Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα Της Μάνης

Ταχιά ταχιά είν’ αρχιμηνιά,
ταχιά είν’ αρχή τον χρόνου,
αρχή είν’ αρχή τα κάλαντα
κι αρχή τον Γεναρίου.

Μέσα κοιμάται αφέντης μας
μαζί με την κυρά μας
και ποιος να μπει και ποιος να βγει
και ποιος να τους ξυπνήσει;

Ξύπνησε, αφέντη, ξύπνησε, να φάμε και να πιούμε:
-Αφέντη πύργος φαίνεσαι
κι ορθός σαν κυπαρίσσι,
και του ματιού σου η σαϊτιά
πύργους ξεθεμελιώνει,
πύργους και πετροπήγαδα
κι αυλές μαρμαρωμένες.

Είπαμε δα τ’ αφέντη μας,
ας πούμε της κυράς μας:
– Κυρά μαρμαροτράχηλη
και φεγγαρομαγούλα

και κρουσταλλίδα του νερού
και πάχνη από τα χιόνια

Όπου τον έχεις τον υγιό
τον λευκοχαναχάρη,
που λούζεις και χτενίζεις τον
και στο σχολειό τον στέλνεις.

Κι ο δάσκαλος τον έβαλε
να του χαλαναρχείσει
κι εξέπασέ του το κερί
κι έκαψε το χαρτί του
κι έκαψε και τα ρούχα του
τα μορφογαζωμένα
κι ο δάσκαλος τον έδειρε
με το χρυσό βιτσάρι.

Παίρνει τον το παράπονο,
την άκρην άκρη πάει,
στο δρόμο τον συναπαντούν
οι δώδεκα Απόστολοι:
«Έλα να φας, έλα να πιεις,
έλα να τραγουδήσεις».

 Πηγή:Του Αντ. Ξεπαπαδάκου – συγγραφέα («590 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ», Αδούλωτη Μάνη – 2001)

Η Μάχη Της Βέργας

Μετά την νίκη του Ιμπραήμ στην Στερεά και την κατάληψη της πόλης του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ απερίσπαστος κατέληξε πως για να κατασταλεί η επανάσταση πρέπει να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη στην Μάνη που μαχόταν ακόμα σε αντίθεση με τις περισσότερε περιοχές της Πελοποννήσου που είτε είχαν προσκυνήσει είτε είχαν λεηλατηθεί από τα στρατεύματα του πασά. Με ηθικό ανεβασμένο από τις πρόσφατες επιτυχίες του και με 7000 πεζούς και 1500 ιππείς κατέβηκε στην Καλαμάτα.

Ο Ιμπραήμ στις 29/5/1826 στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ’ όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν ,αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις. Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

(Σπ. Τρικούπης –Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως Α’ σ.19 )

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Την δυσμενή κατάσταση που επικρατούσε στο Ελληνικό στρατόπεδο περιγράφει δραματικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

« εις τον καιρό του προσκυνήματος μόνον φοβήθηκα για την πατρίδα, όχι άλλη φορά…»

Η ψυχολογία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα πεσμένη την περίοδο εκείνη και η Μάνη είχε γεμίσει πρόσφυγες από Μεσσηνία και Λακωνία προκειμένου να γλιτώσουν τα δεινά του Ιμπραήμ. Ωστόσο με πολεμική καρτερία οι Μανιάτες με χρήματα της οικογένειας Καπετανάκη από την Αβία έχτισαν ένα μακρύ ταμπούρι από ξερολιθιά και στην άκρη του έναν πύργο. Ήταν η λεγόμενη ξερολιθιά της Βέργας στον Αλμυρό της Μάνης. Εκεί στα σύνορα της περιοχής τους σε ένα στένεμα οχυρωμένο πια 1000 περίπου Μανιάτες με επικεφαλή τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη περίμεναν τον Ιμπραήμ.

Επακολούθησαν τρεις διαδοχικές σφοδρότατες επιθέσεις του Ιμπραήμ, τις οποίες οι Μανιάτες απόκρουσαν κατά μέτωπο και με τα πυρά από δυο βρίκια από την θάλασσα. Ο Ιμπραήμ αποφάσισε τότε να επιχειρήσει απόβαση 1500 Αιγυπτίων πεζών στο Δυρό. Το σώμα αυτό αποβιβάστηκε και προέλασε προς τα Τσαλαπιάνικα, όπου κατατροπώθηκε από τα πυρά των γύρω Μανιατών. Ακόμα και οι γυναίκες τους υποδέχτηκαν με τα δρεπάνια στο χέρι. Μετά από σκληρό αγώνα οι Αιγύπτιοι επιβιβάστηκαν και πάλι και έφυγαν. Ο Ιμπραήμ διέταξε τότε νέα επίθεση στην Βέργα η οποία απέτυχε όπως και οι προηγούμενες.

Το τείχος της Βέργας και μέρος του πύργου

Η σημασία της νίκης στην βέργα του Αλμυρού ήταν βαρύνουσα. Όχι μόνον αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων μετά την νικηφόρα έκβαση της μάχης και προστατεύθηκε ο πληθυσμός που είχε βρει καταφύγιο στην Μάνη αλλά ταυτοχρόνως με την νίκη αυτή κρατήθηκε ζωντανή η επαναστατική φλόγα που τρεμόπαιζε να σβήσει.

Άγνωστες πτυχές της μάχης

  • ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Όταν έλειπε ο Ιμπραήμης στο Μεσολόγγι, οι Μανιάτες έφκειασαν εις τον Αλμυρόν, όπου είναι των Καπετανιάνων τα σπίτια, ένα ταμπούρι δυνατό από το πέλαγος έως εις τον βράχον, εκράταε έως ένα μίλι» και «ο Ιμπραήμης έστειλε τον κεχαγιάν του να ματακτυπήση την Βέργαν εις τον Αλμυρό». Το τείχος δηλαδή προϋπήρχε και ανακατασκευάστηκε τον Ιούνιο του 1826.
  • Κάποια στιγμή μια νιόπαντρη που πολεμούσε με τον άνδρα της βλέπει να τραυματίζεται στον ώμο. Με τα δόντια της βγάζει το βόλι από την πληγή του και του λέει «πάρε το και βάρεσε τον στο κεφάλι».
  • Κατά την διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν οι ντόπιοι που αγωνιούσαν για τις τύχες τους. Οικογένειες που ανδραγάθησαν σύμφωνα με την παράδοση στην Βέργα οι Γυφτέοι, οι Δραγωνέοι και οι Χειλέοι.
  • Άλλοι που διακρίθηκαν όχι μόνο για την παλικαριά τους αλλά και για την στρατηγική τους ήταν οι Σκυφιάνοι. (κάτοικοι του χωριού Σκυφιάνικα).
  • Κατά την διάρκεια της μάχης η παράδοση αναφέρει πως στην πάνω Σέλιτσα – Βέργα έγινε λιτανεία για την εμψύχωση των πολεμιστών καθώς το χωριό φαίνεται από το πεδίο της μάχης.