Των Κριαλιάνων και Ταγαρουλιάνων

Μοιρολόγια

Μοιρολόι

Ε! Μπάρμπα Γιάννη Στεφανή
Αγροίκα με τι θε να ζε που
Αν έχει ο Άδης διάβατα
Κι η κάτου γης περάσματα
Και βρέκεις τον πατέρα μου
Τον γέρο Λογοθέτακα
Το ληγορότερο να ρθη
Τι α δεν ερθει κι α δεν φανεί
Θε να χαλάσει ο μαχαλάς
Τι ο Γεωργαντάς με τον Κριαλή
Ζητούσι την γεροντική
Χωρίς και να νιαι άξιοι

Το παραπάνω μοιρολόι το λέει η κόρη του καπετάνιου του 1821 Λογοθέτη Ταγαρούλια, ανθρώπου ιδιαίτερα σεβαστού όχι μόνο στην οικογένεια του αλλά και ευρύτερα στην Μάνη. Μάλιστα έφτασε να γίνει και δήμαρχος. Τα πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρει διαδραματίζοναται περί το 1850, στην περιοχή του Κούνου όπου και κοιτίδα της οικογένειας.

Η γυναίκα που θρηνεί το θείο της Γιάννη (Στεφανή), απευθύνεται άμεσα σε αυτόν όμοια με τους αρχαίους τραγωδούς. Του παραγγέλει, ανησυχώντας για την πορεία της οικογένειας, να ειδοποιήσει τον σεβαστό πατέρα της, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός , να επανέλθει του Κάτω Κόσμου ώστε να βάλει σε τάξη τα πράγματα. Δεν αναγνώριζε ως καλούς ηγέτες τον Κριαλή και τον Γεωργαντά για την μετέπειτα πορεία της οικογένειας που θα καθοριζόταν από το συμβούλιο τους (γεροντική).

Να σημειωθεί πως το παραπάνω μοιρολόι πέραν του λαογραφικού ενδιαφέροντος μας δίνει σοβαρές πληροφορίες για το ποια πρόσωπα θα αναμετρούνταν για την ηγεσία της οικογένιας Ταγαρούλια, η οποία ήταν στην τάξη των «σοιλήδων» της περιοχής. Η οικογένεια Κριαλή είναι κλάδος της παραπάνω οικογένιας από την περίοδο εκείνη και έπειτα.

stavri_01

Πύργος στο Κατωπάγγι

ΠΗΓΕΣ
• Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη ερανίσματα ιστορίας και λαογραφίας» εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Μάνη 2004

http://www.diakopes.gr

Ερμηνευτικά Σχόλια Δημήτρης Μαριόλης (νομικός), Γιάννης Μιχαλακάκος (εκπαιδευτικός)

Advertisements

Έθνος και Γλώσσα (της Έλλης Σκοπετέα)

pelopones_ethnic

γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου 

Η σχέση έθνους και γλώσσας είναι δύσκολο να περιγραφεί με τρόπο που να καλύπτει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ των δύο. Ο κατάλογος των εθνών, κατά τα φαινόμενα ανοιχτός ακόμα, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια χαώδη εικόνα που, από μόνη της, διαψεύδει την τρέχουσα αντίληψη περί της προνομιακής θέσης της γλώσσας ως “αντικειμενικού κριτηρίου” του έθνους (Hobsbawm 1994, 76-92). Κανένα έθνος δεν αποβλέπει εκ των προτέρων στη μονοπώληση μιας γλώσσας, μάλιστα η γλώσσα της αρχικής επιλογής του μπορεί ωραιότατα να αντικατασταθεί από κάποιαν άλλη· και, από την άλλη μεριά, καμιά γλώσσα δεν τάχθηκε “από τη φύση της” να υπηρετήσει ένα και μόνον έθνος, καθώς, όσο αρχαία και να είναι, οπωσδήποτε δεν γεννήθηκε ως “εθνική γλώσσα”. Υπάρχουν έθνη, καθ’όλα άξια του ονόματος, που μοιράζονται την ίδια γλώσσα με άλλα, ακόμα κι αν η γλώσσα αυτή τυχαίνει να είναι η γλώσσα ενός παλιού δυνάστη τους· και υπάρχουν έθνη που είναι, αντίθετα, πολύγλωσσα, και ανάγουν την ίδια την πολυγλωσσία σε στοιχείο της ταυτότητάς τους. Ακόμα και η απλούστερη εκδοχή της σχέσης -”κάθε έθνος κι η γλώσσα του” -, που αφορά μικρό μόνο ποσοστό των αναγνωρισμένων ή επίδοξων εθνών, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ποικιλία: ανάμεσα στα δύο άκρα -από τα έθνη που βρίσκουν έτοιμη μια γλώσσα ως τα έθνη που την επινοούν εκ του μη όντος-, τα περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς είναι μεγάλα. Επισκευές, εξωραϊσμοί, εκκαθαρίσεις, γέφυρες που στήνονται ή που γκρεμίζονται, πάσης φύσεως ειρηνικές ή βίαιες επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της καλλιέργειας της γλωσσολογίας ως “εθνικής επιστήμης”, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Το τελικό προϊόν, η “εθνική γλώσσα”, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολύτως “φυσικό”· και χρησιμοποιείται μεν -σαν οιαδήποτε γλώσσα- ως εργαλείο επικοινωνίας (μεταξύ “ομοεθνών”), ο ρόλος της όμως δεν εξαντλείται εδώ, καθώς το γεγονός, ακριβώς, ότι είναι “εθνική” αντιστρατεύεται την εργαλειακή της χρήση.

Αυτή η “απλούστερη εκδοχή” της σχέσης έθνους και γλώσσας -η επιδίωξη, δηλαδή, της πλήρους σύμπτωσης των δύο- δεν φαίνεται λοιπόν και πολύ απλή. Από μιαν άποψη είναι μάλιστα η πιο περίπλοκη, όχι μόνον επειδή εν πολλοίς ευθύνεται για τη μυθοποίηση της σχέσης, αλλά κυρίως επειδή απαντά εκεί όπου έλκουν τις ρίζες τους ο ίδιος ο εθνικισμός και η υλική του έκφραση, το έθνος-κράτος στη δυτική Ευρώπη των νεότερων χρόνων και στις περιοχές της άμεσης επιρροής της. Η σημερινή ποικιλία των συνδυασμών σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να υποδηλώσει αποδέσμευση των εθνών από το δυτικό πρότυπο στη “μεταμοντέρνα” εποχή μας, περιπτώσεις όμως όπως της Βοσνίας, η αυτονόμηση της οποίας συνοδεύτηκε από τη γέννηση μιας ανύπαρκτης ως χθες “βοσνιακής” γλώσσας, επιβεβαιώνουν τη δύναμή του.

Ας μη σπεύσουμε, από την άλλη μεριά, να φανταστούμε ένα “δυτικό πρότυπο” σχέσης έθνους και γλώσσας. Από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, βέβαια, προέκυψε η χαρακτηριστική, οικεία σύγχυση μεταξύ των ορίων τους, η ταύτιση της γλώσσας με το “πνεύμα” ή την “ιδιοφυία” του λαού που την ομιλεί. Το μήνυμα, όμως, ελήφθη από κοινωνίες που βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές στιγμές της ιστορίας τους, μέσα στην ίδια την Ευρώπη· και είναι ασφαλώς δύσκολο να εντάξουμε σε κοινά συμφραζόμενα παραδείγματα τόσο ανόμοια μεταξύ τους: ‘Eχουμε, πρώτον, την κατά κάποιον τρόπο απροσχεδίαστη, οπωσδήποτε μακραίωνη, διαμόρφωση μιας κοινής, που το έθνος-κράτος χρησιμοποιεί για να συνεννοείται με τους πολίτες του (Γαλλία, Βρετανία· Αnderson 1997, 75-77)· έχουμε τη μεθοδευμένη -και πιο γρήγορη- συγκρότηση μιας “άστεγης” κοινής, που προηγείται του έθνους-κράτους (Ιταλία, Γερμανία)· και έχουμε, τέλος, τα πάσης φύσεως “γλωσσικά ζητήματα” που αναφύονται στις παρυφές της Ευρώπης και αναδεικνύουν την οικοδομούμενη κοινή σε μήλον της έριδος και μείζον “εθνικό θέμα” (Ελλάδα, Σερβία· βλ. Τριανταφυλλίδης [1938] 1993, 86-96· Σκοπετέα 1988, 397-403). Ωστόσο, η “κατασκευή”, ακριβώς, μιας γενικώς αποδεκτής κοινής -έστω και αν αυτή αποδειχθεί προσωρινή λύση-, η άμεση ή έμμεση σχέση της με τις ανάγκες του έθνους-κράτους, η υποχρεωτική της εκμάθηση από τους πολίτες του, η ιδιαίτερη στοργή ή καμάρι που ο κάθε ενδιαφερόμενος λαός αισθάνεται απέναντι στη “δική του” γλώσσα (όπως άλλωστε και απέναντι στο έθνος του), θα μπορούσαν να επισημανθούν ως αναγνωρίσιμες ομοιότητες ανάμεσα στις πολλές διαφορές: Στοιχεία που θεωρούνται πλέον παγκοσμίως τόσο φυσικά, ώστε η απώτερη δυτική τους προέλευση να τίθεται, επιθετικά κιόλας, υπό αμφισβήτηση.

Από τα παραπάνω “δυτικά” παραδείγματα, τα “γλωσσικά ζητήματα” (υπόθεση, βασικά, του 19ου αιώνα) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κι αυτό επειδή κατά κανόνα συνδέονται με διαφορετικές περί του έθνους αντιλήψεις. Ποια θα είναι η γλώσσα που θα επικρατήσει; Η γλώσσα του “λαού”, που είναι τι; Η γλώσσα μιας λόγιας κάστας, που ποια περιθώρια αυθαιρεσίας διαθέτει; Και στις δύο περιπτώσεις, η νεόκοπη “εθνική γλωσσολογία” (είτε έχει είτε δεν έχει επίγνωση του πράγματος), σε στενή συνεργασία με τη φιλολογία, αυτοεξουσιοδοτείται να γνωμοδοτήσει, να αποφασίσει στην πραγματικότητα τί είναι λαός, τί είναι έθνος· και, το κυριότερο, να φτιάξει μια γλώσσα σύγχρονη, τη γλώσσα του έθνους-κράτους, που να προβλέπει χώρο για έννοιες εξ ορισμού απούσες από τη γλώσσα του “λαού”.

Ο τρόπος με τον οποίο λύθηκε το πρόβλημα στη Σερβία είναι διαφωτιστικός. Εκεί ύστερα από μακρούς και σφοδρούς αγώνες υπερίσχυσε η επιλογή του Βουκ Κάρατζιτς (στηριγμένη κατά μεγάλο μέρος στο ιδίωμα του χωριού του). Ηττήθηκε η λόγια λύση η “σερβοσλαβική” γλώσσα, γόνος της εκκλησιαστικής σλαβικής. Και οι δύο γλώσσες ήταν “προεθνικές”, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο έπρεπε να υποβληθούν σε έναν αναγκαίο “εκσυγχρονισμό”. Η λύση Κάρατζιτς συνεπαγόταν μαζικούς δανεισμούς από δυτικές γλώσσες για να αντιμετωπιστεί η πενία, σε αφηρημένες τουλάχιστον έννοιες, της δημώδους. ‘Aφησε όμως τη σφραγίδα της και στην εξέλιξη του ίδιου του σερβικού εθνικισμού, ή τουλάχιστον στη χαρακτηριστική σερβική ροπή προς τον λαϊκισμό και στην -ντόπια επίσης- εικόνα του “χωριάτικου” και εσωστρεφούς σερβικού έθνους.

‘Aλλη η ελληνική περίπτωση, όπου η καθαρεύουσα, τεχνητή γλώσσα που θεωρούνταν επί δεκαετίες και από σοβαρούς ανθρώπους ετεροχρονισμένος πρόγονος της αρχαίας ελληνικής, έμεινε χωρίς αντιπάλους κατά το μεγαλύτερο κομμάτι του 19ου αιώνα, και επωμίστηκε εξ ολοκλήρου το “εκσυγχρονιστικό” έργο, επιστρατεύοντας φυσικά γι’ αυτό την αρχαία, αλλά και νεολογίζοντας με αρκετή δόση φαντασίας κάποτε. Οι δημοτικιστές, που ανήγαγαν την υπόθεση της γλώσσας στην κατεξοχήν Ιδέα του έθνους, αγνόησαν παντελώς αυτή την πλευρά της καθαρεύουσας και ξεκίνησαν την ίδια δουλειά από την αρχή, αλλά αμέθοδα και σπασμωδικά. Δημοτική και καθαρεύουσα, από την άλλη μεριά, συνέπλευσαν αρμονικότατα -χωρίς καμιά τους να ενδιαφερθεί να το αναγνωρίσει- στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους ή στην εξελληνιστική πολιτική των αλλογλώσσων της Βαλκανικής.

Το τελευταίο αυτό σημείο θα πρέπει να τονιστεί και για έναν άλλο λόγο, άσχετο από τη διαμάχη καθαρεύουσας-δημοτικής Επειδή μας βοηθάει να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη, στον ελληνικό εθνικισμό, δύο προφανώς αντικρουόμενων απόψεων για τη σχέση έθνους και γλώσσας. Η μία, η απορρέουσα από τον ρομαντισμό, ταυτίζει έθνος και γλώσσα, εντοπίζει στη γλώσσα την ίδια την “εθνικήν ύπαρξιν”, και τη συναντάμε συνεχώς από τα χρόνια του “ελληνικού διαφωτισμού” ως και τον 20ό αιώνα. Προς τα τέλη, όμως του 19ου αιώνα, όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί αλληλοσπαράσσονται διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς, οι ‘Eλληνες αρχίζουν να αποκαθηλώνουν τη γλώσσα από την περιωπή του κεντρικού συστατικού στοιχείου του έθνους και να προβάλλουν στη θέση της την πολύ πιο εύπλαστη έννοια της “εθνικής συνειδήσεως”,ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στους κόλπους του ελληνικού έθνους και σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι κλπ. Το ότι αυτή η άποψη κατά κανέναν τρόπο δεν καταργεί την αντίθετή της (οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν αμέριμνα να ασπάζονται και τις δύο) κάτι δηλώνει για το ιδεολογικώς πολύ βεβαρημένο περιεχόμενο της σχέσης έθνους και γλώσσας.

ΠΗΓΉ

http://www.pokethe.gr/wordpress/?p=269

Ο Ξεβγάρτης Στην Μανιάτικη Παράδοση

Ένα απο τα γνωστότερα έθιμα της Μανιάτικης παράδοσης είναι ο Γδικιωμός. Όταν δύο οικογένειες αποφάσιζαν να ανοίξουν ”όχτρητα”(έχθρα), λίγα πράγματα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να αναβάλλουν τις συγκρούσεις.

Ένα απο αυτά ήταν το Ξέβγαρμα. Όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει δημόσια, χωρίς τον κίνδυνο να τον σκοτώσει κάποιος απο την αντίπαλη οικογένεια, τότε έπρεπε να συνοδεύεται απο τον Ξεβγάρτη.

Ο Ξεβγάρτης ήταν ένα άτομο απο ισχυρή οικογένεια, ουδέτερη ως προς τον πόλεμο. Οι εχθροί δεν τολμούσαν να χτυπήσουν τον Ξεβγάρτη ή τον προστατευόμενό του, γιατί τότε η οικογενειά του θα συμμαχούσε με αυτή του προστατευόμενου και θα γινόντουσαν πιο ισχυροί. Για να είναι σεβαστός ο Ξεβγάρτης έπρεπε να είναι απο αξιόλογο γένος και όχι απο αχαμνόμερη οικογένεια αλλιώς διέτρεχαν και ο ίδιος και ο προστατευομενός του.

«του μπάρμπα του Μπουγιουκλή εξέβγαινε και το ραβδί»

Παλιό Λαγιάτικο δίστιχο που αναφέρεται στο ισχυρό γένος των Μιχαλακιάνων. (Βουγιουκλάκηδων)

Ο Ξεβγάρτης δεν γινόταν να συνοδεύει κάθε μέρα το ίδιο πρόσωπο, αλλιώς θεωρούταν η πράξη του κοροϊδία πρός τους εχθρούς και δεν δεχόντουσαν το Ξέβγαρμα.

Πολλές φορές αν το σόι του Ξεβγάρτη ήταν ιδιαιτέρως ισχυρό, το ρόλο μπορούσε να αναλάβει όχι μόνο ενήλικας άντρας αλλά και γυναίκα ή παιδί. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου κάποιος μπορούσε να περάσει μπροστά απο τα σπίτια της αντίπαλης οικογένειας κρατώντας μόνο κάποιο προσωπικό αντικείμενο του Ξεβγάρτη ( Μαγκούρα, κομπολόι,τσιμπούκι κ.α).

φεύγει κι ο δήμος στο βουνί μα δίχως να χει ξεβγαλτή

Απο το μοιρολόι του Δήμου Τζανάκου

Ξεβγάρτης μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ξένος, μη Μανιάτης. Οι Μανιάτες απο σεβασμό δεν χτυπιόντουσαν μπροστά σε ξένους. (…αυτοί δεν γνωρίζουν τα μανιάτικα).Τη νύχτα σπάνια γινόταν ξέβγαρμα, γιατί κάποιος μπορούσε να επιτεθεί επικαλούμενος τη δικαιολογία, ότι δεν ήταν ευδιάκριτος ο ξεβγάρτης και ο προστατευομενός του.

Στο παρακάτω μοιρολόι γίνεται άλλη μια αναφορά για τον Ξεβγάρτη και το ρόλο του.

Της Βγενικής

Ψηλοχαμπήλωσε σουκιά,

για να ξανανοίξω τα βουνά

κι’ όλα τα λειροχάλικα,

μην έρχεται ο Ληγόρης μου,

στην Καλαμάτα, πώλειπε

Μήπως και πάει από ψηλά,

και πάει στον κουμπαρώνε μας

στα Μαυρομιχαλιάνικα,

του βάλασι ψωμί έφαε,

του δώκασι κρασί έπιε,

κι απέει τον ερωτήσασι

μη θέεις κουμπάρε ξεβγαρτή,

κείνου του φάνη σα ντροπή

και σα μεγάλη προσβολή

Έδωκε μια κι’ έφυγε,

το δρόμο, ου επάαινε,

στη λούμπα¹ την αθόλωτη

συναπαντήθησα οι γιοχτροί²

σα φίλοι εχωρίσασι,

Μα με τον πιζωκολισμό,

εκείνοι ήτα εξ’οκτώ

κι’εκείνο ήτα μοναχό

Μνιά μπαταριά³ του δώκανε

και χάμου τον ξαπλώσανε

  1. Λακούβα-Λάκος
  2. Εχθροί
  3. Πυροβολισμός < λατινική λέξη  battuo (χτυπώ)

Αραβούχιοι (Βάθεια)

Man oik

ΠΑΤΡΙΑ: Αραβούχιοι  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ξυπολιτιάνοι

Το πέρασμα των αιώνων αφήνει σημάδια και παραδόσεις στον τόπο και στην ιστορία. Πολλές φορές όμως τα σημάδια αυτά είναι ισχνά και ξεθωριάζουν. Οι μεταναστεύσεις του πληθυσμού, η έλλειψη ενδιαφέροντος οδηγούν στην λήθη. Ένα τέτοιο ξεθωριασμένο σημάδι από το πέρασμα του χρόνου στην ιστορία της Μάνης είναι και η πατριά των Αραβουχίων. Τα δεδομένα που έχουμε για αυτήν την όχι και τόσο γνωστή οικογένεια της Μάνης είναι λίγα ωστόσο αρκετά διαφωτιστικά για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το μέγεθος, την παρουσία της αλλά και την βαρύτητά της στον χώρο της Μάνης.

Δύο είναι βασικές ερμηνείες προέλευσης των γεναρχών αυτής της πατριάς. Η πρώτη τους θέλει να κατάγονται από Άραβες πειρατές, κυρίως λόγω του ονόματος της πατριάς. Η δεύτερη και πιο διαδεδομένη άποψη αναφέρει ότι προέρχονται από την πόλη Ράγουζα ( Ragusa ) της σημερινής Κροατίας γύρω στα 1400 όταν ο Μυστράς έγινε σημαντικότατο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης αποτελώντας την τελευταία αναλαμπή του Βυζαντίου. Προήλθε δηλαδή η λέξη από το

Αραβούχιοι< Αραβουζαίοι< Αραγουζαίοι< Ραγουζαίοι< Ragusei

Έδρα της οικογένειας αυτής ήταν το χωριό Βάθεια της Μέσα Μάνης κοντά στο ακρωτήριο Ταίναρο. Μάλιστα πυρήνας της θεωρείται η τοποθεσία Ποράχια. Ο οικισμός αναφέρεται στους στατιστικούς καταλόγους που συνέταξαν την άνοιξη του 1618 για τη Μάνη ο κόμης Philippe de Lange Chateaureneult και ο διαπραγματευτής Πέτρος Μέδικος, Pietro Medici, εκ των προκρίτων της Μάνης, ως Porasia di Ragusei. Το παραπάνω δεδομένο είναι απτή απόδειξη της ισχύς που είχαν στην περιοχή του Ταινάρου οι Αραβούχιοι.

Το όνομα ωστόσο της οικογένειας πρωτοεμφανίζεται σε κείμενο που συνέταξαν οι Μανιάτες δημογέροντες το 1571 προς τους Βενετούς στο πλαίσιο των συμμαχικών συνομιλιών που είχαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς που απειλούσαν επικίνδυνα την Ευρώπη. Υπογράφουν ως δημογέροντες. Παρακάτω παρατίθεται ο ακριβής τρόπος … ( διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου ).

Εγώ ο Ιωάννης Αραβούσε έγραψα από την Βάθεια και επισφαλήσα με θέλημα των Μανηωτών ολονών όπου ήσανε μαζομένοι εις την Νόμια με μας εις την μέση της Μαίνης.

Το ότι υπογράφουν επιστολή προς τους Βενετούς είναι απτή απόδειξη της δύναμης της πατριάς αυτής κατά την πρώτη Τουρκοκρατία. Μαζί με τους Αραβουχίους υπογράφουν και άλλες μεγάλες οικογένειες της Μάνης ( Γερακαριάνοι, Φωκάδες, κ.ά. ) καθώς επίσης και πρέσβεις των Βενετών στην περιοχή σαν σύμμαχοι. Εδώ να αναφέρουμε ότι η Νόμια αποτελούσε κέντρο λήψης αποφάσεων των Μανιατών κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας και η αποφάσεις της ήταν πολύ σημαντικές.

Η παρακμή της οικογένειας ήρθε σιγά- σιγά με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις της Μάνης κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι πληθυσμοί που ήρθαν μετά την πτώση του Μυστρά αναπτύχθηκαν με την πάροδο του χρόνου και διεκδίκησαν μεγαλύτερο κομμάτι των παραγωγικών πόρων της περιοχής. Οι Αραβούχιοι ήρθαν σε δεύτερη μοίρα. Καταλυτική στην πορεία της οικογένειας ήταν η έχθρα με την πατριά των Πηλιοκωκιάνων της Λάγιας. Στους Πηλιοκωκιάνους υπάγονται ο Μπουρδάκος, ο Γιατράκος, ο Γεωργουλόγιαννης, ο Βιτσιλόγιαννης, ο Κουβελόγιαννης, ο Κωστάκος κ.ά. Ισχυρή οικογένεια που ήθελε να θέσει υπό τον έλεγχο της το λιμάνι του Αχίλλειου που το διεκδικούσαν και οι Αραβούχιοι. Προεπαναστατικά οι Αραβούχιοι ασκούσαν εμπόριο και τα λιμάνια τους ήταν πολύ χρήσιμα. Ιδιαίτερα η Κυπάρισσος.

Η έχθρα μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών έληξε αφού οι Πηλιοκωκιάνοι σχεδόν εκμηδένισαν τους Αραβουχίους μετά από επίθεσή τους την ημέρα της Λαμπρής στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Σκότωσαν τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων και μικρά παιδιά. (σαράντα νιάκες). Αυτά γύρω στα 1827 – 1831. Ελάχιστοι από αυτούς κατάφεραν να γλιτώσουν και να βρουν καταφύγιο σε άλλα χωριά μη αποτελώντας όμως υπολογίσιμη δύναμη πλέον.

Το μοιρολόι του Βιτσιλόγιαννη ( Πηλιοκωκιάνος ) μας δίνει πάρα πολλές πληροφορίες για την διαμάχη των δύο οικογενειών με δραματικό τρόπο καθώς επίσης και για τις μετακινήσεις των ελαχίστων εναπομεινάντων μελών της πατριάς των Αραβουχίων.

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΙΤΣΙΛΟΓΙΑΝΝΗ

Έ Γιάννη Βιτσιλόγιαννη

Πό φας τους Αραβουχιούς

Σαράντα νιάκες κόκκινες

Στον Αϊ Πέτρο στην μ πλαγιά

Και στης Βισκίνας τη μειρά

Γλύτωσε μόνο ο Αραβής

Στον Ψωμαθιά ο Νικολής

Κι εξενοκράτησε ο Πετρής

Η παράδοση λέει πως από τον Αραβή κατάγεται η οικογένεια Ξυπόλυτος της Βάθειας. ( Ξυπόλυτος σημαίνει πολύ φτωχός ). Μάλιστα ένας από αυτούς ο Δ. Ξυπόλυτος παρασημοφορήθηκε με το χάλκινο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα του 1821. Από τον Νικολή τον οποίο αγκάλιασε η οικογένεια Γρηγορακάκη του Παλύρου κατάγεται η σημερινή οικογένεια Πετρόλια. Ο Νικολής Πετρόλιας μάλιστα επιβεβαιώνεται σαν πρόσωπο και από τα αριστεία των Μανιατών του 1821, ο οποίος πολέμησε πολλές φορές υπό τις διαταγές του Γρηγορακάκη. Δεν αποκλείεται να γνωρίζονταν από παλιά για αυτό και βρήκε καταφύγιο εκεί. Ο Νικολής μάλιστα παντρεύτηκε Γρηγορακίτσα.(κόρη Γρηγορακάκη).

Ο Νικολός Πετρόλιας ή Πετρούλιας με έδρα το Αχίλλειο Λαγίας όπως αναφέρεται παρασημοφορήθηκε ως στρατιώτης με το σιδερένιο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα της Εθνεγερσίας. Κατά την διάρκεια της επανάστασης συμμετείχε στην πολιορκία του Νεόκαστρου (3 μήνες) υπό τον Κ. Γρηγορακάκη, στην πολιορκία της Τρίπολης υπό τον Σταυριανό Καπετανάκη, στην πολιορκία της Κορώνης (1 μήνα) υπό τον Κ. Γρηγορακάκη, στην Κόρινθο (2) μήνες υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη και στην μάχη της Βέργας υπό τον Α. Μαυρομιχάλη. Αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή του και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου. Πολέμησε στην Λειβαδιά (2 μήνες) υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Μετεπαναστατικά συμμετείχε στα στρατιωτικά τμήματα της περιοχής σαν επαγγελματίας στρατιώτης. Σε βαυαρικό κατάλογο του 1835 ο Νικόλαος Πετρόλιας υπογράφει ως μέλος της τοπικής (Ταινάρου) πολιτοφυλακής υπό τις διαταγές του Ι. Γρηγορακάκη.

Το 1837 ήταν στρατιώτης του 1ου λόχου του 3ου ελαφρού τάγματος και εγκρίθηκε για το αριστείο. Την ίδια περίοδο αναφέρεται και ο Ευστράτιος Πετρόλιας ως κάτοικος Αθηνών. Ο Πέτρος ο Αραβούχιος λέγεται πως έφυγε από την Μάνη στην κάτω Ιταλία. (ξενοκράτησε).

Με λίγα λόγια η οικογένεια από σοϊλήδες της περιοχής του Ταινάρου σύμμαχοι των Κοσμάδων της Βάθειας έγιναν ακουμπισμένοι στην οικογένεια Γρηγορακάκη. Στην μακραίωνη ιστορία της Μάνης συνηθίζονταν οι κοινωνικές ανακατατάξεις ειδικά όταν είχαμε ανάλογες πληθυσμιακές μεταβολές. Η παροιμία από τα μαύρα άλογα στα μαύρα τα γαϊδούρια περιγράφει αυτήν ακριβώς την κατάσταση.

Το 1871 καταγράφονται στα τοπικά δημοτολόγια, στον Πάλυρο οι (2) γιοι του Νικόλαου Πετρόλια ενώ στην Βάθεια (3) απόγονοι του Αραβή με το όνομα Ξυπόλυτος ή Ξυπολυτάκος άσχετος με συνεπώνυμους του στην υπόλοιπη Μάνη.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως η πατριά των Αραβουχίων κατά την μακραίωνη ιστορία της στον γεωγραφικό χώρο της Μάνης σύναψε συμμαχίες αν όχι κλάδους της και σε άλλα χωριά. Η οικογένεια Ανεμοδουρά των Μπουλαργιών, της οποίας ο πύργος συναγωνίζεται μέσα στους παλαιότερους της Μάνης είχε πριν το 1800 πολύ στενές σχέσεις με τους Αραβουχίους σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην γνωρίζουμε αν ήταν και εξ αίματος συγγενείς. Μάλιστα η παράδοση λέει πως στις τοπικές έριδες είχαν κοινή αμυντική πολιτική απέναντι στους Νικλιάνους έποικους.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Αδούλωτη Μάνη νέα Περίοδος Τεύχος 3-4 Ιούλιος – Δεκέμβριος 2012

ΠΗΓΕΣ:

  • Σταύρου Καπετανάκη Αριστεία σε Μανιάτες Αγωνιστές
  • Κ. Κάσση Μανιάτικα Μοιρολόγια Α τόμος
  • Σωκράτη Κουγέα η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας
  • Τοπική παράδοση του Παλύρου
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

Του Δήμου Πατσουράκου

Μοιρολόγια pic.

Ο Δημήτριος Πατσούρης ή Πατσουράκος ήταν τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και λοχίας του πυροβολικού από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας.

Κατά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897 σκοτώθηκε την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, στην Αγία Παρασκευή, απέναντι από την Ελευθερούπολη της Θεσσαλίας, μαζί με το φίλο του και διπλά συνάδελφό του, λοχία και τελειόφοιτο της Νομικής Σχολής, το Δικαίο Γιατράκο από τη Λάγια της Μάνης.

Αναθηματική στήλη όπου αναγράφονται τα ονόματα των φονευθέντων στον πόλεμο αυτό, είκοσι τεσσάρων φοιτητών, αποκαλύφτηκε την 25η Μαρτίου 1901 και βρίσκεται ακόμη και σήμερα στη δυτική πλευρά μπροστά από τα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άλλες αναθηματικές στήλες υπήρχαν στον περίβολο του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού, στην 3η λυόμενη πυροβολαρχία στην οποία ανήκε, όπως και στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.

Έλληνες στρατιώτες το 1897 στο μέτωπο της Θεσσαλίας

Κατά τη μάχη της ημέρας εκείνης, μετά τον τραυματισμό του και αφού και   τα δύο του πόδια είχαν θρυμματιστεί από βλήμα εχθρικού πυροβόλου, ενώ   μεταφερόταν με ακατάσχετη αιμορραγία στο πρόχειρο χειρουργείο για   ακρωτηριασμό, τραγουδούσε λυπητερά το εξής αυτοσχέδιο μοιρολόι:

Ποιος είν’ άξιο παιδί  

και άξιο παλικάρι  

Αέρας στο περπάτημα  

και στη καρδιά λιοντάρι  

Να πάει να πει στη μάννα μου  

τη διπλοπαντρεμμένη1  

να μην αλλάξει τη Λαμπρή!  

Να μη με περιμένει!  

Φεύγω…..Έρχετ’ ο θάνατος  

με μάτι βουρκωμένο  

Έλα σε προκαλώ!  

Πατρίς…. αδέρφια….και γονείς….  

Την….ώρα….πού….πεθαίνω…..  

Για….σας…..πα….ρα….κα…λώ..  

Και ξεψύχησε.

Σαν παράδειγμα προς μίμηση για την ανδρεία και τον ένδοξο θάνατον του ήρωα αυτού, κυκλοφόρησαν την εποχή εκείνη στην Αθήνα «φέϊγ-βολάν» τα οποία απεικόνιζαν τον ηρωικά πεσόντα αδελφό του πατέρα μου, στο κάτω δε μέρος αυτών ήταν γραμμένο το τετράστιχο:

«Δεν πεθαίνει εις την μάχην όστις πίπτει υπέρ Πατρίδος 

κι αν τους πόδας του συντρίψουν χίλια θραύσματα οβίδος» 

 Η μητέρα του ήταν από την Κρήτη και από πατέρα και από μητέρα. Ο πατέρας της Κωνσταντής Παπουτζάκης καταγόταν από το χωριό Άγιος Ιωάννης ο Καϋμένος Σφακίων, η δε μητέρα της, το γένος Καρδαμάκη καταγόταν από το χωριό Καλάθαινες Χανίων.

Η γιαγιά μου παντρεύτηκε τον παππού μου μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της, ήταν δε περιζήτητη τόσο για την ομορφιά της όσο και για τη μόρφωσή της, πράγμα σπανιότατο για γυναίκα στη Μάνη την εποχή εκείνη. Από τον πρώτο γάμο της απέκτησε πέντε παιδιά, όλα αγόρια, από δε το δεύτερο γάμο της άλλα πέντε παιδιά επίσης αγόρια.

Συχνά την άκουγαν να λέει: «εγώ δε μαγαρίστηκα», εννοώντας ότι δε γέννησε θηλυκό παιδί και αισθανόμενη υπερηφάνεια γι’ αυτό. Κρητικιά στην καταγωγή, Μανιάτισσα στην ανατροφή και τη   ψυχοσύνθεση. Τόση ήταν η παθολογική λατρεία προς τα αγόρια την εποχή εκείνη!

Πηγή: patsourakos.gr

Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα Της Μάνης

Ταχιά ταχιά είν’ αρχιμηνιά,
ταχιά είν’ αρχή τον χρόνου,
αρχή είν’ αρχή τα κάλαντα
κι αρχή τον Γεναρίου.

Μέσα κοιμάται αφέντης μας
μαζί με την κυρά μας
και ποιος να μπει και ποιος να βγει
και ποιος να τους ξυπνήσει;

Ξύπνησε, αφέντη, ξύπνησε, να φάμε και να πιούμε:
-Αφέντη πύργος φαίνεσαι
κι ορθός σαν κυπαρίσσι,
και του ματιού σου η σαϊτιά
πύργους ξεθεμελιώνει,
πύργους και πετροπήγαδα
κι αυλές μαρμαρωμένες.

Είπαμε δα τ’ αφέντη μας,
ας πούμε της κυράς μας:
– Κυρά μαρμαροτράχηλη
και φεγγαρομαγούλα

και κρουσταλλίδα του νερού
και πάχνη από τα χιόνια

Όπου τον έχεις τον υγιό
τον λευκοχαναχάρη,
που λούζεις και χτενίζεις τον
και στο σχολειό τον στέλνεις.

Κι ο δάσκαλος τον έβαλε
να του χαλαναρχείσει
κι εξέπασέ του το κερί
κι έκαψε το χαρτί του
κι έκαψε και τα ρούχα του
τα μορφογαζωμένα
κι ο δάσκαλος τον έδειρε
με το χρυσό βιτσάρι.

Παίρνει τον το παράπονο,
την άκρην άκρη πάει,
στο δρόμο τον συναπαντούν
οι δώδεκα Απόστολοι:
«Έλα να φας, έλα να πιεις,
έλα να τραγουδήσεις».

 Πηγή:Του Αντ. Ξεπαπαδάκου – συγγραφέα («590 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», Αδούλωτη Μάνη – 2001)

Μουσουριάνοι (Πάλιρος)

old_book_bindings

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥ ή ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟΥ

(Πάλιρος)

ΓΕΝΟΣ: Κοσμάδες ΠΑΤΡΙΑ: Γεραντωνιάνοι ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μουσουριάνοι

Η οικογένεια Μουσουράκου ή Μουσούρου (μετά το 1970) αποτελεί κλάδο της οικογένειας Κάσση του Παλίρου στο ακρωτήριο Ταίναρο. Ανήκει μαζί με τις οικογένειες Κεραμίδα, Γιαννουκάκου και Φιδοπιάστη στη πατριά των Γεραντωνιάνων της Μάνης. Αυτή η πατριά με την σειρά της ανήκει στο βυζαντινό γένος των Κοσμάδων το οποίο κατά την περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας δέσποζε ηγεμονικά στην περιοχή.

Το παρατσούκλι Μουσούρος το πήρε ο Παναγιώτης Κάσσης διότι στους ξένους περιηγητές που πήγαιναν στην περιοχή έκανε τον δραγουμάνο, (διερμηνέα) όπως ο Κρητικός εύπορος Δραγουμάνος Μουσούρος από την Κρήτη. Έτσι από τοπικό παρωνύμιο κατέληξε επίθετο.

Η πρώτη φορά που εμφανίζεται το όνομα Μουσουράκος ως επίθετο είναι στους εκλογικούς καταλόγους του 1871. Εκεί εμφανίζεται ο Αντώνης Μουσουράκος ετών 25, γιος του Παναγιώτη. Ο Κ. Κάσσης μας πληροφορεί ότι ήταν ο δεύτερος γιος του Παναγιώτη, ο πρώτος λεγόταν Νίκος. Πράγματι στο κατάλογο υπάρχει ο Νίκος Παναγιωτάκος ετών 31, ο οποίος όλα συνηγορούν ότι είναι Μουσουράκος. Από τον πρώτο γιο τον Νικόλα προέρχονται οι Νικομουσουριάνοι από τον δεύτερο οι Αντωνομουσουριάνοι. (παρακάτω διάγραμμα με τα έτη γέννησης).

Στα 1920 η οικογένεια είχε αποκτήσει οικονομική δύναμη διότι εμπορευόταν και είχαν μαγαζί ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή. Μάλιστα σε μοιρολόγια της εποχής καταγράφεται η επιχειρηματική δράση της οικογένειας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟ

(ΤΣΑΤΙΡΑ)

Ο Κώστας Μουσουράκος παντρεύτηκε το 1943, δεν γλίτωσε από την καυστική πέννα του σατιρολόγου θείου του Αντώνη Κάσση. Του λέει μεταξύ άλλων για την παντρειά του ….

Του δωκαν του Καρκατσίλη

Την κοπέλα να είναι φίλοι

Κοριτσάκι όπως πρέπει

«γεια σου μάγκα μου Τζελέπη»

Πλυσταριό με την κουζίνα

Νοικοκύρης στη Αθήνα

Όλα πλίθινα χτισμένα

Παραθύρι είχαν ένα

μηχανή με το τραπέζι

τα κορίτσια να αναμπαίζει

κι αν θυμώσει ρε Κωστάκη

θα ζου βγάλει το μουστάκι

και θα μείνεις σπανός μπίτι

μες το πλίθινο το σπίτι

και η θεια σου η Σουφίνα

χρόνια μάγκας στην Αθήνα

Του Αντώνη Κάσση – Μουσουράκου

(ΜΟΙΡΟΛΟΙ)

Το 1920 πέθανε ο Αντώνης Κάσσης Μουσουράκος (προσωπικό παρατσούκλι Σμυρνιός). Άφησε την γυναίκα του έγκυο. Είχαν μόλις ένα χρόνο παντρευτεί. Το μοιρολόι το είπε η Πηνιώ Μπουρδάκου. Η Πηνιώ ήταν και αυτή πρόσφατα χήρα και για να παρηγορήσει την νέα χήρα (Μαργαρίτα) της είπε …..

Αμπού είσαι Μαργαρίτα μου

Αμπώς θα σκιουνοκρεμαστείς?

Με δίχως άντρα στην ζωή

Μα αν γεννηθεί καλό παιδί

Θα σαι νοικοκυρά καλή

Μέσα στο σπίτι να κλειστείς

Κανένανε να μην δεχτείς

Αν είναι να χεις σερνικό

Θε να χει ο λόγος σου σταυρό

Θα σαι καλή νοικοκυρά

επά στα Μουσουριάνικα

αν τύχει κάμεις φηλυκό

να το πατήσεις στο λαιμό

ρώτα εμένα να ζου πω

δεν έχει ο λόγος μου σταυρό

δεν έχει ο λόγος μου ισχύ

γιατί έχω φηλυκό παιδί

εσύ να κάμεις σερνικό

για να κρατήσει σπιτικό

θα σαι μαγαζατόρισσα

θα σαι κοτζάμ εμπόρισσα

Οι Μουσουριάνοι ήταν οι πλουσιότεροι Κάσσηδες την περίοδο του μεσοπολέμου έχοντας κατάστημα εμπορικό στο ακροταίναρο. Το παιδί της γεννήθηκε καλώς. Η Μαργαρίτα όμως 40 ημέρες μετά την γέννησή του πέθανε από αρρώστια. Το «σκιουνοκρεμαστείς» αφορά τον τρόπο με το οποίο γεννούσαν τότε οι γυναίκες. (όρθιες κρατώντας σχοινιά από το ταβάνι κρεμασμένα).

Πηγές:

1. Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, σελ. 375

2. Κ. Κάσση «Τσάτιρες της Μάνης» σελ 118

3. Γ.Α. Κ. (γενικά αρχεία του Κράτους) εκλογικά Βλαχογιάννη 4. www.mani.org.gr

Του Δήμου Τζανάκου

Μοιρολόγια pic.

Περί τα 1912 η οικογένεια Τουρλομούση των Καλονιών  της Κοίτας είχε σοβαρή έχθρητα με την οικογένεια Τζανάκου του ίδιου χωριού. Ο Δήμος Τζανάκος είχε σκοτώσει γύρω στα 1900 για προσωπικούς λόγους μέλος της οικογένειας Τουρλομούση. Αχαμνόμερες οικογένειες και οι δύο ωστόσο η οικογένεια Τουρλομούση πολυπληθέστερη.

Ο Δήμος είχε την φήμη γενναίου και λεβέντη άντρα. Μετά την αποφυλάκισή του εγκλημάτησε ξανά εναντίον της οικογένειας Τουρλομούση για αυτό το σκότωσαν κατόπιν ενέδρας.

Ως προς την ποιότητα του μοιρολογιού θεωρείται από τα καλύτερα μανιάτικα μοιρολόγια καθώς έχει ιδιαίτερη ζωντάνια στην περιγραφή των γεγονότων ενώ οι στίχοι του είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικοί ως προς την εθιμοτυπία της εποχής.

Γεροντική, Εκδίκηση, φόνοι, χωσιά, ξεβγαλτής είναι έθιμα χαρακτηριστικά της Μάνης του 1900. Να πούμε επίσης ότι παλαιότερα τραγουδιόταν σε γλέντια Μανιατών ως ιστορία αντεκδίκησης και μάθημα ζωής.

Πυργόσπιτα στην Κοίτα

Όντας πρωτογκλημάτισε
ο Δήμος το καλό παιδί
ήταν χρονώ δεκαοκτώ
κι έκαμε χρόνους δεκατρείς
στα κάγκελα της φυλακής
κι από ταν σώθει η ποινή
κι εβγήκε από την φυλακή
ετούσκουξα το ψυχικό
να παρατήσει το κακό
άσε ρε Δήμο τ αρματα
παράτησό τα τα κακά
γιατί έκαμες οχτρούς πολλούς
στην Κοίτα και στους Καλονιούς
μα ο Δήμος είχε φαντασμό
μανιάτικο εγωισμό
με αφορμή των εκλογών
καλαμπαλίκι του Ρηγός
στον πύργο απάνου εδιάηκε
και κρόει την πρώτη τουφεκιά
και ξαναγιόμησε το γκρα.
και κρόει κι άλλη τουφεκιά
τον Γιάννη τον εσκότωσε
τον αστυνόμο λάβωσε
τον άφηκε σημαιδακό
να το χει για θυμιτικό
ζ όλο το παπουδικό
Φεύγει κι ο Δήμος στο βουνί
μα δίχως να χει ξεβγαλτή
κι ο Τουρλομούσης ο παπάς
ο διάολος κι ο κερατάς
στον πύργο του ανέβηκε
και σούρνει δυνατή φωνή
ζ όλη την Μάνη ν ακουστεί
παιδ’ια μου  κι ανήψια μου
όλοι το γκρα να πάρετε
το Δήμο να σκοτώσετε
τον Γιάννη να δικιώσετε
τι αν μένει ο Δήμος στη ζωή
δεν έχουμε αναβουή
Σαρανταπέντε σερνικοί
στου Ντεβερίκου το καμπί
εκάμασι γεροοντική
αμ ποιονε να σκοτώσουσι
και ποιονε να λαβώσουσι
τον Δήμο νη το Γκηταρά
τον Δήμο τον παλικαρά
τι ο Γκηταράς αν σκοτωθεί
με δέκα θε να δικιωθεί
ο Λίας και ο Θοδωρής
και του παπά οι δύο γιοι
φεύγουν και πάσι στο βουνί
κι εκεί χωσία εστήσασι
να σου κι ο Δήμος έρχεται
καβάλα στο μουλάρι του
ξωπίσω το ζευγάρι του
να σου κι η πρώτη μπαταιριά
του πέρνει πλάτες και νεφρά
να σου κι άλλη μπαταιριά
και του χυθήσαν τα μυαλά
τον Δήμο εσκοτώσασι
τον Γιάννη εδικιώσασι

Να σημειωθεί ότι Ντεβερίκος είναι οικογένεια της Αρχιάς …… Συνηθιζόταν οι αποφάσεις της γεροντικής να παίρνονται στο αλώνι όπου και εργάζονταν. Ο Δήμος είχε και έναν αδερφό τον Νικήτα (Γκήτα), πολύ φιλήσυχο όπως παραδίδεται που δεν πειράχτηκε.

Αλώνι σαν και αυτό που έκαναν γεροντική

 Παραλλαγή του ίδιου μοιρολογιού τραγουδάει ο Νικόλαος Μητσοβολέας.

Πηγές

  1. Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια Α τόμος»
  2. Ένθετο «7 Ημέρες» της εφημερίδας Καθημερινής

Πεταλίδι- Η Αποικία Των Μανιατών (Β’ Μέρος)

Μοιρολόι για τον Ηλία Αλαφρή από την Κοίτα της Μέσα Μάνης ο οποίος έζησε και πέθανε στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας.

Έ Λία άσπρε και κόκκινε

Αμ πώς το καταδέχτηκες

Και πως το αποφάσισες

Σε ξένο τόπο να θαφτείς

Στα βλάχικα να κηδευτείς

Να μπεις σε χούμα αγοραστό

Και με παπά πλερωτικό

Ν ακούεις γλώσσα βλάχικη

Και γλώσσα Μοραΐτικη

Που σαι απ΄τα Νικλιάνικα

Από τα Καουριάνικα

Κι από τα άγια χούματα

Στον άνεμο και στην οργή

Να πάει η γλώσσα η βλάχικη

Κι η γλώσσα η Μοραΐτικη

Και όσοι αναμπαίζουσι

Την γλώσσα την Μανιάτικη

Όπου είναι η γλώσσα του Θεού

Κι εγώ θε να ξεμορφωθού

Και μοιρολόι θε να πού

Να μάθει όλος ο Μοριάς

Ότι είσαι από αντριανή γενιά

Ότι είσαι από τα Νικλιάνικα

Το παραπάνω μοιρολόι ειπώθηκε γύρω στα 1880. Ο Ηλίας Αλαφρής πήγε στο Πεταλίδι από την Κοίτα το 1863 όπως πληροφορούμαστε από το μητρώο της κοινότητας. Το μοιρολόι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Από την μια δείχνει την έντονη σχέση – δεσμό μεταξύ των αποίκων και της Μάνης, σε γλώσσα, ήθη και έθιμα καθώς και την υπερηφάνεια της καταγωγής. Από την άλλη μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για τον θανόντα αλλά και για το πνεύμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη.

Πρωτίστως μας πληροφορεί για την πατριά της οικογένειας Αλαφρή. Η οικογένεια ανήκει στην πατριά των Καουριάνων της Κοίτας. Ο γεωγραφικός χώρος γύρω από την Κοίτα ονομάζεται Νικλιάνικο, διότι εκεί αναπτύχθηκε το γένος των Νικλιάνων. Αναφέρεται μέσω του μοιρολογιού, η πικρία της γυναίκας που αποχωρίζεται τον συγγενή της εκτός των γενέθλιων τόπων του, την Μάνη.

Άλλο έθιμο που διατηρήθηκε από τους κατοίκους του Πεταλιδίου ερχόμενοι από την Μάνη ήταν η αυτοδικία. Σε εφημερίδες της εποχής καταγράφηκαν διάφορα περιστατικά.

Εφημερίδα «Νέα Εφημερίς» 23/9/1888 φύλλο 267 αναφέρει στην σελίδα 5

«εν Πεταλιδίω λυσσωδώς δύο ισχυραί οικογένειαι αμοιβαίως και μολονότι υπήρχεν η τοιαύτη έχθρα χάριν της πανηγύρεως ελησμόνησαν αμφότεραι οι οικογένειαι ταύτην και περιπάτουν εν τη αγορά ως εάν ουδέν μεταξύ τους είχε συμβή άοπλοι και με την μεγαλυτέραν ευταξίαν. Έκαμαν την λεγόμενην παρά των Λακώνων τρέβα.»

Το παραπάνω απόσπασμα μας ενημερώνει πως κατά την διάρκεια θρησκευτικών ή άλλων εορτών γινόταν ανακωχή η λεγόμενη τρέβα, κατά τα έθιμα της Μάνης.

Αλλού το 1897 αναφέρεται σε έγγραφη μαρτυρία

«οι κάτοικοι του Πεταλιδίου είναι όλοι Μανιάται, οι δε Μεσσήνιοι είναι ολίγιστοι. Οι Πεταλιδαίοι διατήρησαν αμείωτον τον μανιάτικο χαρακτήρα των και την αρχαϊκήν προφορά της ανδρικής γλώσσης της πατρίδος των, μεθ όλην την μετά των Μεσσήνιων επικοινωνία και την προς αυτούς δια επιγαμιών επιμειξίαν. Το Πεταλίδι είναι παράρτημα της Μάνης επί Μεσσηνιακού εδάφους. Ως εν Μάνη ούτω και εις το Πεταλίδι εκδικούνται και φιλοξενούν και χαίρουσι υπερμέτρως επί τη γεννήσει άρρενος εκδηλούντες την χαράν των δια πυροβολισμών και έχουσιν οικογενειακάς έχθρας και εν γένει διέπονται υπό πάντων των εθίμων της μητροπόλεως.»

Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί απόδειξη όχι μόνο για το πόσο στενές ήταν οι πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ Μάνης και Πεταλιδίου αλλά και ότι οι κάτοικοι διατηρούσαν ως πρόσφατα την εθιμοτυπία.

ΠΗΓΕΣ:

1. Εφημερίδα «Νέα εφημερίς» φύλλο 267

2. Περιοδικό Λακωνικαί Σπουδαί τόμος 19ος , Αρχείο Ν. Πιεράκου

Η Μάχη Της Βέργας

Μετά την νίκη του Ιμπραήμ στην Στερεά και την κατάληψη της πόλης του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ απερίσπαστος κατέληξε πως για να κατασταλεί η επανάσταση πρέπει να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη στην Μάνη που μαχόταν ακόμα σε αντίθεση με τις περισσότερε περιοχές της Πελοποννήσου που είτε είχαν προσκυνήσει είτε είχαν λεηλατηθεί από τα στρατεύματα του πασά. Με ηθικό ανεβασμένο από τις πρόσφατες επιτυχίες του και με 7000 πεζούς και 1500 ιππείς κατέβηκε στην Καλαμάτα.

Ο Ιμπραήμ στις 29/5/1826 στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ’ όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν ,αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις. Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

(Σπ. Τρικούπης –Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως Α’ σ.19 )

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Την δυσμενή κατάσταση που επικρατούσε στο Ελληνικό στρατόπεδο περιγράφει δραματικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

« εις τον καιρό του προσκυνήματος μόνον φοβήθηκα για την πατρίδα, όχι άλλη φορά…»

Η ψυχολογία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα πεσμένη την περίοδο εκείνη και η Μάνη είχε γεμίσει πρόσφυγες από Μεσσηνία και Λακωνία προκειμένου να γλιτώσουν τα δεινά του Ιμπραήμ. Ωστόσο με πολεμική καρτερία οι Μανιάτες με χρήματα της οικογένειας Καπετανάκη από την Αβία έχτισαν ένα μακρύ ταμπούρι από ξερολιθιά και στην άκρη του έναν πύργο. Ήταν η λεγόμενη ξερολιθιά της Βέργας στον Αλμυρό της Μάνης. Εκεί στα σύνορα της περιοχής τους σε ένα στένεμα οχυρωμένο πια 1000 περίπου Μανιάτες με επικεφαλή τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη περίμεναν τον Ιμπραήμ.

Επακολούθησαν τρεις διαδοχικές σφοδρότατες επιθέσεις του Ιμπραήμ, τις οποίες οι Μανιάτες απόκρουσαν κατά μέτωπο και με τα πυρά από δυο βρίκια από την θάλασσα. Ο Ιμπραήμ αποφάσισε τότε να επιχειρήσει απόβαση 1500 Αιγυπτίων πεζών στο Δυρό. Το σώμα αυτό αποβιβάστηκε και προέλασε προς τα Τσαλαπιάνικα, όπου κατατροπώθηκε από τα πυρά των γύρω Μανιατών. Ακόμα και οι γυναίκες τους υποδέχτηκαν με τα δρεπάνια στο χέρι. Μετά από σκληρό αγώνα οι Αιγύπτιοι επιβιβάστηκαν και πάλι και έφυγαν. Ο Ιμπραήμ διέταξε τότε νέα επίθεση στην Βέργα η οποία απέτυχε όπως και οι προηγούμενες.

Το τείχος της Βέργας και μέρος του πύργου

Η σημασία της νίκης στην βέργα του Αλμυρού ήταν βαρύνουσα. Όχι μόνον αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων μετά την νικηφόρα έκβαση της μάχης και προστατεύθηκε ο πληθυσμός που είχε βρει καταφύγιο στην Μάνη αλλά ταυτοχρόνως με την νίκη αυτή κρατήθηκε ζωντανή η επαναστατική φλόγα που τρεμόπαιζε να σβήσει.

Άγνωστες πτυχές της μάχης

  • ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Όταν έλειπε ο Ιμπραήμης στο Μεσολόγγι, οι Μανιάτες έφκειασαν εις τον Αλμυρόν, όπου είναι των Καπετανιάνων τα σπίτια, ένα ταμπούρι δυνατό από το πέλαγος έως εις τον βράχον, εκράταε έως ένα μίλι» και «ο Ιμπραήμης έστειλε τον κεχαγιάν του να ματακτυπήση την Βέργαν εις τον Αλμυρό». Το τείχος δηλαδή προϋπήρχε και ανακατασκευάστηκε τον Ιούνιο του 1826.
  • Κάποια στιγμή μια νιόπαντρη που πολεμούσε με τον άνδρα της βλέπει να τραυματίζεται στον ώμο. Με τα δόντια της βγάζει το βόλι από την πληγή του και του λέει «πάρε το και βάρεσε τον στο κεφάλι».
  • Κατά την διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν οι ντόπιοι που αγωνιούσαν για τις τύχες τους. Οικογένειες που ανδραγάθησαν σύμφωνα με την παράδοση στην Βέργα οι Γυφτέοι, οι Δραγωνέοι και οι Χειλέοι.
  • Άλλοι που διακρίθηκαν όχι μόνο για την παλικαριά τους αλλά και για την στρατηγική τους ήταν οι Σκυφιάνοι. (κάτοικοι του χωριού Σκυφιάνικα).
  • Κατά την διάρκεια της μάχης η παράδοση αναφέρει πως στην πάνω Σέλιτσα – Βέργα έγινε λιτανεία για την εμψύχωση των πολεμιστών καθώς το χωριό φαίνεται από το πεδίο της μάχης.