Το Παλιό Εργοστάσιο Της Καρδαμύλης

Πολύ κοντά στο λιμάνι της Καρδαμύλης, σε μία έκταση περίπου 3 στρεμμάτων, δεσπόζει το κτίριο του παλιού εργοστασίου της Καρδαμύλης. Κατά την διάρκεια του κύκλου ζωής του, λειτούργησε ως ελαιουργείο, σαπωνοποιείο και πυρηνοελαιουργείο. Το εργοστάσιο κατασκευάστηκε το 1932 από ντόπιους χτίστες και ήταν ιδιοκτησίας των αδελφών Λιακέα. Συνέταιρος  αργότερα μπήκε και ο Αλέξανδρος Αποστολάκης, ο οποίος είχε πολλές μετοχές στο μύλο της Καλαμάτας (στο λιμάνι).

Η αρχική του λειτουργία ήταν ως ελαιουργείο πρότυπης μορφής, με μηχανήματα (πιεστήρια, διαχωριστήρα, λιθάρια για τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου) που είχαν έρθει από τη Γαλλία και ήταν στην ιδιοκτησία των αδελφών Λιακέα. Ο Α. Αποστολάκης λόγω του μύλου που κατείχε στο λιμάνι της Καλαμάτας, έφερνε αλεύρι και πίτουρο από την Κρήτη και στη συνέχεια πυρήνα, καθώς λειτούργησε ως πυρηνελαιουργείο μετά το 1935.

Εκείνη την χρονιά χτίστηκε και η καμινάδα του, από ένα μάστορα ονόματι Λαγό.

Ήταν το μεγαλύτερο εργοστάσιο του είδους του στα Βαλκάνια κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Απασχολούσε περίπου 150 εργάτες και κάλυπτε τις ανάγκες ηλεκτροδότησης του χωριού. Πολλοί εργάτες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Καρδαμύλη , χτίζοντας τις κατοικίες τους κοντά στο εργοστάσιο.

Η μεταφορά των πρώτων υλών στο εργοστάσιο γινόταν με καΐκια αφού ο δρόμος κατασκευάστηκε το 1940. Λίγο πριν το 1940 αρχίζει να λειτουργεί και ως σαπωνοποιείο στο οποίο εργάζονταν αρκετές γυναίκες. Μέχρι το 1940 το εργοστάσιο λειτουργούσε και με τα τρία τμήματα του, ενώ κατά την περίοδο της κατοχής λειτουργούσε μόνο ως ελαιουργείο.

Η ακμή του εργοστασίου ήταν μέχρι και το 1943 όπου και ο Ι. Αποστολάκης συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ιταλία. Μετά τον εμφύλιο το 1949 ο Αποστολάκης επιστρέφει από την εξορία και το σαπωνοποιείο επαναλειτουργεί για δύο χρόνια.

Μετά όμως απο διαφωνίες με τον συνεταίρο του Γ. Λιακέα, ο Αποστολάκης πουλάει το μερίδιο του στους Σ. Γαϊτανάρο και Ι. Χρονέα. Οι Χρονέας και Γαϊτανάρος λειτουργούν το εργοστάσιο μέσω του Λυκούργου Γαϊτανάρου ως ελαιουργείο, λόγω της μεγάλης σοδειάς λαδιού που υπήρχε εκείνη την περίοδο.

Μετά το 1950 το μερίδιο τους πουλήθηκε στον Γ. Λιναρδάκη, ο οποίος ήταν ο διευθυντής του εργοστασίου, ενώ κατέβαλε ενοίκιο στον Γ. Λιακέα για το άλλο μισό μερίδιο. Ο Γ. Λιακέας εκείνη την περίοδο εργαζόταν ώς χημικός. Το 1956 ξέσπασε πυρκαγιά στο κτίριο από ένα τσιγάρο που προσπάθησε να ανάψει ένας ντόπιος βοσκός. Μετά την φωτιά ανακατασκευάστηκε και λειτούργησε για τα επόμενα δύο χρόνια ως ελαιουργείο και πυρηνελαιουργείο.

Το 1958 το εργοστάσιο κλείνει καθώς λύθηκε η συνεργασία μεταξύ των ιδιοκτητών. Μετά από χρόνια το μερίδιο των αδελφών Λιναρδάκη πέρασε στις τράπεζες, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν και το κτίριο έμεινε έως και σήμερα έρημο

Advertisements