Ο αγωνιστής του 1821 Δημήτριος Κατσουλάκος

Φαλαγγίτης

 

Αγώνες όπως η Ελληνική επανάσταση του 1821, οφείλουν την υλοποίηση και επιτυχία τους σε μια πληθώρα άγνωστων ηρώων και όχι σε λίγες γνωστές και δημοφιλείς προσωπικότητες. Ανάμεσα σε αυτούς τους αφανείς ήρωες της ελληνικής επανάστασης ήταν και ο αγωνιστής Δημήτριος Κατσουλάκος.

 

Τα χρόνια πριν την επανάσταση

            Λίγα πράγματα γνωρίζουμε με βεβαιότητα για την ζωή του αγωνιστή πριν το 1821. Εκείνο που ξέουμε είναι πως γεννήθηκε το 1801 στον Κότρωνα την μέσα ανατολικής Μάνης και ανήκε στην πατριά των Σεβαστιάνων. Η πατριά αυτή θεωρείται σύμφωνα με την λαϊκή τοπική παράδοση ως η παλαιότερη του χωριού Κότρωνα. Τούτο δεν είναι απίθανο καθώς το όνομα «Σεβαστός» ανταποκρίνεται σε βυζαντινό τίτλο. Οι Σεβαστιάνοι στην μανιάτικη κοσμοθεωρία – κοινωνική τάξη θεωρούνταν σοϊλήδες (από υψηλή γενιά). Το παρωνύμιο «Κατζούλης» είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Μάνη και σημαίνει τον βραχύσωμο άνδρα (εκ της λέξεως cattus). Γνωρίζουμε επίσης ότι ήταν εγγράμματος (πράγμα σπουδαίο για την εποχή), καθώς έχει διασωθεί η υπογραφή του.

Τα χρόνια της Επανάστασης

            Με την έκρηξη της επανάστασης ο Δημήτρης Κατσουλάκος, όπως πολλοί άλλοι Μανιάτες, έλαβε τα όπλα κατά των Τούρκων. Το φιλοπόλεμο υπόβαθρο της περιοχής στην οποία μεγάλωσε ενέτεινε τις προσπάθειες του. Γρήγορα εξελίχθηκε σε οπλαρχηγό, όπως μαρτυρούν έγγραφα της εποχής, «μετά και άλλων οπλαρχηγών», ή αλλού «με όσους στρατιώτες εδυνήθη».  Μάλιστα αναφέρεται με το όνομα Κατζουλάκος ή Κατζουλάκης σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο.

            Τα πρώτα χρόνια της επανάστασης υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και έμεινε στο πλευρό του «έως τας τελευταίας ώρας του». Πολέμησε μαζί του στο Βαλτέτσι (12 – 13 Μαΐου 1821), όπου οι Τούρκοι κατατροπώθηκαν. Έπειτα συμμετείχε στην πολιορκία και άλωση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821). Σε αυτήν την επιχείρηση σκοτώθηκε ο θείος του. Ακολούθως συμμετείχε στο εκστρατευτικό σώμα του Κ. Μαυρομιχάλη στην Ήπειρο προκειμένου να ανακουφίσει τους Σουλιώτες. Μετά την μάχη στο Φανάρι της Σπλάντζας όπου σκοτώθηκε ο Κ. Μαυρομιχάλης, ο Δημήτρης Κατσουλάκος επέστρεψε στην Λακωνία. Δεν γνωρίζουμε πληροφορίες για την δράση του μεταξύ 1823 και 1824. Έλαβε όμως δυναμικά μέρος στην αναχαίτιση των δυνάμεων του Ιμπραήμ που προσπάθησαν να εισβάλουν στην Μάνη το 1826.

Το σχετικό έγγραφο αναφέρει:

«Οἱ κάτωθι ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Μαραθωνησίου πίστιν βεβαίαν βεβαιοῦμεν ὅτι ὁ συμπολίτης μας κ. Δημήτριος Κατζούλης ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, λαβὼν τὰ ὅπλα κατὰ τῶν ἐχθρῶν, δὲν ἔλειψεν ἀφ’ ὅλας τὰς κατὰ τὴν Πελοπόννησον ἐκστρατείας μὲ ὅσους στρατιώτας ἐδυνήθη ὁμοῦ μετὰ τοῦ Γενναιοτάτου Καπετὰν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη ἕως τὰς τελευταίας ὥρας του. Καὶ προσέτι μάλιστα εἰς τὰς κατὰ τὴν Σπάρτην23 εἰσδρομὰς καὶ ἀποβάσεις τοῦ Ἰβραΐμη, ὅπου εἰς ὅλον ὁμοῦ τὸ διάστημα τοῦτο ἐφύλαξεν ἀκριβῶς τὰ χρέη του συναγωνισθεὶς ὑπὲρ τῆς κοινῆς ἐλευθερίας. Μάλιστα εἶναι φανερὸν ὅτι εἰς τὸ ρεσάλτο24 τῆς Τρομπολιτζᾶς25 ἐφονεύθη καὶ ὁ θεῖος του».

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, μετά την φυγή και καταδίωξη των τούρκων της Λακεδαίμονος, ο Δημήτρης Κατσουλάκος εγκαταστάθηκε κοντά στο χωριό Ξηροκάμπι, σε περιοχή που ονομάστηκε Κατσουλαίικα από το όνομα του. Σε έγγραφο του 1825 από τον οπλαρχηγό Νικόλαο Γιατράκο προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αναφέρεται ότι οι Τούρκοι ιππείς, λεγόμενοι ατλίδες έκαψαν τα χωριάτης περιοχής μεταξύ αυτών και τα Κατσουλαίικα. Στην απογραφή του Μαιζόν το 1829 αναφέρονται 6 οικογένειες με 21 κατοίκους.

17357318_265333267255962_1955482261_o

η σπάθη του αγωνιστή (χορηγία φωτογραφίας από το αρχείο της οικογένειας Κατσουλάκου)

Μετά την επανάσταση 

Το φιλοπόλεμο πνεύμα των Μανιατών ήρθε σε πλήρη αντιπαράθεση με την δημιουργία ενός σύγχρονου ελληνικού κράτους. Στην επίθεση των Μαυρομιχαλαίων εναντίον των Καποδιστριακών δυνάμεων στο Γύθειο το 1831 ο Δημήτρης Κατσουλάκος  (κάτοικος Μαυροβουνίου) λοχίας εν υπηρεσία υπερασπίστηκε την πόλη με επιτυχία. Στις 9/7/1832 ο υποφαινόμενος συμμετείχε στην εκλογή πληρεξουσίου της περιοχής του Γυθείου για να τους εκπροσωπήσει στην εθνική συνέλευση. Την 1η Δεκεμβρίου 1836 ο υπαξιωματικός του στρατού τότε Δημήτρης Κατσουλάκος λαμβάνει τιμητικά το χάλκινο αριστείο αγώνος της ελληνικής επανάστασης. Οι διακρίσεις ωστόσο για τον ίδιο δεν σταμάτησαν εκεί. Την 1η Νοεμβρίου του 1837 αναγνωρίζεται ως ανθυπολοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας. σώμα επίλεκτο και τιμητικό.

Το 1844 έγινε προσπάθεια να γίνουν οι πρώτες οργανωμένες εκλογές του ελληνικού κράτους. Αυτό δεν επετεύχθη απόλυτα καθώς οι αντιμαχόμενες οικογένειες σε κάθε επαρχία διεκδικούσαν με βία την εξουσία. Στην ανατολική Μάνη σημειώθηκαν ταραχές. Το 1845 ο Δημήτρης Πετροπουλάκης στασίασε κατά της Κυβέρνησης την οποία θεωρούσε άνομη και κατέλαβε το κάστρο της Μπαρδούνιας. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τελικώς επικράτησαν και οι στασιαστές παραδόθηκαν. Μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και ο Δημήτρης Κατσουλάκος.

            Περί το 1850 ο Δ. Κατσουλάκος επέστρεψε στα Κατσουλαίικα και παντρεύτηκε την Μαρίτσα Λάσκαρη από την Κουμουστά. Απέκτησε 5 παιδιά τρεις γιους (Γεράσιμο, Θεόδωρο, Ηλία) και δύο κόρες. Το 1872 είναι πια εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του δήμου Φάριδος. Απεβίωσε στα Κατσουλαίικα περί τα 1890. Το μοιρολόι του, έχει σωθεί και το πε η αδερφή του

«Δημήτρη μου καλέ μου αδερφέ

άξιε μου αξιωματικέ

και φαλαγγίτη ξακουστέ

Μανιάτης στα μανιάτικα

πολίτης στα πολιτικά

χωριάτης στα χωριάτικα»

Untitled

η υπογραφή του αγωνιστή

Πηγές

  1. Δ. Θ. Κατσουλάκου «ο Αγωνιστής της επανάστασης Δημήτρης Κατσουλάκος» Λακωνικαί Σπουδαί τ. 21ος , Αθήνα 2015 – 2016
  2. Δ. Θ. Κατσουλάκου «Η νότια κοίλη Λακεδαίμων και τα μοιρολόγια της» εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002
  3. Προσωπικό Αρχείο Εγγράφων Δ. Θ. Κατσουλάκου
  4. Κ. Κάσση «Μοιρολόγια της μέσα Μάνης» τ. Β Αθήνα 1980
  5. Στ. Καπετανάκη «Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες αγωνιστές», εκδ. Αδούλωτη Μάνη 2008
  6. Γ.Α.Κ Μοναστηριακά φακ. 441 σ.972
  7. Δ. Βαγιακάκου «Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Επωνύμων», τ. 2ος , εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 2016

θερμές ευχαριστίες στον απόγονο του αγωνιστή και συνώνυμο του Δημήτρη Κατσουλάκο για την παροχή εγγράφων.

 

 

Advertisements

Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Επώνυμα Και Τοπωνύμια Του Παρελθόντος Στη Μάνη

Το πέρασμα των αιώνων οδήγησε ένα μεγάλο μέρος επωνύμων και τοπωνυμίων να ξεχαστούν, να αλλάξουν ή ακόμα και να πάψουν να υπάρχουν μιας και πολλοί οικισμοί ή οικογένειες καταστράφηκαν από την πολυτάραχη ιστορία της περιοχής της Μάνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω προτάσεων αποτελεί η οικογένεια Γρίτση. Σε Ενετικούς καταλόγους του 1618 αναφέρονται διάφοροι οικογενειακοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και ο οικισμός Γριτσιάνικα. Μάλιστα το «Γρίτσας» ως κύριο επώνυμο ή παρωνύμιο βρίσκεται σε χρήση στην Λακωνική χερσόνησο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μιας και Γρίτσας – Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν αξιωματούχος στην Λακωνία το 1460.

Το 1808 σε διαθήκη της Μονής Ζερμπίτσης που συντάχθηκε στο Γύθειο αναφέρεται «η Μιχαλού η Γρίτσαινα αφιέρωσε το χωράφι όπου είναι εις την Σελινίτσα όπου είναι το μερδικό της και του αδερφού της». Σήμερα δεν ακούγεται στην περιοχή της Μάνης ούτε το επώνυμο Γρίτσης ούτε το τοπωνύμιο Γριτσιάνικα.

Σε όλο το μήκος της Μάνης υπήρχαν παλαιότερα μεγαλιθικοί οικισμοί που με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν είτε γιατί ήταν δυσπρόσιτοι είτε λόγω οικιστικής παρακμής. Ο εγκαταλελειμμένος οικισμός Μαύριανος στην ανατολική Μέσα Μάνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουκάδικα. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε πειρατικό κρησφύγετο. Στον συγκεκριμένο τόπο έμενε και ο πειρατής Κάκαβος ο οποίος δρούσε εναντίον των Τούρκων και έμεινε μνημειώδης για τον κούρσο του.

»Αριστερά στην ρεματιά

Αντίκρυ από το κάστρο

Εκεί κοιμάται ο Κάκαβος

Με τα φλουριά γεμάτος»

Ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως η τελευταία οικογένεια που εγκατέλειψε τον οικισμό κατά την διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η οικογένεια Κουρσαράκου. Το επίθετο αυτό δείχνει την πειρατική ιστορία του οικισμού Μαύριανου. Σήμερα τα παραπάνω επώνυμα όπως Κάκαβος και Κουρσαράκος δεν ακούγονται στην Μάνη ενώ ο μεγαλιθικός οικισμός έχει πλήρως εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του.

Οικισμός Γουλάς Στη Βάθεια

Παλαιό επώνυμο επίσης το οποίο εμφανίζεται στην περιοχή του Κότρωνα κατά τα υστεροβυζαντινά χρόνια είναι το Κολοκυθάς. Στο αριστερό μέρος του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα που είναι του 17ου αιώνα υπάρχει τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στην οποία αναγράφεται «δέησις Θεοδώρου Κολοκυθά». Επίσης στον ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Λάγια σε τοιχογραφία του Αγίου Βλάση αναγράφεται «και εβοήθισε ο γιόργης κολοκυθάς ένα βόδη». Προφανώς ήταν προφορά για την ανοικοδόμηση ή την αγιογράφηση.

Είναι άγνωστο επισήμως αν το επώνυμο αυτό συσχετίζεται με το όνομα Κολοκυθιά (πρώην δήμος του Κότρωνα) της ανατολικής Μάνης ή αν είναι σύμπτωση. Δεν είναι γνωστό αν η περιοχή πήρε το όνομα από την οικογένεια ή το αντίθετο. Κάποιοι συσχετίζουν αυτήν την οικογένεια με την οικογένεια Κολοκυθά της Τραπεζούντας που μετά την πτώση της όπως άλλες κατέφυγαν στην Μάνη.

Σήμερα, από παράδοση κυρίως, αποκαλούμε Κολοκυθιά την περιοχή του Κότρωνα, κάστρο Κολοκυθιάς, τα Λουκάδικα, ενώ ως επώνυμο ή παρωνύμιο δεν ακούγεται στην Μάνη.

Παλαιό τοπωνύμιο στην περιοχή της Μάνης, στα σύνορά της για την ακρίβεια, είναι τα Γουλιάνικα. Το τοπωνύμιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Κόκκινα Λουριά. Πιθανόν να προέρχεται από την λέξη Koule (σημαίνει πύργος) και παράφραση αυτού στην μανιάτικη διάλεκτο το Γουλάς. Μάλιστα δεν αποκλείεται εκεί να διέμενε οικογένεια με το όνομα Γουλάκης (ανάλογο του Καστρινός) μιας και οι μικροί οικισμοί ήταν οικογενειακοί ενώ η κατάληξη -ιάνοι και –ιάνικα είναι καταλήξεις οικογενειακών ονομάτων στην λατινική – ενετική γλώσσα.

Ο παραπάνω οικισμός ο οποίος σήμερα δεν κατοικείται καταγράφεται σε διάφορους καταλόγους της ενετοκρατίας στους οποίους αναφέρεται ως ενοικιαζόμενη γη από ισχυρούς άνδρες της Κελεφάς όπως τον Πέτρο Αβραμάκη το 1704 και τον Γρηγόρη Κυριακουλάκη το 1705. Σήμερα το επώνυμο αυτό δεν συναντάται στην Μάνη παρά μόνο το Γουλάκος στην Μέσα ανατολική Μάνη και δεν φαίνεται να έχει σχέση με την παραπάνω οικογένεια του οικισμού Γουλιάνικα.

ΠΗΓΕΣ

  • Κώστα Κόμη «Φορολογικά Κατάστιχα Μάνης – Μπαρδούνιας»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ κοινωνική οργάνωση και ζωή»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ Τα κάστρα και οι πύργοι περιδιαβάσεις ιστορίας»
  • FACEBOOK ομάδα Μάνη παλιές φωτογραφίες -Φωτο Πέτρος Ξυμητήρης-Οικισμός Ολυμπιές 1967

Μανιάτες προς Ιμπραήμ – »Εμείς δεν χαρίζουμε Κάστανα»

Το 1826 ο Ιμπραήμ κατά την επέλαση του στην Πελοπόννησο βρέθηκε μπροστά στο εμπόδιο των Μανιατών. Είχε καταφέρει να καταλάβει όλες τις μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου χωρίς δυσκολία, αλλά δεν μπόρεσε να κάμψει την αντίσταση των σκληροτράχηλων και εμπειροπόλεμων Μανιατών. Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε «κατά μέτωπον» επίθεση με τον κύριο όγκο των δυνάμεων στη Βέργα Αλμυρού, με ταυτόχρονη πλευρική αποβατική ενέργεια στον όρμο Διρού, νοτίως της Αρεόπολης, στην καρδιά της Μάνης. Το σχέδιο του εμποδίστηκε από τα γυναικόπαιδα που τους έδιωξαν με πέτρες και δρεπάνια.

Ωστόσο, ο Ιμπραήμ έστειλε μέσα στα χωριά της Μάνης κατασκόπους ντυμένους καστανάδες….
Αυτοί για να πληροφορηθούν από τις πεινασμένες γυναίκες και τα παιδιά που κρύβονταν οι άντρες τους, άρχισαν να τους χαρίζουν κάστανα, αντί να τα πουλάνε.

Αυτό έκανε εντύπωση στο χωριό και αμέσως ειδοποίησαν και κατέβηκαν οι αρματολοί στα χωριά και έπιασαν τους καστανάδες. Οι κατάσκοποι ομολόγησαν την αλήθεια εκλιπαρώντας για τη ζωή τους, όμως οι Μανιάτες λίγο πριν τους απαγχονίσουν απάντησαν:

– Εμείς δεν χαρίζουμε κάστανα…

Πάσχα Στους Μπουλαριούς

Ένας παπάς στην Μέσα Μάνη δεν ήξερε γράμματα και δεν κατάφερνε καλά να μετράει τις μέρες. Είχε υπολογίσει λοιπόν τις μέρες μέχρι να έρθει το Πάσχα. Έβαλε σε μια κολοκύθα τόσα κουκιά όσες μέρες μεινέσκανε και κάθε μέρα αφαιρούσε και από ένα κουκί. Μέχρι να σωθούνε και θα καταλάβαινε πλέον πως ήρθε η Λαμπρή.

Η παπαδιά σαν είδε να φυρνάνε¹ τα κουκιά είπε, ‘θα του αρέσουν του παπά μου τα κουκιά, ας του ρίξω λίγα ακόμα ΄. Του έριξε λοιπόν άλλη μια χούφτα μέσα στην καβάθα του. Τέλοσπάντω ήρθε το Πάσχα, το μεγάλο Σάββατο το βράδυ ο παπάς έπρεπε να πάει στην εκκλησία να βαρέσει την καμπάνα να σηκώσει Ανάσταση.

Περιμένανε να πάει ο παπάς, περιμένανε αλλά εκείνος δεν πήγαινε. Βρε σήκω παπά να βαρέσεις την καμπάνα, ο κόσμος περιμένει, οι άλλοι παπάδες γύρω -γύρω την  βαρέσανε,  του έλεγε η παπαδιά του αλλά τίποτα αυτός. Ήρθανε και οι επίτροποι της εκκλησίας, κόσμος αλλά αυτός τον χαβά του. Σαν τον παρατσιτώσανε τους λέει ….

Πάσχα στους πάνω Μπουλαριούς

Πάσχα και στους κάτω

Πάσχα και στο Δρυ

Μα του παπά η κολοκύθα δεν το μολογεί


¹Λιγοστεύουν

Από το βιβλίο του Γ. Μανιατέα «Παραμύθια, Θρύλοι και Μύθοι  της Μάνης»

Ο Λιβανέζος Και Η Μανιάτικη Γη

Στο βιβλίο «ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ» του Μανιάτη λαογράφου Κυριάκου Κάσση, καταγράφετε μια πολύ όμορφη και διδακτική ιστορία. Διαβάζουμε λοιπόν:

Η πολυτελής κούρσα σταμάτησε στο καφενείο της Αρεόπολης. Στο πίσω κάθισμά της καθότανε ένας ευτραφής, μελαχροινός, πολύ καλοντυμένος κύριος. Ο οδηγός και ο διερμηνέας του κατέβηκαν κι ο δεύτερος μπήκε στο καφενείο… Ρώτησε:

«— Ρε παιδιά…Έχει κανένας κάνα οικόπεδο εδώ πέρα;».
«— Όλοι έχουμε», του αποκρίνεται ένας Κοιλάκος από τον Πύργο Δηρού με όψη αγρότη ντόπιου.
«— Εσύ έχεις;», ξαναρωτά ο ξένος. «Πόσο πουλιέται το στρέμμα;».
«— Το στρέμμα;… Τέσσερα εκατομμύρια…», λέει έτσι, «για πλάκα» ο Μανιάτης.
«— Εσύ πόσα έχεις;». ·
«— Έχω πάνω από δέκα στρέμματα».
«— Που εδώ κοντά;».
«— Κάτω προς την παραλία του Δηρού. Γιατί ρωτάς;».
«— Να, ο κύριος έξω στο αμάξι είναι Λιβανέζος. Και ψάχνει ν’ αγοράσει γη. Εγώ είμαι ο διερμηνέας σου».

Βγαίνει ο διερμηνέας από το καφενείο. Πάει στο αφεντικό του και κάτι συζητούν για λίγο. Ξαναγυρίζει ο διερμηνέας στο καφενείο και κρατά ένα μπλοκ:

«—Ο κύριος λέει ότι αν θέλεις τ’ αγοράζει τώρα αμέσως. Έχω εδώ ένα τσεκ για σαράντα εκατομμύρια δραχμές. Μόνο να πάμε στο συμβολαιογράφο».

Το κοίταζε ο Μανιάτης σκεφτικός. Άκουσε το ποσόν. Και θυμήθηκε την κόρη του που πέτυχε στο Πανεπιστήμιο με τόσες δυσκολίες και έμενε στην Αθήνα, ήθελε 40.000 δραχμές έξοδα για να ζει φτωχικά… Και πουνατα βρει αυτός… «Σκέψου λεφτά πόχει ο κόσμος…», συλλογίστηκε.

«— Λοιπόν εντάξει;».

Η φωνή του ξένου τον ξανάφερε στην πραγματικότητα.

«— Τι εντάξει;».
«— Θα πάμε να κανονίσουμε; Να κάνομε τα συμβόλαια και να πάρεις τα λεφτά;».
«— Ποιος σου είπε, άνθρωπέ μου, ότι πουλάω. Η γη αυτή σάμπως είναι δική μου; Ο πατέρας μου, μου την άφησε. Είναι από το μπάπου του. Και αύριο θάναι των παιδιών μου. Δεν έχω εγώ δικαίωμα να την πουλήσω… Δεν την απόχτησα εγώ… Εγώ είμαι περαστικός, όπως κι άλλοι πριν από μένα. Τι μου ζητάς, λοιπόν».
«— Δηλαδή, δεν τα δίνεις;», ρώτησε ο διερμηνέας.
«— Όχι. Δεν έχεις ακούσει; «Άλλοι τάχαν, άλλοι τάχουν, κι άλλοι πάλι τα παντέχουν».
«— Βρε μυαλά που κουβαλάτε οι Μανιάτες. Σου δίνει σαράντα εκατομμύρια γι’ αυτές τις ξερόπετρες και δεν τα δίνεις; Ε ρε να τάχα εγώ!… θάλυνα το πρόβλημα της ζωής μου…».

Κι έφυγε προς το αμάξι. Κάτι είπαν με το αφεντικό του, και σε λίγο έφυγαν.