Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΗΣ ΠΕΤΡΙΝΑΣ

Αναδημοσίευση άρθρου Ιορδάνη Δημακόπουλου (διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου)

%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%bc%ce%bc%ce%b1

Σχεδιάγραμμα του χωριού Πετρίνα

Ή Κώμης «Εκφρασις τοϋ συνδεομένου προς τους Παλαιολόγους «νομοφύλακος ‘Ιωάννου
διακόνου τοϋ Ευγενικού» έχει συνταχθεί, ίσως στό β’τέταρ. τοϋ 15ου αι.,
μετά άπό επιτόπια επίσκεψη και μέ αφορμή τήν ανάληψη θέσεως ή καί παροχή δικαιωμάτων
άμεσα ή έμμεσα σχετιζομένων μέ τή Λακωνική Πέτρινα, τή «χρηστή κώ-
μη’Ότήν όποια καί αναφέρεται.Παρά τή σημασία τοϋ κειμένου γιά τήν ανασύνθεση
της είκόνας ‘ενός υστεροβυζαντινού χωριού ή τήν ιστορική γεωγραφία καί μνημειακή
τοπογραφία της περιοχής του, ή «Εκφρασις δέν είχε απασχολήσει τήν έρευνα.
Σ’αυτήν περιέχεται πάντως καί ή αρχαιότερη μνεία ενός κοινοτικού πύργου,
πoύ βρισκόταν επάνω σέ λόφο, στό μέσον τού χωριού, καί είχε κτισθεί άπό
τους κατοίκους,οι όποιοι μάλιστα τόν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει γιά τήν άντί-
μετώπυη επιδρομέων άπό γειτονική περιοχή.

Στά 1554, ή Πέτρινα εμφανίζεται στό χάρτη τού Agnese (Petina), ένώ ό Άμβρ.
Φραντζής καταχωρεί τρείς πύργους στον προεπαναστατικό οικισμό, στον κατάλογο
των πύργων των Τουρκαλβανών της Μπαρδούνιας, πού είχαν εγκατασταθεί εκεί άπό
τό 1715 γιά νά τήν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι στις πρώτες ημέρες τού ‘Αγώνα.
Στά 1892,0 Κ. Νεστορίδης,στήν πρώτη έκδοση της ‘Εκφράσεως, σημειώνει, μέ τήν
ίδια όμως ανακρίβεια,τήν ύπαρξη θεμελίων, δήθεν, τοϋ πύργου μέσα στό χωριό.

%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-2

ο πύργος της βυζαντινής περιόδου από τo Google Earth – street view

«Ομως, στή σημερινή Πέτρινα, δ μοναδικός πύργος πού εξακολουθεί νά υφίσταται,
καί μάλιστα άθικτος σχεδόν καί ακέραιος, είναι ακριβώς ό Παλαιολόγειος πύργος
της. ‘Υψώνεται επιβλητικότατος μέσα σέ μεγάλη αυλή,πάνω στην δδ. Θαλή Κουτού-
πη (βλ. τοπογρ., άρ. 1), προς Ν της κεντρικής πλατείας (άρ. 8). Ή θέση του
πάνω σ’έναν άπό τους λόφους της Πετρίνας, σέ συνδυασμό προς τήν Παναγίτσα,τήν
παλιότερη εκκλησία τού χωριού, πολύ χαμηλότερα (άρ. 2), ένα δρομικό κτίσμα στεγασμένο
μέ οξυκόρυφη καμάρα ενισχυμένη μέ σφενδόνιο,πού πρέπει νά ταυτισθεί μέ
μιά άπό τις τρείς εκκλησίες πού μνημονεύει δ Ευγενικός, προσδιορίζει τή θέση
καί τή σημαντική έκταση πού κάλυπτε ή υστεροβυζαντινή Πέτρινα.

παραδοσιακό σπίτι στην Πετρίνα (http://www.exploring-greece.gr)

Τό κτήριο, μοναδικό είδος πύργου της εποχής, παρουσιάζει συγκεκριμένες όμοιότητες προς τά αρχοντικά καί σπίτια τοϋ Μυστρά, καθώς όμως και προς έναν τύπο πύργων
τοϋ τουρκοκρατούμενου Μοριά,ή ύπαρξη και. διάδοση των όποιων μαρτυρεΐται άπό
τό 1671. Πρόκειται γιά άνωγοκάτωγο,πλατυμέτωπο κτίσμα, τοϋ τύπου Β πού διακρίνει
δ ‘Ορλάνδος στο Μυστρά, έξ. διαστ. 6 Χ 14 μ.καί ύψους 10 μ., περίπου,μέ κα-
μαροσκέπαστο Ισόγειο, μέ δύο τοξωτά ανοίγματα στή βόρεια πλευρά, καί μεγάλη αίθουσα
(τρίκλινος) στον όροφο,μέ δυό άντικρυστά θυρώματα εισόδου καί επτά συνολικά
παράθυρα. Σέ επαφή προς τή νότια πλευρά του, υφίσταται καί δεύτερο όρθογώ-
νικδ κτίσμα, λίγο στενότερο, μέ καμαροσκέπαστο ισόγειο καί αρχικό όροφο, τό όποιο
όμως φαίνεται μάλλον νά αποτελεί, μαζί μέ τήν έξ.σκάλα του καί ένα ημικυκλικό
«κλουβί», μεταγενέστερη προσθήκη. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι μέ αργούς λίθους
καί πήλινα όστρακα καί μόνον στις γωνίες υπάρχουν λαξευτοί γωνιόλιθοι. «Ολα
τά ανοίγματα είναι τοξωτά,μέ όρθογωνικά όμως πλαίσια,πάνω άπό τό άνώφλι των
όποιων εκτείνεται ανακουφιστικό ημικυκλικό τόξο, άπό εναλλάξ αψιδόλιθους καί
πλίνθους, τριγυρισμένο άπό λεπτή ταινία τούβλων. Στά στηθαία των παραθύρων, καθώς
καί στην όρθογωνική καταχύστρα,πάνω καί πλάγια στό θύρωμα της βόρειας πλευράς,
προεξέχουν ζεύγη μεγάλων πέτρινων φουρουσιών,ειδικού προορισμού. Ή προσπε’-
λαση, κατευθείαν στον όροφο,γινόταν μέ αιρετή σκάλα ή μέ συνδυασμό κτιστής σκάλας,
σέ απόσταση, καί αιρετού σανιδώματος. ‘Εκατέρωθεν των παραστάδων της εισόδου
στον δροφο, εκεί ακριβώς όπου σέ κτήρια του Μυστρά υπήρχαν πλίνθινοι σταυροί
μέσα σέ πλαίσιο άπό τούβλα, εδώ έχουν έντοιχισθεϊ άποτμήματα επιτύμβιων μάλλον
στ»|^ών, μέσα σέ πλαίσιο,μέ παραστάσεις ανδρικής καί γυναικείας μορφής,αντίστοιχα,
πού πρέπει νά προέρχονται άπό τό κοντινό Γύθειο,τήν παράκτια εκείνηπεριοχή γιά τήν όποια ό Ευγενικόςαναφέρει «τείχους ίχνη καί πύργων καί θεάτρου καί οικημάτων αρχαιοτάτων καί αγαλμάτων λείψανα» .

Παρατηρήσεις

Η Πετρίνα σήμερα υπάγεται στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Ωστόσο επί Τουρκοκρατίας υπαγόταν στα Βαρδουνοχώρια τα οποία τα κατείχαν οι Τούρκοι. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει τρεις πύργους στους οποίους διέμεναν Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες. Σήμερα δεν σώζονται άλλοι πλην του αναφερόμενου. Το ύψος του 10μ, θεωρείται αρκετά ψηλό μιας και την εποχή που χτίστηκε τα περισσότερα σπίτια της περιοχής δεν ξεπερνούσαν τα 5μ.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιορδάνη Δημακόπουλου «ο Παλαιολόγειος Πύργος της λακωνικής Πετρίνας» 5ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και τέχνης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1985.
  2. Google Earth – street view
Advertisements

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΙΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η περίπτωση του Βασίλη Καργάκου

Το ακρωτήριο Ταίναρο από τη θάλασσα 1882

(WORDSWORTH, Christopher)

Είναι γεγονός ότι η περιοχή της Μάνης μέχρι προσφάτως έκανε χρήση του Εθιμικού Δικαίου εντόνως κυρίως λόγω της μη ύπαρξης για πολλά χρόνια (Τουρκοκρατία) οργανωμένης δικαστικής αρχής λόγω της αυτονομίας της. Οι οικογενειακοί πόλεμοι και το κληρονομικό δίκαιο είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της νοοτροπίας.

Στο παρόν άρθρο θα δούμε ένα περιστατικό φόνου μέσα από τα έγγραφα της περιόδου του νεότερου ελληνικού κράτους και ακολούθως θα αναλύσουμε τα συμπεράσματα που προκύπτουν μέσα από την εθιμική συμπεριφορά της εποχής.

Σε έγγραφο του αρχείου του στρατηγού Παναγιώτη Γιατράκου διαβάζουμε, (διορθωμένη η πρωτότυπη ορθογραφία του κειμένου)

ο πρόεδρος της εφορείας Ιωάννης Μίλησις και ο φρούραρχος Μονεμβασίας (ως μάρτυς) Ι. Κ. Μαυρομιχάλης 13.7.1826 (Αντίγραφο)

Περί τον Ιούλιο του 1826, ενώ ο πλοίαρχος Βασίλειος Καργάκος βρισκόταν στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη), δύο ναύτες του «συγχυσθέντες μετά τινός Τούρκου του Δουράκη, τον εφόνευσαν». Η εφορεία υποχρέωσε τον Καργάκο να καταβάλει στον Δουράκη 750 γρόσια και έδωσε το παρόν σε ένδειξη «δια να λάβει το δίκαιον του ο Βασίλειος, όθεν ανήκει και δια να αποδειχθεί ότι οι φονεύσαντες τον Τούρκο ναύται Νικολακιάνοι από το χωρίον Πύργον δεν είχον δίκαιον να ζητούν περί της αυτής υποθέσεως και να ενοχλούν τινά, διότι αυτοί φονεύσαντες τον Τούρκον έφυγον και ο Βασίλης δια αυτούς επλήρωσε ταύτα».

Στο ίδιο έγγραφο υπάρχει σημείωση «ο ανωτέρω Βασίλης Καργάκος είναι πατήρ του Δημητρίου Βασιλάκου κατοίκου Αγίου Ιωάννη του δήμου Σπάρτης, αντίγραφο την 11 7βρίου 1871 Σπάρτην»

Από το παραπάνω αρχείο προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή.

Πρώτα από όλα βλέπουμε πως οι ισχυρές οικογένειες όπως η οικογένεια Δουράκη από την Καστάνια της έξω Μάνης είχαν την δυνατότητα να έχουν στην κατοχή τους ομήρους – δούλους Τούρκους αιχμαλώτους από τα πεδία των μαχών.

Επίσης εδώ παρατηρούμε μια παλιά εθιμική διαδικασία της Μάνης στην οποία η εφορεία της Σπάρτης (συμβούλιο δημογερόντων) μέσω αιρετοκρισίας επέβαλε. Την αποζημίωση του θανάτου κάποιου προκειμένου να αποφευχθούν αντίποινα και περαιτέρω αιματοχυσία.

Οι Νικολακιάνοι ναύτες που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα ως φονιάδες  δεν είναι άλλοι από την γενιά των Νικολακιάνων του Πύργου Διρού. Τούτο επιβεβαιώνεται από το ότι ως μια από τις ισχυρές οικογένειες του χωριού υπογράφουν στις 15/8/1806 υποσχετικό σύμφωνο βοήθειας του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη.

untitled

απόσπασμα από το συμφωνητικό των οικογενειών του Πύργου το 1806 προς τον Αντωνόμπεη

Τέλος η υποσημείωση για την οικογένεια Καργάκου μας βοηθά να καταλάβουμε πως ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821 είχε αρχίσει η πληθυσμιακή μετακίνηση των Μανιατών προς την Σπάρτη και την πέριξ περιοχή καθώς αναφέρονται μέλη της στον Άγιο Ιωάννη του Μυστρά και την γύρω περιοχή το 1872 ακόμα και με παρωνύμια.

untitled

Ο Δημήτρης Βασιλάκος σε εκλογικό κατάλογο  του Αγίου Ιωάννη το 1872

ΠΗΓΕΣ

  1. Αθ. Φωτόπουλου, Οι Γιατράκοι του 1821, Αθήνα 1902, τόμ. Β’, σ. 190, έγγρ. 593 (569).
  2. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη» Ιχώρ Αθήνα 1990
  3. Αγνώστου, «Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινών της Μάνης από του 1769 και εντεύθεν : Ο Τζανέτμπεης Καπετανάκης Γρηγογάκης και η οικογένειά του», Τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ. Βαφά, 1858
  4. http://el.travelogues.gr/item.php?view=47756
  5. http://arxeiomnimon.gak.gr (Γ.Α.Κ εκλογικά συλλογής Βλαχογιάννη επαρχία Λακεδαίμονος φακ. 025)
  6. https://maniatika.wordpress.com

 

 

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Καρδαμύλη

Η Καρδαμύλη είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του Λεύκτρου. Απέχει 37 χλμ Νοτιοανατολικά της Καλαμάτας και είναι έδρα του Δήμου Δυτικής Μάνης. Το όνομά της προέρχεται από τα πολλά κάρδαμα που υπήρχαν στην περιοχή. Κατά το παρελθόν συναντάται και με το όνομα Σκαρδαμούλα. Η Καρδαμύλη, πόλη της αρχαίας Λακωνίας, θεωρείται ότι υφίσταται από την προϊστορική εποχή. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνων υποσχέθηκε να παραχωρηθεί στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει για την απόσπαση της Βρισηίδας, κατά την εκστρατεία στην Τροία, ώστε να πειστεί να επιστρέψει στη μάχη. Συγκεκριμένα: «Επτά, δε ού δώσω ευναιόμενα πτολίεθρα Καρδαμύλην, Ενύπην τε και Ιρήν πιήσεον, Φηράς τε λαθέας ήδι Ανθειον βαθύλεμον καλήν τι Αίππειαν και Πήδασον Αμπελόεσσειν»

Ομήρου Ιλιάδα Ι στίχ. 149 – 151

(Με επτά καλοκατοίκητες θα τον προικίσω χώρες, με την πολύχλοη Ιρή, Ενύπην, Καρδαμύλην, με τις θεοφοβούμενες Φαρές, την Ανθείαν με πλούσια λιβάδια και την καλή την Αίπεια, την ΙΙήδασο με τα πολλά αμπέλια)

Μόνον η Καρδαμύλη και η Κυπαρισσία  από τις πόλεις του Μυκηναϊκού Βασιλείου του Νέστωρος έχουν κρατήσει το ίδιο όνομα στο πέρασμα των χιλιετιών.

Αναφορά γίνεται και από τον Παυσανία:

«…Καρδαμύλη δε, ής και Ομηρος μνήμην εποιήσατο εν Αγαμέμνονος υποσχέσεσι δώρων, Λακεδαιμονίων εστί υπήκοος των εν Σπάρτη, βασιλέως Αυγούστου της Μεσσηνίας αποτεμομένου. Απέχει δε Καρδαμύλη θαλάσσης μεν οκτώ σταδίους Λεύκτρων δε και εξήκοντα. Ενταύθα ου πόρω του αιγιαλού τέμενος ιερόν των Νηρέως θυγατέρων εστί ες γαρ τούτο αναβήναι το χωρίον φασίν εκ της θαλάσσης αυτάς Πύρρον οψομένας τον Αχιλλέως, ότε ες Σπάρτην επί τον Ερμιόνης απήει γάμον. Εν’ δε τω πολίσματι Αθηνάς τε ιερόν και Απόλλων εστί Κάρνειος, καθά Δωριεύσιν επιχώριον. . .»

Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις Λακωνικά Κεφ. 26 Εδάφ. 7

(Η Καρδαμύλη, που την αναφέρει ο Όμηρος εκεί που ο Αγαμέμνονας τάζει δώρα στον Αχιλλέα, είναι υπήκοος των Λακεδαιμονίων. Την έχει αποσπάσει από τους Μεσσηνίους ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αύγουστος. Απέχει από τη θάλασσα, οκτώ στάδια και εξηνταοκτώ από το Λεύκτρο. Εκεί κοντά στην ακρογιαλιά υπάρχει τέμενος των θυγατέρων του Νηρέα γιατί, καθώς λένε, σ’ αυτό το μέρος βγήκαν για να καμαρώσουν τον ΙΙύρρο, γιο του Αχιλλέα, όταν εκείνος πέρασε από εκεί, πηγαίνοντας στη Σπάρτη, για να παντρευτεί την Ερμιόνη. Στην πολίχνη αυτή, υπάρχει ακόμη ιερό της Αθηνάς και άγαλμα, του Καρνείου Απόλλωνα, όπως τον φαντάζονταν οι Δωριείς….»)

Η πόλη, αρχικά, δεν αποτέλεσε μέλος του Κοινού των Λακεδαιμονίων (μετονομάστηκε σε Κοινό των Ελευθερολακώνων μετά το 22 π.Χ.) γιατί μετά τη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) η περιοχή δεν ελέγχεται από τη Σπάρτη, αλλά από τους Μεσσήνιους, κατά τις αποφάσεις του Θηβαίου Επαμεινώνδα. Στο Κοινό η πόλη συμμετέχει από το 146 π.Χ. Όμως, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος επειδή το Γύθειο και οι άλλες παραλιακές πόλεις είχαν αποχωρισθεί από τη Σπάρτη, παραχώρησε την Καρδαμύλη στους Σπαρτιάτες για να την χρησιμοποιήσουν ως επίνειο. Συνδεόταν με τη Σπάρτη μέσω της Βασιλικής Οδού, τμήματα της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα.

Πάνω από τον νεώτερο οικισμό, στην είσοδο του χωριού, πάνω σλειβάδια βρίσκεται η Παλιά Kαρδαμύλη (Πάνω Καρδαμύλη) και το συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα κτιρίων των οικογενειών Μούρτζινου, Πετρέα, Μπουκουβάλα και Μπαχλέμπα. Μέσα στο συγκρότημα συναντάμε τον περίφημο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, ο οποίος είναι η οικογενειακή εκκλησία του γένους των Μούρτζινων. Η ανέγερση των πρώτων κτιρίων του συγκροτήματος τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα, όταν εμφανίζεται στην περιοχή ο γενάρχης των Μούρτζινων, Μιχαήλ Παλαιολόγος.

Πάνω από το συγκρότημα βρίσκεται η βάρδια της οικογένειας Πετρέα.

Αντίκρυ από το συγκρότημα βρίσκεται η περιοχή της Κάτω Κάρδαμυλης. Αποτελείται απο τις γειτονιές των κλάδων της οικογένειας Τρουπάκη: Δημητρέα, Πατριαρχέα, Θεοδωρέα και Τρουπάκη.

Παλιά Kαρδαμύλη – Συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων

Κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Τρουπιάνων (18°-19° αι.) στην Καρδαμύλη αναπτύσσεται έντονη πειρατική δραστηριότητα. Ακόμα και στην καποδιστριακή περίοδο αποτελούσε καταφύγιο ξένων πειρατών.

Στις 06/01/1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταφθάνει από την Ζάκυνθο και φιλοξενείται στον πύργο του Παναγιώτη Τρουπάκη (Μούρτζινου) για τους επόμενους μήνες, με σκοπό την οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας-Οικογενειακή εκκλησία των Τρουπιάνων

Ακολουθώντας το μονοπάτι από την Παλιά Καρδαμύλη προς την περιοχή της Αγίας Σοφίας, συναντάμε δύο ορθογώνιες κοιλότητες η μία δίπλα στην άλλη, λαξευμένες σ’ ένα κάθετο βράχο. Βάση της παράδοσης πρόκειται για τον τάφο των Διόσκουρων (Κάστορας και Πολυδεύκης), των μυθικών παιδιών της βασίλισσας της Σπάρτης Λήδας και του Δία. Κατά μια άλλη παράδοση ο τάφος αυτός ανήκει στους ήρωες Νικόμαχο και Γόργασο, γιούς του θεραπευτή Μαχάονα που συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο.

Ο Τάφος Των Διόσκουρων

Η Καρδαμύλη αποτελεί προσφιλή τουριστικό προορισμό. Στο παραλιακό μέτωπο και πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού υπάρχουν πολλά μαγαζιά τα οποία γεμίζουν από τουρίστες, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.

Δυτικά του οικισμού βρίσκεται η  βοτσαλωτή παραλία Ριτσά, ενώ λίγο έξω από το χωριό, σε κοντινή απόσταση, βρίσκονται οι παραλίες Δελφίνια και η παραλία του Φονέα.

Στο λιμάνι βρίσκεται ένα κτίριο το οποίο προεπαναστατικά ήταν αποθήκη-τελωνείο της οικογένειας Τρουπάκη. Δίπλα ακριβώς είναι το εκκλησάκι του Αγ. Γιάννη ενώ στο διπλανό βράχο υψώνεται ο πύργος-βάρδια της οικογένειας Δημητρέα (Κλάδος των Τρουπιάνων).

400 μ. από το λιμάνι του Άι Γιάννη, βρίσκεται ένα  μικρό καταπράσινο νησάκι. Πρόκειται για τη νήσο Μερόπη. Η έκταση του είναι 35 στρέμματα ενώ βρίσκονται ερείπια κτισμάτων και τειχών της μεταβυζαντινής περιόδου καθώς επίσης και ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου που χρονολογείται γύρω στο 1779Στη Μερόπη υπήρχαν ενετοί μέχρι το 1818 περίπου, ενώ ο εορτασμός της εκκλησίας σταμάτησε από το φόβο ατυχημάτων, λόγω της απόκρημνης ακτής.

Το λιμάνι του Άι Γιάννη και στο βάθος το νησί Μερόπη

Το Νησί Μερόπη

Πολύ κοντά στο λιμάνι υπάρχει και το παλιό εργοστάσιο της Καρδαμύλης το οποίο λειτούργησε ως ελαιουργείο, σαπωνοποιείο και πυρηνοελαιουργείο κατά το παρελθόν. Σκαρδαμούλα: 1844: 227 κατ. , 1853: 210 κατ. , 1861: 263 κατ., 1879: 348 κατ. , 1889: 393 κατ. , 1896: 442 κατ. , 1907: 434 κατ. , 1920: 563 κατ. , 1928: 611 κατ. , 1940: 645 κατ. , 1951: 494 κατ. , 1961: 495 κατ. , 1971: 397 κατ. , 1981: 277 κατ.

 

ΠΗΓΕΣ:

  • beneas13.blogspot.com
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη: Πληθυσμός & Οικισμοί Της Μάνης 15ος -19ος αι.
  • Γιάννη Σαΐτα: Μάνη-Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Κιτριές

Οι Κιτριές είναι ένα γραφικό, παραθαλάσσιο χωριό της Έξω Μάνης. Βρίσκεται στην περιοχή της Αβίας και απέχει 14 χλμ. απο την Καλαμάτα.

Το όνομα του το έχει πάρει από τα πολλά Κίτρα (φυτό:Citrus medica/Κιτρέα η μηδική)που υπάρχουν στην περιοχή.

Κατά το παρελθόν αποτέλεσε το επίνειο της Ζαρνάτας και για την περίοδο 1771-1780υπήρξε το σημαντικότερο ναυτιλιακό και εμπορικό κέντρο της νότιας Πελοποννήσου. Αν και σαν όνομα απαντάται ήδη σε σε πηγές του 16ου αι. (porto Chitries-Chitries,Chitres) οργανωμένη οίκηση παρουσιάζει από το δεύτερο μισό του 18ου αι. και μετά.

Ιδρυτής του οικισμού υπήρξε ο μπέης της Μάνης Τζανέτος (Τζανετμπέης) Κουτήφαρης, ο οποίος έχτισε πύργο στο ύψωμα πάνω από το λιμάνι των Κιτριών. Ο πύργος υπήρξε έδρα και για τους επόμενους Μπέηδες της Μάνης, μέχρι να χτίσει ο Μπέης Τζανέτος Γρηγοράκης τον πύργο του στο Μαραθονήσι. Από τότε οι Μπέηδες χρησιμοποιούσαν τον πύργο ως σταθμό-κέντρο για τις διοικητικές και εμπορικές υποθέσεις τους. Ο πύργος δυστυχώς γκρεμίστηκε με το σεισμό του 1944.

Η είσοδος του πύργου των Μπέηδων στις Κιτριές

Αν και μεγάλης σημασίας λιμάνι για την εποχή του, το μέγεθος του οικισμού παρέμεινε πάντοτε μικρό. Σε γαλλικό υπόμνημα του 1786, αν και γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο λιμάνι που χαρακτηρίζεται ως ένα από τα καλύτερα του κόλπου της Κορώνης,δεν αναφέρεται τίποτα για τον οικισμό.

Ο περιηγητής Leake που επισκέφθηκε τη Μάνη το 1805, αναφέρει ότι τα μόνα κτίσματα στις Κιτριές είναι ο πύργος του Μπέη και 5-6 αποθήκες δίπλα στη θάλασσα. Χαρακτηρίζει την περιοχή ως την πιο εύφορη στη Μάνη και οι λόφοι γύρω από τις Κιτριές γεμάτους σιτάρι.

Ο πύργος των μπέηδων στις Κιτριές σε χαλκογραφία του 19ου αιώνα

Στις Κιτριές εμφανίστηκε ο Χασάν-Μπαμπά έπειτα από εντολή του Αχμέτ Κιουπρουλή ζητώντας την υποταγή των Μανιατών( Το 1667 στα πλαίσια τουΕνετικοτουρκικού πολέμου,ένας αριθμός Μανιατών έφθασε στό τουρκικό στρατόπεδο του μεγάλου βεζίρη, πού πολιορκούσε τό Χάνδακα καί προσπάθησαν να καταστρέψουν τα εχθρικά κανόνια και να πυρπολήσουν τουρκικές γαλέρες).

Η πρόταση του Χασάν-Μπαμπά εξόργισε τους Μανιάτες οι οποίοι επιτέθηκαν στον στόλο και τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή.

Το 1819 έπειτα από ενέργειες του Φιλικού Χριστόφορου Περραιβού ο οποίος διέμενε στους Δολούς, υπογράφεται στον πύργο των Κιτριών από τις 3  δυνατές οικογένειες της Μάνης, τους Μαυρομιχάληδες τους Γρηγοράκηδες και τους Τρουπάκηδες, γενική ‘Τρέβα’ (ανακωχή) μεταξύ τους, για να οργανωθεί ο πόλεμος για την Ανεξαρτησία.

Από τις Κιτριές στις 23 Μαρτίου (ήδη απο το απόγευμα της 22 Μαρτίου) ξεκίνησε η διαδικασία απελευθέρωσης της Καλαμάτας από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στις 20 Ιουνίου του 1826 ο Ιμπραήμ βομβάρδισε τις Κιτρίες τον Άγιο Δημήτριο και την Τραχήλα στα πλαίσια του αντιπερισπασμού που προσπάθησε να δημιουργήσει, για να εμποδίσει την συγκέντρωση των Μανιατών στη Βέργα του Αρμυρού.

Ένα χρόνο αργότερα στις 26 Ιουλίου 1827, ο Ιμπραήμ θα βομβαρδίσει ξανά τις Κιτριές ρίχνοντας πάνω από 1700 κανονιοβολισμούς.

Στην είσοδο των Κιτριών, δίπλα από τον πύργο των Μπέηδων υπάρχει η εκκλησία των Αγίου Κων/νου και Ελένης. Κατασκευάστηκε το 1730 και αποτελεί το παλαιότερο κτίσμα των ΚιτριώνΣε αυτή την εκκλησία έγινε, κατά το 1825, η χειροτονία των τεσσάρων αντικανονικών επισκόπων της Μάνης από τον Μητροπολίτη ΖαρνάταςΓαβριήλ Φραγκούλη για τις χηρεύουσες επισκοπές, τον Άνθιμο για την επισκοπή Πλάτσας, τον Ιωαννίκιο για την επισκοπή Μηλέας και Καστάνιας, τον Ιωσήφ για την επισκοπή Μαΐνης και τον Προκόπιο για την επισκοπή Ανδρούβιστας.

Η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στις Κιτριές

Κάθε χρόνο στις 23 Μαρτίου τελείται δοξολογία στον ναό, σε ανάμνηση των Μανιατών, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στις Κιτριές, την παραμονή της απελευθέρωσης της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821 και κίνησαν για να την ελευθερώσουν από τα τουρκικά στρατεύματα.

Παραδίπλα από τον όρμο των Κιτριών, στο ακραίο τμήμα του ΄βουνού κεφάλι (κεφαλοβούνι), βρίσκεται ο φάρος των Κιτριών. Κατασκευασμένος το 1892 αποτελεί τον έναν από τους τρεις πέτρινους φάρους που υπάρχουν στη Μάνη( Οι άλλοι δύο είναι του Γυθείου και του Ταινάρου).

Ο Φάρος των Κιτριών

Οι Κιτριές διαθέτουν δύο παραλίες, τον Αϊ Γιάννη και το Πλυμονάρι. Η πρώτη βρίσκεται στα αριστερά του οικισμού προς τη μεριά του φάρου, ενώ η δεύτερη είναι στην είσοδο του οικισμού, κάτω από τον πύργο των Κιτριών.

Απογραφές:

Κιτριαί-Καλλιανέικα: 1853: 61 κατ. , 1861: 61 κατ., 1879: 50 κατ. , 1889: 20 κατ. , 1896:28 κατ. , 1907: 39 κατ. , 1920: 47 κατ. , 1928: 53 κατ. , 1940: 86 κατ. , 1951: 159 κατ. , 1961: 57 κατ. , 1971: 29 κατ. , 1981: 65 κατ.

ΠΗΓΕΣ

  • Σοφίας Καπετανάκη, «Ο Καστρόπυργος του Τζανέτμπεη Κουτήφαρη στίς Κιτριές», Ιθώμη 28
  • Γιάννη Σαΐτα, «οι τρεις πέτρινοι Φάροι» Εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
  • Δικαίου Βαγιακάκου, « Ο Ιμπαραήμ εναντίον της Μάνης»
  • Α.Γ. Κουτσιλιέρη «Ιστορία της Μάνης»
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη, «Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, 15ος – 19ος αιώνας»

Στροντζά (Προσήλιο)

Στους πρόποδες του Ταϋγέτου, σε υψόμετρο 300 περίπου μέτρων και σε απόσταση 15 km από την πόλη του Γυθείου βρίσκεται το χωριό Στροντζά ή Προσήλιο του Νομού Λακωνίας. Μέσα σε μια κατάφυτη περιοχή, το χωριό αποτελεί έναν πολύ όμορφο οικιστικό σύνολο.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Η πρώτη ιστορική αναφορά του χωριού βρίσκεται στα 1700 από τους Βενετούς Grimani. Η βενετική απογραφή αναφέρει χαρακτηριστικά:

Παρατηρούμε δηλαδή ότι στην πρώτη του γνωστή απογραφή το χωριό είχε 97 κατοίκους στα 1700. Οι Βενετοί μάλιστα το τοποθετούσαν διοικητικά στην Επάνω ή Έξω Μάνη.Καταγράφεται ως Stronza. Περί του ονόματος του χωριού κατά πάσα πιθανότητα είναι Σλαβικό κατάλοιπο.

Το 1715 μετά την φυγή των Βενετών από την Λακωνία λόγω της ήττας από τους Τούρκους, ο πρωθυπουργός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Νταμάντ Αλή προκειμένου να περιορίσει τους επιθετικούς Μανιάτες εγκατέστησε Τουρκαλβανούς στο κάστρο της Βαρδούνιας και στα υπόλοιπα Μπαρδουνοχώρια (τα χωριά που υπάγονταν στο κάστρο). Εκεί δημιουργήθηκαν ισχυροί πυλώνες αντίστασης και εποπτείας μιας και οι Τουρκαλβανοί ήταν ιδιαίτερα σκληροί. Η Στροντζά δεν αποτέλεσε εξαίρεση και χτίστηκαν μάλιστα 3 κατά άλλους δύο πύργοι γύρω από το χωριό οι οποίοι για την εποχή τους θεωρούνταν πολύ ισχυροί. Μάλιστα ο W. Leake αναφέρει στην περιήγησή του «70 σπίτια όλα Τούρκικα» γύρω στα 1815.

Προεπαναστατικά η Στροντζά ήταν γνωστή για την δημιουργία μπαρουτιού αν κρίνουμε από το δημώδες:

«πάρτε μπαρούτι από την Στροντζά και βόλια από την Άρτα

Και παλικάρια διαλεχτά από την μικρή Καστάνια»

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 οι Τουκοβαρδουνιώτες εγκατέλειψαν τον οικισμό για να οχυρωθούν στην Τρίπολη ή στον Μυστρά ή σε άλλα κάστρα της επιλογής τους. Η περιοχή καταλήφθηκε από Μανιάτες κυρίως από την οικογένεια Πατσουράκου. Βέβαια με την πάροδο των ετών συσσωματώθηκαν και άλλοι πληθυσμοί στον τόπο. Αναφορά για την Στροτζά, είναι σε έγγραφο της 31 Μαΐου 1822, περί της καταγραφής της δημοπρασίας του εθνικού λαδιού επαρχίας Μυστρά του έτους 1821, όπου η “Στρότζα” αναφέρεται ότι προσφέρει 10.000 οκάδες λάδι.

Το 1829 ο οικισμός καταγράφεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή που ήρθε για έρευνες στην Πελοπόννησο.

Στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου Μελιτίνης του 1872 και 1873, στη Στροτζά φαίνονται εγγεγραμμένοι 62 και 63 εκλογείς αντίστοιχα και διαβάζουμε τα ονόματα: Βαφάκος, Βαφεάκος, Γρηγοράκος, Διακουμάκος, Καραμπέρης, Κατάβωλος, Κορωνάκος, Κοτολέβας, Κρητικός, Λιακουνάκος, Μακροδημήτρης, Μονεμβασίτης, Μονοβασίτης, Μοσταφέλος, Μουσταφέλος, Μουτζαφέλος, Μπαροδημήτρης, Παναγιωτακάκος, Παναγιωτάκος, Παβαγιωτάκος, Πατζούρης, Πατσούρης, Ρουμελιώτης, Σκορδιάς, Σπυριδάκος, Σταματάκος, Τζικινάκος, Τσικινάκος και Χίος.

Από τα παραπάνω επώνυμα γίνεται φανερό πως μετά την επανάσταση το χωριό δέχθηκε πλήθος νέων κατοίκων από άλλα μέρη της Ελλάδας που ήρθαν στην Λακωνία για μια καλύτερη ζωή με την δημιουργία του Νέου Ελληνικού κράτους. Τέτοιοι ήταν Ρουμελιώτες, Μονεμβασίτες, Χιώτες ακόμα και Κρήτες. Τα επώνυμα τους είναι προσδιοριστικά του τόπου προέλευσής τους.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τις συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή με τους Βαυαρούς του Όθωνα για το ζήτημα της φορολογίας. Ζήτημα επίκαιρο ως τις μέρες μας. Εκεί πρωταγωνίστησε η οικογένεια Πατσουράκου όπου και νίκησε τα κρατικά στρατεύματα.

Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 80/28-12-1836 η Στρουζά ανήκει στην Διοίκηση Λακεδαίμονος, στον Δήμο Κροκεών με έδρα την Πετρίνα και το 1860 η Στροτζά μεταφέρεται διοικητικά στον Δήμο Μελιτίνης, με έδρα τον Άγιο Νικόλαο.

Στις 31-8-1912 με Βασιλικό Διάταγμα, αναγνωρίσθηκε η κοινότητα Στροντζάς που συμπεριλάμβανε και τον οικισμό της Ρόζοβας. Το 1920 η Στροτζά υπάγεται στην επαρχία Λακεδαίμονος, στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Νικολάου της υποδιοίκησης Λεβετσόβων της Διοικήσεως Λακωνίας, στο Ειρηνοδικείο Μελιτίνης, στο Πρωτοδικείο και Εφορία Σπάρτης. Στις 23-3-1925 με Προεδρικό Διάταγμα αποσπάσθηκε η Ρόζοβα από την Κοινότητα Στροτζάς.

Το Πάσχα του 1925 ή 1926 οι κάτοικοι είχαν κάτσει στην κουφάλα (η σημερινή η πλατεία του χωριού) και συζητούσαν για να αποφασίσουν το νέο όνομα του χωριού. Εκεί στη κουβέντα έκανε την εμφάνιση του ο φοιτητής της ιατρικής Π. Τριτάκης και σαν σπουδαγμένος που ήταν, τον ρώτησαν για την γνώμη του. Αυτός, βλέποντάς τους όλους να κάθονται στον ήλιο και ο ήλιος να λούζει όλο το χωριό, τους αποκρίθηκε: Ηλιόλουστο ή Προσήλιο. Έτσι λοιπόν οι άρχοντες του χωριού αποφάσισαν Προσήλιο, όνομα και πράγμα.Με Προεδρικό Διάταγμα, στις 19-7-1928, μετονομάσθηκε η Στροντζά σε «Προσήλιον».

Με Βασιλικό Διάταγμα, στις 7-10-1938, διαλύθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο Προσηλίου «λόγω της επιδεικνυόμενης υπό των μελών αυτού μεγάλης ραθυμίας» διορίσθηκε τριμελής διοικούσα επιτροπή εκ των δημοτών 1) Ορέστου Αθ. Παναγάκη ως Προέδρου, 2) Βασιλείου Μιχ. Μουσταφέλου και 3) Δημητρίου Γ. Πατσουράκου ως μελών.

Τέλος με τον Νόμο 2539/1997 το Προσήλιο εντάχθηκε στον Δήμο Σμύνους και με τον Νόμο 3852/2010 ενσωματώθηκε στον Δήμο Ανατολικής Μάνης.

Από την Στροντζά ή Προσήλιο προέρχονται και οι συγγραφείς Γιάννης Ρουμελιώτης και Ευάγγελος Τριτάκης.

Η πορεία του πληθυσμού του χωριού φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

ΕΤΟΣ

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΝΔΡΕΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

1846

80

1851

124

1879

211

107

104

1900

257

1907

322

157

165

1920

358

166

192

1928

341

158

183

1940

383

169

214

1951

295

1971

147

1981

80

50

30

1991

104

46

58

2001

168

80

88

ΠΗΓΕΣ

Επώνυμα Και Τοπωνύμια Του Παρελθόντος Στη Μάνη

Το πέρασμα των αιώνων οδήγησε ένα μεγάλο μέρος επωνύμων και τοπωνυμίων να ξεχαστούν, να αλλάξουν ή ακόμα και να πάψουν να υπάρχουν μιας και πολλοί οικισμοί ή οικογένειες καταστράφηκαν από την πολυτάραχη ιστορία της περιοχής της Μάνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω προτάσεων αποτελεί η οικογένεια Γρίτση. Σε Ενετικούς καταλόγους του 1618 αναφέρονται διάφοροι οικογενειακοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και ο οικισμός Γριτσιάνικα. Μάλιστα το «Γρίτσας» ως κύριο επώνυμο ή παρωνύμιο βρίσκεται σε χρήση στην Λακωνική χερσόνησο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μιας και Γρίτσας – Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν αξιωματούχος στην Λακωνία το 1460.

Το 1808 σε διαθήκη της Μονής Ζερμπίτσης που συντάχθηκε στο Γύθειο αναφέρεται «η Μιχαλού η Γρίτσαινα αφιέρωσε το χωράφι όπου είναι εις την Σελινίτσα όπου είναι το μερδικό της και του αδερφού της». Σήμερα δεν ακούγεται στην περιοχή της Μάνης ούτε το επώνυμο Γρίτσης ούτε το τοπωνύμιο Γριτσιάνικα.

Σε όλο το μήκος της Μάνης υπήρχαν παλαιότερα μεγαλιθικοί οικισμοί που με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν είτε γιατί ήταν δυσπρόσιτοι είτε λόγω οικιστικής παρακμής. Ο εγκαταλελειμμένος οικισμός Μαύριανος στην ανατολική Μέσα Μάνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουκάδικα. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε πειρατικό κρησφύγετο. Στον συγκεκριμένο τόπο έμενε και ο πειρατής Κάκαβος ο οποίος δρούσε εναντίον των Τούρκων και έμεινε μνημειώδης για τον κούρσο του.

»Αριστερά στην ρεματιά

Αντίκρυ από το κάστρο

Εκεί κοιμάται ο Κάκαβος

Με τα φλουριά γεμάτος»

Ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως η τελευταία οικογένεια που εγκατέλειψε τον οικισμό κατά την διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η οικογένεια Κουρσαράκου. Το επίθετο αυτό δείχνει την πειρατική ιστορία του οικισμού Μαύριανου. Σήμερα τα παραπάνω επώνυμα όπως Κάκαβος και Κουρσαράκος δεν ακούγονται στην Μάνη ενώ ο μεγαλιθικός οικισμός έχει πλήρως εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του.

Οικισμός Γουλάς Στη Βάθεια

Παλαιό επώνυμο επίσης το οποίο εμφανίζεται στην περιοχή του Κότρωνα κατά τα υστεροβυζαντινά χρόνια είναι το Κολοκυθάς. Στο αριστερό μέρος του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα που είναι του 17ου αιώνα υπάρχει τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στην οποία αναγράφεται «δέησις Θεοδώρου Κολοκυθά». Επίσης στον ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Λάγια σε τοιχογραφία του Αγίου Βλάση αναγράφεται «και εβοήθισε ο γιόργης κολοκυθάς ένα βόδη». Προφανώς ήταν προφορά για την ανοικοδόμηση ή την αγιογράφηση.

Είναι άγνωστο επισήμως αν το επώνυμο αυτό συσχετίζεται με το όνομα Κολοκυθιά (πρώην δήμος του Κότρωνα) της ανατολικής Μάνης ή αν είναι σύμπτωση. Δεν είναι γνωστό αν η περιοχή πήρε το όνομα από την οικογένεια ή το αντίθετο. Κάποιοι συσχετίζουν αυτήν την οικογένεια με την οικογένεια Κολοκυθά της Τραπεζούντας που μετά την πτώση της όπως άλλες κατέφυγαν στην Μάνη.

Σήμερα, από παράδοση κυρίως, αποκαλούμε Κολοκυθιά την περιοχή του Κότρωνα, κάστρο Κολοκυθιάς, τα Λουκάδικα, ενώ ως επώνυμο ή παρωνύμιο δεν ακούγεται στην Μάνη.

Παλαιό τοπωνύμιο στην περιοχή της Μάνης, στα σύνορά της για την ακρίβεια, είναι τα Γουλιάνικα. Το τοπωνύμιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Κόκκινα Λουριά. Πιθανόν να προέρχεται από την λέξη Koule (σημαίνει πύργος) και παράφραση αυτού στην μανιάτικη διάλεκτο το Γουλάς. Μάλιστα δεν αποκλείεται εκεί να διέμενε οικογένεια με το όνομα Γουλάκης (ανάλογο του Καστρινός) μιας και οι μικροί οικισμοί ήταν οικογενειακοί ενώ η κατάληξη -ιάνοι και –ιάνικα είναι καταλήξεις οικογενειακών ονομάτων στην λατινική – ενετική γλώσσα.

Ο παραπάνω οικισμός ο οποίος σήμερα δεν κατοικείται καταγράφεται σε διάφορους καταλόγους της ενετοκρατίας στους οποίους αναφέρεται ως ενοικιαζόμενη γη από ισχυρούς άνδρες της Κελεφάς όπως τον Πέτρο Αβραμάκη το 1704 και τον Γρηγόρη Κυριακουλάκη το 1705. Σήμερα το επώνυμο αυτό δεν συναντάται στην Μάνη παρά μόνο το Γουλάκος στην Μέσα ανατολική Μάνη και δεν φαίνεται να έχει σχέση με την παραπάνω οικογένεια του οικισμού Γουλιάνικα.

ΠΗΓΕΣ

  • Κώστα Κόμη «Φορολογικά Κατάστιχα Μάνης – Μπαρδούνιας»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ κοινωνική οργάνωση και ζωή»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ Τα κάστρα και οι πύργοι περιδιαβάσεις ιστορίας»
  • FACEBOOK ομάδα Μάνη παλιές φωτογραφίες -Φωτο Πέτρος Ξυμητήρης-Οικισμός Ολυμπιές 1967

Μεγάλη Καστάνια

Kastania

Η Μεγάλη Καστάνια (ή Καστάνια ή Καστανέα) είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης, στην περιοχή του Λέυκτρου, το οποίο βρίσκεται 50 χλμ. νότιο-ανατολικά της Καλαμάτας.

Είναι κτισμένο κάτω από την κορυφή Μαυροβούνα του Ταϋγέτου σε υψόμετρο 560 μ.

Η φυσική οχυρή του θέση ανάμεσα σε τρεις πλαγιές έδινε την δυνατότητα στους κατοίκους του χωριού, να βρίσκουν καταφύγιο στον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου όταν απειλούνταν από επιδρομές.

Αναφέρεται για πρώτη φορά ώς οικισμός σε γραπτή μαρτυρία του 1278.

Ο Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή που επισκέφθηκε την Καστανέα το 1670 περίπου, αναφέρει πως το χωριό έχει 300 σπίτια με κεραμοσκεπές, χτισμένα ανάμεσα στις ελιές. Αναφέρει επίσης πώς έχει πολλές »πηγές νερού» και »γοητευτικούς ανθρώπους». Ένας άλλος μεγάλος περιηγητής ο Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ δεν επισκέφθηκε το χωριό γιατί ο τοπικός Καπετάνιος Κωνσταντίνος Δουράκης είχε έρθει σε τριβή με τον Μπέη Αντώνη Γρηγοράκη, ο οποίος είχε υπο την προστασία του τον Ληκ κατά την επίσκεψή του μέσα στη Μάνη. Αναφέρει βέβαια το χωριό ως ένα από τα μεγαλύτερα της Μάνης.

Η Καστανέα εκείνη τη εποχή αριθμούσε 400 αρματωμένους άνδρες.

Είναι το χωριό με τις περισσότερες βυζαντινές εκκλησίες στη Μάνη (δέκα στον αριθμό).

  • Άγιος Πέτρος στο Βόρειο τμήμα του χωριού,
  • Ναός του Ταξιάρχη, ΝΔ του χωριού
  • Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία
  • Ναός Αγίου Νικολάου στης Μαρούλαινας
  • Άγιος Προκόπιος
  • Άγιος Γεώργιος στην πλαγιά πάνω από το χωριό
  • Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος στην είσοδο του οικισμού
  • Άγιος Νικόλαος (τρικάμπανος)
  • Άγιος Στράτηγος, ανάμεσα στην Σαϊδόνα και την Καστάνια
  • Άγιος Νικόλαος (Διώροφος)

Μάλιστα υπάρχει στο χωριό και η μία από τις δύο διώροφες χριστιανικές εκκλησίες, σε ολόκληρη την Ευρώπη( Άγιος Νικόλαος) .

Στο χωριό βρίσκεται ο πύργος του Καπετάν Κωνσταντή Δουράκη (κτίσμα του 18ου αι.), στον οποίο φιλοξενήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κατά την περίοδο του διωγμού των κλεφτών. Από εδώ επίσης διέφυγε, το Μάρτιο του 1806, προς την Ελαφόνησο και από εκεί στην Ζάκυνθο, συνοδευόμενος από το Β. Βενετσανάκη και τη μητέρα του Τζανετάκη Γρηγοράκη.

Απογραφές:

Μεγάλη Καστάνια : 1844: 348 κατ. , 1853: 450 κατ. , 1861: 435 κατ., 1879: 503 κατ. , 1889: 468 κατ. , 1896: 512 κατ. , 1907: 477 κατ. , 1920: 501 κατ. , 1928: 528 κατ. , 1940: 541 κατ. , 1951: 400 κατ. , 1961: 364 κατ. , 1971: 277 κατ. , 1981: 205 κατ.

Πόρτο Κάγιο

Το Πόρτο Κάγιο είναι ένα γραφικό ψαροχώρι της Μέσα Μάνης, 39 χλμ. νότια της Αρεόπολης. Βρίσκεται στην περιοχή του Ταινάρου και αποτελεί το επίνειο του χωριού Πάληρος.

Η επιφάνεια του λιμανιού φτάνει το 1 χλμ², το άνοιγμα του λιμανιού του έχει μήκος περίπου 220 μέτρων και είναι το νοτιότερο φυσικό λιμάνι της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Κατά την αρχαιότητα λεγόταν Ψαμαθούς (και όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι Ψωμαθιάς) από την αρχαία λέξη Ψάμαθος, που σημαίνει θαλάσσια άμμος .

Η αρχαία αυτή ονομασία της περιοχής επιβίωσε και σε διάφορα τοπικά δημοτικά τραγούδια. Παρακάτω σάτιρα…

Ε Γιάννακα η κεφάλα σου

Που ναι σα κολοκύθα

Εδιάηκες στον Ψωμαθιά

Κι έβγαλες παραμύθια

Το σύγχρονο όνομα Πόρτο Κάγιο  πηγάζει από τις λέξεις Πόρτο=λιμάνι και Κάγιο η οποία αποτελεί παραφθορά της λατινικής λέξης  Quaglie=ορτύκι. Το όνομα αυτό δόθηκε λόγω της αποδημίας των ορτυκιών, τα οποία περνούν από την περιοχή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους.

Αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της Μάνης, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Φοίνικες, οι Μίνωες, οι Κύλικες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, οι Φράγκοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι και άλλοι λαοί που πέρασαν από την περιοχή, ως φυσικό αραξοβόλι.

Υπήρξε ορμητήριο πειρατών καθώς επίσης και του Λάμπρου Κατσώνη κατά τον 18º αι., ο οποίος με τη βοήθεια των Μανιατών οχύρωσε το Πόρτο Κάγιο και το χρησιμοποίησε ως βάση για τις εξορμήσεις του.

Το 1481 αποχώρησε από το Πόρτο Κάγιο ο Κροκόδειλος Κλαδάς για τη Νάπολη της Ιταλίας, το 1614 έγινε μεγάλη μάχη ανάμεσα σε Τούρκους και Μανιάτες, το 1834 στο λιμανάκι του Πόρτο Κάγιο αποβιβάστηκε μοίρα στόλου των Βαβαρών σταλμένη από τον Όθωνα  για να υποτάξει τους ανυπάκουους Μανιάτες. Σκοτώθηκαν πολλοί Μπαβαροί που είναι θαμμένοι στον τόπο που σήμερα οι ντόπιοι ονομάζουν «Μπαβαρούς», νότια του Πορτοκάγιο.

Πριν επέλθει η απελευθέρωση της Ελλάδας ξεκίνησε ο ανταγωνισμός μεταξύ των Μιχαλακιάνων (Βάθειας – Λάγιας) και των κατοίκων του Παλίρου με επικεφαλή την οικογένεια Γρηγορακάκη για τον έλεγχο της παραλίας. Η διαμάχη αυτή είχε πολλά θύματα και πολλά από αυτά μάλιστα ήταν ήρωες της επανάστασης του 1821 όπως ο οπλαρχηγός Ηλίας Δεκουλάκος.