Το Μανι(α)τοχώρι Των Κυθήρων

Τα Κύθηρα αποτελούν συνέχεια του Λακωνικού χώρου. Απέχουν μόλις 12,5 μίλια από τον κάβο Μαλέα. Κατά την αρχαιότητα ανήκαν στο κράτος της Σπάρτης με τον τοπικό διοικητή να λέγεται Κυθηροδίκης¹. Μέχρι σήμερα η τακτική επικοινωνία με την ηπειρωτική Ελλάδα γίνεται μέσω της Νεάπολης Λακωνίας.

Με την πάροδο των ετών το νησί άλλαξε χέρια πολλές φορές Βυζαντινοί, Βενετοί, Τούρκοι (1540, 1715-1718), Ρώσοι (1798), Γάλλοι (1797, 1807), Άγγλοι (1809). Η γεωπολιτική θέση του νησιού, μιας και βρισκόταν μεταξύ Ανατολής και Δύσης στο κέντρο της Μεσογείου, σε συνδυασμό με το κομβικό σημείο που βρισκόταν πάνω σε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές ναυτικές οδούς της αρχαιότητας, οδήγησε να γίνει μήλο της έριδος. Ένα φυλάκιο από το οποίο οι μεγάλες Δυνάμεις της εποχής θα μπορούσαν να εποπτεύουν καλύτερα τα εμπορικά τους συμφέροντα.

Οι γενικότερες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις που επικράτησαν με το πέρασμα του χρόνου τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα (πόλεμοι, βεντέτες, ασθένειες, διωγμοί) αλλά και στο νησί οδήγησαν μαζικές εγκαταστάσεις προσφύγων κυρίως από την Λακωνία και την Κρήτη. Τούτο εξηγείται από το ότι τα Κύθηρα μπορούσαν να προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο σύγχρονου κράτους μιας και ανήκαν συνήθως σε Δυτικούς. Οι πληθυσμιακές αυτές ροές μάλιστα δεν σταμάτησαν καθ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας² και πολλές φορές ήταν αμφίδρομες μιας και το νησί δοκιμαζόταν από τις βαρβαρικές επιθέσεις πειρατών και Τούρκων.

Ένας από τους χαρακτηριστικούς οικισμούς προσφύγων ή εποίκων στο νησί είναι το Μανιτοχώρι. Η πρώτη αναφορά³ του γίνεται επί της εποχής των Βενιέρων (Λατίνων αρχόντων του νησιού), το 1316 από Μανιάτες οικιστές. Βρίσκεται πολύ κοντά στο κάστρο του νησιού (Χώρα), πράγμα που σημαίνει ότι η εγκατάστασή τους στο νησί δεν έγινε με μεγάλη δυσκολία. Αποτελούσε μικρό οικισμό στα προάστια του κάστρου. Άγνωστος ακόμα ο λόγος εγκατάστασης Μανιατών από τόσο νωρίς χρονολογικά στην εν λόγω θέση του νησιού. Την εποχή εκείνη οι Τούρκοι δεν υπήρχαν στην Πελοπόννησο, ενώ η πειρατεία δεν ήταν στην ακμή της.

Είναι πολύ πιθανό οι Βενιέροι προκειμένου να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα να έφεραν ξένους κατοίκους από την γειτονική Μάνη έτσι ώστε να αυξήσουν τον πολύ μικρό πληθυσμό του νησιού. Γενικά το νησί των Κυθήρων ερημώθηκε επανειλημμένως από πειρατικές επιδρομές (Μπαρμπαρόσα 1543 και Αλγερινούς 1757) για αυτό ο πληθυσμός του δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, ενώ πολλοί κατέφευγαν στην γειτονική Λακωνία και Κρήτη.

Φυσικό ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες να δοθεί βάρος στην προστασία του οικισμού παρά στην εύμορφη εμφάνισή του. Οι συχνές επιδρομές και η φτώχεια των κατοίκων οδήγησαν σε απλές κατασκευές με επίκεντρο την οχυρωματική αρχιτεκτονική.

Πύργος στο κάστρο Κυθήρων, κάπως έτσι έδειχναν και τα οικήματα των γυρω χωριών

Χαρακτηριστικό δείγμα εκείνης της ταραγμένης εποχής ο πύργος των Βενιέρων στο Μανιτοχώρι. Οι περίτεχνες πολεμικές κατασκευές του απέτρεπαν τους εισβολείς. Τα σπίτια του οικισμού ήταν χτισμένα με ντόπιο πηλό για να μην ξεχωρίζουν από μακριά και να παραμένουν αθέατα από τους επιδρομείς. Τόσο τα σπίτια των εύπορων όσο και των φτωχών έδιναν βάση στην προστασία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η Τουρκική απογραφή των Κυθήρων₄ (1715) στην οποία γίνεται αναφορά στο Μανιτοχώρι. Φυσικά λόγω των αιώνων που έχουν μεσολαβήσει (1316 – 1715) δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν οι κάτοικοι του εν λόγω οικισμού είναι απόγονοι των πρώτων εκείνων Μανιατών που εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν τον οικισμό. Ωστόσο μιας και η προφορική παράδοση και ιστορία διασώζει τον εποικισμό ως σήμερα αξίζει να ανιχνεύσουμε τυχόν κοινά στοιχεία.

Η παρούσα απογραφή μας δίνει κάποια ενδιαφέροντα δεδομένα προς μελέτη. Πρώτα από όλα δεν αναγράφουν κάποιο συγκεκριμένο επίθετο αλλά το όνομα πατρός του άνδρα που φορολογείται. Οι άνδρες ως αρχηγοί οικογενειών φορολογούνται. Καταγράφονται 16 άνδρες (10 εκ των οποίων αρχηγοί εστιών). Προφανώς ο οικισμός δεν ξεπερνούσε συνολικά τους 50 κατοίκους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το όνομα Βρετός (Νο 3 στην λίστα, παπά Νικόλας του Βρετού) το οποίο ως γνωστόν συναντάται ιδιαιτέρως στην Μάνη.

Επίσης το όνομα Liyo κατά πάσα πιθανότητα είναι το όνομα Λεωνίδας. Στην πρώτη Βενετική απογραφή του νησιού το 1721 ταυτίζεται με το όνομα Leo. Επίσης στην ίδια απογραφή γίνεται ταύτιση των επωνύμων ή παρώνυμων που καταγράφονται στην απογραφή των Οθωμανών το 1715. Αυτή την φορά όμως οι Βενετοί ως πιο τυπικοί καταγράφουν επώνυμα όπως Caro, Past και Calochern. Οι περισσότεροι κάτοικοι του οικισμού φέρουν το επώνυμο Caro (Μαύρος ?). Στην ίδια απογραφή του 1715, παρουσιάζονται στην ευρύτερη περιοχή και άλλα ονόματα που παραπέμπουν σε επιρροές από την Μάνη. Ονόματα όπως Γερακάρης (Yerakari), Κονόμος (Konomo), Κουράκος (Kurako) κ.ά είναι χαρακτηριστικά μανιάτικα επώνυμα που ως σήμερα απαντώνται στην Μάνη.

Αποτελεί αντικείμενο έρευνας αν οι οικογένειες που αναγράφονται στις προηγούμενες απογραφές (1715 κ΄1721) είχαν συγγενικές σχέσεις με την Μάνη και κατά πόσον αυτές διατηρήθηκαν με το πέρασμα του χρόνου μιας και υπήρξε συνεχής αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των τόπων αυτών.

  1. Δικαίου Βαγιακάκου ¨κοινά γλωσσικά Μάνης – Ζακύνθου –Κυθήρων¨ Λακωνικάι Σπουδαί τ. 9ος σ. 179
  2. Ε. Καλλίγερου ¨Εδώ γεννήθηκε η Αφροδίτη… Συνοπτική ιστορία Κυθήρων¨ σ. 98
  3. Ι. Κασιμάτη ¨Από την παλιά και σύγχρονη Κυθηραική ζωή, μέρος πρώτο¨ Αθήνα 1978 σ. 308
  4. Ε. Μπαλτά ¨η Οθωμανική απογραφή των Κυθήρων 1715¨ Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Αθήνα 2009 σ. 80 και σ. 188

ΠΗΓΕΣ

Οι Μανιάτες Των Κυθήρων – Η Περίπτωση Του Σταμάτη Κονόμου

Η σχέση μεταξύ Λακωνίας και Κυθήρων ήταν πάντα στενή. Η μικρή γεωγραφική απόσταση του νησιού από τον νομό Λακωνίας έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ιστορία και των δύο τόπων. Από τα αρχαία χρόνια, τα Κύθηρα, αποτελούσαν το μάτι της Σπάρτης στην Μεσόγειο θάλασσα. Οι κάτοικοι του νησιού οι οποίοι δεν ήταν πολλοί σε αριθμό υπάγονταν στην τάξη των περίοικων. Κατά τα βυζαντινά χρόνια το νησί πολλές φορές διοικήθηκε από Λάκωνες διοικητές όπως τον Ευδαιμονογιάννη, τον Νοταρά και άλλους. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα πολλοί κάτοικοι του νησιού έχουν παραδόσεις ότι κατάγονται από την Λακωνία.

Φυσικά δεν θα μπορούσε σε αυτήν την διατοπική σχέση να λείπει και η Μάνη. Το νησί των Κυθήρων είναι με καθαρό καιρό ευδιάκριτο, ιδίως από την Μέσα ανατολική Μάνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Λουκάδικα (κάστρο Κολοκυθιάς) και το Ταίναρο. Για τους Μανιάτες διαχρονικά αποτελούσε εύκολο τόπο προς μετάβαση. Εκτός από προφανείς λόγους μετανάστευσης από την Μάνη όπως οικονομικοί, κοινωνικοί, (γδικιωμός), υπήρχαν και μεταναστεύσεις για λόγους πολιτικής και διπλωματίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια Κονόμου.

Το όνομα Κονόμος, προέρχεται από το Οικονόμος, παραπέμποντας έτσι σε κάποιο θρησκευτικό αξίωμα. (στην Μάνη ως σήμερα υπάρχει Οικονομάκης, Οικονομάκος, Οικονομέας,). Σύμφωνα με τον συγγραφέα Ε. Καλλίγερο η οικογένεια Κονόμου (η οποία δεν ξέρουμε σε ποια πατριά ανήκε ακριβώς), σίγουρα βρίσκεται στο νησί των Κυθήρων από το 1540. Πρώτο μέλος της οικογένειας που εμφανίζεται είναι ο Σταμάτης Κονόμος. Ο άνθρωπος αυτός είναι άγνωστο γιατί μετάβει στα Κύθηρα ωστόσο οι πολλές επαφές του με μέλη της Βενετικής Κυβέρνησης τόσο στην Ιταλία όσο και στα Κύθηρα μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως ήταν ένα είδος αντιπροσώπου (πρέσβη ή διαμεσολαβητή) των Μανιατών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα Κύθηρα για πολλά χρόνια αποτελούσαν έδαφος της Βενετιάς (Ενετική Κτήση) και ήταν εύκολο κάποιος από την Μάνη να έρχεται με ασφάλεια σε επαφή με τους εκεί φορείς για τους αγώνες εναντίον των Τούρκων.

Οι πόλεμοι μεταξύ Τουρκίας και Βενετίας ήταν συχνοί και οι δεύτεροι πάντα αναζητούσαν την συμμαχία των Μανιατών για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού πολεμικού αποτελέσματος που θα οδηγούσε να έχουν τον πρώτο λόγο στις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Οι ζυμώσεις για τις συμμαχίες αυτές πολλές φορές γίνονταν μέσα από Βενετούς διοικητές των Κυθήρων. Αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών και πολιτικών σχέσεων ήταν να δημιουργηθούν και πολιτικοί δεσμοί οι οποίοι είναι εμφανείς σε διάφορες επιστολές της εποχής όπου ζητούνται τα αναγκαία όπλα και εφόδια για την διενέργεια πολεμικών επιχειρήσεων τόσο στον χερσαίο όσο και στον θαλάσσιο χώρο της Μάνης. Σε αυτές τις επιστολές συχνή μνεία έχει ο Σταμάτης Κονόμος.

Η κατάληψη του κάστρου του Πόρτο Κάγιο σε μικρό χρονικό διάστημα από το χτίσιμό του (1 χρόνο περίπου) είναι αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών και στρατιωτικών σχέσεων.

Απόσπασμα για το Πόρτο Κάγιο από το ιστορικό έργο του Κωνσταντίνου Ν. Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Αθήνα 1869, σελ. 156:

«…Όθεν συνεννοηθείς (ο Κουερίνι) μετά των Μανιατών, την 29 Ιουνίου (1570) περί τα χαράγματα απεβίβασεν αιφνιδίως τους τοφεκιστάς, οίτινες κατέλαβον τον εγγύς τω φρουρίω λόφον. Ούτω δη ό εχθρός ανελπίστως προσβληθείς δια ξηράς και θαλάσσης μετά πεισματώδη αντίστασιν απεσύρθη εις τίνα πύργον. Οι δε υπό τον Κουερίνην εισελθόντες εις το φρούριον εγένοντο κύριοι είκοσι τεσσάρων πυροβόλων, δι ων ήρχισαν την καταδάφισιν του πύργου, υποχρεωθέντων ούτω των πολεμίων να παραδοθώσιν. Μετά τούτο ό Κουερίνης θεωρήσας επικίνδυνον το εν Μάνη φρούριον, διότι σκοπός της ανεγέρσεως αυτού ήτο ή προφύλαξης τουρκικών γαλερών προορισμένων να παρακωλύσωσι τας εξ Ενετίας πεμπομένας εις Κύπρον προμηθείας, ανετίναξεν αυτό εις τον αέρα δι’ υπονόμων»

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΒΕΝΕΤΙΑ 1571

1571 μαρτιου Η Σήμερον θελόμε και κάμνομε εμής oλος o τόπος της Μαήνης ήγουν απo τόν κάβο της Μάνης έός το Βύτηλο καί τους βάνομε κουμεσήους και επητρόπους μας οσάν το ηδιομας κωρμή και διδομε σας εξουσήα γενεραγαλμεντε και τήποτας δεν αφήνοντας όξο από φόρμα κουμεσηού κατά την οζαντζα καί συνηθηο τον κομεσήον και ατζεταρεταί πρεζεντε οσαν και αψεντε ήγουν τον κυρ Σταμάτη Κωνόμο και κυρ Καλαποθο Φούκα και κυρ Αντόνη Κοσμα και κυρ Νικόλα Υατρό οσαν αμπασαδόρους και επήτροπους από σας εστελνομε ολος ο τόπος ήγουν της Μάνης να πατε εις το εγλαμπρότατον αυθέντη καί πρήνζήπα τον Βεναιτήον να του δοκετε μια γραφή ήγουν ρεσποστα υσαί άλλην γραφή απού μας ήθελε στηλη ο εγλαμπροτατος αυθεντης και πρήνζηπος τον Βεναίτηόν και να ζητήξετε και άλον οτι ακαδερη γία τόν τοπόν ετουτόναι ος καθός σας έχομε παράγγεληα. και υς τούτο σάς εδιδομε θέλημα και γεμάτην εξουσήα εσάς τον ανόθεν αμπασαδόρο και κουμεσόνε οτη ηθελατε καμί να το κρατούμε βαίβεον και στερκτόν και παρακαλούμε σε αυθέντη εγλαμπρότατε τον Βεναιτηόν τους ανθρώπους απου στελνόμε αυτου να ήνε ρεκουμανταδι υς την αυθεντία σου και να τους δόκης ρεσπόστα και σπεδιτζυον να γύρυζου το γλυγορετερο και ης τουτο επαυσαμε την παρον κουμεσηον ενεμπροστε τον αξυόπιστον και παρακαλαιτόν μαρτυρον κυρ Νικολός Νταρμάρος και μισερ Φραντζεσκος καπαιτανηος οχ την χόραν του Κάστρου και μισερ Φαβυανός Βαρύος και κατζυληερης της Κυνθυρίας και κυρ Διμιτρης Κλιροδιότης και κυρ Θαιοδορης Αλβρας και κυρ Γιώργης Κοντόσταυλος και κυρ Σολομων Κόσμας.

1. εγο Νικολός Ταρμαρος μαρτυρω το ανοθε

2. io capitano Francesco Fidanri fui presente quanto sopra

3. io Fabian Barbo cancelliere fui presente ut sopras

4. εγο Δημητρης Κληροδέτης μαρτηρο τ ανοθε

5. εγο Θοδωρης Αλεβρας μαρτηρο τ ανοθε

6. εγο Γεοργης Γερακαρης μαρτηρο τ ανοθε

7. εγο Ιωαννης Αραβουσε(ος) εγραψα από τη Βαθηα και εσφαλησα με θελημα τον Μανηατόν ολονόν οπου ισανε μαζομενυ υς τη Νομμηα υς τη μέση της Μαήνης.

Η παραπάνω συμμετοχή του Σταμάτη Κονόμου στους πολέμους Τούρκων και Βενετών οδήγησε την τοποθέτηση του στο πρώτο συμβούλιο των ευγενών των Κυθήρων που ίδρυσαν οι Ενετοί το 1573 και αποτελούσαν την ηγετική ομάδα των κατοίκων του νησιού.

Πηγές:

  • Α. Κουτσιλιέρη «Ιστορία της Μάνης»
  • Ε. Καλλίγερου «Συνοπτική Ιστορία των Κυθήρων»
  • Κωνσταντίνου Ν. Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς»

Πεταλίδι- Η Αποικία Των Μανιατών (Β’ Μέρος)

Μοιρολόι για τον Ηλία Αλαφρή από την Κοίτα της Μέσα Μάνης ο οποίος έζησε και πέθανε στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας.

Έ Λία άσπρε και κόκκινε

Αμ πώς το καταδέχτηκες

Και πως το αποφάσισες

Σε ξένο τόπο να θαφτείς

Στα βλάχικα να κηδευτείς

Να μπεις σε χούμα αγοραστό

Και με παπά πλερωτικό

Ν ακούεις γλώσσα βλάχικη

Και γλώσσα Μοραΐτικη

Που σαι απ΄τα Νικλιάνικα

Από τα Καουριάνικα

Κι από τα άγια χούματα

Στον άνεμο και στην οργή

Να πάει η γλώσσα η βλάχικη

Κι η γλώσσα η Μοραΐτικη

Και όσοι αναμπαίζουσι

Την γλώσσα την Μανιάτικη

Όπου είναι η γλώσσα του Θεού

Κι εγώ θε να ξεμορφωθού

Και μοιρολόι θε να πού

Να μάθει όλος ο Μοριάς

Ότι είσαι από αντριανή γενιά

Ότι είσαι από τα Νικλιάνικα

Το παραπάνω μοιρολόι ειπώθηκε γύρω στα 1880. Ο Ηλίας Αλαφρής πήγε στο Πεταλίδι από την Κοίτα το 1863 όπως πληροφορούμαστε από το μητρώο της κοινότητας. Το μοιρολόι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Από την μια δείχνει την έντονη σχέση – δεσμό μεταξύ των αποίκων και της Μάνης, σε γλώσσα, ήθη και έθιμα καθώς και την υπερηφάνεια της καταγωγής. Από την άλλη μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για τον θανόντα αλλά και για το πνεύμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη.

Πρωτίστως μας πληροφορεί για την πατριά της οικογένειας Αλαφρή. Η οικογένεια ανήκει στην πατριά των Καουριάνων της Κοίτας. Ο γεωγραφικός χώρος γύρω από την Κοίτα ονομάζεται Νικλιάνικο, διότι εκεί αναπτύχθηκε το γένος των Νικλιάνων. Αναφέρεται μέσω του μοιρολογιού, η πικρία της γυναίκας που αποχωρίζεται τον συγγενή της εκτός των γενέθλιων τόπων του, την Μάνη.

Άλλο έθιμο που διατηρήθηκε από τους κατοίκους του Πεταλιδίου ερχόμενοι από την Μάνη ήταν η αυτοδικία. Σε εφημερίδες της εποχής καταγράφηκαν διάφορα περιστατικά.

Εφημερίδα «Νέα Εφημερίς» 23/9/1888 φύλλο 267 αναφέρει στην σελίδα 5

«εν Πεταλιδίω λυσσωδώς δύο ισχυραί οικογένειαι αμοιβαίως και μολονότι υπήρχεν η τοιαύτη έχθρα χάριν της πανηγύρεως ελησμόνησαν αμφότεραι οι οικογένειαι ταύτην και περιπάτουν εν τη αγορά ως εάν ουδέν μεταξύ τους είχε συμβή άοπλοι και με την μεγαλυτέραν ευταξίαν. Έκαμαν την λεγόμενην παρά των Λακώνων τρέβα.»

Το παραπάνω απόσπασμα μας ενημερώνει πως κατά την διάρκεια θρησκευτικών ή άλλων εορτών γινόταν ανακωχή η λεγόμενη τρέβα, κατά τα έθιμα της Μάνης.

Αλλού το 1897 αναφέρεται σε έγγραφη μαρτυρία

«οι κάτοικοι του Πεταλιδίου είναι όλοι Μανιάται, οι δε Μεσσήνιοι είναι ολίγιστοι. Οι Πεταλιδαίοι διατήρησαν αμείωτον τον μανιάτικο χαρακτήρα των και την αρχαϊκήν προφορά της ανδρικής γλώσσης της πατρίδος των, μεθ όλην την μετά των Μεσσήνιων επικοινωνία και την προς αυτούς δια επιγαμιών επιμειξίαν. Το Πεταλίδι είναι παράρτημα της Μάνης επί Μεσσηνιακού εδάφους. Ως εν Μάνη ούτω και εις το Πεταλίδι εκδικούνται και φιλοξενούν και χαίρουσι υπερμέτρως επί τη γεννήσει άρρενος εκδηλούντες την χαράν των δια πυροβολισμών και έχουσιν οικογενειακάς έχθρας και εν γένει διέπονται υπό πάντων των εθίμων της μητροπόλεως.»

Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί απόδειξη όχι μόνο για το πόσο στενές ήταν οι πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ Μάνης και Πεταλιδίου αλλά και ότι οι κάτοικοι διατηρούσαν ως πρόσφατα την εθιμοτυπία.

ΠΗΓΕΣ:

1. Εφημερίδα «Νέα εφημερίς» φύλλο 267

2. Περιοδικό Λακωνικαί Σπουδαί τόμος 19ος , Αρχείο Ν. Πιεράκου

Πεταλίδι- Η Αποικία Των Μανιατών (Α’ Μέρος)

Ο Καποδίστριας είχε αποφασίσει να παραχωρήσει εκτάσεις γης και ακίνητα πρώην Τουρκικής ιδιοκτησίας σε αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ώστε να ανταμειφθούν από την πολιτεία για τις εκδουλεύσεις τους αλλά και για να κλείσει τελικά το ζήτημα των «εθνικών γαιών» που είχε δημιουργηθεί. Το σχέδιο αυτό πάγωσε μετά την δολοφονία του. Η έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα εξασφάλισε πολιτική σταθερότητα και τελικώς με βασιλικό διάταγμα που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ 25 του 1834 ξεκίνησε η παραχώρηση «εθνικών γαιών» στους δικαιούχους.

Ο αρχηγός της αποικίας Νικόλαος Πιεράκος 

Την ευκαιρία άδραξε ο Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης ο οποίος θέλοντας να ξεφύγει από τους επιθετικούς συγγενείς του στην Μάνη ανέλαβε την δημιουργία αποικίας, όπως ονομάστηκε, στην Μεσσηνία και συγκεκριμένα στο έρημο τότε Πεταλίδι. Αν και στην αρχή υπήρχαν αντιδράσεις από την δημογεροντία Κορώνης η οποία δεν ήθελε κοντά της ξένους αποίκους, τελικώς οι αντιδράσεις κάμφθηκαν και ο εποικισμός ξεκίνησε ήδη από το 1834. Το σχέδιο του οικισμού χαράχθηκε από τους Βαυαρούς Γ. Κόλμαν και Χ. Στράουβ. Η συνολική έκταση που αποδόθηκε στον Νικόλαο Πιεράκο ήταν 200 στρέμματα.

Το Βαυαρικό αρχιτεκτονικό σχέδιο του Πεταλιδίου

Από τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αποικίας, η οποία ήταν γρήγορη και επιτυχής. Ήδη το 1836 έχουν εγκατασταθεί πάνω από 200 οικογένειες στο Πεταλίδι και πάνω από 120 οικίες έχουν ανεγερθεί. Ένα χρόνο μετά, το 1837 το Πεταλίδι ήταν μια κωμόπολη με πολλές έτοιμες οικίες και άλλες να θεμελιώνονται. Έχει ήδη χτιστεί η εκκλησία. Η πρώτη εκκλησία του Πεταλιδίου ήταν η Ζωοδόχος Πηγή. Η οικοδόμησή της άρχισε αμέσως με την ίδρυση της κωμόπολης από τους Μαυρομιχαλαίους, οι οποίοι όταν ήρθαν στο Πεταλίδι αρχικά στρατοπέδευσαν σε εκείνη την περιοχή.

Ο Ιερός Ναός Της Ζωοδόχου Πηγής

Χαρακτηριστικό στοιχείο των Μανιατών του Πεταλιδίου ήταν και η μεταξύ τους ομόνοια απέναντι στους ξένους, αλλά και οι μεταξύ τους βεντέτες. Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι κάτοικοι του Πεταλιδίου είτε και μέσα από τις αφηγήσεις των προγόνων τους, το Πεταλίδι έγινε συχνά τόπος αντιπαράθεσης μεταξύ των μανιάτικων οικογενειών. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι η κεντρική πλατεία του Πεταλιδίου έγινε συχνά πεδίο σύγκρουσης των Μανιατών και απόδειξη αυτού ήταν οι τρύπες από τις σφαίρες που υπήρχαν στις μουριές της πλατείας από τα πυρά που αντάλλασσαν οι οικογένειες μεταξύ τους.

Πολλοί κάτοικοι θυμούνται ακόμα Βεντέτες οικογενειών που είχαν αφήσει εποχή, τις οποίες για ευνόητους λόγους δεν μπορούμε να αναφέρουμε στην εργασία μας, καθώς οι μνήμες είναι ακόμα νωπές . Οι βεντέτες μεταξύ των οικογενειών άρχισαν να φθίνουν γύρω στο 1920, όταν άρχισαν να αναμειγνύονται με τους κατοίκους των γύρω χωριών, να κάνουν μεικτούς γάμους και να ξεφεύγουν από το αυστηρό εθιμικό δίκαιο που κουβαλούσαν από τη Μάνη.

Παρακάτω δημοσιεύουμε μερικά από τα μανιάτικα επώνυμα και το χωριό καταγωγής που μπορεί να βρει κάποιος στο Πεταλίδι.

1834 Παναγιωτούνης Οίτυλον

1836 Μαρτάκος Δρύαλον

1840 Σπυράκος, Δαιμονάκος Γέρμα

1844 Ξαρχάκος Σταυρί

1845 Αυγουλέας Τροχάλακας, Καραβίτης

1846 Καραμοϋζης Χαριά Κούνος

1847 Γρουσοΰζης (Γρουσουζάκος) Αρεόπολις, Ξαρχάκος Σταυρί

1848 Οικονομάκης Αρεόπολις

1850 Πικουλάκης Αρεόπολις, Μολώνης Πλάτσα

1851 Στραβόλαιμος Αρεόπολις

1852 Μαρκίδης (Μαρκέας) Κάμπος, Σταυρακόπουλος Βαχός,  Σουκαράς Σταυρί, Ψυλλάκος Σταυρί

1853 Δαμήλος Δολοί

1854 Γριβέας Οίτυλον, Μαριόλης Δρυ

1856 Καψάκος Σταυρί, Λουγκάνης Δρύαλον, Λεουτσάκος Κηπούλα

1858 Διπλαράκος Οίτυλον, Μωκάκος Σταυρί, Τσακάκος Κηπούλα

1859 Κουλιζάκος Παχιάνικα, Σκλαβόλιας Μπουλαριοί

1860 Μπαζίνας Οίτυλον

1862 Αλεμάγκος Ξεχώρι, Κορωναίος Αρεόπολις, Στεφανάκος Πύργος, Χιουτάκακος Κουσκούνι

1863 Αλαφρής Κοίτα, Μονέδας Παχιάνικα, Μιχαλαράκος Αρεόπολις

1864 Γιαννακάκος Κούνος, Σιφίλιας – Κουμεντάκος Μίνα, Τσακάκος Κηπούλα, Χορταρέας Πλάτσα, Κουράκος Κούνος

1866 Αλέπης Αρεόπολις, Γιδάκος Οχιά, Δικαιουλάκος Πύργος, Κατσιμαντής Κούνος, Λαδάς Πύργος

1866 Μαυρομιχάλης-Ροδίτης Αρεόπολις, Σάσσαρης Μέζαπον

1867 Ιατρόπουλος Οίτυλον, Μπραΐμης Έρημος, Μαλιαρίτης (Μαλιαράκος) Οχιά, Ξιφαράς Αρεόπολις, Πενταρβάνης Κηπούλα

1868 Καβαλλιώτης – Πετράκος Κάββαλος

1869 Γουρουνάς Πηγάδι – Πλάτσα, Παπαδάκος – Πιρούνιας Καφιόνα, Σκαφιδάς Κούνος, Γεωργίκος Πηγάδια

1870 Παρασκευάκος Σταυρί, Τρουπάκης Καρδαμύλη

1872 Λαγούδης Μπρίκι

1873 Κατσαράς Κηπούλα, Λαγιάκος Κοίτα, Μπαρελάκος Αρεόπολις

1874 Βλαστός Πανάγος, Παπαδόγγονας Κούνος

1875 Δαζέας Κάμπος, Καλογεράκος Κελεφά

1876 Βορεάκης Πύργος, Κουσουλάκος Αρεόπολις, Σασσανάκος Χαριά, Τσικρικάς Βάθεια

1877 Κουμεντάκος Αρεόπολις, Πασαρέας Κεχριάνικα, Τσιλιβαράκος Κουλούμι

1881 Τσιρίβας Δρυ

1882 Κουρεντζής Κυπάρισσος, Μπουκουβάλας Κάβαλλος, Μωράκος Αρεόπολις

1884 Κορκολιάκος-Δημάκος Κηπούλα

1886 Βαρδαλάς Κατωπάγκι, Καριζώνης Χαριά, Κατσιγιάννης Μηλιά, Στραβάκος Πύργος, Σπυριδάκος Κατωπάγκι

1887 Γαρδελάκος Κηπούλα, Γεωργουλάκος Σταυρί

1891 Αλμυράντες Κοίτα, Αγραπίδης Κοίτα

1896 Παχής  Παχιάνικα

1897 Πουλάκος Χαριά

1899 Πέτρουλας Οίτυλον

1901 Κοττέας Κεχριάνικα

1904 Δουράκης Καστάνια

1909 Λιέας Πραστίον

1917 Τσιτομενέας Ξεχώρι

Να σημειωθεί:

  • Ότι οι περισσότεροι άποικοι στο Πεταλίδι προέρχονταν από την Μέσα δυτική Μάνη όπως ακριβώς και ο Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης. Είναι δε ελάχιστοι οι Μανιάτες από την ανατολική Μάνη όπως ο Παχής και ο Μονέδας. Το πιο πιθανόν είναι να ήταν φίλοι και σύμμαχοι του οπλαρχηγού κατά την επανάσταση.
  • Ο Βλαστός παραδίδεται ότι ήταν ο πρώτος έποικος και ότι ήταν βοσκός.
  • Τα Στραβολεμαίικα που βρίσκονται δίπλα στο Πεταλίδι δεν αποκλείεται να προέρχονται από μέλη της οικογένειας Στραβόλαιμου της Αρεόπολης.

Πηγές

  1. 1.      http://lyk-petal.mes.sch.gr
  2. 2.      ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ ΤΟΜΟΣ 19ος Δικαίου Βαγιακάκου «Το αρχείο του Νικόλαου Πιεράκου  Μαυρομιχάλη»
  3. 3.      www.mani-org.gr

Ένοπλες Ομάδες Μανιατών Στην Κορσική (1731)

Το Αιάκειο που οίκησαν Μανιάτες από το Οίτυλο

Το Αιάκειο της Κορσικής το 1731 αριθμούσε περίπου 6000, ενώ οι μετανάστες που έφτασαν από Ελλάδα δεν ξεπερνούσαν τους 800. Η διανομή κοινοτικών χωραφιών προς βοήθεια των νέων κατοίκων, μεταξύ των οποίων ήταν και πολλοί Μανιάτες, δυσαρέστησε ιδιαίτερα τους ντόπιους οξύνοντας τις σχέσεις μεταξύ τους. Μάλιστα σημειώθηκαν και ένοπλα επεισόδια μεταξύ ντόπιων και μεταναστών με απώλειες και από τις δύο πλευρές.

Φιλοπόλεμοι ως ήταν πολλοί μετανάστες αιτήθηκαν και επέτυχαν να συγκροτήσουν ένοπλες ομάδες για την προστασία τους υπό την αιγίδα όμως του κράτους. Εν τέλει δημιουργήθηκαν (3) ένοπλες ομάδες με διοικητές τον Γενουάτη Κάπο Μικάλια, Ιωάννη Στεφανόπουλο και λίγο αργότερα ο καπετάν Θεόδωρος ο οποίος είχε ανδραγαθήσει στην άμυνα του πύργου της Ομίνιας, δημιουργεί την δική του ομάδα στις 18 Αυγούστου του 1731. Ο λόγος ανοχής ένοπλων μεταναστών από τις αρχές δεν ήταν άλλος από πολιτικός. Από την μια ικανοποιούσαν τα αιτήματα μια μερίδας πληθυσμού και από την άλλη θα μπορούσαν να τους χρησιμοποιήσουν σαν στρατό για την καταστολή εξεγέρσεων που συνηθιζόταν στην Κορσική.

Ο Γενουάτης διοικητής της Κορσικής Σκουαρκιάφικο αναφέρει για τους Έλληνες μετανάστες της Κορσικής. « Να ξέρετε ότι αυτή η αποικία των Ελλήνων είναι ικανή μοναχή της να κυριεύσει και να αναστατώσει το πιο γερό μυαλό, όχι μόνο με τα αδιάκοπα αιτήματα της για τις δικές της ανάγκες αλλά και για τα κοπάδια των ζώων της, που δεν ξέρει που να τα βόσκουν. Οι Έλληνες δεν είναι ποτέ ευχαριστημένοι ».

Ωστόσο ο ίδιος ο Γενουάτης διοικητής τους χαρακτηρίζει και τους αναγνωρίζει σε διάφορες αναφορές του ως «γενναίους και παλικάρια». Οι τρεις αυτές ένοπλες ομάδες λειτούργησαν πολύ καλά ως μονάδες προστασίας και άμυνας της πόλης του Αιάκειο. Στις 27 Οκτωβρίου του 1734 θεσπίστηκε και αναλυτικός στρατιωτικός κανονισμός για την καλύτερη και εύρυθμη λειτουργία των μονάδων αυτών.

Έλληνας της Κορσικής 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ

  • «Οι Ελληνικές ένοπλες ομάδες δεν θα παίρνουν διαταγές παρά μόνον από αξιωματικούς Μανιάτες.
  • Οι ομάδες αυτές δεν θα περιλαμβάνουν κανέναν στρατιώτη με διαφορετική προέλευση (από την Κορσική ή την Γαλλική ενδοχώρα).
  • Δεν θα έχουν κανένα ιδιαίτερο προνόμιο.
  • Οι στρατιώτες τους πρέπει να είναι τουλάχιστο 20 χρόνων και το περισσότερο 60 χρόνων.
  • Οι ομάδες θα ελέγχονται κάθε μήνα από μια γενουατική εξουσία, τα παρουσιαζόμενα από τους στρατιώτες όπλα θα πρέπει να είναι εκείνα που αυτοί παρέλαβαν, θα διατηρούνται από κάθε στρατιώτη στο σπίτι του.
  • Μια φορά τον χρόνο οι υπεύθυνοι θα ελέγχουν την κατάσταση των ομάδων, (τους θανάτους, όρια ηλικίας,…), τα όπλα και τις προμήθειες.
  • Η χρήση αυτών των όπλων περιορίζεται στην αυτοάμυνα, μέσα στα καθορισμένα όρια των εδαφών. Κάθε ανυπακοή μπορεί να προκαλέσει την ποινή του θανάτου.
  • Κάθε στρατιώτης, που φεύγει από το έδαφός του οφείλει να παραδώσει το όπλο του στον καπετάνιο του. Δεν μπορεί να το δανείσει σε κανέναν.
  • Καπετάνιοι, αξιωματικοί και στρατιώτες οφείλουν να συντηρούν καλά τα όπλα, τα οποία τους δίνονται για μια περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί.
  • Όποιος χρησιμοποιήσει το όπλο του, χωρίς να μπορεί να αποδείξει ότι το έκανε για την αυτοάμυνα του, θα τιμωρείται σύμφωνα με τον κανονισμό».

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο παραπάνω κανονισμός ευνοεί τους Μανιάτες λόγω του φιλοπόλεμου πνεύματος τους αλλά και των πολεμικών τους ικανοτήτων. Επίσης γίνεται αντιληπτό ότι ο κανονισμός αυτός προσπάθησε να βάλει σε τάξη το απείθαρχο μεταναστευτικό πλήθος. Εν κατακλείδι πρέπει να σημειωθεί η προοδευτική ματιά αξιοποίησης του μεταναστευτικού δυναμικού της Κορσικής προκειμένου να τους εκμεταλλευτούν και να τους αφομοιώσουν στον τοπικό κοινωνικό ιστό.

 ΠΗΓΗ: Ανάτυπο εκ των «Λακωνικών Σπουδών» τόμ. ΙΘ (2010), σ. 429- 464 

Μανιάτες Και Ελαφόνησος

Η Ελαφόνησος είναι ένα πολύ μικρό νησάκι στην αγκαλιά του Λακωνικού κόλπου κοντά στα Βάτικα στον κάβο Μαλέα. Κατά την αρχαιότητα ήταν ενιαίο κομμάτι της λακωνικής γης ωστόσο το 375 μΧ μετά από καταποντισμό της περιοχής έχουμε το σημερινό γεωγραφικό σχήμα.

Το νησί ποτέ δεν είχε ολοκληρωμένη κατοίκηση. Μόνιμες εστίες δεν υπήρχαν στο νησί. Κατά τον μεσαίωνα και την Τουρκοκρατία το Στενό της Ελαφονήσου όπως έμεινε γνωστό στους ναυτικούς αποτελούσε ενέδρα πειρατών, κυρίως Μανιατών, μιας και από εκεί περνούσαν πλήθος καραβιών προς Δύση ή Ανατολή. Γενικά θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως το νησί έπαιζε ρόλο πειρατικής κρυψώνας.

Ο περιηγητής Deshayes τον 17ο συμβουλεύει τους ταξιδιώτες που πάνε Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν την θαλάσσια οδό και ειδικά το στενό της Ελαφονήσου. Ο Ιούλιος Βερν περιγράφει έντονα την άγρια κατάσταση πειρατείας που επικρατούσε στην περιοχή και την διατηρούσε ακατοίκητη στο βιβλίο του οι Πειρατές του Αιγαίου.

Η πρώτη προσπάθεια εποικισμού της Ελαφονήσου έγινε το 1835 στη ελεύθερη πια Ελλάδα από προσηλιακούς Μανιάτες υπό τον Τζαννέτο Γρηγοράκη. Την ίδια περίοδο κάτοικοι από τα Βάτικα και τα γύρω χωριά άρχισαν με τον καιρό να φτιάχνουν στάνες για τα ζώα τους. Ωστόσο όλες αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν καθώς η πειρατεία και συνεπώς η ανασφάλεια συνεχιζόταν ενώ οι Άγγλοι που ήταν κύριοι των Επτανήσων ( 1814 – 1864 ) διεκδικούσαν και την Ελαφόνησο μαζί με τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα. Το 1850 η Ελαφόνησος εποικίστηκε οριστικά από τους σημερινούς της κατοίκους ( Λάκωνες κυρίως ) καθώς επετεύχθη παύση της πειρατείας και λήξη των διπλωματικών διαμαχών.

Λιμάνι Ελαφονήσου 1957

Με την πάροδο των χρόνων το νησί κατοικήθηκε και από Μανιάτες που εγκαταστάθηκαν εκεί λόγω έχθρητας στην πατρίδα τους ( βεντέτες ) με άλλες οικογένειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η οικογένεια Μελά που μέλη της από την Σπείρα της ανατολικής Μάνης κινήθηκαν στην Ελαφόνησο.

Ο εποικισμός της Ελαφονήσου μετά την απελευθέρωση έφερε ραγδαία ανάπτυξη στο νησί το οποίο στα βόρεια σχημάτισε και τον οικισμό του και το λιμάνι του. Πέραν όμως της οικιστικής ανάπτυξης αναπτύχθηκαν και επιστημονικές έρευνες πάνω στο νησί κυρίως αρχαιολογικού τύπου. Η πρώτη έγινε το 1840 και επικεφαλής της τέθηκε ο απόμαχος αξιωματικός της φάλαγγας του Όθωνα Πασχάλης Γερακαράκης. Να σημειωθεί ότι ο Πασχάλης Γερακαράκης καταγόταν από το Σκουτάρι της Ανατολικής Μάνης ήταν οπλαρχηγός του 1821 και πιθανότατα πρώην πειρατής. Παρακάτω παραθέτουμε έγγραφο από τα Γ.Α.Κ της αναφοράς του και της έρευνάς του στο νησί. Ο διορισμός στρατιωτικού σε αρχαιολογικές έρευνες ήταν τότε κάτι σύνηθες μιας και δεν ήταν πάντα έρευνες ανακοινώσιμες αλλά μυστικές ή χρειάζονταν στρατιωτικό εξοπλισμό και γνώσεις τοπογραφίας.

29 Ιανουαρίου 1840 ( επίσημη αναφορά για τον Πασχάλη Γερακαράκη και την έρευνά του )

 

Οι Μανιάτες Του Πειραιά

Μετά την δημιουργία του Ελληνικού κράτους και ιδιαίτερα κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, η Μάνη άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της, λόγω των δύσκολων συνθηκών επιβίωσης. Όταν άρχισε να διαφαίνεται η βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη, πολλοί Μανιάτες αναζήτησαν καλύτερη τύχη σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και στο εξωτερικό.

Τέτοιες περιοχές ήταν τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, που πρόσφεραν περισσότερες πιθανότητες εξεύρεσης εργασίας, και οι περιοχές που υπήρχαν λιμάνια και ορυχεία όπως ο Πειραιάς και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Το μεγαλύτερο μέρος των Λακώνων τότε όδευσε προς το λιμάνι του Πειραιά. Για να βρεί κάποιος να δουλέψει στο λιμάνι ήταν πολύ δύσκολο και καθημερινά έπρεπε να κάνει μεγάλες προσπάθειες για να βγάλει ένα μεροκάματο.

Η ανοχή και η ευγένεια δεν είχαν χώρο σε τέτοια ζητήματα, γιατί ήταν καθαρά θέμα επιβίωσης  γι’ αυτό το λόγο, οι πιο σκληροτράχηλοι έλεγχαν τις δουλειές. Οι Μανιάτες με τον ερχομό τους φρόντισαν να τηρήσουν αυτό τον κανόνα και να γίνουν κύριοι των πραγμάτων στο λιμάνι. Ο ανταγωνισμός βέβαια ήταν μεγάλος. Στην περιοχή υπήρχαν και άλλες ομάδες με συγκρουόμενα συμφέροντα με αυτά των Λακώνων (Κρήτες,Αρβανίτες,Πόντιοι). Οι μεταξύ τους διαμάχες ήταν συχνότατες, με τις περισσότερες να λήγουν υπέρ των Μανιατών.

Οι συχνότερες και μεγαλύτερες συγκρούσεις γινόνταν στον ΟΛΠ, όπου για να βρεί κάποιος αριθμό για να δουλέψει έπρεπε να πάρει τη συγκατάθεση των »σκληρών» Μανιατών, οι οποίοι έπαιρναν τις θέσεις με νταηλίκι απο τους υπόλοιπους.

Μια  σειρά συμπλοκών  πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1909-1919, κατά τις οποίες  πολλοί Κρήτες άρχισαν να συρρέουν στον Πειραιά προσπαθώντας να πάρουν το πάνω χέρι στις δουλειές. Οι Μανιάτες αγρίεψαν και μετά από αρκετούς καυγάδες, κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους πολλαπλάσιους Κρήτες. Στις συγκρούσεις σκοτώθηκαν 14 Κρήτες, 2 Μανιάτες  ενώ πάρα πολλοί τραυματίσθηκαν.

Τελικά έγινε ανακωχή και απο τις δύο πλευρές και όρισαν κάποιους κανόνες για τις δουλειές στο λιμάνι. Μεταξύ τους συμφωνήθηκε ότι οι Μανιάτες θα επιστατούσαν, οι Κρήτες θα κουβαλούσαν μόνο καθαρά φορτία, όπως το στάρι και οι υπόλοιποι (νησιώτες κ.α) με τους Σαντορινιούς υψηλότερα στην βαθμίδα, θα έπαιρναν τα βαρύτερα φορτία. Οι Σαντορινιοί είχαν πάρει και το απεχθές σε όλους κάρβουνο.

Απο αυτή την πολυτάραχη περίοδο έχει μείνει ένα τρίστιχο που λέγεται απο τους παλιότερους:

Οι Σαντορινιοί στα κάρβουνα

οι Κρητικοί στα στάιρια

και οι Μανιάτες κάποι* παλληκάρια

*καπετάνιοι,επιβλέποντες