Ιατρικά Στατιστικά δεδομένα του 19ου αιώνα

 

Οι επιδημίες που έπληξαν την Ελλάδα τον 19ου αιώνα - Πώς το ...

Ο 18ος και ο 19ος αιώνας αποτελούν αιώνες μεγάλων επαναστάσεων και πολιτικών αλλαγών σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα όμως αποτελούν και περίοδοι εκδήλωσης πληθυσμιακών μεταβολών και σοβαρών επιδημιών. Στο παρόν άρθρο θα δούμε κάποια περιστατικά ασθενειών που ταλαιπώρησαν την χώρα μας την περίοδο εκείνη καθώς και κάποια στατιστικά στοιχεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους για την υγειονομική κατάσταση των κατοίκων της Λακωνίας.

Οι σοβαρές επιδημίες μάλιστα οδήγησαν σε περιοριστικά μέτρα ανάλογα με σημερινά. Η έννοια της καραντίνας μάλιστα δεν είναι σύγχρονη αλλά προέρχεται από τα χρόνια του Μεσαίωνα (14ος αιών.) όταν η πανώλη ή ο λεγόμενος «μαύρος θάνατος» εξολόθρευσε το 1/3 του πληθυσμού της Ευρώπης. Συμβόλιζε τις 40 ημέρες απομόνωσης που έπρεπε κάποιος να υποστεί προκειμένου να είναι ασφαλής.

Το 1717 εκδηλώνεται στην Καλαμάτα σοβαρή επιδημία πανώλης που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό. Τα μέτρα που έπαιρνε τότε ο πληθυσμός είχαν να κάνουν κυρίως με τον περιορισμό των ανθρώπων που είχαν εκδηλώσει την ασθένεια και όχι τον περιορισμό της διασποράς της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το μορφωτικό επίπεδο ήταν περιορισμένο και οι ιατρικές γνώσεις ελάχιστες. Το 1820 πάντως η πόλη βρίσκεται σε εξέλιξη του εμπορίου της και με πληθυσμό 2500 κατοίκων.

Κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821 μεγάλο μέρος των επαναστατών νόσησε και τελικώς πέθανε από τις άθλιες συνθήκες του αγώνα. Τα άταφα πτώματα, η έλλειψη τρεχούμενου νερού, η έλλειψη υγειονομικού υλικού, η κακή διατροφή, η έλλειψη υγειονομικής περίθαλψης στα τραύματα οδήγησε μεγάλο μέρος των αγωνιστών τελικά να πεθάνει. Η πρώτη μάλιστα επιδημία τύφου εκδηλώθηκε στην Τρίπολη λίγο μετά την έναρξη της επανάστασης καθώς εκεί συσσωρεύτηκε πλήθος κόσμου προκειμένου να γλιτώσει από το μένος των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο υπερπληθυσμός στην πόλη οδήγησε σε συνωστισμό των κατοίκων και τελικά σε 3,000 νεκρούς από τύφο. Ανάλογη κατάσταση εκδηλώθηκε και στην πολιορκία του Ναυπλίου.

Η ελληνική επανάσταση δεν είχε ακόμα τελειώσει κι όμως το νεοσύστατο ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις σε υγειονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Τον Απρίλιο του 1828 εκδηλώνεται επιδημία τύφου στην Ύδρα. Το νησί αυτό αποτελούσε την περίοδο αυτή καθώς και σε όλη την Τουρκοκρατία εμπορικό κέντρο στην μεσόγειο με ναυτική επικοινωνία με Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Είναι λοιπόν ευνόητος ο λόγος εκδήλωσης σε αυτόν τον τόπο. Ο κυβερνήτης Καποδίστριας έχοντας σπουδάσει ιατρική και παρά το ότι το κράτος δεν ήταν επαρκώς οργανωμένο, δεν υποτίμησε τον κίνδυνο και προσπάθησε με περιορισμούς να οργανώσει την υγειονομική άμυνα της χώρας. Μεταξύ των περιοριστικών μέτρων ήταν ο αυστηρός έλεγχος των νοσούντων, ο αποκλεισμός των λιμένων, η καύση των ρούχων, 50 ημέρες καραντίνα, απαγόρευση συναθροίσεων κ.ά. Τελικώς με την βοήθεια του Ελβετού γιατρού  Andre – Louis Gosse η επιδημία περιορίστηκε. Ωστόσο ο πολιτικός αντίκτυπος από τα οικονομικά μέτρα ήταν μεγάλος καθώς οι περιορισμοί είχαν σοβαρές οικονομικές απώλειες για το εφοπλιστικό κεφάλαιο της εποχής.

η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 

Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη Καποδίστρια την διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η αντιβασιλεία του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα η οποία προσπάθησε σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου να ακολουθήσει τους ρυθμούς και τους τυπικούς κανονισμούς των κρατών της τότε δυτικής Ευρώπης. Ακολούθως το ίδιο έπραξε και ο ίδιος ο Όθωνας μετά την ενθρόνιση του. Σε αυτήν την κυβερνητική πολιτική εντάσσεται και η οργάνωση του κράτους σε διοικητικό και υγειονομικό έλεγχο. Ανατίθεται σε επιστημονικό προσωπικό της εποχής η σύνταξη εκθέσεων με στατιστικά μεγέθη που αφορούν την υγεία, την διατροφή, τα οικονομικά ακόμα και την ένδυση του πληθυσμού της εποχής ανά δήμο προκειμένου να έχουν μια αναλυτική εικόνα της ποιότητας ζωής των υπηκόων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Τα στατιστικά αυτά μεγέθη, που περισσότερο μοιάζουν με ανάλυση των συνθηκών της καθημερινότητας και της οικιακής τους οικονομίας, είχαν ως στόχο να προλάβουν εκδηλώσεις σοβαρών ασθενειών που μάστιζαν την ύπαιθρο αλλά και τα αστικά κέντρα της εποχής. Παρακάτω ακολουθούν τμήματα αυτών των εκθέσεων που συνετάχθησαν την πενταετία (1838 – 1842) από την Διοίκηση Λακωνικής  στην οποία υπαγόταν τότε η Μάνη. Στο βιβλίο της Δήμητρας Σταθοπούλου – Καπετανάκη παρουσιάζονται αναλυτικά οι εκθέσεις αυτές.

Διοίκηση Λακωνικής – Δήμος Ιππολών

«έχει έκταση τριών περίπου μυριομέτρων περιφέρειαν και σύνορα προς βοράν την μονήν των Ταξιαρχών προς δυσμάς τον Μεσσηνιακόν κόλπον προς ανατολάς την άλυσον του Ταυγέτου προς μεσημβρίαν την /Κίτταν. Ο δήμος όλος είναι εις υψηλήν γην και τινά χωρία εις τας υπωρείας του Ταυγέτου, είναι όλος δευτερόγονος υγιής και ηδύνατο να καλλιεργηθή πολύ περισσότερο αφ όσον είναι. Τα κυριότερα προϊόντα είναι δημητριακοί καρποί, έλαιον, μετάξη, πρινοκόκκι και βαμβάκι.

Οι 1577 κάτοικοι δυνατοί, εύρωστοι και αιματηράς ως επί το πολύ έξεως είναι κτηματίαι, οι δε γυναίκαι γεωργοί. Τα νοσήματα είναι τόσα λίγα ώστε δεν είναι καν άξια μνείας. Οι κάτοικοι αντιδρούν στους εμβολιασμούς και μολονότι ο Ηλίας Αραπάκος και δια τον δήμον τούτον δημοτικός εμβολιαστής, ο εμβολιασμός δεν ενεργήθι εισέτι. Νεκροταφείο δεν υπάρχει και οι άνθρωποι θάπτονται εντός των χωρίων ή τουλάχιστον πολύ πλησίον των χωρίων εις παρεκκλήσιον. Υπάρχει μία μονή η της Πεντάδας καλούμενη με τρεις μοναχούς.

Δρυάλος: έδρα του Δήμου κείται εις τας κλιτύας του Ταϋγέτου, έχον δε ελεύθερον αέρα από όλα τα μέρη εκτός από ανατολάς χαίρει υγείαν. Τα πόσιμα ύδατα είναι δεξαμένια οποίαν δια την κακήν κατασκευήν και χειροτέρους υδραγωγούς είναι κακά και επιβλαβή. Οι άνεμοι είναι βορειοδυτικοί. Τα κυριότερα προϊόντα δημητριακοί καρποί, έλαιον, έλαιον, πρινοκόκκι και μέλι.

Τσόπακας, Παληόχωρα, Βάμβακα, Βρίκι, Καφιώνα, Καλούμι, Έρημος, Λάκκος, Άγιος Γεώργιος, Κότσιφας, Μίνα και Καρύνια: εις υψηλήν γην ως άνω. Προϊόντα ως άνω.

Κουτρέλα:ως άνω χωρίς μετάξη».

Σχόλια

Στο παραπάνω κείμενο που συντάχθηκε από τον γιατρό Σταμάτη Γαλάτη γίνεται μια προσπάθεια αναλυτικής καταγραφής των ασχολιών των κατοίκων με γνώμονα την υγειονομική τους κατάσταση. Παράλληλα καταγράφεται η παράγωγη των τοπικών προϊόντων καθώς η διατροφή θεωρείται βασικός παράγοντας για την καλή υγεία.

Στον συγκεκριμένο Δήμο της μέσα Μάνης κρίνοντας από τα στατιστικά δεδομένα που εκτέθηκαν βλέπουμε ότι οι κάτοικοι έχαιραν καλής υγείας παρόλο που ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας αλλά και κακουχίας. Παράλληλα βλέπουμε το παλαιό έθιμο των Μανιατών της απαξίας εργασίας στα χωράφια (ως υποτιμητικό), της χρήσης γυναικών ως εργάτριες και γενικότερα τον πολεμικό χαρακτήρα των κατοίκων.

Περιγράφονται οι στέρνες ως συλλέκτες για πόσιμο νερό μη ιδανικές. Περιγράφεται το οικογενειακό νεκροταφείο πλησίον του χωριού μη ιδανικό ως προς τους κανόνες υγείας. Επίσης βλέπουμε την αναφορά σε εμβόλια που έπρεπε να γίνουν ωστόσο ο πληθυσμός από άγνοια και καχυποψία αρνιόταν.

Ο δημοτικός εμβολιαστής Ηλίας Αραπάκης δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους εμπειρικούς γιατρούς της εποχής από την Χαριά του Οιτύλου με μεγάλη προσφορά στην επανάσταση του 1821.

η μονή της Φανερομένης στην οποία αναφέρεται η έκθεση

συγγραφή – επιμέλεια

Γιάννης Μιχαλακάκος

εκπαιδευτικός

Πηγές

  1. https://www.greekencyclopedia.com/arapakis-ilias-p14036.html
  2. https://www.lifo.gr/articles/archaeology_articles/275171/apo-tin-epidimia-panolis-epi-kapodistria-to-1828-ston-koronoio-toy-2020
  3. https://www.ethnos.gr/istoria/96132_epanastasi-1821-oi-astheneies-kai-oi-molynseis-skotosan-perissoteroys-ellines-apo-oti
  4. https://www.protothema.gr/stories/article/984543/oi-epidimies-stin-ellada-tou-19ou-aiona-poia-metra-eihan-lifthei-tote/
  5. http://www.religiousgreece.gr/peloponnese/-/asset_publisher/J4zsS00HlAz5/content/mone-phaneromenes-dryalos
  6. https://argolikivivliothiki.gr
  7. Ronald Eccles, επιμ. (2009). Common cold (Online-Ausg. έκδοση). Basel: Birkhäuser.σελ. 210. ISBN 978-3-7643-9894-1.
  8. Δήμητρα Σταθοπούλου – Καπετανάκη (2008) Ιατροστατιστικά στοιχεία των διοικήσεων Λακωνίας και Λακεδαίμονος 1838 – 1842, εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Αρεόπολη.
  9. Ε. Τσιλιπήρα και Ε. Τσίμπρου (2009). Οι επιδημίες στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα και τρόποι αντιμετώπισης τους, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ, Θεσσαλονίκη.

O Πετρόμπεης μιλάει για την προσφορά της Μάνης στην επανάσταση του 1821

                                                                                Αποτέλεσμα εικόνας για Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

F. Aichholzer, Προσωπογραφία του Πετρόμπεη Mαυρομιχάλη. (Μουσείο Μπενάκη)    

Εν Άργει  11 : Οκτωβρίου 1829

Είναι γεγονός ότι οι Μανιάτες αγωνιστές του 1821 δεν άφησαν απομνημονεύματα, ικανά να φωτίσουν ακόμη περισσότερο τη συμβολή της Μάνης στον απελευθερωτικό αγώνα της Πατρίδας κατά του Οθωμανικού ζυγού. Αυτό έχει συχνά ως αποτέλεσμα ορισμένοι, είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, να παραποιούν την ιστορία και μεθοδικά να υποβαθμίζουν (ή ακόμη και να αποσιωπούν) την προσφορά και τις θυσίες των Μανιατών.

          Από αυτήν την άποψη, οι όποιες σωζόμενες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του Αγώνα, αποκτούν ιδιαίτερη ιστορική σημασία και βαρύτητα. Πολύ περισσότερο σήμερα, με αφορμή την ιστορική επέτειο της 17ης Μαρτίου 1821, αλλά και ενόψει της επικείμενης συμπλήρωσης των 200 χρόνων από εκείνη την εποχή και των συναφών εκδηλώσεων.

Μία τέτοια περίπτωση, σωζόμενης στα αρχεία αλλά σχεδόν άγνωστης μαρτυρίας, αποτελεί η τρισέλιδη επιστολή του Πετρόμπεη προς τον Καποδίστρια, μέρος της οποίας παρακάτω δημοσιεύουμε (από 11 Οκτωβρίου 1829, βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείο Γενικής Γραμματείας, περιόδου Ι. Καποδίστρια. Φ. 222).

Εδώ ο Μαυρομιχάλης, που είχε δίπλα του τα ηρωικά μέλη της οικογένειας του και άλλους άξιους οπλαρχηγούς, περιγράφει τις ενέργειές του για την οργάνωση και την εξάπλωση του απελευθερωτικού αγώνα των Μανιατών στα 1821, από την ελεύθερη Μάνη στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και σχεδόν ολόκληρης της Πελοποννήσου και της ανατολικής Στερεάς, με τον εξής μοναδικό τρόπο :

«..Ο καιρός Σ. Κυβερνήτα μας είναι προσδιορισμένος απ’ όλον το Ελληνικό Έθνος, αφ’ ου έστειλον τον υιόν μου και δούλον σας Αναστάσιον εις Τριπολιτζάν θυσιάσας αυτόν δια την πατρίδα εκουσίως, όπου και των Τούρκων τα όμματα εσφαλίσθησαν με κατράμι και δεν εφοδιάσθησαν.

          Κατά τους 1821 Φεβρουαρίου : 10. Και πάλιν αμέσως έστειλον επίτηδες έναν μου ανηψιόν εις Κωνσταντινούπολιν, δίδοντας την είδησιν  του υιού μας και δούλου Σας Γεωργάκη, και με μεγάλον κίνδυνον της ζωής του εδραπέτευσεν, καθότι ο ερχομός του Γεωργάκη επροξένησεν την επανάστασιν εις την Ελλάδα. Και έπειτα κατά διαφόρους πολέμους, και αρίστευσε και εκινδύνευσε εις τέλειον θάνατον, αφ’ού έπεσεν εις χείρας του Ιμβραήμη, αλλά η θεία Πρόνοια με ελυπήθη και τον ελευθέρωσεν.

          Έπειτα εις το αυτό έτος 23 : Μαρτίου όπου εδιώρισα εις δύο κολόνας τα εμπειροπόλεμα όπλα της Σπάρτης, από το μέρος της δυνατής θέσεως Μπαρδούνιας και Μυστρός, αρχηγούς διορίζοντας τους αυτάδελφούς μου Κυριακούλη και Κωνσταντίνον, κυριεύοντας διά της παντοδυναμίας του Υψίστου, εκείνα τα απόρθητα μέρη αναιμωτί, όπου βέβαιον ήθελον πολεμούν ακόμη, με το να είναι δύσβατοι τόποι και πύργοι φοβεροί. Και εις την ίδια στιγμή αμέσως επροχώρησαν έως το Καλογεροβούνι, έξω της Τριπολιτζάς.

          Εγώ δε μετά των λοιπών εκυριεύσαμεν την Μεσσηνίαν, σχεδόν όλην την Πελοπόννησον, επολιορκήσαμε τα φρούρια και του Λάλα ενδυναμώσαμεν και τα έξω Μεγάλα Δερβένια της Ρούμελης αφ’ ου έγινε η φοβερή και λαμπρά μπατάγια του Βαλτετζίου, ήτις επισφράγισε δια της θείας προνοίας την τύχην της Ελλάδος.

          Ο δε Κυριακούλης και Ηλίας έπειτα από την νίκην του Βαλτετζίου, εβεβαιώθημεν ότι κατεβαίνει ο Βερβεργιόνης και διάφοροι άλλοι πασάδες με αρκετά στρατεύματα να έμβουν εις τον Μωρέα, όπου  βέβαιον και επροχωρούσαν, αμέσως τους εδιώρισα και επήγαν και τους  αντίκρουσαν εξι μήνας με απείρους και φοβερούς πολέμους, κρατώντας εκείνα τα μέρη, όπου ήτον η Σωτηρία της Ελλάδος, έως ότου εκυριεύσαμεν την Τριπολιτζάν και Κόρινθον, όπου ήμουν και ο ίδιος ιν τέστα (δηλ. επικεφαλής). Τα δε λοιπά μύρια τοιαύτα, μέχρι την σήμερον σιωπώ..».

             Ας είναι το παρόν μας, μία ιστορική συμβολή, ένας ελάχιστος φόρος τιμής και μνήμης προς τον ίδιο τον Μαυρομιχάλη και όλους τους προγόνους μας Μανιάτες αγωνιστές, χάρη στους οποίους εμείς σήμερα υπάρχουμε και ζούμε ελεύθεροι !!

Το «παλάτι» του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο Λιμένι – έδρα της οικογένειας 

                                                                       13 Μαρτίου 2020

                                                                   Δημήτριος Π. Μαριόλης

                                                                             Δικηγόρος – Ιστορικός

Πηγές

  1. ΓΑΚ
  2. https://oimaniateseinaipantou.blogspot.com/p/blog-page_176.html
  3.   https://www.benaki.org/index.php?option=com_collectionitems&view=collectionitem&id=108759&Itemid=&lang=el
  4. https://maniatika.wordpress.com/

Των Κριαλιάνων και Ταγαρουλιάνων

Μοιρολόγια

Μοιρολόι

Ε! Μπάρμπα Γιάννη Στεφανή
Αγροίκα με τι θε να ζε που
Αν έχει ο Άδης διάβατα
Κι η κάτου γης περάσματα
Και βρέκεις τον πατέρα μου
Τον γέρο Λογοθέτακα
Το ληγορότερο να ρθη
Τι α δεν ερθει κι α δεν φανεί
Θε να χαλάσει ο μαχαλάς
Τι ο Γεωργαντάς με τον Κριαλή
Ζητούσι την γεροντική
Χωρίς και να νιαι άξιοι

Το παραπάνω μοιρολόι το λέει η κόρη του καπετάνιου του 1821 Λογοθέτη Ταγαρούλια, ανθρώπου ιδιαίτερα σεβαστού όχι μόνο στην οικογένεια του αλλά και ευρύτερα στην Μάνη. Μάλιστα έφτασε να γίνει και δήμαρχος. Τα πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρει διαδραματίζοναται περί το 1850, στην περιοχή του Κούνου όπου και κοιτίδα της οικογένειας.

Η γυναίκα που θρηνεί το θείο της Γιάννη (Στεφανή), απευθύνεται άμεσα σε αυτόν όμοια με τους αρχαίους τραγωδούς. Του παραγγέλει, ανησυχώντας για την πορεία της οικογένειας, να ειδοποιήσει τον σεβαστό πατέρα της, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός , να επανέλθει του Κάτω Κόσμου ώστε να βάλει σε τάξη τα πράγματα. Δεν αναγνώριζε ως καλούς ηγέτες τον Κριαλή και τον Γεωργαντά για την μετέπειτα πορεία της οικογένειας που θα καθοριζόταν από το συμβούλιο τους (γεροντική).

Να σημειωθεί πως το παραπάνω μοιρολόι πέραν του λαογραφικού ενδιαφέροντος μας δίνει σοβαρές πληροφορίες για το ποια πρόσωπα θα αναμετρούνταν για την ηγεσία της οικογένιας Ταγαρούλια, η οποία ήταν στην τάξη των «σοιλήδων» της περιοχής. Η οικογένεια Κριαλή είναι κλάδος της παραπάνω οικογένιας από την περίοδο εκείνη και έπειτα.

stavri_01

Πύργος στο Κατωπάγγι

ΠΗΓΕΣ
• Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη ερανίσματα ιστορίας και λαογραφίας» εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Μάνη 2004

http://www.diakopes.gr

Ερμηνευτικά Σχόλια Δημήτρης Μαριόλης (νομικός), Γιάννης Μιχαλακάκος (εκπαιδευτικός)

Έθνος και Γλώσσα (της Έλλης Σκοπετέα)

pelopones_ethnic

γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου 

Η σχέση έθνους και γλώσσας είναι δύσκολο να περιγραφεί με τρόπο που να καλύπτει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ των δύο. Ο κατάλογος των εθνών, κατά τα φαινόμενα ανοιχτός ακόμα, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια χαώδη εικόνα που, από μόνη της, διαψεύδει την τρέχουσα αντίληψη περί της προνομιακής θέσης της γλώσσας ως “αντικειμενικού κριτηρίου” του έθνους (Hobsbawm 1994, 76-92). Κανένα έθνος δεν αποβλέπει εκ των προτέρων στη μονοπώληση μιας γλώσσας, μάλιστα η γλώσσα της αρχικής επιλογής του μπορεί ωραιότατα να αντικατασταθεί από κάποιαν άλλη· και, από την άλλη μεριά, καμιά γλώσσα δεν τάχθηκε “από τη φύση της” να υπηρετήσει ένα και μόνον έθνος, καθώς, όσο αρχαία και να είναι, οπωσδήποτε δεν γεννήθηκε ως “εθνική γλώσσα”. Υπάρχουν έθνη, καθ’όλα άξια του ονόματος, που μοιράζονται την ίδια γλώσσα με άλλα, ακόμα κι αν η γλώσσα αυτή τυχαίνει να είναι η γλώσσα ενός παλιού δυνάστη τους· και υπάρχουν έθνη που είναι, αντίθετα, πολύγλωσσα, και ανάγουν την ίδια την πολυγλωσσία σε στοιχείο της ταυτότητάς τους. Ακόμα και η απλούστερη εκδοχή της σχέσης -”κάθε έθνος κι η γλώσσα του” -, που αφορά μικρό μόνο ποσοστό των αναγνωρισμένων ή επίδοξων εθνών, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ποικιλία: ανάμεσα στα δύο άκρα -από τα έθνη που βρίσκουν έτοιμη μια γλώσσα ως τα έθνη που την επινοούν εκ του μη όντος-, τα περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς είναι μεγάλα. Επισκευές, εξωραϊσμοί, εκκαθαρίσεις, γέφυρες που στήνονται ή που γκρεμίζονται, πάσης φύσεως ειρηνικές ή βίαιες επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της καλλιέργειας της γλωσσολογίας ως “εθνικής επιστήμης”, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Το τελικό προϊόν, η “εθνική γλώσσα”, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολύτως “φυσικό”· και χρησιμοποιείται μεν -σαν οιαδήποτε γλώσσα- ως εργαλείο επικοινωνίας (μεταξύ “ομοεθνών”), ο ρόλος της όμως δεν εξαντλείται εδώ, καθώς το γεγονός, ακριβώς, ότι είναι “εθνική” αντιστρατεύεται την εργαλειακή της χρήση.

Αυτή η “απλούστερη εκδοχή” της σχέσης έθνους και γλώσσας -η επιδίωξη, δηλαδή, της πλήρους σύμπτωσης των δύο- δεν φαίνεται λοιπόν και πολύ απλή. Από μιαν άποψη είναι μάλιστα η πιο περίπλοκη, όχι μόνον επειδή εν πολλοίς ευθύνεται για τη μυθοποίηση της σχέσης, αλλά κυρίως επειδή απαντά εκεί όπου έλκουν τις ρίζες τους ο ίδιος ο εθνικισμός και η υλική του έκφραση, το έθνος-κράτος στη δυτική Ευρώπη των νεότερων χρόνων και στις περιοχές της άμεσης επιρροής της. Η σημερινή ποικιλία των συνδυασμών σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να υποδηλώσει αποδέσμευση των εθνών από το δυτικό πρότυπο στη “μεταμοντέρνα” εποχή μας, περιπτώσεις όμως όπως της Βοσνίας, η αυτονόμηση της οποίας συνοδεύτηκε από τη γέννηση μιας ανύπαρκτης ως χθες “βοσνιακής” γλώσσας, επιβεβαιώνουν τη δύναμή του.

Ας μη σπεύσουμε, από την άλλη μεριά, να φανταστούμε ένα “δυτικό πρότυπο” σχέσης έθνους και γλώσσας. Από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, βέβαια, προέκυψε η χαρακτηριστική, οικεία σύγχυση μεταξύ των ορίων τους, η ταύτιση της γλώσσας με το “πνεύμα” ή την “ιδιοφυία” του λαού που την ομιλεί. Το μήνυμα, όμως, ελήφθη από κοινωνίες που βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές στιγμές της ιστορίας τους, μέσα στην ίδια την Ευρώπη· και είναι ασφαλώς δύσκολο να εντάξουμε σε κοινά συμφραζόμενα παραδείγματα τόσο ανόμοια μεταξύ τους: ‘Eχουμε, πρώτον, την κατά κάποιον τρόπο απροσχεδίαστη, οπωσδήποτε μακραίωνη, διαμόρφωση μιας κοινής, που το έθνος-κράτος χρησιμοποιεί για να συνεννοείται με τους πολίτες του (Γαλλία, Βρετανία· Αnderson 1997, 75-77)· έχουμε τη μεθοδευμένη -και πιο γρήγορη- συγκρότηση μιας “άστεγης” κοινής, που προηγείται του έθνους-κράτους (Ιταλία, Γερμανία)· και έχουμε, τέλος, τα πάσης φύσεως “γλωσσικά ζητήματα” που αναφύονται στις παρυφές της Ευρώπης και αναδεικνύουν την οικοδομούμενη κοινή σε μήλον της έριδος και μείζον “εθνικό θέμα” (Ελλάδα, Σερβία· βλ. Τριανταφυλλίδης [1938] 1993, 86-96· Σκοπετέα 1988, 397-403). Ωστόσο, η “κατασκευή”, ακριβώς, μιας γενικώς αποδεκτής κοινής -έστω και αν αυτή αποδειχθεί προσωρινή λύση-, η άμεση ή έμμεση σχέση της με τις ανάγκες του έθνους-κράτους, η υποχρεωτική της εκμάθηση από τους πολίτες του, η ιδιαίτερη στοργή ή καμάρι που ο κάθε ενδιαφερόμενος λαός αισθάνεται απέναντι στη “δική του” γλώσσα (όπως άλλωστε και απέναντι στο έθνος του), θα μπορούσαν να επισημανθούν ως αναγνωρίσιμες ομοιότητες ανάμεσα στις πολλές διαφορές: Στοιχεία που θεωρούνται πλέον παγκοσμίως τόσο φυσικά, ώστε η απώτερη δυτική τους προέλευση να τίθεται, επιθετικά κιόλας, υπό αμφισβήτηση.

Από τα παραπάνω “δυτικά” παραδείγματα, τα “γλωσσικά ζητήματα” (υπόθεση, βασικά, του 19ου αιώνα) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κι αυτό επειδή κατά κανόνα συνδέονται με διαφορετικές περί του έθνους αντιλήψεις. Ποια θα είναι η γλώσσα που θα επικρατήσει; Η γλώσσα του “λαού”, που είναι τι; Η γλώσσα μιας λόγιας κάστας, που ποια περιθώρια αυθαιρεσίας διαθέτει; Και στις δύο περιπτώσεις, η νεόκοπη “εθνική γλωσσολογία” (είτε έχει είτε δεν έχει επίγνωση του πράγματος), σε στενή συνεργασία με τη φιλολογία, αυτοεξουσιοδοτείται να γνωμοδοτήσει, να αποφασίσει στην πραγματικότητα τί είναι λαός, τί είναι έθνος· και, το κυριότερο, να φτιάξει μια γλώσσα σύγχρονη, τη γλώσσα του έθνους-κράτους, που να προβλέπει χώρο για έννοιες εξ ορισμού απούσες από τη γλώσσα του “λαού”.

Ο τρόπος με τον οποίο λύθηκε το πρόβλημα στη Σερβία είναι διαφωτιστικός. Εκεί ύστερα από μακρούς και σφοδρούς αγώνες υπερίσχυσε η επιλογή του Βουκ Κάρατζιτς (στηριγμένη κατά μεγάλο μέρος στο ιδίωμα του χωριού του). Ηττήθηκε η λόγια λύση η “σερβοσλαβική” γλώσσα, γόνος της εκκλησιαστικής σλαβικής. Και οι δύο γλώσσες ήταν “προεθνικές”, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο έπρεπε να υποβληθούν σε έναν αναγκαίο “εκσυγχρονισμό”. Η λύση Κάρατζιτς συνεπαγόταν μαζικούς δανεισμούς από δυτικές γλώσσες για να αντιμετωπιστεί η πενία, σε αφηρημένες τουλάχιστον έννοιες, της δημώδους. ‘Aφησε όμως τη σφραγίδα της και στην εξέλιξη του ίδιου του σερβικού εθνικισμού, ή τουλάχιστον στη χαρακτηριστική σερβική ροπή προς τον λαϊκισμό και στην -ντόπια επίσης- εικόνα του “χωριάτικου” και εσωστρεφούς σερβικού έθνους.

‘Aλλη η ελληνική περίπτωση, όπου η καθαρεύουσα, τεχνητή γλώσσα που θεωρούνταν επί δεκαετίες και από σοβαρούς ανθρώπους ετεροχρονισμένος πρόγονος της αρχαίας ελληνικής, έμεινε χωρίς αντιπάλους κατά το μεγαλύτερο κομμάτι του 19ου αιώνα, και επωμίστηκε εξ ολοκλήρου το “εκσυγχρονιστικό” έργο, επιστρατεύοντας φυσικά γι’ αυτό την αρχαία, αλλά και νεολογίζοντας με αρκετή δόση φαντασίας κάποτε. Οι δημοτικιστές, που ανήγαγαν την υπόθεση της γλώσσας στην κατεξοχήν Ιδέα του έθνους, αγνόησαν παντελώς αυτή την πλευρά της καθαρεύουσας και ξεκίνησαν την ίδια δουλειά από την αρχή, αλλά αμέθοδα και σπασμωδικά. Δημοτική και καθαρεύουσα, από την άλλη μεριά, συνέπλευσαν αρμονικότατα -χωρίς καμιά τους να ενδιαφερθεί να το αναγνωρίσει- στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους ή στην εξελληνιστική πολιτική των αλλογλώσσων της Βαλκανικής.

Το τελευταίο αυτό σημείο θα πρέπει να τονιστεί και για έναν άλλο λόγο, άσχετο από τη διαμάχη καθαρεύουσας-δημοτικής Επειδή μας βοηθάει να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη, στον ελληνικό εθνικισμό, δύο προφανώς αντικρουόμενων απόψεων για τη σχέση έθνους και γλώσσας. Η μία, η απορρέουσα από τον ρομαντισμό, ταυτίζει έθνος και γλώσσα, εντοπίζει στη γλώσσα την ίδια την “εθνικήν ύπαρξιν”, και τη συναντάμε συνεχώς από τα χρόνια του “ελληνικού διαφωτισμού” ως και τον 20ό αιώνα. Προς τα τέλη, όμως του 19ου αιώνα, όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί αλληλοσπαράσσονται διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς, οι ‘Eλληνες αρχίζουν να αποκαθηλώνουν τη γλώσσα από την περιωπή του κεντρικού συστατικού στοιχείου του έθνους και να προβάλλουν στη θέση της την πολύ πιο εύπλαστη έννοια της “εθνικής συνειδήσεως”,ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στους κόλπους του ελληνικού έθνους και σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι κλπ. Το ότι αυτή η άποψη κατά κανέναν τρόπο δεν καταργεί την αντίθετή της (οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν αμέριμνα να ασπάζονται και τις δύο) κάτι δηλώνει για το ιδεολογικώς πολύ βεβαρημένο περιεχόμενο της σχέσης έθνους και γλώσσας.

ΠΗΓΉ

http://www.pokethe.gr/wordpress/?p=269