Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα Της Μάνης

Ταχιά ταχιά είν’ αρχιμηνιά,
ταχιά είν’ αρχή τον χρόνου,
αρχή είν’ αρχή τα κάλαντα
κι αρχή τον Γεναρίου.

Μέσα κοιμάται αφέντης μας
μαζί με την κυρά μας
και ποιος να μπει και ποιος να βγει
και ποιος να τους ξυπνήσει;

Ξύπνησε, αφέντη, ξύπνησε, να φάμε και να πιούμε:
-Αφέντη πύργος φαίνεσαι
κι ορθός σαν κυπαρίσσι,
και του ματιού σου η σαϊτιά
πύργους ξεθεμελιώνει,
πύργους και πετροπήγαδα
κι αυλές μαρμαρωμένες.

Είπαμε δα τ’ αφέντη μας,
ας πούμε της κυράς μας:
– Κυρά μαρμαροτράχηλη
και φεγγαρομαγούλα

και κρουσταλλίδα του νερού
και πάχνη από τα χιόνια

Όπου τον έχεις τον υγιό
τον λευκοχαναχάρη,
που λούζεις και χτενίζεις τον
και στο σχολειό τον στέλνεις.

Κι ο δάσκαλος τον έβαλε
να του χαλαναρχείσει
κι εξέπασέ του το κερί
κι έκαψε το χαρτί του
κι έκαψε και τα ρούχα του
τα μορφογαζωμένα
κι ο δάσκαλος τον έδειρε
με το χρυσό βιτσάρι.

Παίρνει τον το παράπονο,
την άκρην άκρη πάει,
στο δρόμο τον συναπαντούν
οι δώδεκα Απόστολοι:
«Έλα να φας, έλα να πιεις,
έλα να τραγουδήσεις».

 Πηγή:Του Αντ. Ξεπαπαδάκου – συγγραφέα («590 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», Αδούλωτη Μάνη – 2001)

Μουσουριάνοι (Πάλιρος)

old_book_bindings

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥ ή ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟΥ

(Πάλιρος)

ΓΕΝΟΣ: Κοσμάδες ΠΑΤΡΙΑ: Γεραντωνιάνοι ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μουσουριάνοι

Η οικογένεια Μουσουράκου ή Μουσούρου (μετά το 1970) αποτελεί κλάδο της οικογένειας Κάσση του Παλίρου στο ακρωτήριο Ταίναρο. Ανήκει μαζί με τις οικογένειες Κεραμίδα, Γιαννουκάκου και Φιδοπιάστη στη πατριά των Γεραντωνιάνων της Μάνης. Αυτή η πατριά με την σειρά της ανήκει στο βυζαντινό γένος των Κοσμάδων το οποίο κατά την περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας δέσποζε ηγεμονικά στην περιοχή.

Το παρατσούκλι Μουσούρος το πήρε ο Παναγιώτης Κάσσης διότι στους ξένους περιηγητές που πήγαιναν στην περιοχή έκανε τον δραγουμάνο, (διερμηνέα) όπως ο Κρητικός εύπορος Δραγουμάνος Μουσούρος από την Κρήτη. Έτσι από τοπικό παρωνύμιο κατέληξε επίθετο.

Η πρώτη φορά που εμφανίζεται το όνομα Μουσουράκος ως επίθετο είναι στους εκλογικούς καταλόγους του 1871. Εκεί εμφανίζεται ο Αντώνης Μουσουράκος ετών 25, γιος του Παναγιώτη. Ο Κ. Κάσσης μας πληροφορεί ότι ήταν ο δεύτερος γιος του Παναγιώτη, ο πρώτος λεγόταν Νίκος. Πράγματι στο κατάλογο υπάρχει ο Νίκος Παναγιωτάκος ετών 31, ο οποίος όλα συνηγορούν ότι είναι Μουσουράκος. Από τον πρώτο γιο τον Νικόλα προέρχονται οι Νικομουσουριάνοι από τον δεύτερο οι Αντωνομουσουριάνοι. (παρακάτω διάγραμμα με τα έτη γέννησης).

Στα 1920 η οικογένεια είχε αποκτήσει οικονομική δύναμη διότι εμπορευόταν και είχαν μαγαζί ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή. Μάλιστα σε μοιρολόγια της εποχής καταγράφεται η επιχειρηματική δράση της οικογένειας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟ

(ΤΣΑΤΙΡΑ)

Ο Κώστας Μουσουράκος παντρεύτηκε το 1943, δεν γλίτωσε από την καυστική πέννα του σατιρολόγου θείου του Αντώνη Κάσση. Του λέει μεταξύ άλλων για την παντρειά του ….

Του δωκαν του Καρκατσίλη

Την κοπέλα να είναι φίλοι

Κοριτσάκι όπως πρέπει

«γεια σου μάγκα μου Τζελέπη»

Πλυσταριό με την κουζίνα

Νοικοκύρης στη Αθήνα

Όλα πλίθινα χτισμένα

Παραθύρι είχαν ένα

μηχανή με το τραπέζι

τα κορίτσια να αναμπαίζει

κι αν θυμώσει ρε Κωστάκη

θα ζου βγάλει το μουστάκι

και θα μείνεις σπανός μπίτι

μες το πλίθινο το σπίτι

και η θεια σου η Σουφίνα

χρόνια μάγκας στην Αθήνα

Του Αντώνη Κάσση – Μουσουράκου

(ΜΟΙΡΟΛΟΙ)

Το 1920 πέθανε ο Αντώνης Κάσσης Μουσουράκος (προσωπικό παρατσούκλι Σμυρνιός). Άφησε την γυναίκα του έγκυο. Είχαν μόλις ένα χρόνο παντρευτεί. Το μοιρολόι το είπε η Πηνιώ Μπουρδάκου. Η Πηνιώ ήταν και αυτή πρόσφατα χήρα και για να παρηγορήσει την νέα χήρα (Μαργαρίτα) της είπε …..

Αμπού είσαι Μαργαρίτα μου

Αμπώς θα σκιουνοκρεμαστείς?

Με δίχως άντρα στην ζωή

Μα αν γεννηθεί καλό παιδί

Θα σαι νοικοκυρά καλή

Μέσα στο σπίτι να κλειστείς

Κανένανε να μην δεχτείς

Αν είναι να χεις σερνικό

Θε να χει ο λόγος σου σταυρό

Θα σαι καλή νοικοκυρά

επά στα Μουσουριάνικα

αν τύχει κάμεις φηλυκό

να το πατήσεις στο λαιμό

ρώτα εμένα να ζου πω

δεν έχει ο λόγος μου σταυρό

δεν έχει ο λόγος μου ισχύ

γιατί έχω φηλυκό παιδί

εσύ να κάμεις σερνικό

για να κρατήσει σπιτικό

θα σαι μαγαζατόρισσα

θα σαι κοτζάμ εμπόρισσα

Οι Μουσουριάνοι ήταν οι πλουσιότεροι Κάσσηδες την περίοδο του μεσοπολέμου έχοντας κατάστημα εμπορικό στο ακροταίναρο. Το παιδί της γεννήθηκε καλώς. Η Μαργαρίτα όμως 40 ημέρες μετά την γέννησή του πέθανε από αρρώστια. Το «σκιουνοκρεμαστείς» αφορά τον τρόπο με το οποίο γεννούσαν τότε οι γυναίκες. (όρθιες κρατώντας σχοινιά από το ταβάνι κρεμασμένα).

Πηγές:

1. Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, σελ. 375

2. Κ. Κάσση «Τσάτιρες της Μάνης» σελ 118

3. Γ.Α. Κ. (γενικά αρχεία του Κράτους) εκλογικά Βλαχογιάννη 4. www.mani.org.gr

Η Μάχη Της Βέργας

Μετά την νίκη του Ιμπραήμ στην Στερεά και την κατάληψη της πόλης του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ απερίσπαστος κατέληξε πως για να κατασταλεί η επανάσταση πρέπει να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη στην Μάνη που μαχόταν ακόμα σε αντίθεση με τις περισσότερε περιοχές της Πελοποννήσου που είτε είχαν προσκυνήσει είτε είχαν λεηλατηθεί από τα στρατεύματα του πασά. Με ηθικό ανεβασμένο από τις πρόσφατες επιτυχίες του και με 7000 πεζούς και 1500 ιππείς κατέβηκε στην Καλαμάτα.

Ο Ιμπραήμ στις 29/5/1826 στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ’ όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν ,αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις. Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

(Σπ. Τρικούπης –Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως Α’ σ.19 )

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Την δυσμενή κατάσταση που επικρατούσε στο Ελληνικό στρατόπεδο περιγράφει δραματικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

« εις τον καιρό του προσκυνήματος μόνον φοβήθηκα για την πατρίδα, όχι άλλη φορά…»

Η ψυχολογία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα πεσμένη την περίοδο εκείνη και η Μάνη είχε γεμίσει πρόσφυγες από Μεσσηνία και Λακωνία προκειμένου να γλιτώσουν τα δεινά του Ιμπραήμ. Ωστόσο με πολεμική καρτερία οι Μανιάτες με χρήματα της οικογένειας Καπετανάκη από την Αβία έχτισαν ένα μακρύ ταμπούρι από ξερολιθιά και στην άκρη του έναν πύργο. Ήταν η λεγόμενη ξερολιθιά της Βέργας στον Αλμυρό της Μάνης. Εκεί στα σύνορα της περιοχής τους σε ένα στένεμα οχυρωμένο πια 1000 περίπου Μανιάτες με επικεφαλή τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη περίμεναν τον Ιμπραήμ.

Επακολούθησαν τρεις διαδοχικές σφοδρότατες επιθέσεις του Ιμπραήμ, τις οποίες οι Μανιάτες απόκρουσαν κατά μέτωπο και με τα πυρά από δυο βρίκια από την θάλασσα. Ο Ιμπραήμ αποφάσισε τότε να επιχειρήσει απόβαση 1500 Αιγυπτίων πεζών στο Δυρό. Το σώμα αυτό αποβιβάστηκε και προέλασε προς τα Τσαλαπιάνικα, όπου κατατροπώθηκε από τα πυρά των γύρω Μανιατών. Ακόμα και οι γυναίκες τους υποδέχτηκαν με τα δρεπάνια στο χέρι. Μετά από σκληρό αγώνα οι Αιγύπτιοι επιβιβάστηκαν και πάλι και έφυγαν. Ο Ιμπραήμ διέταξε τότε νέα επίθεση στην Βέργα η οποία απέτυχε όπως και οι προηγούμενες.

Το τείχος της Βέργας και μέρος του πύργου

Η σημασία της νίκης στην βέργα του Αλμυρού ήταν βαρύνουσα. Όχι μόνον αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων μετά την νικηφόρα έκβαση της μάχης και προστατεύθηκε ο πληθυσμός που είχε βρει καταφύγιο στην Μάνη αλλά ταυτοχρόνως με την νίκη αυτή κρατήθηκε ζωντανή η επαναστατική φλόγα που τρεμόπαιζε να σβήσει.

Άγνωστες πτυχές της μάχης

  • ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Όταν έλειπε ο Ιμπραήμης στο Μεσολόγγι, οι Μανιάτες έφκειασαν εις τον Αλμυρόν, όπου είναι των Καπετανιάνων τα σπίτια, ένα ταμπούρι δυνατό από το πέλαγος έως εις τον βράχον, εκράταε έως ένα μίλι» και «ο Ιμπραήμης έστειλε τον κεχαγιάν του να ματακτυπήση την Βέργαν εις τον Αλμυρό». Το τείχος δηλαδή προϋπήρχε και ανακατασκευάστηκε τον Ιούνιο του 1826.
  • Κάποια στιγμή μια νιόπαντρη που πολεμούσε με τον άνδρα της βλέπει να τραυματίζεται στον ώμο. Με τα δόντια της βγάζει το βόλι από την πληγή του και του λέει «πάρε το και βάρεσε τον στο κεφάλι».
  • Κατά την διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν οι ντόπιοι που αγωνιούσαν για τις τύχες τους. Οικογένειες που ανδραγάθησαν σύμφωνα με την παράδοση στην Βέργα οι Γυφτέοι, οι Δραγωνέοι και οι Χειλέοι.
  • Άλλοι που διακρίθηκαν όχι μόνο για την παλικαριά τους αλλά και για την στρατηγική τους ήταν οι Σκυφιάνοι. (κάτοικοι του χωριού Σκυφιάνικα).
  • Κατά την διάρκεια της μάχης η παράδοση αναφέρει πως στην πάνω Σέλιτσα – Βέργα έγινε λιτανεία για την εμψύχωση των πολεμιστών καθώς το χωριό φαίνεται από το πεδίο της μάχης.

Η Χωριάτα (Γεώργιος Φτέρης)

Το χωριό παλιά γενιά μου

ξύπνησες μες στη καρδιά μου

μια καινούργια ανατριχίλα

με τα δέντρα με τα φύλλα

Κι όπου κι αν σταθώ και γείρω

νιώθω το δικό σου μύρο

και τα μάτια όπου γυρίσω

σένανε θε ν’ αντικρύσω

Χωριάτα είμαι όλο ‘γειά

και σαν τη γριούλα τη γιαγιά

φοράω το μπαρέζι

Γενιά σε νιώθω σα πιοτό

σαν το κρασί το δυνατό

και σαν το πετιμέζι

Κι αν είναι δύσκολες χρονιές

τα παλικάρια με τις νιές

θα ζευγαρώσουν πάλι

‘Αλλα θε να ‘ρθουνε παιδιά

καινούργιους κλώνους και κλαριά το δέντρο μας θα βγάλει

Εδώ, ράτσα αγαπημένη,

είσαι σ’ όλα σκορπισμένη,

στο νερό με το κανάτι,

στη βελέντζα, τη φλοκάτη,

στο τραγούδι, το τροπάρι,

στο καντήλι, το λυχνάρι,

στα δρεπάνια, που θερίζουν,

όλα ράτσα σου θυμίζουν.

Και κρατούν την ευωδιά σου απ’ τα χρόνια τα παλιά σου,

σαν σε γέρικη κασσέλα,

μοσχοκάρφι και κανέλλα.

Το παραπάνω ποίημα είναι του Γιώργου Φτέρη ποιητή – λαογράφου της Μάνης από το χωριό Καρέα. Το ποίημα διακρίνεται για την αμεσότητα και την ζωντάνια της περιγραφής του. Η «χωριάτα» είναι η κοπέλα του χωριού στην μανιάτικη διάλεκτο. Μέσα από αυτήν την μούσα ξετυλίγεται το κουβάρι των αναμνήσεών του.

Πηγή: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1012

Χένελλας (πειρατικό τραγούδι)

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ)

Χη σάλασ’ αντουρεύζεταϊ / Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύεϊ με του βράχους /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσ’ αντουρεύγουμαϊ τσάι `γου /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με του Βλάχους / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι τα βουνά αντουρεύγοντάϊ /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με τα ισόινια / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσα τσάι `γου με τους εχτρούς / Χένελλα, Χένελλας

Σ’ αντουρεύγουμάϊ αϊούϊνα / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι η Τουϊρτσά έμ’ πάτηζε /Χένελλα, Χένελλας

Σ’ ούλη τη Μάνης τα χουϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Τι άλλο καλό ε μάσαμε /Χένελλα, Χένελλας

Πεϊό κάλ’ απ’ τη λευτεϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας.

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟ ΚΑΣΣΗ)

Η θάλασσα αντρειεύεται

κι όλο παλεύει με τους βράχους

έτσ’ αντρειεύομαι κι εγώ

κι όλο παλεύω με τους Βλάχους

και τα βουνά αντρειεύονται

κι όλο παλεύουν με τα χιόνια

ετσά κι εγώ με τους οχτρούς

θα αντρειεύομαι αιώνια

και η Τουρκιά δεν πάτησε

σ’ ούλη της Μάνης τα χωριά

τί άλλο καλό δε μάθαμε

πιο κάλιο από την λευτεριά.

 

Όπως είναι γνωστό η πειρατεία αποτελούσε επάγγελμα τα χρόνια της τουρκοκρατίας και η περιοχή της Μάνης ήταν λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και λόγω του ελεύθερου πνεύματος των κατοίκων της κατάλληλη στο να ευδοκιμήσουν τέτοιες πρακτικές. Το παραπάνω τραγούδι είναι πειρατικό- ναυτικό τραγούδι της Μάνης κα περιγράφει με μεγάλη ένταση και ζωντάνια την περηφάνια που διακατείχε τους ανθρώπους αυτούς για την «Ελευθερία» που είχαν κερδίσει με τα όπλα τους και την αναγωγή της σε απόλυτο μάθημα ζωής.

  • Χένελλας σημαίνει Ελλάς
  • Χούσιουτας σημαίνει τιμή μας
  • Βλάχοι σημαίνει οι ξένοι. Οι εκτός μανιάτικης νοοτροπίας. (οι Βλάχοι ήταν κυρίως κτηνοτροφικός πληθυσμός, νομαδικού τύπου. Τελείως αντίθετος με τον πολεμικό πολιτισμό των Μανιατών).

οι Ολλανδοί περιηγητές Van Egmont και John Heyman αναφέρουν

« […] οι Μανιάτες αρνούνται να πληρώσουν φόρο στο Σουλτάνο. Πολλές φορές έστειλαν ο Τούρκοι δυνάμεις να τους υποτάξουν. Έτσι είναι οι μόνοι Έλληνες που μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες των γειτονικών περιοχών αποκαλούν τη Μάνη «Μεγάλο Αλγέρι». Είναι όλοι πειρατές εξ επαγγέλματος. Ακόμη και οι παπάδες τους ακολουθούν στις επιδρομές κι παίρνουν το ένα δέκατο από τις λείες ως δικαίωμα της εκκλησίας».

 

Στην Παναγιά τη Γιάτρισσα

»Στου Ταϋγέτου τις κορφές
και στις περήφανες τις αητοφωλιές
τα σύνορα κρατείς Εσύ
Προσηλιακής κι Αποσκιερής
Αρχόντισσα της Μάνης, Γιάτρισσα.

Κοντά σου κάθε λεύτερη ψυχή
μακριά απ’ των ανθρώπων την οργή
που γοργοπόδαρα το δρόμο πήρε
γι’ αυτές τις χιονισμένες τις γρανίτινες κορφές
γι’ αυτές τις χρυσοπόρφυρες πλαγιές.

Να έρχεται μεσ’ το δικό σου το μικρό το μοναστήρι
όταν η θύελλα σε κρύβη σε βαρειά ομίχλη
κάθε βραδάκι να σ’ ανάφτη το καντύλι.
Μες τ’ ανεμοδαρσίματα του γέρου του χειμώνα.
Και τα χιόνια τα πολλά, πού το φεγγάρι ποια δε φέγγει.
Ω Γιάτρισσά μου!

Στου Ταΰγετου την ποιο ψιλή κορφή
η γερόντισσά σου Εκκλησιά, σαν φάρος στέκει.
Ω Παναγιά!

Εσύ ‘σαι η παρηγοριά των Μανιατών
και Γιάτρισσα των λαβομένων των σωμάτων και ψυχών.
Εσύ ‘σαι που συνδέεις τους ανθρώπους με Θεό,
πάνω απ’ αυτό το θαμποστόλιστο βουνό!»

Του Κυριάκου Γ. Καράντζαλη, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Φάρος της Λακωνίας», αρ.φ. 467/03.08.83

Του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη

Κυριακούλης Μαυρομιχάλης

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Πετρόμπεης καθότανε ψιλά στο μπαλκονάκι

Κι εσκούπιζε τα μάτια του μεταξωτό μαντήλι

Κυριάκαινα τον ρώτησε Κυριάκαινα του λέει

Τι έχεις μπέη και χλίβεσαι και χύνεις μαύρο δάκρυ ?

Σαν με ρωτάς Κυριάκαινα θα ζε το πω ρε νύφη

Απόψε μου ήρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι

Και μαύρο ήταν ταπόγραμμα καμένο ήταν το γράμμα

Τον Κυριακούλη σκότωσαν τον πρώτο καπετάνιο

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης επικεφαλής δύναμης 400 ανδρών κυρίως Μανιατών εστάλη στο Σούλι της Ηπείρου προκειμένου να στηρίξει τον εκεί αγώνα που βρισκόταν σε κρίση. Ο θάνατός του έπεσε σαν κεραυνός στην Μάνη.

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι έχει την εξής πρωτοτυπία, δεν μας πληροφορεί για τον θάνατο του Κυριακούλη απευθείας λέγοντας τα γεγονότα του πολέμου αλλά αντιθέτως περιγράφει την ανακοίνωση του θανάτου του από τον αδελφό του Πετρόμπεη ( άνδρα ιδιαίτερα γνωστό εκείνη την εποχή ) στην γυναίκα του.

Επίσης μαθαίνουμε διάφορα έθιμα που είχαν εκείνη την εποχή για την ειδοποίηση πένθους. Μαύρο τοπόγραμμα, μαύρο εξωτερικό βούλωμα, καμένο γράμμα, έκαιγαν τις άκρες του χαρτιού ( επιστολής ) για να δείξουν τον θυμό, πικρία ή πένθος.

Των Κολοκοτρωναίων Και Του Παναγιώταρου Βενετσανάκη (1780)

Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ο πατήρ του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, συμπράξας μετά των υπό τον Καπετάν-πασαν Τούρκων τω 1779 προς εξόντωσιν των επί μακρόν χρόνον μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1763 δηούντων την Πελοπόννησον αλβανικών στιφών, εκλήθη υπό του αρχηγού του τούρκικου στρατού και στόλου, κατασκηνούντος εις τους Μύλους της Λέρνης, να προσέλθη και δηλώση υποταγήν (να προσκυνήση).

Αλλ’ ούτος δεν υπήκουσε, διαφόρους φέρων προφάσεις, μετώκισε δ’ εκ Γορτυνίας εις την Καστάνιτσαν της Μάνης (νυν του δήμου Μελιτήνης της Λακεδαίμονος) πλησίον της Βαρδούνιας, έδρας των Αλβανών Βαρδουνιωτών, οπού διέμενεν εις οχυρούς πύργους ο ισχυρός φίλος του καπετάνιος Παναγιώταρος Βενετσανάκης. Είχε δε παραλάβη μεθ’ εαυτού ο Κολοκοτρώνης και όλους τους συγγενείς του και τάς οικογενείας αυτών.

Πύργος Βενετσανάκηδων στην Καστάνια

Το επόμενον έτος 1780 ο Καπετάν πασάς, καταπλεύσας μετά του τουρκικού στόλου εις Γύθειον, προσεκάλεσεν επανειλημμένως τον Παναγιώταρον και τον Κολοκοτρώνην να προσκυνήσουν. Αλλ’ ούτοι ηρνήθησαν, αν και μόλις 150 άνδρας είχον υπ’ αυτούς και εγίνωσκον ότι ο Τούρκος ναύαρχος διέθετεν ισχυράν αποβατικήν στρατιάν, περί τους δεκακισχιλίους, και πυροβολικόν. Είχον πεποίθησιν εις την οχυρότητα των πύργων της Καστάνιτσας και εις την ενίσχυσιν, την οποίαν θα ελάμβανον παρά των καπεταναίων της Μάνης, τους οποίους ο Παναγιώταρος εκάλεσε να τρέξουν προς βοήθειάν του.

Αλλα την μεν αποστολήν επικουριών εματαίωσεν ο μπέης Μιχαήλ Τρουπάκης, πεισθείς υπό του Έλληνος διερμηνέως του στόλου Μαυρογένη, στενώτατα δ’ επολιόρκησε τους κλεισθέντας εις τους πύργους ο αρχηγός του τουρκικού στρατού Αλή μπέης, 0ι πολιορκούμενοι αντέστησαν γενναίως επί δώδεκα ημερονύκτια, αλλά μη βλέποντες να έρχεται η προσδοκώμενη βοήθεια απεφάσισαν να διασχίσουν ξιφήρεις τους πολιορκητάς, μόνην οδόν σωτηρίας νομίζοντες την τοιαύτην τολμηράν έξοδον.

Καταλιπόντες δε εις τον ένα πύργον τους υπεργήρους γονείς του Παναγιώταρου μεθ’ ενός οπαδού του, όπως θέση πυρ εις την εν τω πύργω πυρίτιδα, εξήλθον πάντες με τάς γυναίκας και τα παιδία. Και διέσπασαν μεν την ζώνην των πολιορκητών, απολέσαντες τρεις μόνον πολεμιστάς, αλλά και πολλαί γυναίκες και παιδία συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Οί εξελθόντες δεν ηδυνήθησαν να καταφύγωσιν εις χωρίον της Μάνης, όπου θα εύρισκαν ίσως ασφάλειαν, αλλ’ άμα τη ημέρα συνελήφθησαν και εφονεύθησαν οι πλείστοι. Εφονεύθη και ο Παναγιώταρος και οι υιοί του, ο Κολοκοτρώνης, πληγωθείς κατά την έξοδον, και δυο αδελφοί του, ηχμαλωτίσθησαν δε και τα τέκνα του, πλην του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον μετά της μητρός του και μιας αδελφής του διέσωσαν τα παλληκάρια του πατρός του.

Εις την καταστροφήν ταύτην αναφέρονται τα επόμενα τρία άσματα:

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει,
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
Εσύρανε τα ρέματα, εσύραν τα λαγκάδια,
κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι,
που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,
με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τοις ασημομπιστόλαις.
Κινάν και πάν ‘ς την εκκλησιά για να λειτρουγηθούνε,
φορούν τα πόσια τα χρυσά, τοις ασημοπαλάσκαις.
Σίντας ξελειτρουγήσανε και βγήκαν ‘ς την κουβέντα,
πετάχτηκε ό Κωσταντής και λέει του Δημητράκη.
«Τούτ’ η χαρά πού χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,
πολλή Τουρκιά μας έζωσε, ο θιος να μας γλυτώση.»
Τακούει ο Παναγιώταρος κ’εσβήστη από τα γέλοια.
«Τι λες, κουμπάρε Κωσταντή, τι λες, τι κουβεντιάζεις;
Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,
ουδέ ο Τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και ο Αλαμάνος.»
Κι ακόμα ο λόγος έστεκε κ’ η συντυχιά κρατειώταν,
Μπουλούκπασας τους έκλεισε με χίλιους πεντακόσιους.

Τρεις περδικούλαις κάθουνται ‘ς τον πύργο της Καστάνιας,
η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη,
κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

Τι έχουν της Μάνης τα βουνά οπού είναι βουρκωμένα,
καν ο βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.
Μηδέ ο βοριάς τα βάρεσε, μηδ’ η νοτιά τα πήρε,
παλεύει ο Καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.
Στεριά παλεύει ο Αλή μπεης μ’ άρματα του πελάγου.
‘Σ την Άρια που έρρηξε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.
«Ποιος ειν’ ο Παναγιώταρος, ποιο λεν Κολοκοτρώνη,
να ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.»
Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο του φάνη.
«Δεν προσκυνούμε Αλή μπεη, ο νους σου μη το βάνη,
τάρματα δεν τα δίνομε, ραγιάδες να γενούμε,
παρά θα γίνη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.»
Κι’ ο Αλή μπεης σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Δώδεκα ημέραις πολεμάει με τόπια με ντουφέκια,
την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,
καρσί ‘ς τον πύργο τά βαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.
Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε, κ’ ήθελε για να πέση…

Εσείς βουνά, ψηλά βουνά, με τα δασιά κλαριά σας,
με τα δασιά τα έλατα, το εν’ απάνω ‘ς τάλλο,
και πύργε της Καστάνιτσας, οπού βαστάτε κλέφταις,
τους κλέφταις τί τους κάματε, τους Κολοκοτρωναίους;
οπού φορούν χρυσά σπαθιά, μπαλάσκαις ασημένιαις,
χρυσά ‘ν’ και τα ντουφέκια τους, χρυσά μαλαματένια,
και τα τσαπράζια που φορούν, ούλο μαργαριτάρια.
Κείνοι το Μάρτη εδώ ήσανε και τον μισόν Απρίλη,
και την ημέρα τ’ άη Γιωργιού, που είναι το πανηγύρι,
φίλοι τους επροσκάλεσαν, τους είχανε τραπέζι.
Πάνω ποβάλαν τα φαγιά, κ’ έκαμαν το σταυρό τους,
ψιλή φωνίτσα νάκουσαν, ψιλή φωνή νακούνε.
«Γι’ αφήστε τα καλά φαγιά και πάρτε τα ντουφέκια,
τι οι Τούρκοι σας επλάκωσαν, τι οι Τούρκοι σας επήραν.»
Και τα ντουφέκια πήρανε, και τα σπαθιά τραυήξαν,
τους Τούρκους εκυνήγησαν, τους κάμαν ένα ένα.

Από τα παραπάνω δημοτικά τραγούδια γίνεται φανερή η εξύμνηση των πρωταγωνιστών σε λαϊκούς ήρωες που τα βάζουν με τον κατακτητή.. Ιδίως στο πρώτο τραγούδι οι Οθωμανοί χαρακτηρίζονται σαν ξένο σώμα για τον τόπο που πρέπει να τους αντισταθεί. Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι Τούρκοι;
Ποτέ δεν επατήθηκε της Καστανιάς ο πύργος,

Ποίημα Για Τη Μάνη

» Όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε και όλα είχαν σβήσει της Ελλάδος η ελευθεριά στη Μάνη αποφάσισε να πάει να κατοικήσει. Εκεί στ’ απόκρημνα βουνά και στα πολλά κοτρόνια φυτοζωούσε η Λευτεριά για τετρακόσια χρόνια. Κι όταν ωρίμασε ο καιρός και έφθασε η ώρα στην Καλαμάτα ξέσπασε η Μανιάτικη μπόρα. Εκεί το βροντοφώναξε ο αρχηγός της Μάνης ότι η Ελλάδα αποφάσισε να ζήσει ή να πεθάνει. Εκεί το βροντοφώναξε σ’ανατολή και δύση ότι η Ελλάδα αποφάσισε να ζήσει και θα ζήσει. Μάνη μου ενδοξότατη με τα πολλά κοτρόνια που ποτέ σου δεν εδείλιασες στα τετρακόσια χρόνια. Στην Μάνη ουδέποτε έσβησε της λευτεριάς η δάδα και από την Μάνη ξεκινήσανε να φτιάξουν την Ελλάδα! Γι’αυτό της Μάνης τ’αγιαχώματα όποιος πρωτοπατήσει πρέπει να γονατίσει ευλαβικά και να τα προσκηνήσει. »

Ποίημα Καλλιόπης Γεωργίου Βερσάκου

Μαθήτρια Δ’ Γυμνασίου 15 ετών το 1975