Η πειρατεία στην παράδοση των Κυκλάδων

Παναγιά η «Ακαθή» στην χώρα της Σχοινούσας

Σε παλαιότερη ανάρτηση μας είδαμε ότι το 1816 ένα κουρσάρικο με Μανιάτες πειρατές σε επιδρομή στη Σχοινούσα, αιχμαλωτίζει Ναξιώτικη βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γιωργάκη Μπαρδάκα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει  για τη Νάξο. Ξεγυμνώνουν τον Μπαρδάκα με τη συντροφιά του και τους αφήνουν γυμνούς να γυρίσουν στη χώρα.

Παρόμοιες επιδρομές γίνονταν κατά περιόδους στα νησιά αυτά ακόμα και στην ενδοχώρα των νησιών με σκοπό την αρπαγή αγαθών ακόμα και ανθρώπων. Λόγω της έντονης βίας της εποχής και της δημιουργίας μιας κουλτούρας φόβου και άμυνας από τους κατοίκους των νησιών, με απόηχο, τόσο σε επίπεδο αρχιτεκτονικής όσο και σε επίπεδο οικονομίας, οι επιδρομές αυτές, πέρασαν έντονα και στην προφορική παράδοση του τόπου. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω ιστορία

 Να τι λέει η Παράδοση: 

Η σπηλιά του Μανιάτη.

Κάποτε , λέει, ένας πειρατής από τη Μάνη, βγήκε στη Σχοινούσα για  να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε να ληστέψει την εκκλησία «Παναγία η Ακαθή».

Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθεί συνέχεια ( έχεις προσέξει μερικές εικόνες πούναι έτσι ζωγραφισμένες, που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάζουνε, όπου κι αν πας;). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε.

Μετά πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο του γλίστρησε κι έπεσε κάτω , πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε.

Από τότε πια πήρε τ’ όνομα « η σπηλιά του Μανιάτη». Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι.  

 

                                                          Αφηγ. Γεώργιος Ι. Τζαννετής, Εκπαιδευτικός.

                                                                   Καλόξυλος Νάξου»

Εδώ πρέπει να πούμε πως η συγκεκριμένη εκκλησία είναι η σημαντικότερη του νησιού και αποτελεί προστάτιδα και πολιούχος του. Μάλιστα πολλές κοπέλες βαφτίζονται με το όνομα Ακάθη προς τιμή της εκκλησίας αυτής.

Χάρτης της Νάξου και της ευρύτερης περιοχής συμπεριλαμβανομένης και της Σχοινούσας το 1823

Πηγές

  1. Ρόζα Φρέρη, «Γενικά Στοιχεία για την πειρατεία», Υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων ΔΠΕ Ν.Κυκλάδων, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ Ν.ΚΥΚΛΑΔΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
  2. https://cyclades.in/el/portfolio-items/schoinousa/
  3. http://el.travelogues.gr/item.php?view=54822
  4. https://maniatika.wordpress.com/
Advertisements

Μανιάτες στην Ικαρία

η Ικαρία στα 1688 από τον DAPPER

Είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη η αντίληψη πως η Μάνη ήταν μια απομονωμένη φιλοπόλεμη περιοχή. Αυτό ωστόσο δεν είναι απολύτως σωστό. Η επαφή της με την θάλασσα έδωσαν στον πληθυσμό την αναγκαία εξωστρέφεια προκειμένου να επιβιώσει. Το ψάρεμα, η πειρατεία και το εμπόριο αποτελούσαν βασικές εργασίες του παλαιού Μανιάτη.

            Παράλληλα η αυτονομία της περιοχής οδήγησε στην πληθυσμιακή ανάπτυξη της. Η αδυναμία της περιοχής να «θρέψει» τόσο πληθυσμό έφερε ως αποτέλεσμα την σύγκρουση μεταξύ των οικογενειών του τόπου για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και ραγδαία πτώχεια. Έτσι δημιουργήθηκαν στα τέλη του 17ου και κυρίως του 18ου αιώνα μεταναστευτικά ρεύματα Μανιατών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος και του εξωτερικού. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις συνεχείς συγκρούσεις με τους Τούρκους αλλά και γενικότερα τους Οθωμανούς πειρατές. Ένας από τους προορισμούς που επελέγη για μαζική εγκατάσταση Μανιατών στα μέσα του 18ου αιώνα ήταν και το νησί της Ικαρίας.

            Η μεταναστευτική αυτή κίνηση σύμφωνα με την τοπική παράδοση της Ικαρίας έχει να κάνει με την προσωπικότητα του πειρατή Σταμάτη Καστανιά. Η καταγωγή του δεν είναι εξακριβωμένη. Πολλοί τον θεωρούν Μανιάτη ενώ κατά άλλους Ικαριώτη ο οποίος μεγάλωσε στην Μάνη, κατόπιν απαγωγής του από μανιάτες πειρατές. Το σίγουρο είναι πως στην Μάνη έμαθε την ναυτική τέχνη και όπως αναφέρει η τοπική παράδοση επέστρεψε στην Ικαρία με άλλους Μανιάτες.

            Πιο συγκεκριμένα λέγεται πως πήγες το νησί γύρω στα 1750 σε ηλικία 27 ετών όχι μόνο με κατοίκους της Μάνης αλλά και δασκάλους, ιερείς και ναυπηγούς. Τους ναυπηγούς τους τοποθέτησε για διαμονή στο Γιαλισκάρι, ενώ από έναν δάσκαλο σε Λαγκάδα, Περμαρία και Περδίκι. Ο Καστανιάς για επτά χρόνια διαφύλαξε το νησί με επιτυχία από επιδρομές πειρατών ενώ ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ σε τοπικό επίπεδο που ο σουλτάνος τον αναγνώρισε «Ζαμπίτη της Ικαρίας». Του έδωσε δηλαδή τον βαθμό του αστυνόμου – τοποτηρητή. Μάλιστα είχε και επίσημη σφραγίδα για την υπογραφή των εγγράφων του που έφερε στο κέντρο έλικα και πέριξ αυτή το Καπετάν Καστανιάς.

            Ενδιαφέρον παρουσιάζουν έγγραφα και τοπικές παραδόσεις για αυτήν την μετακίνηση.

«1761 Αφιερώνω κι εγώ ο παπα Γιάννης Καφάκος εις την Αγίαν Κιουρά[νa;]το μερδικόν μου τ’ αμπέλι εις Κά(τω) Χωριόν να βάζουν τα παιδία μου τονκάθε χρόνο ένα κάρτο σιτάρι και μισόν κατζίκι και κρασί ό,τι βάζουν και οιάλλοι αδελφοί. Και όποιος ευρεθεί και αφήσει το ψυχικόν μας να έχου χέριοι αδελφοί, να τα βάνουν εις άλλο χέρι να δίνει το πάχτος»

Ενώ σε άλλο έγγραφο επαναστατικής διακήρυξης του νησιού αναφέρεται

«1795 6 Δεκεμβρίου

Εγώ ο παπά Χριστόδουλος Καφάκος έγραψα το παρόν εις το καιρόν που ρίξαμε το χαρατζομάνι της κραταιάς βασιλείας. έτσι εσυμφώνησε ο ραγιάς και έγραψα»

            Η οικογένεια που αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο έχει καθαρά Μανιάτικο επώνυμο καθώς το επώνυμο προέρχεται από την λέξη Καφός που στα μανιάτικα σημαίνει αδελφός και την κατάληξη –άκος.

Άλλα επώνυμα που συνδέονται ιστορικά με την Μάνη στην Ικαρία είναι τα Κουτήφαρης, Μελάς, Μάγκουρας, Πατσάκος, Τζαούτης, Κούβαρης, Καζάλης κ.ά. Μάλιστα σε σημείωση του ο παλαιός Ικαριώτης ιστορικός Ιωάννης Μελάς αναφέρει «τα επώνυμα αυτά αποδεικνύουν μεμονωμένην αλλά παλαιάν μετοικεσίαν Πελοποννησίων εις Ικαρίαν».

         Ο απόηχος της εποίκησης των Μανιατών στο νησί δεν παρέμεινε μόνο σε πληθυσμιακό επίπεδο. Η κοινωνία της Ικαρίας άρχισε να παρουσιάζει τα πρώτα ανοίγματα. Εμφανίστηκε ένα νέο είδος κατοικίας – το δίχωρο διώροφο σπίτι με το όνομα «πύργος» ή «πυργάρι», με δεύτερο όροφο ως ξενώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ικαρία μετοίκησαν Μανιάτες και, καθώς τόσο οι «πύργοι» όσο και οι νέοι οικισμοί έχουν κοινά στοιχεία με παρόμοια δείγματα από τη Μάνη, θεωρείται ότι οι νέοι κάτοικοι εισήγαγαν αυτή την αρχιτεκτονική.

μικρό πειρατικό του 18ου αιώνα

Πηγές

  1. επιμέλεια κειμένου Ι. Φ. Μιχαλακάκος
  2. Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη κοινωνική οργάνωση και ζωή», Αρεόπολη 2008 εκδ. Αδούλωτη Μάνη.
  3. Α. Καπετάνιος «Χώρος και χρόνος στην Δυτική Ικαρία, διαδικασίες μετάβασης και μετασχηματισμού»
  4. Ι. Μελά «Ιστορία της νήσου Ικαρίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας» Αθήνα 1955
  5. Ι. Μελά «Ιστορία της Ικαρίας» Επτά Ημέρες της Καθημερινής Αφιέρωμα στην Ικαρία, 1998.
  6. Δ. Βαγιακάκου «Μανιάται εις Ικαρία» Αθήνα σύγγραμμα περιοδικό, Αθήνα 1958
  7. http://www.ikariamag.gr/i-ikaria-kai-i-thalassa-i-naytosyni-ton-ikarion
  8. http://www.ehw.gr/asiaminor/forms/fLemmaBody.aspx?lemmaId=6855
  9. http://el.travelogues.gr/item.php?view=32265

Το Παλιό Εργοστάσιο Της Καρδαμύλης

Πολύ κοντά στο λιμάνι της Καρδαμύλης, σε μία έκταση περίπου 3 στρεμμάτων, δεσπόζει το κτίριο του παλιού εργοστασίου της Καρδαμύλης. Κατά την διάρκεια του κύκλου ζωής του, λειτούργησε ως ελαιουργείο, σαπωνοποιείο και πυρηνοελαιουργείο. Το εργοστάσιο κατασκευάστηκε το 1932 από ντόπιους χτίστες και ήταν ιδιοκτησίας των αδελφών Λιακέα. Συνέταιρος  αργότερα μπήκε και ο Αλέξανδρος Αποστολάκης, ο οποίος είχε πολλές μετοχές στο μύλο της Καλαμάτας (στο λιμάνι).

Η αρχική του λειτουργία ήταν ως ελαιουργείο πρότυπης μορφής, με μηχανήματα (πιεστήρια, διαχωριστήρα, λιθάρια για τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου) που είχαν έρθει από τη Γαλλία και ήταν στην ιδιοκτησία των αδελφών Λιακέα. Ο Α. Αποστολάκης λόγω του μύλου που κατείχε στο λιμάνι της Καλαμάτας, έφερνε αλεύρι και πίτουρο από την Κρήτη και στη συνέχεια πυρήνα, καθώς λειτούργησε ως πυρηνελαιουργείο μετά το 1935.

Εκείνη την χρονιά χτίστηκε και η καμινάδα του, από ένα μάστορα ονόματι Λαγό.

Ήταν το μεγαλύτερο εργοστάσιο του είδους του στα Βαλκάνια κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Απασχολούσε περίπου 150 εργάτες και κάλυπτε τις ανάγκες ηλεκτροδότησης του χωριού. Πολλοί εργάτες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Καρδαμύλη , χτίζοντας τις κατοικίες τους κοντά στο εργοστάσιο.

Η μεταφορά των πρώτων υλών στο εργοστάσιο γινόταν με καΐκια αφού ο δρόμος κατασκευάστηκε το 1940. Λίγο πριν το 1940 αρχίζει να λειτουργεί και ως σαπωνοποιείο στο οποίο εργάζονταν αρκετές γυναίκες. Μέχρι το 1940 το εργοστάσιο λειτουργούσε και με τα τρία τμήματα του, ενώ κατά την περίοδο της κατοχής λειτουργούσε μόνο ως ελαιουργείο.

Η ακμή του εργοστασίου ήταν μέχρι και το 1943 όπου και ο Ι. Αποστολάκης συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ιταλία. Μετά τον εμφύλιο το 1949 ο Αποστολάκης επιστρέφει από την εξορία και το σαπωνοποιείο επαναλειτουργεί για δύο χρόνια.

Μετά όμως απο διαφωνίες με τον συνεταίρο του Γ. Λιακέα, ο Αποστολάκης πουλάει το μερίδιο του στους Σ. Γαϊτανάρο και Ι. Χρονέα. Οι Χρονέας και Γαϊτανάρος λειτουργούν το εργοστάσιο μέσω του Λυκούργου Γαϊτανάρου ως ελαιουργείο, λόγω της μεγάλης σοδειάς λαδιού που υπήρχε εκείνη την περίοδο.

Μετά το 1950 το μερίδιο τους πουλήθηκε στον Γ. Λιναρδάκη, ο οποίος ήταν ο διευθυντής του εργοστασίου, ενώ κατέβαλε ενοίκιο στον Γ. Λιακέα για το άλλο μισό μερίδιο. Ο Γ. Λιακέας εκείνη την περίοδο εργαζόταν ώς χημικός. Το 1956 ξέσπασε πυρκαγιά στο κτίριο από ένα τσιγάρο που προσπάθησε να ανάψει ένας ντόπιος βοσκός. Μετά την φωτιά ανακατασκευάστηκε και λειτούργησε για τα επόμενα δύο χρόνια ως ελαιουργείο και πυρηνελαιουργείο.

Το 1958 το εργοστάσιο κλείνει καθώς λύθηκε η συνεργασία μεταξύ των ιδιοκτητών. Μετά από χρόνια το μερίδιο των αδελφών Λιναρδάκη πέρασε στις τράπεζες, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν και το κτίριο έμεινε έως και σήμερα έρημο