Λιβανέζος Και Η Μανιάτικη Γη

Στο βιβλίο «ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ» του Μανιάτη λαογράφου Κυριάκου Κάσση, καταγράφετε μια πολύ όμορφη και διδακτική ιστορία. Διαβάζουμε λοιπόν:

Η πολυτελής κούρσα σταμάτησε στο καφενείο της Αρεόπολης. Στο πίσω κάθισμά της καθότανε ένας ευτραφής, μελαχροινός, πολύ καλοντυμένος κύριος. Ο οδηγός και ο διερμηνέας του κατέβηκαν κι ο δεύτερος μπήκε στο καφενείο… Ρώτησε:

«— Ρε παιδιά…Έχει κανένας κάνα οικόπεδο εδώ πέρα;».
«— Όλοι έχουμε», του αποκρίνεται ένας Κοιλάκος από τον Πύργο Δηρού με όψη αγρότη ντόπιου.
«— Εσύ έχεις;», ξαναρωτά ο ξένος. «Πόσο πουλιέται το στρέμμα;».
«— Το στρέμμα;… Τέσσερα εκατομμύρια…», λέει έτσι, «για πλάκα» ο Μανιάτης.
«— Εσύ πόσα έχεις;». ·
«— Έχω πάνω από δέκα στρέμματα».
«— Που εδώ κοντά;».
«— Κάτω προς την παραλία του Δηρού. Γιατί ρωτάς;».
«— Να, ο κύριος έξω στο αμάξι είναι Λιβανέζος. Και ψάχνει ν’ αγοράσει γη. Εγώ είμαι ο διερμηνέας σου».

Βγαίνει ο διερμηνέας από το καφενείο. Πάει στο αφεντικό του και κάτι συζητούν για λίγο. Ξαναγυρίζει ο διερμηνέας στο καφενείο και κρατά ένα μπλοκ:

«—Ο κύριος λέει ότι αν θέλεις τ’ αγοράζει τώρα αμέσως. Έχω εδώ ένα τσεκ για σαράντα εκατομμύρια δραχμές. Μόνο να πάμε στο συμβολαιογράφο».

Το κοίταζε ο Μανιάτης σκεφτικός. Άκουσε το ποσόν. Και θυμήθηκε την κόρη του που πέτυχε στο Πανεπιστήμιο με τόσες δυσκολίες και έμενε στην Αθήνα, ήθελε 40.000 δραχμές έξοδα για να ζει φτωχικά… Και πουνατα βρει αυτός… «Σκέψου λεφτά πόχει ο κόσμος…», συλλογίστηκε.

«— Λοιπόν εντάξει;».

Η φωνή του ξένου τον ξανάφερε στην πραγματικότητα.

«— Τι εντάξει;».
«— Θα πάμε να κανονίσουμε; Να κάνομε τα συμβόλαια και να πάρεις τα λεφτά;».
«— Ποιος σου είπε, άνθρωπέ μου, ότι πουλάω. Η γη αυτή σάμπως είναι δική μου; Ο πατέρας μου, μου την άφησε. Είναι από το μπάπου του. Και αύριο θάναι των παιδιών μου. Δεν έχω εγώ δικαίωμα να την πουλήσω… Δεν την απόχτησα εγώ… Εγώ είμαι περαστικός, όπως κι άλλοι πριν από μένα. Τι μου ζητάς, λοιπόν».
«— Δηλαδή, δεν τα δίνεις;», ρώτησε ο διερμηνέας.
«— Όχι. Δεν έχεις ακούσει; «Άλλοι τάχαν, άλλοι τάχουν, κι άλλοι πάλι τα παντέχουν».
«— Βρε μυαλά που κουβαλάτε οι Μανιάτες. Σου δίνει σαράντα εκατομμύρια γι’ αυτές τις ξερόπετρες και δεν τα δίνεις; Ε ρε να τάχα εγώ!… θάλυνα το πρόβλημα της ζωής μου…».

Κι έφυγε προς το αμάξι. Κάτι είπαν με το αφεντικό του, και σε λίγο έφυγαν.