Ιατρικά Στατιστικά δεδομένα του 19ου αιώνα

 

Οι επιδημίες που έπληξαν την Ελλάδα τον 19ου αιώνα - Πώς το ...

Ο 18ος και ο 19ος αιώνας αποτελούν αιώνες μεγάλων επαναστάσεων και πολιτικών αλλαγών σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα όμως αποτελούν και περίοδοι εκδήλωσης πληθυσμιακών μεταβολών και σοβαρών επιδημιών. Στο παρόν άρθρο θα δούμε κάποια περιστατικά ασθενειών που ταλαιπώρησαν την χώρα μας την περίοδο εκείνη καθώς και κάποια στατιστικά στοιχεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους για την υγειονομική κατάσταση των κατοίκων της Λακωνίας.

Οι σοβαρές επιδημίες μάλιστα οδήγησαν σε περιοριστικά μέτρα ανάλογα με σημερινά. Η έννοια της καραντίνας μάλιστα δεν είναι σύγχρονη αλλά προέρχεται από τα χρόνια του Μεσαίωνα (14ος αιών.) όταν η πανώλη ή ο λεγόμενος «μαύρος θάνατος» εξολόθρευσε το 1/3 του πληθυσμού της Ευρώπης. Συμβόλιζε τις 40 ημέρες απομόνωσης που έπρεπε κάποιος να υποστεί προκειμένου να είναι ασφαλής.

Το 1717 εκδηλώνεται στην Καλαμάτα σοβαρή επιδημία πανώλης που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό. Τα μέτρα που έπαιρνε τότε ο πληθυσμός είχαν να κάνουν κυρίως με τον περιορισμό των ανθρώπων που είχαν εκδηλώσει την ασθένεια και όχι τον περιορισμό της διασποράς της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το μορφωτικό επίπεδο ήταν περιορισμένο και οι ιατρικές γνώσεις ελάχιστες. Το 1820 πάντως η πόλη βρίσκεται σε εξέλιξη του εμπορίου της και με πληθυσμό 2500 κατοίκων.

Κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821 μεγάλο μέρος των επαναστατών νόσησε και τελικώς πέθανε από τις άθλιες συνθήκες του αγώνα. Τα άταφα πτώματα, η έλλειψη τρεχούμενου νερού, η έλλειψη υγειονομικού υλικού, η κακή διατροφή, η έλλειψη υγειονομικής περίθαλψης στα τραύματα οδήγησε μεγάλο μέρος των αγωνιστών τελικά να πεθάνει. Η πρώτη μάλιστα επιδημία τύφου εκδηλώθηκε στην Τρίπολη λίγο μετά την έναρξη της επανάστασης καθώς εκεί συσσωρεύτηκε πλήθος κόσμου προκειμένου να γλιτώσει από το μένος των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο υπερπληθυσμός στην πόλη οδήγησε σε συνωστισμό των κατοίκων και τελικά σε 3,000 νεκρούς από τύφο. Ανάλογη κατάσταση εκδηλώθηκε και στην πολιορκία του Ναυπλίου.

Η ελληνική επανάσταση δεν είχε ακόμα τελειώσει κι όμως το νεοσύστατο ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις σε υγειονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Τον Απρίλιο του 1828 εκδηλώνεται επιδημία τύφου στην Ύδρα. Το νησί αυτό αποτελούσε την περίοδο αυτή καθώς και σε όλη την Τουρκοκρατία εμπορικό κέντρο στην μεσόγειο με ναυτική επικοινωνία με Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Είναι λοιπόν ευνόητος ο λόγος εκδήλωσης σε αυτόν τον τόπο. Ο κυβερνήτης Καποδίστριας έχοντας σπουδάσει ιατρική και παρά το ότι το κράτος δεν ήταν επαρκώς οργανωμένο, δεν υποτίμησε τον κίνδυνο και προσπάθησε με περιορισμούς να οργανώσει την υγειονομική άμυνα της χώρας. Μεταξύ των περιοριστικών μέτρων ήταν ο αυστηρός έλεγχος των νοσούντων, ο αποκλεισμός των λιμένων, η καύση των ρούχων, 50 ημέρες καραντίνα, απαγόρευση συναθροίσεων κ.ά. Τελικώς με την βοήθεια του Ελβετού γιατρού  Andre – Louis Gosse η επιδημία περιορίστηκε. Ωστόσο ο πολιτικός αντίκτυπος από τα οικονομικά μέτρα ήταν μεγάλος καθώς οι περιορισμοί είχαν σοβαρές οικονομικές απώλειες για το εφοπλιστικό κεφάλαιο της εποχής.

η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 

Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη Καποδίστρια την διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η αντιβασιλεία του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα η οποία προσπάθησε σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου να ακολουθήσει τους ρυθμούς και τους τυπικούς κανονισμούς των κρατών της τότε δυτικής Ευρώπης. Ακολούθως το ίδιο έπραξε και ο ίδιος ο Όθωνας μετά την ενθρόνιση του. Σε αυτήν την κυβερνητική πολιτική εντάσσεται και η οργάνωση του κράτους σε διοικητικό και υγειονομικό έλεγχο. Ανατίθεται σε επιστημονικό προσωπικό της εποχής η σύνταξη εκθέσεων με στατιστικά μεγέθη που αφορούν την υγεία, την διατροφή, τα οικονομικά ακόμα και την ένδυση του πληθυσμού της εποχής ανά δήμο προκειμένου να έχουν μια αναλυτική εικόνα της ποιότητας ζωής των υπηκόων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Τα στατιστικά αυτά μεγέθη, που περισσότερο μοιάζουν με ανάλυση των συνθηκών της καθημερινότητας και της οικιακής τους οικονομίας, είχαν ως στόχο να προλάβουν εκδηλώσεις σοβαρών ασθενειών που μάστιζαν την ύπαιθρο αλλά και τα αστικά κέντρα της εποχής. Παρακάτω ακολουθούν τμήματα αυτών των εκθέσεων που συνετάχθησαν την πενταετία (1838 – 1842) από την Διοίκηση Λακωνικής  στην οποία υπαγόταν τότε η Μάνη. Στο βιβλίο της Δήμητρας Σταθοπούλου – Καπετανάκη παρουσιάζονται αναλυτικά οι εκθέσεις αυτές.

Διοίκηση Λακωνικής – Δήμος Ιππολών

«έχει έκταση τριών περίπου μυριομέτρων περιφέρειαν και σύνορα προς βοράν την μονήν των Ταξιαρχών προς δυσμάς τον Μεσσηνιακόν κόλπον προς ανατολάς την άλυσον του Ταυγέτου προς μεσημβρίαν την /Κίτταν. Ο δήμος όλος είναι εις υψηλήν γην και τινά χωρία εις τας υπωρείας του Ταυγέτου, είναι όλος δευτερόγονος υγιής και ηδύνατο να καλλιεργηθή πολύ περισσότερο αφ όσον είναι. Τα κυριότερα προϊόντα είναι δημητριακοί καρποί, έλαιον, μετάξη, πρινοκόκκι και βαμβάκι.

Οι 1577 κάτοικοι δυνατοί, εύρωστοι και αιματηράς ως επί το πολύ έξεως είναι κτηματίαι, οι δε γυναίκαι γεωργοί. Τα νοσήματα είναι τόσα λίγα ώστε δεν είναι καν άξια μνείας. Οι κάτοικοι αντιδρούν στους εμβολιασμούς και μολονότι ο Ηλίας Αραπάκος και δια τον δήμον τούτον δημοτικός εμβολιαστής, ο εμβολιασμός δεν ενεργήθι εισέτι. Νεκροταφείο δεν υπάρχει και οι άνθρωποι θάπτονται εντός των χωρίων ή τουλάχιστον πολύ πλησίον των χωρίων εις παρεκκλήσιον. Υπάρχει μία μονή η της Πεντάδας καλούμενη με τρεις μοναχούς.

Δρυάλος: έδρα του Δήμου κείται εις τας κλιτύας του Ταϋγέτου, έχον δε ελεύθερον αέρα από όλα τα μέρη εκτός από ανατολάς χαίρει υγείαν. Τα πόσιμα ύδατα είναι δεξαμένια οποίαν δια την κακήν κατασκευήν και χειροτέρους υδραγωγούς είναι κακά και επιβλαβή. Οι άνεμοι είναι βορειοδυτικοί. Τα κυριότερα προϊόντα δημητριακοί καρποί, έλαιον, έλαιον, πρινοκόκκι και μέλι.

Τσόπακας, Παληόχωρα, Βάμβακα, Βρίκι, Καφιώνα, Καλούμι, Έρημος, Λάκκος, Άγιος Γεώργιος, Κότσιφας, Μίνα και Καρύνια: εις υψηλήν γην ως άνω. Προϊόντα ως άνω.

Κουτρέλα:ως άνω χωρίς μετάξη».

Σχόλια

Στο παραπάνω κείμενο που συντάχθηκε από τον γιατρό Σταμάτη Γαλάτη γίνεται μια προσπάθεια αναλυτικής καταγραφής των ασχολιών των κατοίκων με γνώμονα την υγειονομική τους κατάσταση. Παράλληλα καταγράφεται η παράγωγη των τοπικών προϊόντων καθώς η διατροφή θεωρείται βασικός παράγοντας για την καλή υγεία.

Στον συγκεκριμένο Δήμο της μέσα Μάνης κρίνοντας από τα στατιστικά δεδομένα που εκτέθηκαν βλέπουμε ότι οι κάτοικοι έχαιραν καλής υγείας παρόλο που ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας αλλά και κακουχίας. Παράλληλα βλέπουμε το παλαιό έθιμο των Μανιατών της απαξίας εργασίας στα χωράφια (ως υποτιμητικό), της χρήσης γυναικών ως εργάτριες και γενικότερα τον πολεμικό χαρακτήρα των κατοίκων.

Περιγράφονται οι στέρνες ως συλλέκτες για πόσιμο νερό μη ιδανικές. Περιγράφεται το οικογενειακό νεκροταφείο πλησίον του χωριού μη ιδανικό ως προς τους κανόνες υγείας. Επίσης βλέπουμε την αναφορά σε εμβόλια που έπρεπε να γίνουν ωστόσο ο πληθυσμός από άγνοια και καχυποψία αρνιόταν.

Ο δημοτικός εμβολιαστής Ηλίας Αραπάκης δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους εμπειρικούς γιατρούς της εποχής από την Χαριά του Οιτύλου με μεγάλη προσφορά στην επανάσταση του 1821.

η μονή της Φανερομένης στην οποία αναφέρεται η έκθεση

συγγραφή – επιμέλεια

Γιάννης Μιχαλακάκος

εκπαιδευτικός

Πηγές

  1. https://www.greekencyclopedia.com/arapakis-ilias-p14036.html
  2. https://www.lifo.gr/articles/archaeology_articles/275171/apo-tin-epidimia-panolis-epi-kapodistria-to-1828-ston-koronoio-toy-2020
  3. https://www.ethnos.gr/istoria/96132_epanastasi-1821-oi-astheneies-kai-oi-molynseis-skotosan-perissoteroys-ellines-apo-oti
  4. https://www.protothema.gr/stories/article/984543/oi-epidimies-stin-ellada-tou-19ou-aiona-poia-metra-eihan-lifthei-tote/
  5. http://www.religiousgreece.gr/peloponnese/-/asset_publisher/J4zsS00HlAz5/content/mone-phaneromenes-dryalos
  6. https://argolikivivliothiki.gr
  7. Ronald Eccles, επιμ. (2009). Common cold (Online-Ausg. έκδοση). Basel: Birkhäuser.σελ. 210. ISBN 978-3-7643-9894-1.
  8. Δήμητρα Σταθοπούλου – Καπετανάκη (2008) Ιατροστατιστικά στοιχεία των διοικήσεων Λακωνίας και Λακεδαίμονος 1838 – 1842, εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Αρεόπολη.
  9. Ε. Τσιλιπήρα και Ε. Τσίμπρου (2009). Οι επιδημίες στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα και τρόποι αντιμετώπισης τους, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ, Θεσσαλονίκη.

O Πετρόμπεης μιλάει για την προσφορά της Μάνης στην επανάσταση του 1821

                                                                                Αποτέλεσμα εικόνας για Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

F. Aichholzer, Προσωπογραφία του Πετρόμπεη Mαυρομιχάλη. (Μουσείο Μπενάκη)    

Εν Άργει  11 : Οκτωβρίου 1829

Είναι γεγονός ότι οι Μανιάτες αγωνιστές του 1821 δεν άφησαν απομνημονεύματα, ικανά να φωτίσουν ακόμη περισσότερο τη συμβολή της Μάνης στον απελευθερωτικό αγώνα της Πατρίδας κατά του Οθωμανικού ζυγού. Αυτό έχει συχνά ως αποτέλεσμα ορισμένοι, είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, να παραποιούν την ιστορία και μεθοδικά να υποβαθμίζουν (ή ακόμη και να αποσιωπούν) την προσφορά και τις θυσίες των Μανιατών.

          Από αυτήν την άποψη, οι όποιες σωζόμενες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του Αγώνα, αποκτούν ιδιαίτερη ιστορική σημασία και βαρύτητα. Πολύ περισσότερο σήμερα, με αφορμή την ιστορική επέτειο της 17ης Μαρτίου 1821, αλλά και ενόψει της επικείμενης συμπλήρωσης των 200 χρόνων από εκείνη την εποχή και των συναφών εκδηλώσεων.

Μία τέτοια περίπτωση, σωζόμενης στα αρχεία αλλά σχεδόν άγνωστης μαρτυρίας, αποτελεί η τρισέλιδη επιστολή του Πετρόμπεη προς τον Καποδίστρια, μέρος της οποίας παρακάτω δημοσιεύουμε (από 11 Οκτωβρίου 1829, βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείο Γενικής Γραμματείας, περιόδου Ι. Καποδίστρια. Φ. 222).

Εδώ ο Μαυρομιχάλης, που είχε δίπλα του τα ηρωικά μέλη της οικογένειας του και άλλους άξιους οπλαρχηγούς, περιγράφει τις ενέργειές του για την οργάνωση και την εξάπλωση του απελευθερωτικού αγώνα των Μανιατών στα 1821, από την ελεύθερη Μάνη στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και σχεδόν ολόκληρης της Πελοποννήσου και της ανατολικής Στερεάς, με τον εξής μοναδικό τρόπο :

«..Ο καιρός Σ. Κυβερνήτα μας είναι προσδιορισμένος απ’ όλον το Ελληνικό Έθνος, αφ’ ου έστειλον τον υιόν μου και δούλον σας Αναστάσιον εις Τριπολιτζάν θυσιάσας αυτόν δια την πατρίδα εκουσίως, όπου και των Τούρκων τα όμματα εσφαλίσθησαν με κατράμι και δεν εφοδιάσθησαν.

          Κατά τους 1821 Φεβρουαρίου : 10. Και πάλιν αμέσως έστειλον επίτηδες έναν μου ανηψιόν εις Κωνσταντινούπολιν, δίδοντας την είδησιν  του υιού μας και δούλου Σας Γεωργάκη, και με μεγάλον κίνδυνον της ζωής του εδραπέτευσεν, καθότι ο ερχομός του Γεωργάκη επροξένησεν την επανάστασιν εις την Ελλάδα. Και έπειτα κατά διαφόρους πολέμους, και αρίστευσε και εκινδύνευσε εις τέλειον θάνατον, αφ’ού έπεσεν εις χείρας του Ιμβραήμη, αλλά η θεία Πρόνοια με ελυπήθη και τον ελευθέρωσεν.

          Έπειτα εις το αυτό έτος 23 : Μαρτίου όπου εδιώρισα εις δύο κολόνας τα εμπειροπόλεμα όπλα της Σπάρτης, από το μέρος της δυνατής θέσεως Μπαρδούνιας και Μυστρός, αρχηγούς διορίζοντας τους αυτάδελφούς μου Κυριακούλη και Κωνσταντίνον, κυριεύοντας διά της παντοδυναμίας του Υψίστου, εκείνα τα απόρθητα μέρη αναιμωτί, όπου βέβαιον ήθελον πολεμούν ακόμη, με το να είναι δύσβατοι τόποι και πύργοι φοβεροί. Και εις την ίδια στιγμή αμέσως επροχώρησαν έως το Καλογεροβούνι, έξω της Τριπολιτζάς.

          Εγώ δε μετά των λοιπών εκυριεύσαμεν την Μεσσηνίαν, σχεδόν όλην την Πελοπόννησον, επολιορκήσαμε τα φρούρια και του Λάλα ενδυναμώσαμεν και τα έξω Μεγάλα Δερβένια της Ρούμελης αφ’ ου έγινε η φοβερή και λαμπρά μπατάγια του Βαλτετζίου, ήτις επισφράγισε δια της θείας προνοίας την τύχην της Ελλάδος.

          Ο δε Κυριακούλης και Ηλίας έπειτα από την νίκην του Βαλτετζίου, εβεβαιώθημεν ότι κατεβαίνει ο Βερβεργιόνης και διάφοροι άλλοι πασάδες με αρκετά στρατεύματα να έμβουν εις τον Μωρέα, όπου  βέβαιον και επροχωρούσαν, αμέσως τους εδιώρισα και επήγαν και τους  αντίκρουσαν εξι μήνας με απείρους και φοβερούς πολέμους, κρατώντας εκείνα τα μέρη, όπου ήτον η Σωτηρία της Ελλάδος, έως ότου εκυριεύσαμεν την Τριπολιτζάν και Κόρινθον, όπου ήμουν και ο ίδιος ιν τέστα (δηλ. επικεφαλής). Τα δε λοιπά μύρια τοιαύτα, μέχρι την σήμερον σιωπώ..».

             Ας είναι το παρόν μας, μία ιστορική συμβολή, ένας ελάχιστος φόρος τιμής και μνήμης προς τον ίδιο τον Μαυρομιχάλη και όλους τους προγόνους μας Μανιάτες αγωνιστές, χάρη στους οποίους εμείς σήμερα υπάρχουμε και ζούμε ελεύθεροι !!

Το «παλάτι» του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο Λιμένι – έδρα της οικογένειας 

                                                                       13 Μαρτίου 2020

                                                                   Δημήτριος Π. Μαριόλης

                                                                             Δικηγόρος – Ιστορικός

Πηγές

  1. ΓΑΚ
  2. https://oimaniateseinaipantou.blogspot.com/p/blog-page_176.html
  3.   https://www.benaki.org/index.php?option=com_collectionitems&view=collectionitem&id=108759&Itemid=&lang=el
  4. https://maniatika.wordpress.com/

Κάλαντα Χριστουγέννων από τους Μανιάτες της Κορσικής

Το χωριό Καργκέζε της Κορσικής

 

Είναι ευρέως γνωστό ότι η Μάνη ανέκαθεν αποτελούσε τόπο με έντονα μεταναστευτικά ρεύματα για κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους. Περί τα 1675 ένα κύμα Μανιατών αποίκων προκειμένου να γλιτώσουν από την σκληρή ζωή της Μάνης και τις τοπικές έριδες μετανάστευσε στην Κορσική που βρισκόταν τότε υπό την αιγίδα του βασιλείου της Γένοβας. Σήμερα υπάγεται στην Γαλλία. Εκεί δημιούργησαν μια δραστήρια αποικία που αν και προερχόταν από ορθόδοξους χριστιανούς αναγνώρισαν τον Πάπα ως πνευματικό ηγέτη τους.

Μαζί ους όπως ήταν φυσικό δεν πήραν μόνο κάποια υπάρχοντα τους. Η μαζική εγκατάσταση τους εκεί έφερε και πολλά έθιμα τους. Μάλιστα η Ελληνική (μανιάτικη) γλώσσα μιλιόταν στο Καργκέζε και σε γύρω χωριά μέχρι την δεκαετία του 1960. Στο βιβλίο του Π. Καλονάρου «Μεγάλη Ελλάς» αλιεύουμε κάλαντα τραγούδια των κατοίκων της Κορσικής το 1944.

«καλήν ημέρα αφέντες, άρχοντες

με υγεία ευτυχία και χαρά

με τα παιδόγγονά σας να γιορτάσετε

τα Γέννα τ’ Αφεντός μας του Χριστού

που η κυρά η Παναγία έτεκε

μέσα στη φάτνη και τ΄ άχιουρα

και μάγοι τρεις ήρθασι από μακρά

είχασι πρόβοδο τους άστρο λαμπερό

σμύρνα, χρυσάφι, λίβανο φέρανε

και το προσκύνημα εκάμανε»

οι Τρεις Ιεράρχες του Αγίου Σπυρίδωνος εικόνα που έφεραν από το Οίτυλο οι Μανιάτες το 1676

Πηγές

  1. Π. Καλονάρου «Μεγάλη Ελλάς» 1944
  2. Κ. Δ. Κάσση «Τραγούδια Νότιας Πελοποννήσου», Ιχώρ 1985
  3. ΔΙΚΑΙΟΥ Β. ΒΑΓΙΑΚΑΚΟΥ, «ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ Α’ ΟΙ ΜΑΝΙΑΤΑΙ ΤΗΣ ΚΟΡΣΙΚΗΣ», ΑΘΗΝΑ, 1970
  4. Αναστασία Σταυρούση «η αποικία των Μανιατών στην Κορσική 17ος – 20ς αιώνας», Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Θεσσαλονίκη 2008.
  5. https://www.pop.culture.gouv.fr/notice/palissy/PM2A000092
  6. https://cognoscoteam.gr/%CE%BF-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BD/

 

ο Μακεδονομάχος Μιχάλης Αναγνωστάκος

Μερική αναδημοσίευση από το site http://www.mani.org.gr

Σχετική εικόνα

Οι μακεδονομάχοι καπετάν Γκόγκος (αριστερά), Καπετάν Ματαπάς (στο κέντρο) και καπετάν Στρεμπίνας (δεξιά), στους πρόποδες του Ολύμπου.

Οι Μανιάτες έδειξαν τον πατριωτισμό τους με την έντονη παρουσία τους και στον Μακεδονικό Αγώνα. Πολλοί αξιωματικοί του στρατού ακόμα και εθελοντές άφησαν την σιγουριά του τόπου τους για το εθνικό συμφέρον και δίκαιο. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μιχάλης Αναγνωστάκος. Ακολουθεί η ιστορία του:

Ο Μιχάλης Αναγνωστάκος από τη Χαριά του Πύργου Διρού, ήταν Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού και τον Απρίλιο του 1905 εστάλη από το Μακεδονικό Κομιτάτο στη Κεντρική Μακεδονία με διερευνητική αποστολή, αφού οι κομιτατζήδες τρομοκρατούσαν και πίεζαν τον εκεί Ελληνικό πληθυσμό.

Διέσχισε τη κεντρική Μακεδονία ως ζωέμπορος, μελέτησε και ερεύνησε τη κατάσταση και ίδρυσε μικρούς πυρήνες εθνικής άμυνας σε διάφορα χωριά. Επειδή διαπίστωσε ότι μόνο ενόπλως υπήρχε η δυνατότητα βελτίωσης της κατάστασης, ζήτησε και ανέλαβε αρχηγός εθελοντικού σώματος στη περιφέρεια Λαγκαδά, ως καπετάν Ματαπάς.

Έδρασε ως καπετάν Ματαπάς ή Παπαχρήστος της μονής Όσσιανης στη Γευγελή ή ψαράς της λίμνης των Γιαννιτσών. Στη Κεντρική Μακεδονία είναι το πρώτο Ελληνικό αντάρτικο σώμα που άρχισε δράση και αποτελείτο από έμπειρους πολεμιστές στη πλειοψηφία τους Μανιάτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο συγγενής του Σταμάτης Σαμπατάκος.

Έφθασε στη Μακεδονία με ιστιοφόρο, κοντά στη Ποτίδαια Χαλκιδικής και από εκεί κινήθηκε μέσω Βάβδου – Βασιλικών και έφθασε στη περιοχή του Λαγκαδά, όπου άρχισε να οργανώνει τα χωριά και να εξουδετερώνει πράκτορες της Βουλγαρικής προπαγάνδας. Είχε ως βάση τα περίχωρα της Μπάλτσας (Μελισσοχώρι) με αποστολή τη διάνοιξη των επικοινωνιών από τη Θεσσαλονίκη προς Γευγελή.

Λόγω της εξαιρετικής δράσης του οι Τούρκοι έλαβαν έκτατα στρατιωτικά μέτρα και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι υπέστη θλάση στο πόδι του, μετατέθηκε από το Λαγκαδά και μεταμφιέστηκε σε παπά με το ψευδώνυμο Παπά Χρήστος. Εγκαταστάθηκε στη Μονή Αρχαγγέλου Όσσιανης στη Γευγελή, όπου εργαζόταν με το Ευαγγέλιο και το όπλο κάτω από το ράσο για τον Εθνικό σκοπό, οργανώνοντας τις περιοχές της Γουμένιτσας και Καράτζοβας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μακεδονικός αγώνας

Τον Ιανουάριο του 1906 λαμβάνει εντολές και μεταβαίνει στη λίμνη των Γιαννιτσών όπου παρέμεινε μέχρι τον Ιούλιο. Οι συνεχείς μάχες του με τους κομιτατζήδες είναι θρυλικές και κατορθώνει να κατασκευάσει τη πρώτη Ελληνική καλύβα εντός της λίμνης, όπου ήδη είχαν εγκατασταθεί και εξαπλωθεί οι κομιτατζήδες. Βοηθούμενος από τον Μανιάτη υπαρχηγό του καπετάν Παναγιώτη (Παναγιώτης Παπατσανετέας) κατασκευάστηκαν και άλλες τις οποίες χρησιμοποιούσαν ως ασφαλή κρησφύγετα και ως βάση για τις επιδρομές που πραγματοποιούσαν, με αποτέλεσμα το περιορισμό της δράσης των αντιπάλων.

Το 1906 το Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης οργανώνει σχέδιο εξουδετέρωσης της Ρουμανικής προπαγάνδας, στο διαμέρισμα Ολύμπου – Πιερρίων, η οποία είχε εξαπλωθεί σημαντικά, ειδικά στο τομέα των Σχολείων, λόγω της παραμονής αρκετών Κουτσοβλάχων και δραστήριων Ρουμάνων πρακτόρων, τους οποίους βοηθούσαν οι Τούρκοι και το Βουλγαρικό κομιτάτο.

Η υλοποίηση του σχεδίου ανατέθηκε στο καπετάν Ματαπά, τον οποίο ανακάλεσε από τη λίμνη των Γιαννιτσών, όπου οι κακουχίες της ζωής του βάλτου και οι κακοήθεις πυρετοί είχαν κλονίσει την υγεία του. Αναλαμβάνοντας την αρχηγία του σώματος Ολύμπου – Πιερρίων, από τον Οκτώβριο του 1906 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1907, καταπολέμησε τη ληστεία, διέλυσε τη Ρουμανική προπαγάνδα, επανέφερε στην Ορθοδοξία τους παρασυρθέντες, οργάνωσε τα χωριά, συγκρότησε επιτροπές από ντόπιο πληθυσμό και ανταποκρίθηκε στην αποστολή του.

Ήταν μικρόσωμος, μεγάλος οργανωτής, πολυμήχανος και αεικίνητος, με σιδερένια θέληση αφού παρ’ όλο το τραυματισμό του και τη κλονισμένη υγεία του από τη παραμονή του στη λίμνη των Γιαννιτσών συνέχιζε τις μάχες στη λίμνη, στον Όλυμπο και στη Χαλκιδική. Κατά τη τετραετή παραμονή του εξόντωσε τους Ζαλτάν και Άγγελ Πέϊο, οι οποίοι ήταν οι ισχυρότεροι παράγοντες του Βουλγαρικού κομιτάτου, ενώ ξεκαθάρισε και τη περιφέρεια της Μονής Πέτρας, από διάφορους κομιτατζήδες που εμφανίζονταν ως εργάτες και χωρικοί.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μιχάλης αναγνωστάκος

ο Μιχάλης Αναγνωστάκος μεταμφιεσμένος σε ιερέα

Οι χωρικοί της Μακεδονίας παραστατικώτατα απεικόνισαν τη δράση του με τα κάτωθι έμμετρα:

Τι είν’ αυτός ο Ματαπάς
τον ευρίσκεις όπου πας
Πότε γίνεται παπάς
Πότ’ αντάρτης και ψαράς!

Στέρνουν γράμματα οι Βουργάροι
– Ματαπά μου παλλικάρι,
να μας δώσετε την πόλη
τι θα σκοτωθείτε όλοι!…

– ‘Γω την πόλη δεν αφήνου
τα κλειδιά δεν παραδίνου…
και με λένε Ματαπά
για κοπχιάστε κατά ‘πα!…

 

ΠΗΓΕΣ

  1. Μακεδονικός Αγών, Τσάμης, σελ. 297
  2. Φ. Κοντογούρης προς ΥΠ.ΕΞ. 23.08.1907 Αρχείο Υπ. Εξωτερικών
  3. http://www.mani.org.gr/istor/mak/matapas_anagnostakos.htm
  4. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD_%CE%9C%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%8
  5. Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ η περιπέτεια ενός ονόματος» Ελευθεροτυπία Φεβρουάριος 2011

Των Κριαλιάνων και Ταγαρουλιάνων

Μοιρολόγια

Μοιρολόι

Ε! Μπάρμπα Γιάννη Στεφανή
Αγροίκα με τι θε να ζε που
Αν έχει ο Άδης διάβατα
Κι η κάτου γης περάσματα
Και βρέκεις τον πατέρα μου
Τον γέρο Λογοθέτακα
Το ληγορότερο να ρθη
Τι α δεν ερθει κι α δεν φανεί
Θε να χαλάσει ο μαχαλάς
Τι ο Γεωργαντάς με τον Κριαλή
Ζητούσι την γεροντική
Χωρίς και να νιαι άξιοι

Το παραπάνω μοιρολόι το λέει η κόρη του καπετάνιου του 1821 Λογοθέτη Ταγαρούλια, ανθρώπου ιδιαίτερα σεβαστού όχι μόνο στην οικογένεια του αλλά και ευρύτερα στην Μάνη. Μάλιστα έφτασε να γίνει και δήμαρχος. Τα πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρει διαδραματίζοναται περί το 1850, στην περιοχή του Κούνου όπου και κοιτίδα της οικογένειας.

Η γυναίκα που θρηνεί το θείο της Γιάννη (Στεφανή), απευθύνεται άμεσα σε αυτόν όμοια με τους αρχαίους τραγωδούς. Του παραγγέλει, ανησυχώντας για την πορεία της οικογένειας, να ειδοποιήσει τον σεβαστό πατέρα της, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός , να επανέλθει του Κάτω Κόσμου ώστε να βάλει σε τάξη τα πράγματα. Δεν αναγνώριζε ως καλούς ηγέτες τον Κριαλή και τον Γεωργαντά για την μετέπειτα πορεία της οικογένειας που θα καθοριζόταν από το συμβούλιο τους (γεροντική).

Να σημειωθεί πως το παραπάνω μοιρολόι πέραν του λαογραφικού ενδιαφέροντος μας δίνει σοβαρές πληροφορίες για το ποια πρόσωπα θα αναμετρούνταν για την ηγεσία της οικογένιας Ταγαρούλια, η οποία ήταν στην τάξη των «σοιλήδων» της περιοχής. Η οικογένεια Κριαλή είναι κλάδος της παραπάνω οικογένιας από την περίοδο εκείνη και έπειτα.

stavri_01

Πύργος στο Κατωπάγγι

ΠΗΓΕΣ
• Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη ερανίσματα ιστορίας και λαογραφίας» εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Μάνη 2004

http://www.diakopes.gr

Ερμηνευτικά Σχόλια Δημήτρης Μαριόλης (νομικός), Γιάννης Μιχαλακάκος (εκπαιδευτικός)

Έθνος και Γλώσσα (της Έλλης Σκοπετέα)

pelopones_ethnic

γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου 

Η σχέση έθνους και γλώσσας είναι δύσκολο να περιγραφεί με τρόπο που να καλύπτει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ των δύο. Ο κατάλογος των εθνών, κατά τα φαινόμενα ανοιχτός ακόμα, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια χαώδη εικόνα που, από μόνη της, διαψεύδει την τρέχουσα αντίληψη περί της προνομιακής θέσης της γλώσσας ως “αντικειμενικού κριτηρίου” του έθνους (Hobsbawm 1994, 76-92). Κανένα έθνος δεν αποβλέπει εκ των προτέρων στη μονοπώληση μιας γλώσσας, μάλιστα η γλώσσα της αρχικής επιλογής του μπορεί ωραιότατα να αντικατασταθεί από κάποιαν άλλη· και, από την άλλη μεριά, καμιά γλώσσα δεν τάχθηκε “από τη φύση της” να υπηρετήσει ένα και μόνον έθνος, καθώς, όσο αρχαία και να είναι, οπωσδήποτε δεν γεννήθηκε ως “εθνική γλώσσα”. Υπάρχουν έθνη, καθ’όλα άξια του ονόματος, που μοιράζονται την ίδια γλώσσα με άλλα, ακόμα κι αν η γλώσσα αυτή τυχαίνει να είναι η γλώσσα ενός παλιού δυνάστη τους· και υπάρχουν έθνη που είναι, αντίθετα, πολύγλωσσα, και ανάγουν την ίδια την πολυγλωσσία σε στοιχείο της ταυτότητάς τους. Ακόμα και η απλούστερη εκδοχή της σχέσης -”κάθε έθνος κι η γλώσσα του” -, που αφορά μικρό μόνο ποσοστό των αναγνωρισμένων ή επίδοξων εθνών, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ποικιλία: ανάμεσα στα δύο άκρα -από τα έθνη που βρίσκουν έτοιμη μια γλώσσα ως τα έθνη που την επινοούν εκ του μη όντος-, τα περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς είναι μεγάλα. Επισκευές, εξωραϊσμοί, εκκαθαρίσεις, γέφυρες που στήνονται ή που γκρεμίζονται, πάσης φύσεως ειρηνικές ή βίαιες επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της καλλιέργειας της γλωσσολογίας ως “εθνικής επιστήμης”, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Το τελικό προϊόν, η “εθνική γλώσσα”, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολύτως “φυσικό”· και χρησιμοποιείται μεν -σαν οιαδήποτε γλώσσα- ως εργαλείο επικοινωνίας (μεταξύ “ομοεθνών”), ο ρόλος της όμως δεν εξαντλείται εδώ, καθώς το γεγονός, ακριβώς, ότι είναι “εθνική” αντιστρατεύεται την εργαλειακή της χρήση.

Αυτή η “απλούστερη εκδοχή” της σχέσης έθνους και γλώσσας -η επιδίωξη, δηλαδή, της πλήρους σύμπτωσης των δύο- δεν φαίνεται λοιπόν και πολύ απλή. Από μιαν άποψη είναι μάλιστα η πιο περίπλοκη, όχι μόνον επειδή εν πολλοίς ευθύνεται για τη μυθοποίηση της σχέσης, αλλά κυρίως επειδή απαντά εκεί όπου έλκουν τις ρίζες τους ο ίδιος ο εθνικισμός και η υλική του έκφραση, το έθνος-κράτος στη δυτική Ευρώπη των νεότερων χρόνων και στις περιοχές της άμεσης επιρροής της. Η σημερινή ποικιλία των συνδυασμών σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να υποδηλώσει αποδέσμευση των εθνών από το δυτικό πρότυπο στη “μεταμοντέρνα” εποχή μας, περιπτώσεις όμως όπως της Βοσνίας, η αυτονόμηση της οποίας συνοδεύτηκε από τη γέννηση μιας ανύπαρκτης ως χθες “βοσνιακής” γλώσσας, επιβεβαιώνουν τη δύναμή του.

Ας μη σπεύσουμε, από την άλλη μεριά, να φανταστούμε ένα “δυτικό πρότυπο” σχέσης έθνους και γλώσσας. Από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, βέβαια, προέκυψε η χαρακτηριστική, οικεία σύγχυση μεταξύ των ορίων τους, η ταύτιση της γλώσσας με το “πνεύμα” ή την “ιδιοφυία” του λαού που την ομιλεί. Το μήνυμα, όμως, ελήφθη από κοινωνίες που βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές στιγμές της ιστορίας τους, μέσα στην ίδια την Ευρώπη· και είναι ασφαλώς δύσκολο να εντάξουμε σε κοινά συμφραζόμενα παραδείγματα τόσο ανόμοια μεταξύ τους: ‘Eχουμε, πρώτον, την κατά κάποιον τρόπο απροσχεδίαστη, οπωσδήποτε μακραίωνη, διαμόρφωση μιας κοινής, που το έθνος-κράτος χρησιμοποιεί για να συνεννοείται με τους πολίτες του (Γαλλία, Βρετανία· Αnderson 1997, 75-77)· έχουμε τη μεθοδευμένη -και πιο γρήγορη- συγκρότηση μιας “άστεγης” κοινής, που προηγείται του έθνους-κράτους (Ιταλία, Γερμανία)· και έχουμε, τέλος, τα πάσης φύσεως “γλωσσικά ζητήματα” που αναφύονται στις παρυφές της Ευρώπης και αναδεικνύουν την οικοδομούμενη κοινή σε μήλον της έριδος και μείζον “εθνικό θέμα” (Ελλάδα, Σερβία· βλ. Τριανταφυλλίδης [1938] 1993, 86-96· Σκοπετέα 1988, 397-403). Ωστόσο, η “κατασκευή”, ακριβώς, μιας γενικώς αποδεκτής κοινής -έστω και αν αυτή αποδειχθεί προσωρινή λύση-, η άμεση ή έμμεση σχέση της με τις ανάγκες του έθνους-κράτους, η υποχρεωτική της εκμάθηση από τους πολίτες του, η ιδιαίτερη στοργή ή καμάρι που ο κάθε ενδιαφερόμενος λαός αισθάνεται απέναντι στη “δική του” γλώσσα (όπως άλλωστε και απέναντι στο έθνος του), θα μπορούσαν να επισημανθούν ως αναγνωρίσιμες ομοιότητες ανάμεσα στις πολλές διαφορές: Στοιχεία που θεωρούνται πλέον παγκοσμίως τόσο φυσικά, ώστε η απώτερη δυτική τους προέλευση να τίθεται, επιθετικά κιόλας, υπό αμφισβήτηση.

Από τα παραπάνω “δυτικά” παραδείγματα, τα “γλωσσικά ζητήματα” (υπόθεση, βασικά, του 19ου αιώνα) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κι αυτό επειδή κατά κανόνα συνδέονται με διαφορετικές περί του έθνους αντιλήψεις. Ποια θα είναι η γλώσσα που θα επικρατήσει; Η γλώσσα του “λαού”, που είναι τι; Η γλώσσα μιας λόγιας κάστας, που ποια περιθώρια αυθαιρεσίας διαθέτει; Και στις δύο περιπτώσεις, η νεόκοπη “εθνική γλωσσολογία” (είτε έχει είτε δεν έχει επίγνωση του πράγματος), σε στενή συνεργασία με τη φιλολογία, αυτοεξουσιοδοτείται να γνωμοδοτήσει, να αποφασίσει στην πραγματικότητα τί είναι λαός, τί είναι έθνος· και, το κυριότερο, να φτιάξει μια γλώσσα σύγχρονη, τη γλώσσα του έθνους-κράτους, που να προβλέπει χώρο για έννοιες εξ ορισμού απούσες από τη γλώσσα του “λαού”.

Ο τρόπος με τον οποίο λύθηκε το πρόβλημα στη Σερβία είναι διαφωτιστικός. Εκεί ύστερα από μακρούς και σφοδρούς αγώνες υπερίσχυσε η επιλογή του Βουκ Κάρατζιτς (στηριγμένη κατά μεγάλο μέρος στο ιδίωμα του χωριού του). Ηττήθηκε η λόγια λύση η “σερβοσλαβική” γλώσσα, γόνος της εκκλησιαστικής σλαβικής. Και οι δύο γλώσσες ήταν “προεθνικές”, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο έπρεπε να υποβληθούν σε έναν αναγκαίο “εκσυγχρονισμό”. Η λύση Κάρατζιτς συνεπαγόταν μαζικούς δανεισμούς από δυτικές γλώσσες για να αντιμετωπιστεί η πενία, σε αφηρημένες τουλάχιστον έννοιες, της δημώδους. ‘Aφησε όμως τη σφραγίδα της και στην εξέλιξη του ίδιου του σερβικού εθνικισμού, ή τουλάχιστον στη χαρακτηριστική σερβική ροπή προς τον λαϊκισμό και στην -ντόπια επίσης- εικόνα του “χωριάτικου” και εσωστρεφούς σερβικού έθνους.

‘Aλλη η ελληνική περίπτωση, όπου η καθαρεύουσα, τεχνητή γλώσσα που θεωρούνταν επί δεκαετίες και από σοβαρούς ανθρώπους ετεροχρονισμένος πρόγονος της αρχαίας ελληνικής, έμεινε χωρίς αντιπάλους κατά το μεγαλύτερο κομμάτι του 19ου αιώνα, και επωμίστηκε εξ ολοκλήρου το “εκσυγχρονιστικό” έργο, επιστρατεύοντας φυσικά γι’ αυτό την αρχαία, αλλά και νεολογίζοντας με αρκετή δόση φαντασίας κάποτε. Οι δημοτικιστές, που ανήγαγαν την υπόθεση της γλώσσας στην κατεξοχήν Ιδέα του έθνους, αγνόησαν παντελώς αυτή την πλευρά της καθαρεύουσας και ξεκίνησαν την ίδια δουλειά από την αρχή, αλλά αμέθοδα και σπασμωδικά. Δημοτική και καθαρεύουσα, από την άλλη μεριά, συνέπλευσαν αρμονικότατα -χωρίς καμιά τους να ενδιαφερθεί να το αναγνωρίσει- στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους ή στην εξελληνιστική πολιτική των αλλογλώσσων της Βαλκανικής.

Το τελευταίο αυτό σημείο θα πρέπει να τονιστεί και για έναν άλλο λόγο, άσχετο από τη διαμάχη καθαρεύουσας-δημοτικής Επειδή μας βοηθάει να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη, στον ελληνικό εθνικισμό, δύο προφανώς αντικρουόμενων απόψεων για τη σχέση έθνους και γλώσσας. Η μία, η απορρέουσα από τον ρομαντισμό, ταυτίζει έθνος και γλώσσα, εντοπίζει στη γλώσσα την ίδια την “εθνικήν ύπαρξιν”, και τη συναντάμε συνεχώς από τα χρόνια του “ελληνικού διαφωτισμού” ως και τον 20ό αιώνα. Προς τα τέλη, όμως του 19ου αιώνα, όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί αλληλοσπαράσσονται διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς, οι ‘Eλληνες αρχίζουν να αποκαθηλώνουν τη γλώσσα από την περιωπή του κεντρικού συστατικού στοιχείου του έθνους και να προβάλλουν στη θέση της την πολύ πιο εύπλαστη έννοια της “εθνικής συνειδήσεως”,ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στους κόλπους του ελληνικού έθνους και σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι κλπ. Το ότι αυτή η άποψη κατά κανέναν τρόπο δεν καταργεί την αντίθετή της (οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν αμέριμνα να ασπάζονται και τις δύο) κάτι δηλώνει για το ιδεολογικώς πολύ βεβαρημένο περιεχόμενο της σχέσης έθνους και γλώσσας.

ΠΗΓΉ

http://www.pokethe.gr/wordpress/?p=269

Ο Ξεβγάρτης Στην Μανιάτικη Παράδοση

Ένα απο τα γνωστότερα έθιμα της Μανιάτικης παράδοσης είναι ο Γδικιωμός. Όταν δύο οικογένειες αποφάσιζαν να ανοίξουν ”όχτρητα”(έχθρα), λίγα πράγματα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να αναβάλλουν τις συγκρούσεις.

Ένα απο αυτά ήταν το Ξέβγαρμα. Όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει δημόσια, χωρίς τον κίνδυνο να τον σκοτώσει κάποιος απο την αντίπαλη οικογένεια, τότε έπρεπε να συνοδεύεται απο τον Ξεβγάρτη.

Ο Ξεβγάρτης ήταν ένα άτομο απο ισχυρή οικογένεια, ουδέτερη ως προς τον πόλεμο. Οι εχθροί δεν τολμούσαν να χτυπήσουν τον Ξεβγάρτη ή τον προστατευόμενό του, γιατί τότε η οικογενειά του θα συμμαχούσε με αυτή του προστατευόμενου και θα γινόντουσαν πιο ισχυροί. Για να είναι σεβαστός ο Ξεβγάρτης έπρεπε να είναι απο αξιόλογο γένος και όχι απο αχαμνόμερη οικογένεια αλλιώς διέτρεχαν και ο ίδιος και ο προστατευομενός του.

«του μπάρμπα του Μπουγιουκλή εξέβγαινε και το ραβδί»

Παλιό Λαγιάτικο δίστιχο που αναφέρεται στο ισχυρό γένος των Μιχαλακιάνων. (Βουγιουκλάκηδων)

Ο Ξεβγάρτης δεν γινόταν να συνοδεύει κάθε μέρα το ίδιο πρόσωπο, αλλιώς θεωρούταν η πράξη του κοροϊδία πρός τους εχθρούς και δεν δεχόντουσαν το Ξέβγαρμα.

Πολλές φορές αν το σόι του Ξεβγάρτη ήταν ιδιαιτέρως ισχυρό, το ρόλο μπορούσε να αναλάβει όχι μόνο ενήλικας άντρας αλλά και γυναίκα ή παιδί. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου κάποιος μπορούσε να περάσει μπροστά απο τα σπίτια της αντίπαλης οικογένειας κρατώντας μόνο κάποιο προσωπικό αντικείμενο του Ξεβγάρτη ( Μαγκούρα, κομπολόι,τσιμπούκι κ.α).

φεύγει κι ο δήμος στο βουνί μα δίχως να χει ξεβγαλτή

Απο το μοιρολόι του Δήμου Τζανάκου

Ξεβγάρτης μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ξένος, μη Μανιάτης. Οι Μανιάτες απο σεβασμό δεν χτυπιόντουσαν μπροστά σε ξένους. (…αυτοί δεν γνωρίζουν τα μανιάτικα).Τη νύχτα σπάνια γινόταν ξέβγαρμα, γιατί κάποιος μπορούσε να επιτεθεί επικαλούμενος τη δικαιολογία, ότι δεν ήταν ευδιάκριτος ο ξεβγάρτης και ο προστατευομενός του.

Στο παρακάτω μοιρολόι γίνεται άλλη μια αναφορά για τον Ξεβγάρτη και το ρόλο του.

Της Βγενικής

Ψηλοχαμπήλωσε σουκιά,

για να ξανανοίξω τα βουνά

κι’ όλα τα λειροχάλικα,

μην έρχεται ο Ληγόρης μου,

στην Καλαμάτα, πώλειπε

Μήπως και πάει από ψηλά,

και πάει στον κουμπαρώνε μας

στα Μαυρομιχαλιάνικα,

του βάλασι ψωμί έφαε,

του δώκασι κρασί έπιε,

κι απέει τον ερωτήσασι

μη θέεις κουμπάρε ξεβγαρτή,

κείνου του φάνη σα ντροπή

και σα μεγάλη προσβολή

Έδωκε μια κι’ έφυγε,

το δρόμο, ου επάαινε,

στη λούμπα¹ την αθόλωτη

συναπαντήθησα οι γιοχτροί²

σα φίλοι εχωρίσασι,

Μα με τον πιζωκολισμό,

εκείνοι ήτα εξ’οκτώ

κι’εκείνο ήτα μοναχό

Μνιά μπαταριά³ του δώκανε

και χάμου τον ξαπλώσανε

  1. Λακούβα-Λάκος
  2. Εχθροί
  3. Πυροβολισμός < λατινική λέξη  battuo (χτυπώ)

Αραβούχιοι (Βάθεια)

Man oik

ΠΑΤΡΙΑ: Αραβούχιοι  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ξυπολιτιάνοι

Το πέρασμα των αιώνων αφήνει σημάδια και παραδόσεις στον τόπο και στην ιστορία. Πολλές φορές όμως τα σημάδια αυτά είναι ισχνά και ξεθωριάζουν. Οι μεταναστεύσεις του πληθυσμού, η έλλειψη ενδιαφέροντος οδηγούν στην λήθη. Ένα τέτοιο ξεθωριασμένο σημάδι από το πέρασμα του χρόνου στην ιστορία της Μάνης είναι και η πατριά των Αραβουχίων. Τα δεδομένα που έχουμε για αυτήν την όχι και τόσο γνωστή οικογένεια της Μάνης είναι λίγα ωστόσο αρκετά διαφωτιστικά για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το μέγεθος, την παρουσία της αλλά και την βαρύτητά της στον χώρο της Μάνης.

Δύο είναι βασικές ερμηνείες προέλευσης των γεναρχών αυτής της πατριάς. Η πρώτη τους θέλει να κατάγονται από Άραβες πειρατές, κυρίως λόγω του ονόματος της πατριάς. Η δεύτερη και πιο διαδεδομένη άποψη αναφέρει ότι προέρχονται από την πόλη Ράγουζα ( Ragusa ) της σημερινής Κροατίας γύρω στα 1400 όταν ο Μυστράς έγινε σημαντικότατο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης αποτελώντας την τελευταία αναλαμπή του Βυζαντίου. Προήλθε δηλαδή η λέξη από το

Αραβούχιοι< Αραβουζαίοι< Αραγουζαίοι< Ραγουζαίοι< Ragusei

Έδρα της οικογένειας αυτής ήταν το χωριό Βάθεια της Μέσα Μάνης κοντά στο ακρωτήριο Ταίναρο. Μάλιστα πυρήνας της θεωρείται η τοποθεσία Ποράχια. Ο οικισμός αναφέρεται στους στατιστικούς καταλόγους που συνέταξαν την άνοιξη του 1618 για τη Μάνη ο κόμης Philippe de Lange Chateaureneult και ο διαπραγματευτής Πέτρος Μέδικος, Pietro Medici, εκ των προκρίτων της Μάνης, ως Porasia di Ragusei. Το παραπάνω δεδομένο είναι απτή απόδειξη της ισχύς που είχαν στην περιοχή του Ταινάρου οι Αραβούχιοι.

Το όνομα ωστόσο της οικογένειας πρωτοεμφανίζεται σε κείμενο που συνέταξαν οι Μανιάτες δημογέροντες το 1571 προς τους Βενετούς στο πλαίσιο των συμμαχικών συνομιλιών που είχαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς που απειλούσαν επικίνδυνα την Ευρώπη. Υπογράφουν ως δημογέροντες. Παρακάτω παρατίθεται ο ακριβής τρόπος … ( διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου ).

Εγώ ο Ιωάννης Αραβούσε έγραψα από την Βάθεια και επισφαλήσα με θέλημα των Μανηωτών ολονών όπου ήσανε μαζομένοι εις την Νόμια με μας εις την μέση της Μαίνης.

Το ότι υπογράφουν επιστολή προς τους Βενετούς είναι απτή απόδειξη της δύναμης της πατριάς αυτής κατά την πρώτη Τουρκοκρατία. Μαζί με τους Αραβουχίους υπογράφουν και άλλες μεγάλες οικογένειες της Μάνης ( Γερακαριάνοι, Φωκάδες, κ.ά. ) καθώς επίσης και πρέσβεις των Βενετών στην περιοχή σαν σύμμαχοι. Εδώ να αναφέρουμε ότι η Νόμια αποτελούσε κέντρο λήψης αποφάσεων των Μανιατών κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας και η αποφάσεις της ήταν πολύ σημαντικές.

Η παρακμή της οικογένειας ήρθε σιγά- σιγά με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις της Μάνης κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι πληθυσμοί που ήρθαν μετά την πτώση του Μυστρά αναπτύχθηκαν με την πάροδο του χρόνου και διεκδίκησαν μεγαλύτερο κομμάτι των παραγωγικών πόρων της περιοχής. Οι Αραβούχιοι ήρθαν σε δεύτερη μοίρα. Καταλυτική στην πορεία της οικογένειας ήταν η έχθρα με την πατριά των Πηλιοκωκιάνων της Λάγιας. Στους Πηλιοκωκιάνους υπάγονται ο Μπουρδάκος, ο Γιατράκος, ο Γεωργουλόγιαννης, ο Βιτσιλόγιαννης, ο Κουβελόγιαννης, ο Κωστάκος κ.ά. Ισχυρή οικογένεια που ήθελε να θέσει υπό τον έλεγχο της το λιμάνι του Αχίλλειου που το διεκδικούσαν και οι Αραβούχιοι. Προεπαναστατικά οι Αραβούχιοι ασκούσαν εμπόριο και τα λιμάνια τους ήταν πολύ χρήσιμα. Ιδιαίτερα η Κυπάρισσος.

Η έχθρα μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών έληξε αφού οι Πηλιοκωκιάνοι σχεδόν εκμηδένισαν τους Αραβουχίους μετά από επίθεσή τους την ημέρα της Λαμπρής στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Σκότωσαν τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων και μικρά παιδιά. (σαράντα νιάκες). Αυτά γύρω στα 1827 – 1831. Ελάχιστοι από αυτούς κατάφεραν να γλιτώσουν και να βρουν καταφύγιο σε άλλα χωριά μη αποτελώντας όμως υπολογίσιμη δύναμη πλέον.

Το μοιρολόι του Βιτσιλόγιαννη ( Πηλιοκωκιάνος ) μας δίνει πάρα πολλές πληροφορίες για την διαμάχη των δύο οικογενειών με δραματικό τρόπο καθώς επίσης και για τις μετακινήσεις των ελαχίστων εναπομεινάντων μελών της πατριάς των Αραβουχίων.

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΙΤΣΙΛΟΓΙΑΝΝΗ

Έ Γιάννη Βιτσιλόγιαννη

Πό φας τους Αραβουχιούς

Σαράντα νιάκες κόκκινες

Στον Αϊ Πέτρο στην μ πλαγιά

Και στης Βισκίνας τη μειρά

Γλύτωσε μόνο ο Αραβής

Στον Ψωμαθιά ο Νικολής

Κι εξενοκράτησε ο Πετρής

Η παράδοση λέει πως από τον Αραβή κατάγεται η οικογένεια Ξυπόλυτος της Βάθειας. ( Ξυπόλυτος σημαίνει πολύ φτωχός ). Μάλιστα ένας από αυτούς ο Δ. Ξυπόλυτος παρασημοφορήθηκε με το χάλκινο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα του 1821. Από τον Νικολή τον οποίο αγκάλιασε η οικογένεια Γρηγορακάκη του Παλύρου κατάγεται η σημερινή οικογένεια Πετρόλια. Ο Νικολής Πετρόλιας μάλιστα επιβεβαιώνεται σαν πρόσωπο και από τα αριστεία των Μανιατών του 1821, ο οποίος πολέμησε πολλές φορές υπό τις διαταγές του Γρηγορακάκη. Δεν αποκλείεται να γνωρίζονταν από παλιά για αυτό και βρήκε καταφύγιο εκεί. Ο Νικολής μάλιστα παντρεύτηκε Γρηγορακίτσα.(κόρη Γρηγορακάκη).

Ο Νικολός Πετρόλιας ή Πετρούλιας με έδρα το Αχίλλειο Λαγίας όπως αναφέρεται παρασημοφορήθηκε ως στρατιώτης με το σιδερένιο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα της Εθνεγερσίας. Κατά την διάρκεια της επανάστασης συμμετείχε στην πολιορκία του Νεόκαστρου (3 μήνες) υπό τον Κ. Γρηγορακάκη, στην πολιορκία της Τρίπολης υπό τον Σταυριανό Καπετανάκη, στην πολιορκία της Κορώνης (1 μήνα) υπό τον Κ. Γρηγορακάκη, στην Κόρινθο (2) μήνες υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη και στην μάχη της Βέργας υπό τον Α. Μαυρομιχάλη. Αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή του και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου. Πολέμησε στην Λειβαδιά (2 μήνες) υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Μετεπαναστατικά συμμετείχε στα στρατιωτικά τμήματα της περιοχής σαν επαγγελματίας στρατιώτης. Σε βαυαρικό κατάλογο του 1835 ο Νικόλαος Πετρόλιας υπογράφει ως μέλος της τοπικής (Ταινάρου) πολιτοφυλακής υπό τις διαταγές του Ι. Γρηγορακάκη.

Το 1837 ήταν στρατιώτης του 1ου λόχου του 3ου ελαφρού τάγματος και εγκρίθηκε για το αριστείο. Την ίδια περίοδο αναφέρεται και ο Ευστράτιος Πετρόλιας ως κάτοικος Αθηνών. Ο Πέτρος ο Αραβούχιος λέγεται πως έφυγε από την Μάνη στην κάτω Ιταλία. (ξενοκράτησε).

Με λίγα λόγια η οικογένεια από σοϊλήδες της περιοχής του Ταινάρου σύμμαχοι των Κοσμάδων της Βάθειας έγιναν ακουμπισμένοι στην οικογένεια Γρηγορακάκη. Στην μακραίωνη ιστορία της Μάνης συνηθίζονταν οι κοινωνικές ανακατατάξεις ειδικά όταν είχαμε ανάλογες πληθυσμιακές μεταβολές. Η παροιμία από τα μαύρα άλογα στα μαύρα τα γαϊδούρια περιγράφει αυτήν ακριβώς την κατάσταση.

Το 1871 καταγράφονται στα τοπικά δημοτολόγια, στον Πάλυρο οι (2) γιοι του Νικόλαου Πετρόλια ενώ στην Βάθεια (3) απόγονοι του Αραβή με το όνομα Ξυπόλυτος ή Ξυπολυτάκος άσχετος με συνεπώνυμους του στην υπόλοιπη Μάνη.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως η πατριά των Αραβουχίων κατά την μακραίωνη ιστορία της στον γεωγραφικό χώρο της Μάνης σύναψε συμμαχίες αν όχι κλάδους της και σε άλλα χωριά. Η οικογένεια Ανεμοδουρά των Μπουλαργιών, της οποίας ο πύργος συναγωνίζεται μέσα στους παλαιότερους της Μάνης είχε πριν το 1800 πολύ στενές σχέσεις με τους Αραβουχίους σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην γνωρίζουμε αν ήταν και εξ αίματος συγγενείς. Μάλιστα η παράδοση λέει πως στις τοπικές έριδες είχαν κοινή αμυντική πολιτική απέναντι στους Νικλιάνους έποικους.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Αδούλωτη Μάνη νέα Περίοδος Τεύχος 3-4 Ιούλιος – Δεκέμβριος 2012

ΠΗΓΕΣ:

  • Σταύρου Καπετανάκη Αριστεία σε Μανιάτες Αγωνιστές
  • Κ. Κάσση Μανιάτικα Μοιρολόγια Α τόμος
  • Σωκράτη Κουγέα η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας
  • Τοπική παράδοση του Παλύρου
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

Του Δήμου Πατσουράκου

Μοιρολόγια pic.

Ο Δημήτριος Πατσούρης ή Πατσουράκος ήταν τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και λοχίας του πυροβολικού από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας.

Κατά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897 σκοτώθηκε την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, στην Αγία Παρασκευή, απέναντι από την Ελευθερούπολη της Θεσσαλίας, μαζί με το φίλο του και διπλά συνάδελφό του, λοχία και τελειόφοιτο της Νομικής Σχολής, το Δικαίο Γιατράκο από τη Λάγια της Μάνης.

Αναθηματική στήλη όπου αναγράφονται τα ονόματα των φονευθέντων στον πόλεμο αυτό, είκοσι τεσσάρων φοιτητών, αποκαλύφτηκε την 25η Μαρτίου 1901 και βρίσκεται ακόμη και σήμερα στη δυτική πλευρά μπροστά από τα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άλλες αναθηματικές στήλες υπήρχαν στον περίβολο του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού, στην 3η λυόμενη πυροβολαρχία στην οποία ανήκε, όπως και στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.

Έλληνες στρατιώτες το 1897 στο μέτωπο της Θεσσαλίας

Κατά τη μάχη της ημέρας εκείνης, μετά τον τραυματισμό του και αφού και   τα δύο του πόδια είχαν θρυμματιστεί από βλήμα εχθρικού πυροβόλου, ενώ   μεταφερόταν με ακατάσχετη αιμορραγία στο πρόχειρο χειρουργείο για   ακρωτηριασμό, τραγουδούσε λυπητερά το εξής αυτοσχέδιο μοιρολόι:

Ποιος είν’ άξιο παιδί  

και άξιο παλικάρι  

Αέρας στο περπάτημα  

και στη καρδιά λιοντάρι  

Να πάει να πει στη μάννα μου  

τη διπλοπαντρεμμένη1  

να μην αλλάξει τη Λαμπρή!  

Να μη με περιμένει!  

Φεύγω…..Έρχετ’ ο θάνατος  

με μάτι βουρκωμένο  

Έλα σε προκαλώ!  

Πατρίς…. αδέρφια….και γονείς….  

Την….ώρα….πού….πεθαίνω…..  

Για….σας…..πα….ρα….κα…λώ..  

Και ξεψύχησε.

Σαν παράδειγμα προς μίμηση για την ανδρεία και τον ένδοξο θάνατον του ήρωα αυτού, κυκλοφόρησαν την εποχή εκείνη στην Αθήνα «φέϊγ-βολάν» τα οποία απεικόνιζαν τον ηρωικά πεσόντα αδελφό του πατέρα μου, στο κάτω δε μέρος αυτών ήταν γραμμένο το τετράστιχο:

«Δεν πεθαίνει εις την μάχην όστις πίπτει υπέρ Πατρίδος 

κι αν τους πόδας του συντρίψουν χίλια θραύσματα οβίδος» 

 Η μητέρα του ήταν από την Κρήτη και από πατέρα και από μητέρα. Ο πατέρας της Κωνσταντής Παπουτζάκης καταγόταν από το χωριό Άγιος Ιωάννης ο Καϋμένος Σφακίων, η δε μητέρα της, το γένος Καρδαμάκη καταγόταν από το χωριό Καλάθαινες Χανίων.

Η γιαγιά μου παντρεύτηκε τον παππού μου μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της, ήταν δε περιζήτητη τόσο για την ομορφιά της όσο και για τη μόρφωσή της, πράγμα σπανιότατο για γυναίκα στη Μάνη την εποχή εκείνη. Από τον πρώτο γάμο της απέκτησε πέντε παιδιά, όλα αγόρια, από δε το δεύτερο γάμο της άλλα πέντε παιδιά επίσης αγόρια.

Συχνά την άκουγαν να λέει: «εγώ δε μαγαρίστηκα», εννοώντας ότι δε γέννησε θηλυκό παιδί και αισθανόμενη υπερηφάνεια γι’ αυτό. Κρητικιά στην καταγωγή, Μανιάτισσα στην ανατροφή και τη   ψυχοσύνθεση. Τόση ήταν η παθολογική λατρεία προς τα αγόρια την εποχή εκείνη!

Πηγή: patsourakos.gr

Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα Της Μάνης

Ταχιά ταχιά είν’ αρχιμηνιά,
ταχιά είν’ αρχή τον χρόνου,
αρχή είν’ αρχή τα κάλαντα
κι αρχή τον Γεναρίου.

Μέσα κοιμάται αφέντης μας
μαζί με την κυρά μας
και ποιος να μπει και ποιος να βγει
και ποιος να τους ξυπνήσει;

Ξύπνησε, αφέντη, ξύπνησε, να φάμε και να πιούμε:
-Αφέντη πύργος φαίνεσαι
κι ορθός σαν κυπαρίσσι,
και του ματιού σου η σαϊτιά
πύργους ξεθεμελιώνει,
πύργους και πετροπήγαδα
κι αυλές μαρμαρωμένες.

Είπαμε δα τ’ αφέντη μας,
ας πούμε της κυράς μας:
– Κυρά μαρμαροτράχηλη
και φεγγαρομαγούλα

και κρουσταλλίδα του νερού
και πάχνη από τα χιόνια

Όπου τον έχεις τον υγιό
τον λευκοχαναχάρη,
που λούζεις και χτενίζεις τον
και στο σχολειό τον στέλνεις.

Κι ο δάσκαλος τον έβαλε
να του χαλαναρχείσει
κι εξέπασέ του το κερί
κι έκαψε το χαρτί του
κι έκαψε και τα ρούχα του
τα μορφογαζωμένα
κι ο δάσκαλος τον έδειρε
με το χρυσό βιτσάρι.

Παίρνει τον το παράπονο,
την άκρην άκρη πάει,
στο δρόμο τον συναπαντούν
οι δώδεκα Απόστολοι:
«Έλα να φας, έλα να πιεις,
έλα να τραγουδήσεις».

 Πηγή:Του Αντ. Ξεπαπαδάκου – συγγραφέα («590 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», Αδούλωτη Μάνη – 2001)