Η Χωριάτα (Γεώργιος Φτέρης)

Το χωριό παλιά γενιά μου

ξύπνησες μες στη καρδιά μου

μια καινούργια ανατριχίλα

με τα δέντρα με τα φύλλα

Κι όπου κι αν σταθώ και γείρω

νιώθω το δικό σου μύρο

και τα μάτια όπου γυρίσω

σένανε θε ν’ αντικρύσω

Χωριάτα είμαι όλο ‘γειά

και σαν τη γριούλα τη γιαγιά

φοράω το μπαρέζι

Γενιά σε νιώθω σα πιοτό

σαν το κρασί το δυνατό

και σαν το πετιμέζι

Κι αν είναι δύσκολες χρονιές

τα παλικάρια με τις νιές

θα ζευγαρώσουν πάλι

‘Αλλα θε να ‘ρθουνε παιδιά

καινούργιους κλώνους και κλαριά το δέντρο μας θα βγάλει

Εδώ, ράτσα αγαπημένη,

είσαι σ’ όλα σκορπισμένη,

στο νερό με το κανάτι,

στη βελέντζα, τη φλοκάτη,

στο τραγούδι, το τροπάρι,

στο καντήλι, το λυχνάρι,

στα δρεπάνια, που θερίζουν,

όλα ράτσα σου θυμίζουν.

Και κρατούν την ευωδιά σου απ’ τα χρόνια τα παλιά σου,

σαν σε γέρικη κασσέλα,

μοσχοκάρφι και κανέλλα.

Το παραπάνω ποίημα είναι του Γιώργου Φτέρη ποιητή – λαογράφου της Μάνης από το χωριό Καρέα. Το ποίημα διακρίνεται για την αμεσότητα και την ζωντάνια της περιγραφής του. Η «χωριάτα» είναι η κοπέλα του χωριού στην μανιάτικη διάλεκτο. Μέσα από αυτήν την μούσα ξετυλίγεται το κουβάρι των αναμνήσεών του.

Πηγή: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1012

Advertisements

Στην Παναγιά τη Γιάτρισσα

»Στου Ταϋγέτου τις κορφές
και στις περήφανες τις αητοφωλιές
τα σύνορα κρατείς Εσύ
Προσηλιακής κι Αποσκιερής
Αρχόντισσα της Μάνης, Γιάτρισσα.

Κοντά σου κάθε λεύτερη ψυχή
μακριά απ’ των ανθρώπων την οργή
που γοργοπόδαρα το δρόμο πήρε
γι’ αυτές τις χιονισμένες τις γρανίτινες κορφές
γι’ αυτές τις χρυσοπόρφυρες πλαγιές.

Να έρχεται μεσ’ το δικό σου το μικρό το μοναστήρι
όταν η θύελλα σε κρύβη σε βαρειά ομίχλη
κάθε βραδάκι να σ’ ανάφτη το καντύλι.
Μες τ’ ανεμοδαρσίματα του γέρου του χειμώνα.
Και τα χιόνια τα πολλά, πού το φεγγάρι ποια δε φέγγει.
Ω Γιάτρισσά μου!

Στου Ταΰγετου την ποιο ψιλή κορφή
η γερόντισσά σου Εκκλησιά, σαν φάρος στέκει.
Ω Παναγιά!

Εσύ ‘σαι η παρηγοριά των Μανιατών
και Γιάτρισσα των λαβομένων των σωμάτων και ψυχών.
Εσύ ‘σαι που συνδέεις τους ανθρώπους με Θεό,
πάνω απ’ αυτό το θαμποστόλιστο βουνό!»

Του Κυριάκου Γ. Καράντζαλη, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Φάρος της Λακωνίας», αρ.φ. 467/03.08.83

Ποίημα Για Τη Μάνη

» Όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε και όλα είχαν σβήσει της Ελλάδος η ελευθεριά στη Μάνη αποφάσισε να πάει να κατοικήσει. Εκεί στ’ απόκρημνα βουνά και στα πολλά κοτρόνια φυτοζωούσε η Λευτεριά για τετρακόσια χρόνια. Κι όταν ωρίμασε ο καιρός και έφθασε η ώρα στην Καλαμάτα ξέσπασε η Μανιάτικη μπόρα. Εκεί το βροντοφώναξε ο αρχηγός της Μάνης ότι η Ελλάδα αποφάσισε να ζήσει ή να πεθάνει. Εκεί το βροντοφώναξε σ’ανατολή και δύση ότι η Ελλάδα αποφάσισε να ζήσει και θα ζήσει. Μάνη μου ενδοξότατη με τα πολλά κοτρόνια που ποτέ σου δεν εδείλιασες στα τετρακόσια χρόνια. Στην Μάνη ουδέποτε έσβησε της λευτεριάς η δάδα και από την Μάνη ξεκινήσανε να φτιάξουν την Ελλάδα! Γι’αυτό της Μάνης τ’αγιαχώματα όποιος πρωτοπατήσει πρέπει να γονατίσει ευλαβικά και να τα προσκηνήσει. »

Ποίημα Καλλιόπης Γεωργίου Βερσάκου

Μαθήτρια Δ’ Γυμνασίου 15 ετών το 1975