Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΕΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΚΗΣ ΠΕΤΡΙΝΑΣ

Αναδημοσίευση άρθρου Ιορδάνη Δημακόπουλου (διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου)

%cf%83%cf%87%ce%b5%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%bc%ce%bc%ce%b1

Σχεδιάγραμμα του χωριού Πετρίνα

Ή Κώμης «Εκφρασις τοϋ συνδεομένου προς τους Παλαιολόγους «νομοφύλακος ‘Ιωάννου
διακόνου τοϋ Ευγενικού» έχει συνταχθεί, ίσως στό β’τέταρ. τοϋ 15ου αι.,
μετά άπό επιτόπια επίσκεψη και μέ αφορμή τήν ανάληψη θέσεως ή καί παροχή δικαιωμάτων
άμεσα ή έμμεσα σχετιζομένων μέ τή Λακωνική Πέτρινα, τή «χρηστή κώ-
μη’Ότήν όποια καί αναφέρεται.Παρά τή σημασία τοϋ κειμένου γιά τήν ανασύνθεση
της είκόνας ‘ενός υστεροβυζαντινού χωριού ή τήν ιστορική γεωγραφία καί μνημειακή
τοπογραφία της περιοχής του, ή «Εκφρασις δέν είχε απασχολήσει τήν έρευνα.
Σ’αυτήν περιέχεται πάντως καί ή αρχαιότερη μνεία ενός κοινοτικού πύργου,
πoύ βρισκόταν επάνω σέ λόφο, στό μέσον τού χωριού, καί είχε κτισθεί άπό
τους κατοίκους,οι όποιοι μάλιστα τόν είχαν ήδη χρησιμοποιήσει γιά τήν άντί-
μετώπυη επιδρομέων άπό γειτονική περιοχή.

Στά 1554, ή Πέτρινα εμφανίζεται στό χάρτη τού Agnese (Petina), ένώ ό Άμβρ.
Φραντζής καταχωρεί τρείς πύργους στον προεπαναστατικό οικισμό, στον κατάλογο
των πύργων των Τουρκαλβανών της Μπαρδούνιας, πού είχαν εγκατασταθεί εκεί άπό
τό 1715 γιά νά τήν εγκαταλείψουν πανικόβλητοι στις πρώτες ημέρες τού ‘Αγώνα.
Στά 1892,0 Κ. Νεστορίδης,στήν πρώτη έκδοση της ‘Εκφράσεως, σημειώνει, μέ τήν
ίδια όμως ανακρίβεια,τήν ύπαρξη θεμελίων, δήθεν, τοϋ πύργου μέσα στό χωριό.

%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1-2

ο πύργος της βυζαντινής περιόδου από τo Google Earth – street view

«Ομως, στή σημερινή Πέτρινα, δ μοναδικός πύργος πού εξακολουθεί νά υφίσταται,
καί μάλιστα άθικτος σχεδόν καί ακέραιος, είναι ακριβώς ό Παλαιολόγειος πύργος
της. ‘Υψώνεται επιβλητικότατος μέσα σέ μεγάλη αυλή,πάνω στην δδ. Θαλή Κουτού-
πη (βλ. τοπογρ., άρ. 1), προς Ν της κεντρικής πλατείας (άρ. 8). Ή θέση του
πάνω σ’έναν άπό τους λόφους της Πετρίνας, σέ συνδυασμό προς τήν Παναγίτσα,τήν
παλιότερη εκκλησία τού χωριού, πολύ χαμηλότερα (άρ. 2), ένα δρομικό κτίσμα στεγασμένο
μέ οξυκόρυφη καμάρα ενισχυμένη μέ σφενδόνιο,πού πρέπει νά ταυτισθεί μέ
μιά άπό τις τρείς εκκλησίες πού μνημονεύει δ Ευγενικός, προσδιορίζει τή θέση
καί τή σημαντική έκταση πού κάλυπτε ή υστεροβυζαντινή Πέτρινα.

παραδοσιακό σπίτι στην Πετρίνα (http://www.exploring-greece.gr)

Τό κτήριο, μοναδικό είδος πύργου της εποχής, παρουσιάζει συγκεκριμένες όμοιότητες προς τά αρχοντικά καί σπίτια τοϋ Μυστρά, καθώς όμως και προς έναν τύπο πύργων
τοϋ τουρκοκρατούμενου Μοριά,ή ύπαρξη και. διάδοση των όποιων μαρτυρεΐται άπό
τό 1671. Πρόκειται γιά άνωγοκάτωγο,πλατυμέτωπο κτίσμα, τοϋ τύπου Β πού διακρίνει
δ ‘Ορλάνδος στο Μυστρά, έξ. διαστ. 6 Χ 14 μ.καί ύψους 10 μ., περίπου,μέ κα-
μαροσκέπαστο Ισόγειο, μέ δύο τοξωτά ανοίγματα στή βόρεια πλευρά, καί μεγάλη αίθουσα
(τρίκλινος) στον όροφο,μέ δυό άντικρυστά θυρώματα εισόδου καί επτά συνολικά
παράθυρα. Σέ επαφή προς τή νότια πλευρά του, υφίσταται καί δεύτερο όρθογώ-
νικδ κτίσμα, λίγο στενότερο, μέ καμαροσκέπαστο ισόγειο καί αρχικό όροφο, τό όποιο
όμως φαίνεται μάλλον νά αποτελεί, μαζί μέ τήν έξ.σκάλα του καί ένα ημικυκλικό
«κλουβί», μεταγενέστερη προσθήκη. Οι τοίχοι είναι κτισμένοι μέ αργούς λίθους
καί πήλινα όστρακα καί μόνον στις γωνίες υπάρχουν λαξευτοί γωνιόλιθοι. «Ολα
τά ανοίγματα είναι τοξωτά,μέ όρθογωνικά όμως πλαίσια,πάνω άπό τό άνώφλι των
όποιων εκτείνεται ανακουφιστικό ημικυκλικό τόξο, άπό εναλλάξ αψιδόλιθους καί
πλίνθους, τριγυρισμένο άπό λεπτή ταινία τούβλων. Στά στηθαία των παραθύρων, καθώς
καί στην όρθογωνική καταχύστρα,πάνω καί πλάγια στό θύρωμα της βόρειας πλευράς,
προεξέχουν ζεύγη μεγάλων πέτρινων φουρουσιών,ειδικού προορισμού. Ή προσπε’-
λαση, κατευθείαν στον όροφο,γινόταν μέ αιρετή σκάλα ή μέ συνδυασμό κτιστής σκάλας,
σέ απόσταση, καί αιρετού σανιδώματος. ‘Εκατέρωθεν των παραστάδων της εισόδου
στον δροφο, εκεί ακριβώς όπου σέ κτήρια του Μυστρά υπήρχαν πλίνθινοι σταυροί
μέσα σέ πλαίσιο άπό τούβλα, εδώ έχουν έντοιχισθεϊ άποτμήματα επιτύμβιων μάλλον
στ»|^ών, μέσα σέ πλαίσιο,μέ παραστάσεις ανδρικής καί γυναικείας μορφής,αντίστοιχα,
πού πρέπει νά προέρχονται άπό τό κοντινό Γύθειο,τήν παράκτια εκείνηπεριοχή γιά τήν όποια ό Ευγενικόςαναφέρει «τείχους ίχνη καί πύργων καί θεάτρου καί οικημάτων αρχαιοτάτων καί αγαλμάτων λείψανα» .

Παρατηρήσεις

Η Πετρίνα σήμερα υπάγεται στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Ωστόσο επί Τουρκοκρατίας υπαγόταν στα Βαρδουνοχώρια τα οποία τα κατείχαν οι Τούρκοι. Ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει τρεις πύργους στους οποίους διέμεναν Τούρκοι και Αλβανοί αγάδες. Σήμερα δεν σώζονται άλλοι πλην του αναφερόμενου. Το ύψος του 10μ, θεωρείται αρκετά ψηλό μιας και την εποχή που χτίστηκε τα περισσότερα σπίτια της περιοχής δεν ξεπερνούσαν τα 5μ.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιορδάνη Δημακόπουλου «ο Παλαιολόγειος Πύργος της λακωνικής Πετρίνας» 5ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και τέχνης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1985.
  2. Google Earth – street view
Advertisements

Στροντζά (Προσήλιο)

Στους πρόποδες του Ταϋγέτου, σε υψόμετρο 300 περίπου μέτρων και σε απόσταση 15 km από την πόλη του Γυθείου βρίσκεται το χωριό Στροντζά ή Προσήλιο του Νομού Λακωνίας. Μέσα σε μια κατάφυτη περιοχή, το χωριό αποτελεί έναν πολύ όμορφο οικιστικό σύνολο.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Η πρώτη ιστορική αναφορά του χωριού βρίσκεται στα 1700 από τους Βενετούς Grimani. Η βενετική απογραφή αναφέρει χαρακτηριστικά:

Παρατηρούμε δηλαδή ότι στην πρώτη του γνωστή απογραφή το χωριό είχε 97 κατοίκους στα 1700. Οι Βενετοί μάλιστα το τοποθετούσαν διοικητικά στην Επάνω ή Έξω Μάνη.Καταγράφεται ως Stronza. Περί του ονόματος του χωριού κατά πάσα πιθανότητα είναι Σλαβικό κατάλοιπο.

Το 1715 μετά την φυγή των Βενετών από την Λακωνία λόγω της ήττας από τους Τούρκους, ο πρωθυπουργός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Νταμάντ Αλή προκειμένου να περιορίσει τους επιθετικούς Μανιάτες εγκατέστησε Τουρκαλβανούς στο κάστρο της Βαρδούνιας και στα υπόλοιπα Μπαρδουνοχώρια (τα χωριά που υπάγονταν στο κάστρο). Εκεί δημιουργήθηκαν ισχυροί πυλώνες αντίστασης και εποπτείας μιας και οι Τουρκαλβανοί ήταν ιδιαίτερα σκληροί. Η Στροντζά δεν αποτέλεσε εξαίρεση και χτίστηκαν μάλιστα 3 κατά άλλους δύο πύργοι γύρω από το χωριό οι οποίοι για την εποχή τους θεωρούνταν πολύ ισχυροί. Μάλιστα ο W. Leake αναφέρει στην περιήγησή του «70 σπίτια όλα Τούρκικα» γύρω στα 1815.

Προεπαναστατικά η Στροντζά ήταν γνωστή για την δημιουργία μπαρουτιού αν κρίνουμε από το δημώδες:

«πάρτε μπαρούτι από την Στροντζά και βόλια από την Άρτα

Και παλικάρια διαλεχτά από την μικρή Καστάνια»

Με την έκρηξη της επανάστασης του 1821 οι Τουκοβαρδουνιώτες εγκατέλειψαν τον οικισμό για να οχυρωθούν στην Τρίπολη ή στον Μυστρά ή σε άλλα κάστρα της επιλογής τους. Η περιοχή καταλήφθηκε από Μανιάτες κυρίως από την οικογένεια Πατσουράκου. Βέβαια με την πάροδο των ετών συσσωματώθηκαν και άλλοι πληθυσμοί στον τόπο. Αναφορά για την Στροτζά, είναι σε έγγραφο της 31 Μαΐου 1822, περί της καταγραφής της δημοπρασίας του εθνικού λαδιού επαρχίας Μυστρά του έτους 1821, όπου η “Στρότζα” αναφέρεται ότι προσφέρει 10.000 οκάδες λάδι.

Το 1829 ο οικισμός καταγράφεται από την Γαλλική Επιστημονική Αποστολή που ήρθε για έρευνες στην Πελοπόννησο.

Στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου Μελιτίνης του 1872 και 1873, στη Στροτζά φαίνονται εγγεγραμμένοι 62 και 63 εκλογείς αντίστοιχα και διαβάζουμε τα ονόματα: Βαφάκος, Βαφεάκος, Γρηγοράκος, Διακουμάκος, Καραμπέρης, Κατάβωλος, Κορωνάκος, Κοτολέβας, Κρητικός, Λιακουνάκος, Μακροδημήτρης, Μονεμβασίτης, Μονοβασίτης, Μοσταφέλος, Μουσταφέλος, Μουτζαφέλος, Μπαροδημήτρης, Παναγιωτακάκος, Παναγιωτάκος, Παβαγιωτάκος, Πατζούρης, Πατσούρης, Ρουμελιώτης, Σκορδιάς, Σπυριδάκος, Σταματάκος, Τζικινάκος, Τσικινάκος και Χίος.

Από τα παραπάνω επώνυμα γίνεται φανερό πως μετά την επανάσταση το χωριό δέχθηκε πλήθος νέων κατοίκων από άλλα μέρη της Ελλάδας που ήρθαν στην Λακωνία για μια καλύτερη ζωή με την δημιουργία του Νέου Ελληνικού κράτους. Τέτοιοι ήταν Ρουμελιώτες, Μονεμβασίτες, Χιώτες ακόμα και Κρήτες. Τα επώνυμα τους είναι προσδιοριστικά του τόπου προέλευσής τους.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τις συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή με τους Βαυαρούς του Όθωνα για το ζήτημα της φορολογίας. Ζήτημα επίκαιρο ως τις μέρες μας. Εκεί πρωταγωνίστησε η οικογένεια Πατσουράκου όπου και νίκησε τα κρατικά στρατεύματα.

Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 80/28-12-1836 η Στρουζά ανήκει στην Διοίκηση Λακεδαίμονος, στον Δήμο Κροκεών με έδρα την Πετρίνα και το 1860 η Στροτζά μεταφέρεται διοικητικά στον Δήμο Μελιτίνης, με έδρα τον Άγιο Νικόλαο.

Στις 31-8-1912 με Βασιλικό Διάταγμα, αναγνωρίσθηκε η κοινότητα Στροντζάς που συμπεριλάμβανε και τον οικισμό της Ρόζοβας. Το 1920 η Στροτζά υπάγεται στην επαρχία Λακεδαίμονος, στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Νικολάου της υποδιοίκησης Λεβετσόβων της Διοικήσεως Λακωνίας, στο Ειρηνοδικείο Μελιτίνης, στο Πρωτοδικείο και Εφορία Σπάρτης. Στις 23-3-1925 με Προεδρικό Διάταγμα αποσπάσθηκε η Ρόζοβα από την Κοινότητα Στροτζάς.

Το Πάσχα του 1925 ή 1926 οι κάτοικοι είχαν κάτσει στην κουφάλα (η σημερινή η πλατεία του χωριού) και συζητούσαν για να αποφασίσουν το νέο όνομα του χωριού. Εκεί στη κουβέντα έκανε την εμφάνιση του ο φοιτητής της ιατρικής Π. Τριτάκης και σαν σπουδαγμένος που ήταν, τον ρώτησαν για την γνώμη του. Αυτός, βλέποντάς τους όλους να κάθονται στον ήλιο και ο ήλιος να λούζει όλο το χωριό, τους αποκρίθηκε: Ηλιόλουστο ή Προσήλιο. Έτσι λοιπόν οι άρχοντες του χωριού αποφάσισαν Προσήλιο, όνομα και πράγμα.Με Προεδρικό Διάταγμα, στις 19-7-1928, μετονομάσθηκε η Στροντζά σε «Προσήλιον».

Με Βασιλικό Διάταγμα, στις 7-10-1938, διαλύθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο Προσηλίου «λόγω της επιδεικνυόμενης υπό των μελών αυτού μεγάλης ραθυμίας» διορίσθηκε τριμελής διοικούσα επιτροπή εκ των δημοτών 1) Ορέστου Αθ. Παναγάκη ως Προέδρου, 2) Βασιλείου Μιχ. Μουσταφέλου και 3) Δημητρίου Γ. Πατσουράκου ως μελών.

Τέλος με τον Νόμο 2539/1997 το Προσήλιο εντάχθηκε στον Δήμο Σμύνους και με τον Νόμο 3852/2010 ενσωματώθηκε στον Δήμο Ανατολικής Μάνης.

Από την Στροντζά ή Προσήλιο προέρχονται και οι συγγραφείς Γιάννης Ρουμελιώτης και Ευάγγελος Τριτάκης.

Η πορεία του πληθυσμού του χωριού φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

ΕΤΟΣ

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΝΔΡΕΣ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

1846

80

1851

124

1879

211

107

104

1900

257

1907

322

157

165

1920

358

166

192

1928

341

158

183

1940

383

169

214

1951

295

1971

147

1981

80

50

30

1991

104

46

58

2001

168

80

88

ΠΗΓΕΣ

Επώνυμα Και Τοπωνύμια Του Παρελθόντος Στη Μάνη

Το πέρασμα των αιώνων οδήγησε ένα μεγάλο μέρος επωνύμων και τοπωνυμίων να ξεχαστούν, να αλλάξουν ή ακόμα και να πάψουν να υπάρχουν μιας και πολλοί οικισμοί ή οικογένειες καταστράφηκαν από την πολυτάραχη ιστορία της περιοχής της Μάνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω προτάσεων αποτελεί η οικογένεια Γρίτση. Σε Ενετικούς καταλόγους του 1618 αναφέρονται διάφοροι οικογενειακοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και ο οικισμός Γριτσιάνικα. Μάλιστα το «Γρίτσας» ως κύριο επώνυμο ή παρωνύμιο βρίσκεται σε χρήση στην Λακωνική χερσόνησο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μιας και Γρίτσας – Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν αξιωματούχος στην Λακωνία το 1460.

Το 1808 σε διαθήκη της Μονής Ζερμπίτσης που συντάχθηκε στο Γύθειο αναφέρεται «η Μιχαλού η Γρίτσαινα αφιέρωσε το χωράφι όπου είναι εις την Σελινίτσα όπου είναι το μερδικό της και του αδερφού της». Σήμερα δεν ακούγεται στην περιοχή της Μάνης ούτε το επώνυμο Γρίτσης ούτε το τοπωνύμιο Γριτσιάνικα.

Σε όλο το μήκος της Μάνης υπήρχαν παλαιότερα μεγαλιθικοί οικισμοί που με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν είτε γιατί ήταν δυσπρόσιτοι είτε λόγω οικιστικής παρακμής. Ο εγκαταλελειμμένος οικισμός Μαύριανος στην ανατολική Μέσα Μάνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουκάδικα. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε πειρατικό κρησφύγετο. Στον συγκεκριμένο τόπο έμενε και ο πειρατής Κάκαβος ο οποίος δρούσε εναντίον των Τούρκων και έμεινε μνημειώδης για τον κούρσο του.

»Αριστερά στην ρεματιά

Αντίκρυ από το κάστρο

Εκεί κοιμάται ο Κάκαβος

Με τα φλουριά γεμάτος»

Ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως η τελευταία οικογένεια που εγκατέλειψε τον οικισμό κατά την διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η οικογένεια Κουρσαράκου. Το επίθετο αυτό δείχνει την πειρατική ιστορία του οικισμού Μαύριανου. Σήμερα τα παραπάνω επώνυμα όπως Κάκαβος και Κουρσαράκος δεν ακούγονται στην Μάνη ενώ ο μεγαλιθικός οικισμός έχει πλήρως εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του.

Οικισμός Γουλάς Στη Βάθεια

Παλαιό επώνυμο επίσης το οποίο εμφανίζεται στην περιοχή του Κότρωνα κατά τα υστεροβυζαντινά χρόνια είναι το Κολοκυθάς. Στο αριστερό μέρος του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα που είναι του 17ου αιώνα υπάρχει τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στην οποία αναγράφεται «δέησις Θεοδώρου Κολοκυθά». Επίσης στον ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Λάγια σε τοιχογραφία του Αγίου Βλάση αναγράφεται «και εβοήθισε ο γιόργης κολοκυθάς ένα βόδη». Προφανώς ήταν προφορά για την ανοικοδόμηση ή την αγιογράφηση.

Είναι άγνωστο επισήμως αν το επώνυμο αυτό συσχετίζεται με το όνομα Κολοκυθιά (πρώην δήμος του Κότρωνα) της ανατολικής Μάνης ή αν είναι σύμπτωση. Δεν είναι γνωστό αν η περιοχή πήρε το όνομα από την οικογένεια ή το αντίθετο. Κάποιοι συσχετίζουν αυτήν την οικογένεια με την οικογένεια Κολοκυθά της Τραπεζούντας που μετά την πτώση της όπως άλλες κατέφυγαν στην Μάνη.

Σήμερα, από παράδοση κυρίως, αποκαλούμε Κολοκυθιά την περιοχή του Κότρωνα, κάστρο Κολοκυθιάς, τα Λουκάδικα, ενώ ως επώνυμο ή παρωνύμιο δεν ακούγεται στην Μάνη.

Παλαιό τοπωνύμιο στην περιοχή της Μάνης, στα σύνορά της για την ακρίβεια, είναι τα Γουλιάνικα. Το τοπωνύμιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Κόκκινα Λουριά. Πιθανόν να προέρχεται από την λέξη Koule (σημαίνει πύργος) και παράφραση αυτού στην μανιάτικη διάλεκτο το Γουλάς. Μάλιστα δεν αποκλείεται εκεί να διέμενε οικογένεια με το όνομα Γουλάκης (ανάλογο του Καστρινός) μιας και οι μικροί οικισμοί ήταν οικογενειακοί ενώ η κατάληξη -ιάνοι και –ιάνικα είναι καταλήξεις οικογενειακών ονομάτων στην λατινική – ενετική γλώσσα.

Ο παραπάνω οικισμός ο οποίος σήμερα δεν κατοικείται καταγράφεται σε διάφορους καταλόγους της ενετοκρατίας στους οποίους αναφέρεται ως ενοικιαζόμενη γη από ισχυρούς άνδρες της Κελεφάς όπως τον Πέτρο Αβραμάκη το 1704 και τον Γρηγόρη Κυριακουλάκη το 1705. Σήμερα το επώνυμο αυτό δεν συναντάται στην Μάνη παρά μόνο το Γουλάκος στην Μέσα ανατολική Μάνη και δεν φαίνεται να έχει σχέση με την παραπάνω οικογένεια του οικισμού Γουλιάνικα.

ΠΗΓΕΣ

  • Κώστα Κόμη «Φορολογικά Κατάστιχα Μάνης – Μπαρδούνιας»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ κοινωνική οργάνωση και ζωή»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ Τα κάστρα και οι πύργοι περιδιαβάσεις ιστορίας»
  • FACEBOOK ομάδα Μάνη παλιές φωτογραφίες -Φωτο Πέτρος Ξυμητήρης-Οικισμός Ολυμπιές 1967

Πόρτο Κάγιο

Το Πόρτο Κάγιο είναι ένα γραφικό ψαροχώρι της Μέσα Μάνης, 39 χλμ. νότια της Αρεόπολης. Βρίσκεται στην περιοχή του Ταινάρου και αποτελεί το επίνειο του χωριού Πάληρος.

Η επιφάνεια του λιμανιού φτάνει το 1 χλμ², το άνοιγμα του λιμανιού του έχει μήκος περίπου 220 μέτρων και είναι το νοτιότερο φυσικό λιμάνι της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Κατά την αρχαιότητα λεγόταν Ψαμαθούς (και όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι Ψωμαθιάς) από την αρχαία λέξη Ψάμαθος, που σημαίνει θαλάσσια άμμος .

Η αρχαία αυτή ονομασία της περιοχής επιβίωσε και σε διάφορα τοπικά δημοτικά τραγούδια. Παρακάτω σάτιρα…

Ε Γιάννακα η κεφάλα σου

Που ναι σα κολοκύθα

Εδιάηκες στον Ψωμαθιά

Κι έβγαλες παραμύθια

Το σύγχρονο όνομα Πόρτο Κάγιο  πηγάζει από τις λέξεις Πόρτο=λιμάνι και Κάγιο η οποία αποτελεί παραφθορά της λατινικής λέξης  Quaglie=ορτύκι. Το όνομα αυτό δόθηκε λόγω της αποδημίας των ορτυκιών, τα οποία περνούν από την περιοχή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους.

Αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της Μάνης, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Φοίνικες, οι Μίνωες, οι Κύλικες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, οι Φράγκοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι και άλλοι λαοί που πέρασαν από την περιοχή, ως φυσικό αραξοβόλι.

Υπήρξε ορμητήριο πειρατών καθώς επίσης και του Λάμπρου Κατσώνη κατά τον 18º αι., ο οποίος με τη βοήθεια των Μανιατών οχύρωσε το Πόρτο Κάγιο και το χρησιμοποίησε ως βάση για τις εξορμήσεις του.

Το 1481 αποχώρησε από το Πόρτο Κάγιο ο Κροκόδειλος Κλαδάς για τη Νάπολη της Ιταλίας, το 1614 έγινε μεγάλη μάχη ανάμεσα σε Τούρκους και Μανιάτες, το 1834 στο λιμανάκι του Πόρτο Κάγιο αποβιβάστηκε μοίρα στόλου των Βαβαρών σταλμένη από τον Όθωνα  για να υποτάξει τους ανυπάκουους Μανιάτες. Σκοτώθηκαν πολλοί Μπαβαροί που είναι θαμμένοι στον τόπο που σήμερα οι ντόπιοι ονομάζουν «Μπαβαρούς», νότια του Πορτοκάγιο.

Πριν επέλθει η απελευθέρωση της Ελλάδας ξεκίνησε ο ανταγωνισμός μεταξύ των Μιχαλακιάνων (Βάθειας – Λάγιας) και των κατοίκων του Παλίρου με επικεφαλή την οικογένεια Γρηγορακάκη για τον έλεγχο της παραλίας. Η διαμάχη αυτή είχε πολλά θύματα και πολλά από αυτά μάλιστα ήταν ήρωες της επανάστασης του 1821 όπως ο οπλαρχηγός Ηλίας Δεκουλάκος.

Οχιά (Νοχιά)

Η Οχιά είναι ένα χωριό της Μέσα Μάνης το οποίο βρίσκεται 3 χλμ δυτικά του Γερολιμένα, σε υψόμετρο 80 μ. απο τη Θάλασσα. Απέχει 26,5 χλμ απο την Αρεόπολη και 52 χλμ απο το Γύθειο. Ανήκει στον Δήμο Ανατολικής Μάνης.

Η παράδοση αναφέρει ότι ιδρύθηκε απο την οικογένεια Σμαήλη (Σμαηλιάνοι) οι οποίοι εκδιώχθηκαν απο τους Κάτω Μπουλαρίους, απο την οικογένεια Θεοδωρακάκη (Θεοδωρακιάνους) και ίδρυσαν το χωριό Οχιά.

Στη θέση του χωριού παλαιότερα υπήρξε παλαιομανιάτικος οικισμός. Πρώτη γραπτή αναφορά απαντάται σε καταλόγους το 1618.

Η Εκκλησιά της Παναγίτσας

Σήμερα στο χώρο υπάρχουν οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται στα μέσα του 12 ου αιώνα και ο ναός της Παναγίτσας

Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου(12 0ς αι.) στην Οχιά

Νοτιοανατολικά του χωριού βρίσκεται και ο Χαραμπός (σπηλαιο-βάραθρο) της Οχιάς, τον οποίο οι παλιοί κάτοικοι τον είχαν συνδέσει με τα βαθιά έγκατα όπου έμενε ο Χάρος.

Ο Χαραμπός της Οχιάς

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ

Οχιά: 1844: 101 κατ. , 1853: 109 κατ. , 1861: 134 κατ., 1879: 174 κατ. , 1889: 190 κατ. , 1896: 164 κατ. , 1907: 173 κατ. , 1920: 194 κατ. , 1928: 156 κατ. , 1940: 152 κατ. , 1951: 99 κατ. , 1961: 70 κατ. , 1971: 25 κατ. , 1981: 30 κατ.

Κιππούλα

Η Κιππούλα είναι ένα χωριό της Μέσα Μάνης το οποίο, απέχει 26 χλμ απο την Αρεόπολη και 56 χλμ απο το Γύθειο. Λανθασμένα αναφέρεται ώς Κηπούλα. Το όνομα πιθανώς προέρχεται απο την παράφραση του ονόματος της Αρχαίας Ιππόλας (Ιππόλα-Χιππούλα-Κιππούλα), η οποία βρισκόταν στην Άνω Πούλα και ήταν αφιερωμένη στην προστατιδά της, την Ιππολαΐτιδα Αθηνά (εξ’ού και το όνομα της).

Στην περιοχή τοποθετείται και το κάστρο της Μακρυνάς ή Κάστρο της Άνω Πούλας το οποίο αποτέλεσε την ακρόπολη της Ιππόλας.

Η Ιππόλα ήταν μία εκ των πόλεων του κοινού των Ελευθερολακώνων, αλλά δεν αναφέρεται απο τον Παυσανία πιθανότατα διότι τα χρόνια της περιηγησής του (το τρίτο τέταρτο του 2ου αιώνα μχ.) η πόλη είχε καταστραφεί.

Η επιγραφή όμως την οποία βρήκε ο Φόρστερ (Forster) στο Λεύκτρο της Μεσσηνιακής Μάνης το 1904 δείχνει ότι η Ιππόλα (Δυτικά της Κηπούλας-στην Άνω Πούλα) υπήρχε στα Ρωμαϊκά χρόνια και ήταν μία από τις πόλεις που ανήκαν στο Κοινό των Ελευθερολακώνων. Το απόσπασμα της επιγραφής είναι το ακόλουθο:

«…Επειδή παραγενόμενοι. δικασταί…τάς πόλιος των Ιππολαίων…Γράψαι δε και αντίγραφον τας προξενίας και αποστείλαι γράμματα ποτί ταν πόλιν των Ιππολαίων και τους εφόρους όπως αναγραφήι εις το …Ποσιδάνος…»

Αρχαία επιγραφή που αναφέρεται στους κάτοικους της Ιππόλας

Κατά την Φραγκική εποχή έγιναν κάποιες προσθήκες απο τους Φράγκους στην προυπάρουσα τείχιση του Βράχου και χρησιμοποιήθηκε απο αυτούς, ώς κέντρο ελέγχου της περιοχής.

Μεταγενέστερα το κάστρο πέρασε στα χέρια της πατριάς των Νικλιάνων, όπου έγινε προσωπικό τους ορμητήριο.

Κατά την Καποδιστριακή περίοδο πειρατές απο την Κιππούλα είχαν πλούσια δράση στην περιοχή του Cavo Grosso.

Τοίχος του κάστρου της Άνω Πούλας

Στην περιοχή της Άνω Πούλας έχουν ανακαλυφθεί υπολειμματα πιθαριού, τα οποία ανάγονται στα μεσοελλαδικά χρόνια (2000-1600 π.Χ.).

Αξιόλογες είναι οι εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής (10ου – 12ου αι.) η οποία είναι κτισμένη στο εσωτερικό του μεταγενέστερου ναού του Αγίου Δημητρίου και έχει πολλά εντοιχισμένα ανάγλυφα στο εσωτερικό της, τα οποία έχουν μεταφερθεί από το κάστρο της Άνω Πούλας.

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και στο εσωτερικό του η Αγία Παρασκευή

ΒΑ του χωριού βρίσκεται η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, η οποία κατασκευάστηκε το 1265 μχ. ενώ λίγο έξω απο το χωριό συναντάμε τον Άγιο Νικήτα, ο οποίος έχει θαυμάσιες αγιογραφίες στο εσωτερικό του.

Οι Άγιοι Ανάργυροι (c.1265 μχ.)

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ

ΚΙΠΠΟΥΛΑ: 1844: 199 κατ. , 1853: 194 κατ. , 1861: 225 κατ., 1879: 191 κατ. , 1889: 232 κατ. , 1896: 206 κατ. , 1907: 258 κατ. , 1920: 234  κατ. , 1928: 99 κατ. , 1940: 142 κατ. , 1951: 84 κατ. , 1961: 44 κατ. , 1971: 21 κατ. , 1981: 23 κατ.

Πλάτανος (Λίμπερδο)

Ο Πλάτανος ή Λίμπερδο όπως ήταν η ονομασία του και άλλαξε το 1955, είναι ένα χωριό της Κάτω Μάνης το οποίο βρίσκεται 8.5 χλμ. δυτικά του Γυθείου σε υψόμετρο 75 μ.

Χωρίζεται στην Πάνω και Κάτω χώρα. Στο κάτω μέρος του χωριού, η πλαγιά στην οποία είναι χτισμένο καταλήγει σε έναν ξεροπόταμο που λέγεται Πλατάνι. Τα χριστιανικά μνημεία του οικισμού μαρτυρούν την ύπαρξη πληθυσμιακής συγκέντρωσης απο τον 11 ο τουλάχιστον αιώνα.

Πρώτη γραπτή αναφορά εντοπίζεται στην απογραφή Grimani το 1700.

Κατά μια άλλη άποψη, η ίδρυση και η ανάπτυξη του οικισμού συνδέεται με την εγκατάσταση των Πετροπουλάκηδων στην περιοχή.

Η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου

Στο χωριό υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου καθώς και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Ο Άγιος Δημήτριος είναι βυζαντινή εκκλησία σταυροειδής, δικίονος, με τρούλο ελλαδικού τύπου. Έχει οικοδομηθεί με κανονική πλινθοπερίβλητη τοιχοδομία και στο εσωτερικό του σώζονται λείψανα γραπτού διάκοσμου του 12ου αιώνα.

Η Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου

Στα βόρεια του χωριού, σε απόσταση 1,5 χλμ. , συναντάμε τον συνοικισμό Ψαθάκια, ο οποίος κατοικείται αποκλειστικά απο την οικογένεια Οικονομάκου. Ο συνοικισμός πήρε την ονομασία του απο το χόρτο Ψαθί, που φυτρώνει σε εκείνο το σημείο. Ανάμεσα στα Ψαθάκια και στον πλάτανο υπάρχει η τοποθεσία »του Γιάννη το χωριό», όπου πήρε το ονομά της απο τον Γιάννη Κουτράκο απο τα Σκυφιάνικα, ο οποίος ήρθε εκεί και έχτισε σπίτι. Ο Γιάννης ήταν το δεύτερο απο τα τρία παιδιά της οικογένειας, ο πρώτος έφυγε και πήγε στην Επίδαυρο και άφησε απογόνους εκεί ενώ ο τρίτος πήγε σε άλλο μέρος της Μάνης.

Στην τριήμερη μάχη του Πολυαράβου, ανάμεσα στους 2000 Έλληνες που πολέμησαν υπήρχαν και τα ονόματα κατοίκων του Πλατάνου. Οι πολεμιστές αυτοί ήταν οι Πασαβιγιότης Ηλίας, Γεωργαράκος Πέτρος, Σταυριανάκος Διακουμής και Ροζολάκος Αναστάσιος.

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ

ΠΛΑΤΑΝΟΣ (ΛΙΜΠΕΡΔΟ): 1844: 115 κατ. , 1853: 123 κατ. , 1861: 141 κατ., 1879: 201 κατ. , 1889: 232 κατ. , 1896: 232 κατ. , 1907: 246 κατ. , 1920: 246 κατ. , 1928: 324 κατ. , 1940: 282 κατ. , 1951: 251 κατ. , 1961: 270 κατ. , 1971: 244 κατ. , 1981: 192 κατ.

Τα Σύνορα Της Μάνης

Η Μάνη είναι μια ιστορική περιοχή που βρίσκεται στο νότιο μέρος της Πελοποννήσου και καταλαμβάνει το μεσαίο πόδι από τα τρία που σχηματίζονται.

Έχει μήκος 75 χιλιόμετρα και καλύπτει έκταση 1800 τ. χλμ.

Εκτείνεται ανατολικά από τα Τρίνησα κοντά στο Γύθειο, στη θέση Κάκοσκάλι, ακολουθεί πορεία βορειοδυτική και συναντάει την κοίτη του βαρδούνια ποταμού ή Σμήνου και φθάνει μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου. Στη συνέχεια ακολουθεί για ένα διάστημα προς βορρά την κορυφογραμμή του βουνού αυτού και αφού περάσει το υψόμετρο 2407 μέτρα, δηλαδή την κορυφή του Προφήτη Ηλία καταλήγει δυτικά στη Βέργα κοντά στη Καλαμάτα, στο σημείο που βρίσκεται η γέφυρα του χειμάρρου Ξερίλα που πορεύεται μεταξύ του βουνού της Σέλιτσας και του βουνού της Γιάννιτσας (όπου βρίσκεται και η πινακίδα της Ιεράς Μητρόπολης Μάνης). Νότια εκτείνεται μέχρι το νοτιότερο άκρο της Ελλάδας, το ακρωτήριο Ταίναρο.

Αυτά είναι τα αληθινά σύνορα της Μάνης!

Ανατολικά βρέχεται απο τον Λακωνικό κόλπο ενώ απο τα δυτικά απο τον μεσσηνιακό κόλπο. Κατα μήκος, στο μέσο της εκτείνεται ο Ταΰγετος.

Γεωγραφικά χωρίζεται στην Έξω Μάνη, όπου είναι η περιοχή απο τη Βέργα μέχρι το Οίτυλο,την Μέσα Μάνη, την περιοχή δηλαδή απο το Οίτυλο δυτικά και τον Κότρωνα ανατολικά μέχρι το Ταίναρο και την Κάτω Μάνη, τη περιοχή απο τα Μπαρδουνοχώρια μέχρι το Σκουτάρι.

Η Μέσα Μάνη επιπλέον διαχωρίζεται σε προσηλιακή (προς-ήλιος) όπου είναι το ανατολικό κομμάτι και αποσκιερή (απο-σκιερός) όπου είναι το δυτικό κομμάτι.

Η περιοχή ήταν πάντα αυτόνομη διοιηκητικά και αποτέλεσε  ιστορικά και οικιστικά ξεχωριστή.

Η Μάνη απο το 1899 και για μια δεκαετία αποτελούσε ξεχωριστό νομό, το νομό Λακωνικής (=Μάνης). Το διοικητικό δικαστήριο Καλαμών με την υπ’αριθμών  328 αποφασή του της 3ης Αυγούστου του 1917 καθορίζει τα όρια των τότε κοινοτήτων Σελίτσης Λακωνίας και Γιαννιτσάνικων Μεσσηνίας πέραν του Χειμμάρου Ξερίλα πρός Καλαμάτα.

Με νόμο της κυβέρνησης  Μεταξά το 1937,  η Μάνη διαχωρίστηκε και μοιράστηκε ανάμεσα στους νομούς Λακωνίας και Μεσσηνίας, δημιουργώντας τον διαχωρισμό σε Μεσσηνιακή και Λακωνική Μάνη. Η δικαιολογία για το διαχωρισμό ήταν οι δυσκολίες λόγω των μακρινών αποστάσεων και της απουσίας οδικού δικτύου. Με αυτό τον τρόπο θα γινόταν πιο εύκολη η πρόσβαση απο Καλαμάτα και Σπάρτη. Ο αληθινός λόγος βέβαια ήταν η αποδυνάμωση του ενιαίου χώρου της Μάνης και των κατοίκων της, οι οποίοι ήταν σκληροτράχηλοι και αντιστεκόντουσαν σε οποιαδήποτε μορφή κεντρικής εξουσίας.

Ο  αείμνηστος Μανιάτης ακαδημαϊκός Σωκράτης Κουγέας, με καταγωγή απο τους Δολούς Αβίας ,ο οποίος υπήρξε μεγάλη μορφή του πνευματικού κόσμου εκείνης της εποχής, όταν του είπαν ότι λόγω κοντινότερης απόστασης εντάχθηκε η ΒΔ Μάνη στο νομό Μεσσηνίας είπε χαριτολογώντας:

«Για τον ίδιο λόγο θα έπρεπε να εκχωρηθεί η Κομμοτηνή κι η Ξάνθη στη Βουλγαρία».