ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΙΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η περίπτωση του Βασίλη Καργάκου

Το ακρωτήριο Ταίναρο από τη θάλασσα 1882

(WORDSWORTH, Christopher)

Είναι γεγονός ότι η περιοχή της Μάνης μέχρι προσφάτως έκανε χρήση του Εθιμικού Δικαίου εντόνως κυρίως λόγω της μη ύπαρξης για πολλά χρόνια (Τουρκοκρατία) οργανωμένης δικαστικής αρχής λόγω της αυτονομίας της. Οι οικογενειακοί πόλεμοι και το κληρονομικό δίκαιο είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της νοοτροπίας.

Στο παρόν άρθρο θα δούμε ένα περιστατικό φόνου μέσα από τα έγγραφα της περιόδου του νεότερου ελληνικού κράτους και ακολούθως θα αναλύσουμε τα συμπεράσματα που προκύπτουν μέσα από την εθιμική συμπεριφορά της εποχής.

Σε έγγραφο του αρχείου του στρατηγού Παναγιώτη Γιατράκου διαβάζουμε, (διορθωμένη η πρωτότυπη ορθογραφία του κειμένου)

ο πρόεδρος της εφορείας Ιωάννης Μίλησις και ο φρούραρχος Μονεμβασίας (ως μάρτυς) Ι. Κ. Μαυρομιχάλης 13.7.1826 (Αντίγραφο)

Περί τον Ιούλιο του 1826, ενώ ο πλοίαρχος Βασίλειος Καργάκος βρισκόταν στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη), δύο ναύτες του «συγχυσθέντες μετά τινός Τούρκου του Δουράκη, τον εφόνευσαν». Η εφορεία υποχρέωσε τον Καργάκο να καταβάλει στον Δουράκη 750 γρόσια και έδωσε το παρόν σε ένδειξη «δια να λάβει το δίκαιον του ο Βασίλειος, όθεν ανήκει και δια να αποδειχθεί ότι οι φονεύσαντες τον Τούρκο ναύται Νικολακιάνοι από το χωρίον Πύργον δεν είχον δίκαιον να ζητούν περί της αυτής υποθέσεως και να ενοχλούν τινά, διότι αυτοί φονεύσαντες τον Τούρκον έφυγον και ο Βασίλης δια αυτούς επλήρωσε ταύτα».

Στο ίδιο έγγραφο υπάρχει σημείωση «ο ανωτέρω Βασίλης Καργάκος είναι πατήρ του Δημητρίου Βασιλάκου κατοίκου Αγίου Ιωάννη του δήμου Σπάρτης, αντίγραφο την 11 7βρίου 1871 Σπάρτην»

Από το παραπάνω αρχείο προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή.

Πρώτα από όλα βλέπουμε πως οι ισχυρές οικογένειες όπως η οικογένεια Δουράκη από την Καστάνια της έξω Μάνης είχαν την δυνατότητα να έχουν στην κατοχή τους ομήρους – δούλους Τούρκους αιχμαλώτους από τα πεδία των μαχών.

Επίσης εδώ παρατηρούμε μια παλιά εθιμική διαδικασία της Μάνης στην οποία η εφορεία της Σπάρτης (συμβούλιο δημογερόντων) μέσω αιρετοκρισίας επέβαλε. Την αποζημίωση του θανάτου κάποιου προκειμένου να αποφευχθούν αντίποινα και περαιτέρω αιματοχυσία.

Οι Νικολακιάνοι ναύτες που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα ως φονιάδες  δεν είναι άλλοι από την γενιά των Νικολακιάνων του Πύργου Διρού. Τούτο επιβεβαιώνεται από το ότι ως μια από τις ισχυρές οικογένειες του χωριού υπογράφουν στις 15/8/1806 υποσχετικό σύμφωνο βοήθειας του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη.

untitled

απόσπασμα από το συμφωνητικό των οικογενειών του Πύργου το 1806 προς τον Αντωνόμπεη

Τέλος η υποσημείωση για την οικογένεια Καργάκου μας βοηθά να καταλάβουμε πως ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821 είχε αρχίσει η πληθυσμιακή μετακίνηση των Μανιατών προς την Σπάρτη και την πέριξ περιοχή καθώς αναφέρονται μέλη της στον Άγιο Ιωάννη του Μυστρά και την γύρω περιοχή το 1872 ακόμα και με παρωνύμια.

untitled

Ο Δημήτρης Βασιλάκος σε εκλογικό κατάλογο  του Αγίου Ιωάννη το 1872

ΠΗΓΕΣ

  1. Αθ. Φωτόπουλου, Οι Γιατράκοι του 1821, Αθήνα 1902, τόμ. Β’, σ. 190, έγγρ. 593 (569).
  2. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη» Ιχώρ Αθήνα 1990
  3. Αγνώστου, «Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινών της Μάνης από του 1769 και εντεύθεν : Ο Τζανέτμπεης Καπετανάκης Γρηγογάκης και η οικογένειά του», Τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ. Βαφά, 1858
  4. http://el.travelogues.gr/item.php?view=47756
  5. http://arxeiomnimon.gak.gr (Γ.Α.Κ εκλογικά συλλογής Βλαχογιάννη επαρχία Λακεδαίμονος φακ. 025)
  6. https://maniatika.wordpress.com

 

 

Advertisements

Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Καρδαμύλη

Η Καρδαμύλη είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης το οποίο βρίσκεται στην περιοχή του Λεύκτρου. Απέχει 37 χλμ Νοτιοανατολικά της Καλαμάτας και είναι έδρα του Δήμου Δυτικής Μάνης. Το όνομά της προέρχεται από τα πολλά κάρδαμα που υπήρχαν στην περιοχή. Κατά το παρελθόν συναντάται και με το όνομα Σκαρδαμούλα. Η Καρδαμύλη, πόλη της αρχαίας Λακωνίας, θεωρείται ότι υφίσταται από την προϊστορική εποχή. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνων υποσχέθηκε να παραχωρηθεί στον Αχιλλέα για να τον εξευμενίσει για την απόσπαση της Βρισηίδας, κατά την εκστρατεία στην Τροία, ώστε να πειστεί να επιστρέψει στη μάχη. Συγκεκριμένα: «Επτά, δε ού δώσω ευναιόμενα πτολίεθρα Καρδαμύλην, Ενύπην τε και Ιρήν πιήσεον, Φηράς τε λαθέας ήδι Ανθειον βαθύλεμον καλήν τι Αίππειαν και Πήδασον Αμπελόεσσειν»

Ομήρου Ιλιάδα Ι στίχ. 149 – 151

(Με επτά καλοκατοίκητες θα τον προικίσω χώρες, με την πολύχλοη Ιρή, Ενύπην, Καρδαμύλην, με τις θεοφοβούμενες Φαρές, την Ανθείαν με πλούσια λιβάδια και την καλή την Αίπεια, την ΙΙήδασο με τα πολλά αμπέλια)

Μόνον η Καρδαμύλη και η Κυπαρισσία  από τις πόλεις του Μυκηναϊκού Βασιλείου του Νέστωρος έχουν κρατήσει το ίδιο όνομα στο πέρασμα των χιλιετιών.

Αναφορά γίνεται και από τον Παυσανία:

«…Καρδαμύλη δε, ής και Ομηρος μνήμην εποιήσατο εν Αγαμέμνονος υποσχέσεσι δώρων, Λακεδαιμονίων εστί υπήκοος των εν Σπάρτη, βασιλέως Αυγούστου της Μεσσηνίας αποτεμομένου. Απέχει δε Καρδαμύλη θαλάσσης μεν οκτώ σταδίους Λεύκτρων δε και εξήκοντα. Ενταύθα ου πόρω του αιγιαλού τέμενος ιερόν των Νηρέως θυγατέρων εστί ες γαρ τούτο αναβήναι το χωρίον φασίν εκ της θαλάσσης αυτάς Πύρρον οψομένας τον Αχιλλέως, ότε ες Σπάρτην επί τον Ερμιόνης απήει γάμον. Εν’ δε τω πολίσματι Αθηνάς τε ιερόν και Απόλλων εστί Κάρνειος, καθά Δωριεύσιν επιχώριον. . .»

Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις Λακωνικά Κεφ. 26 Εδάφ. 7

(Η Καρδαμύλη, που την αναφέρει ο Όμηρος εκεί που ο Αγαμέμνονας τάζει δώρα στον Αχιλλέα, είναι υπήκοος των Λακεδαιμονίων. Την έχει αποσπάσει από τους Μεσσηνίους ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Αύγουστος. Απέχει από τη θάλασσα, οκτώ στάδια και εξηνταοκτώ από το Λεύκτρο. Εκεί κοντά στην ακρογιαλιά υπάρχει τέμενος των θυγατέρων του Νηρέα γιατί, καθώς λένε, σ’ αυτό το μέρος βγήκαν για να καμαρώσουν τον ΙΙύρρο, γιο του Αχιλλέα, όταν εκείνος πέρασε από εκεί, πηγαίνοντας στη Σπάρτη, για να παντρευτεί την Ερμιόνη. Στην πολίχνη αυτή, υπάρχει ακόμη ιερό της Αθηνάς και άγαλμα, του Καρνείου Απόλλωνα, όπως τον φαντάζονταν οι Δωριείς….»)

Η πόλη, αρχικά, δεν αποτέλεσε μέλος του Κοινού των Λακεδαιμονίων (μετονομάστηκε σε Κοινό των Ελευθερολακώνων μετά το 22 π.Χ.) γιατί μετά τη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) η περιοχή δεν ελέγχεται από τη Σπάρτη, αλλά από τους Μεσσήνιους, κατά τις αποφάσεις του Θηβαίου Επαμεινώνδα. Στο Κοινό η πόλη συμμετέχει από το 146 π.Χ. Όμως, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος επειδή το Γύθειο και οι άλλες παραλιακές πόλεις είχαν αποχωρισθεί από τη Σπάρτη, παραχώρησε την Καρδαμύλη στους Σπαρτιάτες για να την χρησιμοποιήσουν ως επίνειο. Συνδεόταν με τη Σπάρτη μέσω της Βασιλικής Οδού, τμήματα της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα.

Πάνω από τον νεώτερο οικισμό, στην είσοδο του χωριού, πάνω σλειβάδια βρίσκεται η Παλιά Kαρδαμύλη (Πάνω Καρδαμύλη) και το συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων. Πρόκειται για ένα σύμπλεγμα κτιρίων των οικογενειών Μούρτζινου, Πετρέα, Μπουκουβάλα και Μπαχλέμπα. Μέσα στο συγκρότημα συναντάμε τον περίφημο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, ο οποίος είναι η οικογενειακή εκκλησία του γένους των Μούρτζινων. Η ανέγερση των πρώτων κτιρίων του συγκροτήματος τοποθετείται στα τέλη του 17ου αιώνα, όταν εμφανίζεται στην περιοχή ο γενάρχης των Μούρτζινων, Μιχαήλ Παλαιολόγος.

Πάνω από το συγκρότημα βρίσκεται η βάρδια της οικογένειας Πετρέα.

Αντίκρυ από το συγκρότημα βρίσκεται η περιοχή της Κάτω Κάρδαμυλης. Αποτελείται απο τις γειτονιές των κλάδων της οικογένειας Τρουπάκη: Δημητρέα, Πατριαρχέα, Θεοδωρέα και Τρουπάκη.

Παλιά Kαρδαμύλη – Συγκρότημα Τρουπάκηδων – Μούρτζινων

Κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Τρουπιάνων (18°-19° αι.) στην Καρδαμύλη αναπτύσσεται έντονη πειρατική δραστηριότητα. Ακόμα και στην καποδιστριακή περίοδο αποτελούσε καταφύγιο ξένων πειρατών.

Στις 06/01/1821 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταφθάνει από την Ζάκυνθο και φιλοξενείται στον πύργο του Παναγιώτη Τρουπάκη (Μούρτζινου) για τους επόμενους μήνες, με σκοπό την οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας-Οικογενειακή εκκλησία των Τρουπιάνων

Ακολουθώντας το μονοπάτι από την Παλιά Καρδαμύλη προς την περιοχή της Αγίας Σοφίας, συναντάμε δύο ορθογώνιες κοιλότητες η μία δίπλα στην άλλη, λαξευμένες σ’ ένα κάθετο βράχο. Βάση της παράδοσης πρόκειται για τον τάφο των Διόσκουρων (Κάστορας και Πολυδεύκης), των μυθικών παιδιών της βασίλισσας της Σπάρτης Λήδας και του Δία. Κατά μια άλλη παράδοση ο τάφος αυτός ανήκει στους ήρωες Νικόμαχο και Γόργασο, γιούς του θεραπευτή Μαχάονα που συμμετείχε στον Τρωικό πόλεμο.

Ο Τάφος Των Διόσκουρων

Η Καρδαμύλη αποτελεί προσφιλή τουριστικό προορισμό. Στο παραλιακό μέτωπο και πάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού υπάρχουν πολλά μαγαζιά τα οποία γεμίζουν από τουρίστες, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.

Δυτικά του οικισμού βρίσκεται η  βοτσαλωτή παραλία Ριτσά, ενώ λίγο έξω από το χωριό, σε κοντινή απόσταση, βρίσκονται οι παραλίες Δελφίνια και η παραλία του Φονέα.

Στο λιμάνι βρίσκεται ένα κτίριο το οποίο προεπαναστατικά ήταν αποθήκη-τελωνείο της οικογένειας Τρουπάκη. Δίπλα ακριβώς είναι το εκκλησάκι του Αγ. Γιάννη ενώ στο διπλανό βράχο υψώνεται ο πύργος-βάρδια της οικογένειας Δημητρέα (Κλάδος των Τρουπιάνων).

400 μ. από το λιμάνι του Άι Γιάννη, βρίσκεται ένα  μικρό καταπράσινο νησάκι. Πρόκειται για τη νήσο Μερόπη. Η έκταση του είναι 35 στρέμματα ενώ βρίσκονται ερείπια κτισμάτων και τειχών της μεταβυζαντινής περιόδου καθώς επίσης και ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου που χρονολογείται γύρω στο 1779Στη Μερόπη υπήρχαν ενετοί μέχρι το 1818 περίπου, ενώ ο εορτασμός της εκκλησίας σταμάτησε από το φόβο ατυχημάτων, λόγω της απόκρημνης ακτής.

Το λιμάνι του Άι Γιάννη και στο βάθος το νησί Μερόπη

Το Νησί Μερόπη

Πολύ κοντά στο λιμάνι υπάρχει και το παλιό εργοστάσιο της Καρδαμύλης το οποίο λειτούργησε ως ελαιουργείο, σαπωνοποιείο και πυρηνοελαιουργείο κατά το παρελθόν. Σκαρδαμούλα: 1844: 227 κατ. , 1853: 210 κατ. , 1861: 263 κατ., 1879: 348 κατ. , 1889: 393 κατ. , 1896: 442 κατ. , 1907: 434 κατ. , 1920: 563 κατ. , 1928: 611 κατ. , 1940: 645 κατ. , 1951: 494 κατ. , 1961: 495 κατ. , 1971: 397 κατ. , 1981: 277 κατ.

 

ΠΗΓΕΣ:

  • beneas13.blogspot.com
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη: Πληθυσμός & Οικισμοί Της Μάνης 15ος -19ος αι.
  • Γιάννη Σαΐτα: Μάνη-Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

Κιτριές

Οι Κιτριές είναι ένα γραφικό, παραθαλάσσιο χωριό της Έξω Μάνης. Βρίσκεται στην περιοχή της Αβίας και απέχει 14 χλμ. απο την Καλαμάτα.

Το όνομα του το έχει πάρει από τα πολλά Κίτρα (φυτό:Citrus medica/Κιτρέα η μηδική)που υπάρχουν στην περιοχή.

Κατά το παρελθόν αποτέλεσε το επίνειο της Ζαρνάτας και για την περίοδο 1771-1780υπήρξε το σημαντικότερο ναυτιλιακό και εμπορικό κέντρο της νότιας Πελοποννήσου. Αν και σαν όνομα απαντάται ήδη σε σε πηγές του 16ου αι. (porto Chitries-Chitries,Chitres) οργανωμένη οίκηση παρουσιάζει από το δεύτερο μισό του 18ου αι. και μετά.

Ιδρυτής του οικισμού υπήρξε ο μπέης της Μάνης Τζανέτος (Τζανετμπέης) Κουτήφαρης, ο οποίος έχτισε πύργο στο ύψωμα πάνω από το λιμάνι των Κιτριών. Ο πύργος υπήρξε έδρα και για τους επόμενους Μπέηδες της Μάνης, μέχρι να χτίσει ο Μπέης Τζανέτος Γρηγοράκης τον πύργο του στο Μαραθονήσι. Από τότε οι Μπέηδες χρησιμοποιούσαν τον πύργο ως σταθμό-κέντρο για τις διοικητικές και εμπορικές υποθέσεις τους. Ο πύργος δυστυχώς γκρεμίστηκε με το σεισμό του 1944.

Η είσοδος του πύργου των Μπέηδων στις Κιτριές

Αν και μεγάλης σημασίας λιμάνι για την εποχή του, το μέγεθος του οικισμού παρέμεινε πάντοτε μικρό. Σε γαλλικό υπόμνημα του 1786, αν και γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο λιμάνι που χαρακτηρίζεται ως ένα από τα καλύτερα του κόλπου της Κορώνης,δεν αναφέρεται τίποτα για τον οικισμό.

Ο περιηγητής Leake που επισκέφθηκε τη Μάνη το 1805, αναφέρει ότι τα μόνα κτίσματα στις Κιτριές είναι ο πύργος του Μπέη και 5-6 αποθήκες δίπλα στη θάλασσα. Χαρακτηρίζει την περιοχή ως την πιο εύφορη στη Μάνη και οι λόφοι γύρω από τις Κιτριές γεμάτους σιτάρι.

Ο πύργος των μπέηδων στις Κιτριές σε χαλκογραφία του 19ου αιώνα

Στις Κιτριές εμφανίστηκε ο Χασάν-Μπαμπά έπειτα από εντολή του Αχμέτ Κιουπρουλή ζητώντας την υποταγή των Μανιατών( Το 1667 στα πλαίσια τουΕνετικοτουρκικού πολέμου,ένας αριθμός Μανιατών έφθασε στό τουρκικό στρατόπεδο του μεγάλου βεζίρη, πού πολιορκούσε τό Χάνδακα καί προσπάθησαν να καταστρέψουν τα εχθρικά κανόνια και να πυρπολήσουν τουρκικές γαλέρες).

Η πρόταση του Χασάν-Μπαμπά εξόργισε τους Μανιάτες οι οποίοι επιτέθηκαν στον στόλο και τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή.

Το 1819 έπειτα από ενέργειες του Φιλικού Χριστόφορου Περραιβού ο οποίος διέμενε στους Δολούς, υπογράφεται στον πύργο των Κιτριών από τις 3  δυνατές οικογένειες της Μάνης, τους Μαυρομιχάληδες τους Γρηγοράκηδες και τους Τρουπάκηδες, γενική ‘Τρέβα’ (ανακωχή) μεταξύ τους, για να οργανωθεί ο πόλεμος για την Ανεξαρτησία.

Από τις Κιτριές στις 23 Μαρτίου (ήδη απο το απόγευμα της 22 Μαρτίου) ξεκίνησε η διαδικασία απελευθέρωσης της Καλαμάτας από τον Οθωμανικό ζυγό.

Στις 20 Ιουνίου του 1826 ο Ιμπραήμ βομβάρδισε τις Κιτρίες τον Άγιο Δημήτριο και την Τραχήλα στα πλαίσια του αντιπερισπασμού που προσπάθησε να δημιουργήσει, για να εμποδίσει την συγκέντρωση των Μανιατών στη Βέργα του Αρμυρού.

Ένα χρόνο αργότερα στις 26 Ιουλίου 1827, ο Ιμπραήμ θα βομβαρδίσει ξανά τις Κιτριές ρίχνοντας πάνω από 1700 κανονιοβολισμούς.

Στην είσοδο των Κιτριών, δίπλα από τον πύργο των Μπέηδων υπάρχει η εκκλησία των Αγίου Κων/νου και Ελένης. Κατασκευάστηκε το 1730 και αποτελεί το παλαιότερο κτίσμα των ΚιτριώνΣε αυτή την εκκλησία έγινε, κατά το 1825, η χειροτονία των τεσσάρων αντικανονικών επισκόπων της Μάνης από τον Μητροπολίτη ΖαρνάταςΓαβριήλ Φραγκούλη για τις χηρεύουσες επισκοπές, τον Άνθιμο για την επισκοπή Πλάτσας, τον Ιωαννίκιο για την επισκοπή Μηλέας και Καστάνιας, τον Ιωσήφ για την επισκοπή Μαΐνης και τον Προκόπιο για την επισκοπή Ανδρούβιστας.

Η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στις Κιτριές

Κάθε χρόνο στις 23 Μαρτίου τελείται δοξολογία στον ναό, σε ανάμνηση των Μανιατών, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στις Κιτριές, την παραμονή της απελευθέρωσης της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821 και κίνησαν για να την ελευθερώσουν από τα τουρκικά στρατεύματα.

Παραδίπλα από τον όρμο των Κιτριών, στο ακραίο τμήμα του ΄βουνού κεφάλι (κεφαλοβούνι), βρίσκεται ο φάρος των Κιτριών. Κατασκευασμένος το 1892 αποτελεί τον έναν από τους τρεις πέτρινους φάρους που υπάρχουν στη Μάνη( Οι άλλοι δύο είναι του Γυθείου και του Ταινάρου).

Ο Φάρος των Κιτριών

Οι Κιτριές διαθέτουν δύο παραλίες, τον Αϊ Γιάννη και το Πλυμονάρι. Η πρώτη βρίσκεται στα αριστερά του οικισμού προς τη μεριά του φάρου, ενώ η δεύτερη είναι στην είσοδο του οικισμού, κάτω από τον πύργο των Κιτριών.

Απογραφές:

Κιτριαί-Καλλιανέικα: 1853: 61 κατ. , 1861: 61 κατ., 1879: 50 κατ. , 1889: 20 κατ. , 1896:28 κατ. , 1907: 39 κατ. , 1920: 47 κατ. , 1928: 53 κατ. , 1940: 86 κατ. , 1951: 159 κατ. , 1961: 57 κατ. , 1971: 29 κατ. , 1981: 65 κατ.

ΠΗΓΕΣ

  • Σοφίας Καπετανάκη, «Ο Καστρόπυργος του Τζανέτμπεη Κουτήφαρη στίς Κιτριές», Ιθώμη 28
  • Γιάννη Σαΐτα, «οι τρεις πέτρινοι Φάροι» Εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
  • Δικαίου Βαγιακάκου, « Ο Ιμπαραήμ εναντίον της Μάνης»
  • Α.Γ. Κουτσιλιέρη «Ιστορία της Μάνης»
  • mani.org
  • Κώστα Κόμη, «Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, 15ος – 19ος αιώνας»

Επώνυμα Και Τοπωνύμια Του Παρελθόντος Στη Μάνη

Το πέρασμα των αιώνων οδήγησε ένα μεγάλο μέρος επωνύμων και τοπωνυμίων να ξεχαστούν, να αλλάξουν ή ακόμα και να πάψουν να υπάρχουν μιας και πολλοί οικισμοί ή οικογένειες καταστράφηκαν από την πολυτάραχη ιστορία της περιοχής της Μάνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω προτάσεων αποτελεί η οικογένεια Γρίτση. Σε Ενετικούς καταλόγους του 1618 αναφέρονται διάφοροι οικογενειακοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και ο οικισμός Γριτσιάνικα. Μάλιστα το «Γρίτσας» ως κύριο επώνυμο ή παρωνύμιο βρίσκεται σε χρήση στην Λακωνική χερσόνησο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μιας και Γρίτσας – Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν αξιωματούχος στην Λακωνία το 1460.

Το 1808 σε διαθήκη της Μονής Ζερμπίτσης που συντάχθηκε στο Γύθειο αναφέρεται «η Μιχαλού η Γρίτσαινα αφιέρωσε το χωράφι όπου είναι εις την Σελινίτσα όπου είναι το μερδικό της και του αδερφού της». Σήμερα δεν ακούγεται στην περιοχή της Μάνης ούτε το επώνυμο Γρίτσης ούτε το τοπωνύμιο Γριτσιάνικα.

Σε όλο το μήκος της Μάνης υπήρχαν παλαιότερα μεγαλιθικοί οικισμοί που με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν είτε γιατί ήταν δυσπρόσιτοι είτε λόγω οικιστικής παρακμής. Ο εγκαταλελειμμένος οικισμός Μαύριανος στην ανατολική Μέσα Μάνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουκάδικα. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε πειρατικό κρησφύγετο. Στον συγκεκριμένο τόπο έμενε και ο πειρατής Κάκαβος ο οποίος δρούσε εναντίον των Τούρκων και έμεινε μνημειώδης για τον κούρσο του.

»Αριστερά στην ρεματιά

Αντίκρυ από το κάστρο

Εκεί κοιμάται ο Κάκαβος

Με τα φλουριά γεμάτος»

Ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως η τελευταία οικογένεια που εγκατέλειψε τον οικισμό κατά την διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η οικογένεια Κουρσαράκου. Το επίθετο αυτό δείχνει την πειρατική ιστορία του οικισμού Μαύριανου. Σήμερα τα παραπάνω επώνυμα όπως Κάκαβος και Κουρσαράκος δεν ακούγονται στην Μάνη ενώ ο μεγαλιθικός οικισμός έχει πλήρως εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του.

Οικισμός Γουλάς Στη Βάθεια

Παλαιό επώνυμο επίσης το οποίο εμφανίζεται στην περιοχή του Κότρωνα κατά τα υστεροβυζαντινά χρόνια είναι το Κολοκυθάς. Στο αριστερό μέρος του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα που είναι του 17ου αιώνα υπάρχει τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στην οποία αναγράφεται «δέησις Θεοδώρου Κολοκυθά». Επίσης στον ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Λάγια σε τοιχογραφία του Αγίου Βλάση αναγράφεται «και εβοήθισε ο γιόργης κολοκυθάς ένα βόδη». Προφανώς ήταν προφορά για την ανοικοδόμηση ή την αγιογράφηση.

Είναι άγνωστο επισήμως αν το επώνυμο αυτό συσχετίζεται με το όνομα Κολοκυθιά (πρώην δήμος του Κότρωνα) της ανατολικής Μάνης ή αν είναι σύμπτωση. Δεν είναι γνωστό αν η περιοχή πήρε το όνομα από την οικογένεια ή το αντίθετο. Κάποιοι συσχετίζουν αυτήν την οικογένεια με την οικογένεια Κολοκυθά της Τραπεζούντας που μετά την πτώση της όπως άλλες κατέφυγαν στην Μάνη.

Σήμερα, από παράδοση κυρίως, αποκαλούμε Κολοκυθιά την περιοχή του Κότρωνα, κάστρο Κολοκυθιάς, τα Λουκάδικα, ενώ ως επώνυμο ή παρωνύμιο δεν ακούγεται στην Μάνη.

Παλαιό τοπωνύμιο στην περιοχή της Μάνης, στα σύνορά της για την ακρίβεια, είναι τα Γουλιάνικα. Το τοπωνύμιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Κόκκινα Λουριά. Πιθανόν να προέρχεται από την λέξη Koule (σημαίνει πύργος) και παράφραση αυτού στην μανιάτικη διάλεκτο το Γουλάς. Μάλιστα δεν αποκλείεται εκεί να διέμενε οικογένεια με το όνομα Γουλάκης (ανάλογο του Καστρινός) μιας και οι μικροί οικισμοί ήταν οικογενειακοί ενώ η κατάληξη -ιάνοι και –ιάνικα είναι καταλήξεις οικογενειακών ονομάτων στην λατινική – ενετική γλώσσα.

Ο παραπάνω οικισμός ο οποίος σήμερα δεν κατοικείται καταγράφεται σε διάφορους καταλόγους της ενετοκρατίας στους οποίους αναφέρεται ως ενοικιαζόμενη γη από ισχυρούς άνδρες της Κελεφάς όπως τον Πέτρο Αβραμάκη το 1704 και τον Γρηγόρη Κυριακουλάκη το 1705. Σήμερα το επώνυμο αυτό δεν συναντάται στην Μάνη παρά μόνο το Γουλάκος στην Μέσα ανατολική Μάνη και δεν φαίνεται να έχει σχέση με την παραπάνω οικογένεια του οικισμού Γουλιάνικα.

ΠΗΓΕΣ

  • Κώστα Κόμη «Φορολογικά Κατάστιχα Μάνης – Μπαρδούνιας»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ κοινωνική οργάνωση και ζωή»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ Τα κάστρα και οι πύργοι περιδιαβάσεις ιστορίας»
  • FACEBOOK ομάδα Μάνη παλιές φωτογραφίες -Φωτο Πέτρος Ξυμητήρης-Οικισμός Ολυμπιές 1967

Μεγάλη Καστάνια

Kastania

Η Μεγάλη Καστάνια (ή Καστάνια ή Καστανέα) είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης, στην περιοχή του Λέυκτρου, το οποίο βρίσκεται 50 χλμ. νότιο-ανατολικά της Καλαμάτας.

Είναι κτισμένο κάτω από την κορυφή Μαυροβούνα του Ταϋγέτου σε υψόμετρο 560 μ.

Η φυσική οχυρή του θέση ανάμεσα σε τρεις πλαγιές έδινε την δυνατότητα στους κατοίκους του χωριού, να βρίσκουν καταφύγιο στον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου όταν απειλούνταν από επιδρομές.

Αναφέρεται για πρώτη φορά ώς οικισμός σε γραπτή μαρτυρία του 1278.

Ο Τούρκος χρονογράφος και περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή που επισκέφθηκε την Καστανέα το 1670 περίπου, αναφέρει πως το χωριό έχει 300 σπίτια με κεραμοσκεπές, χτισμένα ανάμεσα στις ελιές. Αναφέρει επίσης πώς έχει πολλές »πηγές νερού» και »γοητευτικούς ανθρώπους». Ένας άλλος μεγάλος περιηγητής ο Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ δεν επισκέφθηκε το χωριό γιατί ο τοπικός Καπετάνιος Κωνσταντίνος Δουράκης είχε έρθει σε τριβή με τον Μπέη Αντώνη Γρηγοράκη, ο οποίος είχε υπο την προστασία του τον Ληκ κατά την επίσκεψή του μέσα στη Μάνη. Αναφέρει βέβαια το χωριό ως ένα από τα μεγαλύτερα της Μάνης.

Η Καστανέα εκείνη τη εποχή αριθμούσε 400 αρματωμένους άνδρες.

Είναι το χωριό με τις περισσότερες βυζαντινές εκκλησίες στη Μάνη (δέκα στον αριθμό).

  • Άγιος Πέτρος στο Βόρειο τμήμα του χωριού,
  • Ναός του Ταξιάρχη, ΝΔ του χωριού
  • Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία
  • Ναός Αγίου Νικολάου στης Μαρούλαινας
  • Άγιος Προκόπιος
  • Άγιος Γεώργιος στην πλαγιά πάνω από το χωριό
  • Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος στην είσοδο του οικισμού
  • Άγιος Νικόλαος (τρικάμπανος)
  • Άγιος Στράτηγος, ανάμεσα στην Σαϊδόνα και την Καστάνια
  • Άγιος Νικόλαος (Διώροφος)

Μάλιστα υπάρχει στο χωριό και η μία από τις δύο διώροφες χριστιανικές εκκλησίες, σε ολόκληρη την Ευρώπη( Άγιος Νικόλαος) .

Στο χωριό βρίσκεται ο πύργος του Καπετάν Κωνσταντή Δουράκη (κτίσμα του 18ου αι.), στον οποίο φιλοξενήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κατά την περίοδο του διωγμού των κλεφτών. Από εδώ επίσης διέφυγε, το Μάρτιο του 1806, προς την Ελαφόνησο και από εκεί στην Ζάκυνθο, συνοδευόμενος από το Β. Βενετσανάκη και τη μητέρα του Τζανετάκη Γρηγοράκη.

Απογραφές:

Μεγάλη Καστάνια : 1844: 348 κατ. , 1853: 450 κατ. , 1861: 435 κατ., 1879: 503 κατ. , 1889: 468 κατ. , 1896: 512 κατ. , 1907: 477 κατ. , 1920: 501 κατ. , 1928: 528 κατ. , 1940: 541 κατ. , 1951: 400 κατ. , 1961: 364 κατ. , 1971: 277 κατ. , 1981: 205 κατ.

Μεγάλη Μαντίνεια

Η Μεγάλη Μαντίνεια είναι ένα χωριό της Έξω Μάνης στην περιοχή της Αβίας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 196 μ. και απέχει 16 χλμ απο την Καλαμάτα.

Το χωριό πιθανότατα ιδρύθηκε απο φυγάδες κατοίκους της ομώνυμης πόλης της Αρκαδίας, μετά απο την καταστροφή της απο Σλάβους.

Η πρώτη γραπτή αναφορά του χωριού εντοπίζεται το 1453, στο χρονικό της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, του Γεωργίου Φραντζή.

Αναφορά της Μαντίνειας στο χρονικό της άλωσης της Κωνσταντινούπολης

Το 1470 ο Ενετός τοποτηρητής την κατέστησε έδρα του. Το 1479 οι Ενετοί παρέδωσαν τη πόλη στους Τούρκους και το 1480 απελευθερώθηκε από τον Κλαδά. Το 17ο αιώνα γνώρισε μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους και η περιοχή προσωρινά ερήμωσε.

Το 1618 εμφανίζεται για πρώτη φορά ώς διαιρεμένη σε δύο τμήματα, τη Μεγάλη και τη Μικρή Μαντίνεια.

Νοτιανατολικά της Μεγάλης Μαντίνειας, στη δύσβατη χαράδρα της Σάντοβας βρίσκεται το σπήλαιο Καταφύγι  στου οποίου την είσοδο είναι χτισμένο μεταβυζαντινό προστατευτικό τείχος και αποτελούσε καταφύγιο σε περιπτώσεις κινδύνου. Το 1770 σε επιδρομή των Οθωμανών, ο καπετάν Φάνας  φυγάδεψε τους κατοίκους του χωριού εκεί. Όμως, οι επιδρομείς τούς ανακάλυψαν και «εσκλάβωσαν τους Μαντινέους που ήσαν στο Καταφύγι«.

Απογραφές:

Μεγάλη Μαντίνεια: 1844: 436 κατ. , 1853: 413 κατ. , 1861: 411 κατ., 1879: 469 κατ. , 1889: 423 κατ. , 1896: 421 κατ. , 1907: 424 κατ. , 1920: 302 κατ. , 1928: 153 κατ. , 1940: 175 κατ. , 1951: 223 κατ. , 1961: 210 κατ. , 1971: 172 κατ. , 1981: 136 κατ.

Πύργος Λέυκτρου

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 επέφερε σοβαρό κοινωνικό αντίκτυπο μέσα στην αυτοκρατορία. Οι πληθυσμιακές μεταναστεύσεις αυξήθηκαν δραματικά προκειμένου ο πληθυσμός να εξασφαλίσει την βιωσιμότητα του. Από μια τέτοια πληθυσμιακή μετακίνηση δημιουργήθηκε το χωριό Πύργος στον παλαιό δήμο Λεύκτρου της Μεσσηνιακής Μάνης.

Απέχει 48 χλμ από την Καλαμάτα και 288 χλμ από την Αθήνα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 360μ.

Μια οικογένεια ονόματι Μανολίτση από την Πόλη μετά την άλωση προσάραξε στα χωριά Νομιτσί και Κουτήφαρι. Γύρω στα 1565 οι Μανολιτσιάνοι έφυγαν για άγνωστους λόγους από τα χωριά αυτά (πιθανόν εκδιώχθηκαν) και μετοίκησαν στην περιοχή Σκαφίδι όπου βρίσκεται και ομώνυμη πηγή. Έμεναν μάλιστα στο Μαύρο Σπήλαιο όπου μπορούσε λόγω μεγέθους και της θέσης του να φιλοξενήσει κόσμο. Μέχρι σήμερα είναι ορατά τα σημάδια κατοίκησής του από την διαρρύθμιση του χώρου.

Η ρήξη ωστόσο με τους κατοίκους της Μηλιάς στους οποίους ανήκε η περιοχή και η πηγή δεν άργησε να έρθει. Φοβούμενοι τα χειρότερα οι Μανολιτσιάνοι ανέβηκαν στον λόφο ύψους 360 μ. και έχτισαν έναν πύργο, στην σημερινή θέση παλαιόπυργος. Από αυτόν τον πύργο πήρε το όνομα του το χωριό. Η θέση του χωριού  είναι ιδιαίτερα στρατηγική διότι έπαιζε ρόλο παρατηρητηρίου. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα πολλοί το αποκαλούν το μπαλκόνι της Μεσσηνιακής Μάνης.

Ο Πύργος εκτός από την μαγευτική του θέα είναι γνωστός και για το πλήθος των υστεροβυζαντινών εκκλησιών του. Πολιούχος του χωριού είναι ο Αη Γιώργης, με πλήθος όμορφων και παλαιών τοιχογραφιών. Τα εκκλησάκια είναι ο ‘Αη Στρατηγός, ο ‘Αη Σπυρίδωνας, η Κοίμηση της Θεοτόκου (Παναγίτσα), τα Εισόδια της Θεοτόκου (με καμπαναριό Γοτθικού ρυθμού). Τέλος η εκκλησία προφήτης Ηλίας στο κέντρο του χωριού και όχι σε ύψωμα όπως προστάζει το έθιμο.

Στα 1871 καταγράφονται στο δημοτολόγιο του χωριού 186 άνδρες (τότε μόνον οι άνδρες είχαν δικαίωμα ψήφου) που σημαίνει ότι ο πληθυσμός του χωριού ξεπερνούσε τους 350 κατοίκους. Το 1900 καταγράφονται 411 κάτοικοι με δικό του δημοτικό σχολείο ενώ το 1975 καταγράφονται 115 κάτοικοι.

Τα Σύνορα Της Μάνης

Η Μάνη είναι μια ιστορική περιοχή που βρίσκεται στο νότιο μέρος της Πελοποννήσου και καταλαμβάνει το μεσαίο πόδι από τα τρία που σχηματίζονται.

Έχει μήκος 75 χιλιόμετρα και καλύπτει έκταση 1800 τ. χλμ.

Εκτείνεται ανατολικά από τα Τρίνησα κοντά στο Γύθειο, στη θέση Κάκοσκάλι, ακολουθεί πορεία βορειοδυτική και συναντάει την κοίτη του βαρδούνια ποταμού ή Σμήνου και φθάνει μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου. Στη συνέχεια ακολουθεί για ένα διάστημα προς βορρά την κορυφογραμμή του βουνού αυτού και αφού περάσει το υψόμετρο 2407 μέτρα, δηλαδή την κορυφή του Προφήτη Ηλία καταλήγει δυτικά στη Βέργα κοντά στη Καλαμάτα, στο σημείο που βρίσκεται η γέφυρα του χειμάρρου Ξερίλα που πορεύεται μεταξύ του βουνού της Σέλιτσας και του βουνού της Γιάννιτσας (όπου βρίσκεται και η πινακίδα της Ιεράς Μητρόπολης Μάνης). Νότια εκτείνεται μέχρι το νοτιότερο άκρο της Ελλάδας, το ακρωτήριο Ταίναρο.

Αυτά είναι τα αληθινά σύνορα της Μάνης!

Ανατολικά βρέχεται απο τον Λακωνικό κόλπο ενώ απο τα δυτικά απο τον μεσσηνιακό κόλπο. Κατα μήκος, στο μέσο της εκτείνεται ο Ταΰγετος.

Γεωγραφικά χωρίζεται στην Έξω Μάνη, όπου είναι η περιοχή απο τη Βέργα μέχρι το Οίτυλο,την Μέσα Μάνη, την περιοχή δηλαδή απο το Οίτυλο δυτικά και τον Κότρωνα ανατολικά μέχρι το Ταίναρο και την Κάτω Μάνη, τη περιοχή απο τα Μπαρδουνοχώρια μέχρι το Σκουτάρι.

Η Μέσα Μάνη επιπλέον διαχωρίζεται σε προσηλιακή (προς-ήλιος) όπου είναι το ανατολικό κομμάτι και αποσκιερή (απο-σκιερός) όπου είναι το δυτικό κομμάτι.

Η περιοχή ήταν πάντα αυτόνομη διοιηκητικά και αποτέλεσε  ιστορικά και οικιστικά ξεχωριστή.

Η Μάνη απο το 1899 και για μια δεκαετία αποτελούσε ξεχωριστό νομό, το νομό Λακωνικής (=Μάνης). Το διοικητικό δικαστήριο Καλαμών με την υπ’αριθμών  328 αποφασή του της 3ης Αυγούστου του 1917 καθορίζει τα όρια των τότε κοινοτήτων Σελίτσης Λακωνίας και Γιαννιτσάνικων Μεσσηνίας πέραν του Χειμμάρου Ξερίλα πρός Καλαμάτα.

Με νόμο της κυβέρνησης  Μεταξά το 1937,  η Μάνη διαχωρίστηκε και μοιράστηκε ανάμεσα στους νομούς Λακωνίας και Μεσσηνίας, δημιουργώντας τον διαχωρισμό σε Μεσσηνιακή και Λακωνική Μάνη. Η δικαιολογία για το διαχωρισμό ήταν οι δυσκολίες λόγω των μακρινών αποστάσεων και της απουσίας οδικού δικτύου. Με αυτό τον τρόπο θα γινόταν πιο εύκολη η πρόσβαση απο Καλαμάτα και Σπάρτη. Ο αληθινός λόγος βέβαια ήταν η αποδυνάμωση του ενιαίου χώρου της Μάνης και των κατοίκων της, οι οποίοι ήταν σκληροτράχηλοι και αντιστεκόντουσαν σε οποιαδήποτε μορφή κεντρικής εξουσίας.

Ο  αείμνηστος Μανιάτης ακαδημαϊκός Σωκράτης Κουγέας, με καταγωγή απο τους Δολούς Αβίας ,ο οποίος υπήρξε μεγάλη μορφή του πνευματικού κόσμου εκείνης της εποχής, όταν του είπαν ότι λόγω κοντινότερης απόστασης εντάχθηκε η ΒΔ Μάνη στο νομό Μεσσηνίας είπε χαριτολογώντας:

«Για τον ίδιο λόγο θα έπρεπε να εκχωρηθεί η Κομμοτηνή κι η Ξάνθη στη Βουλγαρία».

Άγιος Νικόλαος (Σελίνιτσα)

Ο Άγιος Νικόλαος είναι ένα γραφικό ψαροχώρι της έξω Μάνης, 30 χλμ. νοτιοανατολικά της Καλαμάτας. Μέχρι το 1951 ονομαζόταν Σελίνιτσα και αποτελούσε όπως και σήμερα γνωστό αραξοβόλι για τις ψαρόβαρκες της περιοχής ενώ συνεχίζει να λειτουργεί ως ιχθυόσκαλα.

Είναι σχετικά νέο χωριό. Πρωτοκατοικήθηκε κατά την περίοδο 1830-1840. Χτισμένο ακριβώς δίπλα στην παραλία, σε μία από τις λίγες πεδινές περιοχές του Δήμου, ώθησε τους κατοίκους του να ασχοληθούν αποκλειστικά με το ψάρεμα και το εμπόριο, ανταλλάσοντας τα ψάρια με άλλα προϊόντα στα γειτονικά χωριά.

Το όνομα Σελίνιτσα  πηγάζει απο τη μικρή σελήνη ή μικρή Ελένη, σύμφωνα με το: «Σελινίτσα, στ’ άκουσμα σου ριγ’ η Σελήνη, καθώς ο Πάρις θωπεύει την Ελένη».

Σύμφωνα με την ιστορία όταν ο Πάρης με την Ωραία Ελένη αποφάσισαν να κλεφτούν κατέβηκαν από την Σπάρτη σε ένα μικρό λιμάνι του Αγίου Νικολάου ονομαζόμενο «Μόλσοβα», και έφυγαν για την Τροία.

Στο χωριό βρίσκεται μια μικρή γραφική παραλία με ψιλή άμμο, δίπλα στις εκβολές του Παμίσου ή ποτάμι της Μηλιάς, όπου υπήρχε η αρχαία Πέφνος και απέναντι της το νησάκι Πέφνος, τόπος γέννησης των Διόσκουρων.

Στο χωριό βρίσκονται επίσης δύο σημαντικές εκκλησίες, του Αγίου Μύρωνα και του Αγίου Νικολάου.