Στα πρόθυρα της Επανάστασης του 1821

Αποτέλεσμα εικόνας για 1821

o όρκος των αγωνιστών  (Θεόδωρου Βρυζάκη)

Ο Ιωάννης Φιλήμων ήταν ένας άνθρωπος που έζησε από κοντά και σε παραγωγική ηλικία τα γεγονότα της Ελληνικής επανάστασης. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Οθωμανικό ζυγό έγραψε ένα τετράτομο έργο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Εκεί υπάρχουν πίνακες – που ίσως για πρώτη φορά επιστημονικά – παρουσιάζονται οι συσχετισμοί δυνάμεων των αντιπάλων.

            Οι πίνακες αυτοί φυσικά δεν είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας, αλλά ένα πάντρεμα προφορικής παράδοσης, προσωπικών βιωμάτων του συγγραφέα αλλά και έρευνας από προσωπικότητες της εποχής που συμμετείχαν ενεργά στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Παρόλα αυτά αποτελούν μια πρώτη εικόνα της κατάστασης και των προσώπων που κυριαρχούσαν στον Μοριά την εποχή λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι ιστοριογράφοι έβλεπαν τους Έλληνες.

Untitled

Στον Α Πίνακα αναφέρονται με την σειρά οι επαρχίες της Πελοποννήσου (όπως ήταν χωρισμένες από τους Τούρκους), στα 1820. Αναφέρονται συνολικά 23 επαρχίες. Δίπλα τους αναφέρεται ο αριθμός Ελλήνων, «που δύνανται να φέρουν όπλα», καθώς ο οπλισμός εκεί ήταν περιορισμένος στους κλέφτες και στους αρματολούς της περιοχής. Στην επόμενη στήλη αναφέρονται οι ένοπλοι Τούρκοι κάθε επαρχίας που υπηρετούσαν στα τοπικά κάστρα. Στην επόμενη στήλη αναφέρονται οι αρχηγοί των Ελλήνων κατά επαρχίες και στην τελευταία στήλη οι αρχηγοί των Τούρκων κατά επαρχία. Η συνολική εικόνα μας οδηγεί σε μια σειρά συμπερασμάτων.

  1. Οι Έλληνες υπερτερούσαν σημαντικά σε πληθυσμό – υστερούσαν όμως σημαντικά σε οπλισμό.
  2. Οι τοπικοί αρχηγοί των Ελλήνων ήταν ισχυρότατοι οικονομικά, ακόμα και στα μάτια των Τούρκων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η οικογένεια Σισίνη της Ηλείας.
  3. Οι ισχυρότεροι Τούρκοι βρίσκονταν στην περιοχή του Λάλα (Λαλιώτες) και του Μυστρά (Μπαρδουνιώτες).

γρ

Στον Β Πίνακα αναφέρονται οι καπετανίες της Μάνης. Η περιοχή αυτή ζούσε με τους δικούς της νόμους – εθιμικό δίκαιο – είχε πολύ οπλισμό, εμπειροπόλεμους άνδρες, συμμετοχή σε προηγούμενα επαναστατικά κινήματα και στην πειρατεία. Για αυτούς τους λόγους γίνεται ξεχωριστή μνεία από την λοιπή Πελοπόννησο. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε  ότι η Μάνη διοικητικά δεν υπαγόταν καν στο πασαλίκι του Μοριά αλλά στον Οθωμανό Ναύαρχο (Καπουδάν Πασά). Η εικόνα του πίνακα αυτού μας οδηγεί στα εξής συμπεράσματα.

  1. Σύμφωνα με τον Φιλήμονα το 25% των μάχιμων Ελλήνων ήταν από την Μάνη
  2. Προσωπικότητες με μεγάλη ισχύ όπλων ήδη από τα προ επαναστατικά χρόνια ήταν οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Γρηγοράκηδες, οι Καβαλλιεράκηδες, ο Δουράκης, ο Κυβέλος, ο Μούρτζινος, ο Χρηστέας, ο Καπετανάκης, ο Κουμουνδούρος αλλά και άλλες πατριές της μέσα Μάνης όπως οι Μιχαλακιάνοι (Νικλιάνοι) και οι Γρηγορακάκηδες (Καουριάνοι).

Οι παραπάνω λόγοι λοιπόν εξηγούν όχι μόνο την επιλογή της Πελοποννήσου ως περιοχή κατάλληλη για την έναρξη της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο αλλά και της επιλογής της Μάνης ως κέντρο των επαναστατικών διεργασιών στις αρχές του Μάρτη με αποκορύφωμα την 17η Μάρτη 1821,
όπου ένοπλοι Μανιάτες ξεκίνησαν να καταλάβουν την πόλη της Καλαμάτας.

Πηγές

  • Ιωάννου Φιλήμονος «Δοκίμιο Ιστορικό περί της Ελληνικής επανάστασης» τόμος 1ος τύπος Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα 1859
  • Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, Αθήνα 1980
  • https://maniatika.wordpress.com/

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΘΙΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η περίπτωση του Βασίλη Καργάκου

Το ακρωτήριο Ταίναρο από τη θάλασσα 1882

(WORDSWORTH, Christopher)

Είναι γεγονός ότι η περιοχή της Μάνης μέχρι προσφάτως έκανε χρήση του Εθιμικού Δικαίου εντόνως κυρίως λόγω της μη ύπαρξης για πολλά χρόνια (Τουρκοκρατία) οργανωμένης δικαστικής αρχής λόγω της αυτονομίας της. Οι οικογενειακοί πόλεμοι και το κληρονομικό δίκαιο είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της νοοτροπίας.

Στο παρόν άρθρο θα δούμε ένα περιστατικό φόνου μέσα από τα έγγραφα της περιόδου του νεότερου ελληνικού κράτους και ακολούθως θα αναλύσουμε τα συμπεράσματα που προκύπτουν μέσα από την εθιμική συμπεριφορά της εποχής.

Σε έγγραφο του αρχείου του στρατηγού Παναγιώτη Γιατράκου διαβάζουμε, (διορθωμένη η πρωτότυπη ορθογραφία του κειμένου)

ο πρόεδρος της εφορείας Ιωάννης Μίλησις και ο φρούραρχος Μονεμβασίας (ως μάρτυς) Ι. Κ. Μαυρομιχάλης 13.7.1826 (Αντίγραφο)

Περί τον Ιούλιο του 1826, ενώ ο πλοίαρχος Βασίλειος Καργάκος βρισκόταν στην Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη), δύο ναύτες του «συγχυσθέντες μετά τινός Τούρκου του Δουράκη, τον εφόνευσαν». Η εφορεία υποχρέωσε τον Καργάκο να καταβάλει στον Δουράκη 750 γρόσια και έδωσε το παρόν σε ένδειξη «δια να λάβει το δίκαιον του ο Βασίλειος, όθεν ανήκει και δια να αποδειχθεί ότι οι φονεύσαντες τον Τούρκο ναύται Νικολακιάνοι από το χωρίον Πύργον δεν είχον δίκαιον να ζητούν περί της αυτής υποθέσεως και να ενοχλούν τινά, διότι αυτοί φονεύσαντες τον Τούρκον έφυγον και ο Βασίλης δια αυτούς επλήρωσε ταύτα».

Στο ίδιο έγγραφο υπάρχει σημείωση «ο ανωτέρω Βασίλης Καργάκος είναι πατήρ του Δημητρίου Βασιλάκου κατοίκου Αγίου Ιωάννη του δήμου Σπάρτης, αντίγραφο την 11 7βρίου 1871 Σπάρτην»

Από το παραπάνω αρχείο προκύπτουν διάφορα συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή.

Πρώτα από όλα βλέπουμε πως οι ισχυρές οικογένειες όπως η οικογένεια Δουράκη από την Καστάνια της έξω Μάνης είχαν την δυνατότητα να έχουν στην κατοχή τους ομήρους – δούλους Τούρκους αιχμαλώτους από τα πεδία των μαχών.

Επίσης εδώ παρατηρούμε μια παλιά εθιμική διαδικασία της Μάνης στην οποία η εφορεία της Σπάρτης (συμβούλιο δημογερόντων) μέσω αιρετοκρισίας επέβαλε. Την αποζημίωση του θανάτου κάποιου προκειμένου να αποφευχθούν αντίποινα και περαιτέρω αιματοχυσία.

Οι Νικολακιάνοι ναύτες που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα ως φονιάδες  δεν είναι άλλοι από την γενιά των Νικολακιάνων του Πύργου Διρού. Τούτο επιβεβαιώνεται από το ότι ως μια από τις ισχυρές οικογένειες του χωριού υπογράφουν στις 15/8/1806 υποσχετικό σύμφωνο βοήθειας του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη.

untitled

απόσπασμα από το συμφωνητικό των οικογενειών του Πύργου το 1806 προς τον Αντωνόμπεη

Τέλος η υποσημείωση για την οικογένεια Καργάκου μας βοηθά να καταλάβουμε πως ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821 είχε αρχίσει η πληθυσμιακή μετακίνηση των Μανιατών προς την Σπάρτη και την πέριξ περιοχή καθώς αναφέρονται μέλη της στον Άγιο Ιωάννη του Μυστρά και την γύρω περιοχή το 1872 ακόμα και με παρωνύμια.

untitled

Ο Δημήτρης Βασιλάκος σε εκλογικό κατάλογο  του Αγίου Ιωάννη το 1872

ΠΗΓΕΣ

  1. Αθ. Φωτόπουλου, Οι Γιατράκοι του 1821, Αθήνα 1902, τόμ. Β’, σ. 190, έγγρ. 593 (569).
  2. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας οικογένειες και εκκλησίες στην Μάνη» Ιχώρ Αθήνα 1990
  3. Αγνώστου, «Ιστορικαί αλήθειαι συμβάντων τινών της Μάνης από του 1769 και εντεύθεν : Ο Τζανέτμπεης Καπετανάκης Γρηγογάκης και η οικογένειά του», Τύποις Φ. Καραμπίνη και Κ. Βαφά, 1858
  4. http://el.travelogues.gr/item.php?view=47756
  5. http://arxeiomnimon.gak.gr (Γ.Α.Κ εκλογικά συλλογής Βλαχογιάννη επαρχία Λακεδαίμονος φακ. 025)
  6. https://maniatika.wordpress.com

 

 

Ο Πετρόμπεης ζητά να ενισχύσει το Μεσολόγγι

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήδη από τις αρχές του αγώνα του 1821 είχε αντιληφθεί την στρατηγική σημασία της τοποθεσίας της πόλεως του Μεσολογγίου. Για τον λόγο αυτό ζητούσε πάντα την ενίσχυση του φρουρίου του Μεσολογγίου με τροφές και μπαρουτόβολα προκειμένου να αντέχει μακρά πολιορκία. Τούτο απέδωσε καρπούς κατά την πρώτη πολιορκία της πόλης το 1822. Η άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και η καταστροφικές συνέπειες των εμφυλίων πολέμων αναζωπύρωσαν την σκέψη του Πετρόμπεη για το Μεσολόγγι καθώς οι φόβοι του για δεύτερη πολιορκία ήταν βάσιμοι. Στο έγγραφο που δημοσιεύουμε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ζητά να ενισχυθεί η φρουρά του Μεσολογγίου ακόμα και από τον ίδιο αν χρειαστεί καθώς ο φόβος κατάρρευσης της Δυτικής Ρούμελης ήταν ολοφάνερος. (Πράγμα που έγινε με την λήξη της πολιορκίας στις 10 Απριλίου του 1826). Χαρακτηριστικό είναι ότι η Β’ πολιορκία του Μεσολογγίου ξεκινά επισήμως στις 25 Δεκεμβρίου του 1825 ενώ η επιστολή του Πετρόμπεη προς την Διοίκηση είναι μόλις ένα μήνα πριν, τον Νοέμβριο.

«Ο προς την φίλην πατρίδα μας ένθερμος ζήλος μου με αναγκάζει και παρακινεί ν’ αναφέρω προς την Σεβ. Διοίκησιν, ότι εγώ μετά πάσης χαράς και ευχαριστήσεως είμαι έτοιμος εις το να αποφασίση να απεράσω διά το Μεσολόγγιον με όσα στρατεύματα η Σ. Διοίκησις εγκρίνει αναγκαία διά την ασφάλειάν του. Όσον διά τον εαυτόν μου διά εκατό σωματοφύλακας οίτινες με αναγκαιούν να πάρω, η Σ. Διοίκησις δι’ αυτούς μένει αφρόντιστη, καθ’ ότι και εξ ιδίων μου θέλει οικονομήσω, βλέπων την υστέρησιν του εθνικού ταμείου και τον επαπειλούμενον κίνδυνον του Μεσολογγίου. Όθεν και η Σ. Διοίκησις ας διορίση όσα στρατεύματα περισσότερα αναγκαιούσιν να απεράσωμεν διά των πλοίων όσον τάχος να προφθάσωμεν το Μεσολόγγιον. Όθεν και ανυπομόνως περιμένω την απόφασίν της και τας αναγκαίας διαταγάς. Εν τοσούτω και μένω ευσεβάστως.
Τη 10: Νοεμβρίου: 1825

Εν Ναυπλίω                                                                       Ο πρόθυμος πατριώτης
                                                                                                         Π. Μαυρομιχάλης»

 

ΠΗΓΕΣ

  1. ΓΑΚ, Συλλ. Βλαχ. Α’, Εκτ., φάκ. 16, έγγρ. 084
  2. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
  3. http://www.sansimera.gr/articles/243

Η γριά Σπιριούναινα -Η μανιάτισσα ηρωίδα

Μανιάτισσα του 1821

Μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες που ζούμε, αγαθά όπως η ειρήνη, η φιλοπατρία, η κοινωνική σταθερότητα θεωρούνται δεδομένα. Παλαιότερα ωστόσο τα περισσότερα από αυτά αμφισβητούνταν από τις προκλήσεις των καιρών. Οι συχνοί πόλεμοι, η πολιτική αστάθεια δοκίμαζαν τον πληθυσμό αναδεικνύοντας όμως λαμπρά παραδείγματα για το μέλλον. Μέσα σε αυτά τα παραδείγματα είναι και αρκετές γυναίκες.

Η γριά Σπιριούναινα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα προς μίμηση. Το πραγματικό της επίθετο δεν το γνωρίζουμε, ωστόσο ξέρουμε ότι είχε παντρευτεί κάποιον από την οικογένεια Σπιριούνη από το χωριό Τριανταφυλλιά της δυτικής μέσα Μάνης. Η Σπιριούναινα ήταν τροφός (βοήθησε καθοριστικά στην ανατροφή), του Ηλία Μαυρομιχάλη, γιου του Πετρόμπεη. Παρόλη την ηλικία της (την αποκαλούσαν γριά ωστόσο μπορεί να ήταν γύρω στα 45-50) ακολούθησε τον Ηλία Μαυρομιχάλη στην εκστρατεία του στα ενδότερα της Πελοποννήσου τον Μάρτιο του 1821 προκειμένου να ξεσηκώσουν τους υπόλοιπούς Έλληνες σε επανάσταση.

Η Καρύταινα και το κάστρο της

Απέδειξε την ανδρεία της πολλαπλά καθώς αποδέχτηκε την θέση του αγγελιοφόρου του Ηλία Μαυρομιχάλη κατά την διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου της Καρύταινας. Τρεις φορές ανέβηκε στο κάστρο της Καρύταινας, χωρίς να δειλιάσει, προκειμένου να μεταφέρει τους όρους παράδοσης του κάστρου. Οι Τούρκοι της έλεγαν συνεχώς «αύριο» προκειμένου να κερδίσουν χρόνο. Στο τέλος τους ήρθε βοήθεια από την Τρίπολη και το στρατόπεδο των Ελλήνων διαλύθηκε.

Με λίγα λόγια η γριά Σπιριούναινα αποτελεί υπόδειγμα γυναικείας ανδρείας και πίστης στο πρόσωπο που μεγάλωσε.

**Αφιερωμένο στην γιορτή της γυναίκας**

https://maniatika.wordpress.com/

Πηγές
1. Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών
2. Ι. Γιανναροπούλου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Λακωνικών Μελετών, 1982, σσ. 136 και 147.

Φωτογραφικό Υλικό

  1. http://spyriounis.com/portfolio/portreta/
  2. http://www.megalopoli.gov.gr/tourismos/aksiotheata/i-karitaina.html

Ο Αγωνιστής Του 1821 Σταμάτης Ροζάκης

Φαλαγγίτης

Η σημαντική οικογένεια Ροζάκη από τον Άγιο Νικόλαο του παλαιού δήμου Μελιτίνης, με προσφορά στους εθνικούς αγώνες και με φόρο αίματος, γνωρίζουμε ότι αντλεί την απώτερη προέλευσή της από το χωριό Νύφι[1]. Κατά την εποχή των Ορλωφικών (1770) η οικογένεια ήδη κατοικούσε στον Άγιο Νικόλαο και με επικεφαλής της τον γέρο – Μπούμπουνα ή Σταμάτη Ρόζο πήρε μέρος τότε στις επαναστατικές, υπό τους Ρώσους, συγκρούσεις της Ανατολικής Λεγεώνας της Σπάρτης (Μάνης) κατά των Τούρκων για την απελευθέρωση της Λακεδαίμονος και της Τρίπολης.

12467971_1726940194202361_718140840_n

Ο κεντρικός πύργος του κάστρου της Βαρδούνιας το οποίο ο Σ. Ρόζος το 1826 κρατούσε και συντηρούσε με δικά του έξοδα αποτρέποντας την διέλευση και την κατάκτησή του από τον Ιμπραήμ (φωτογραφία Γιάννης Μιχαλακάκος)

Απόγονος του παραπάνω αγωνιστή, που τελικά θυσιάστηκε κατά τα Ορλωφικά πολιορκημένος στο Μοναστήρι της Ζερμπίτσας από τους Τουρκαλβανούς, υπήρξε και ο Σταμάτης Ροζάκης ή Ρόζος, με σημαντική δράση κατά την Επανάσταση του 1821. Γεννημένος κατά το 1785, ήταν κατά την έναρξη της Επανάστασης ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, αρχηγός της οικογένειας και πρόκριτος της ευρύτερης περιοχής των Μπαρδουνοχωρίων Λακωνίας. Αναφέρεται ότι κατά την άλωση της Τριπολιτσάς παραδόθηκε σε αυτόν ο Βαρδουνιώτης Ρουμπής. Το 1823 έγινε ταξιάρχος και το 1825 χιλίαρχος.

Για την δράση του, υπέβαλε ο ίδιος μετεπαναστατικά την από 1 Οκτωβρίου 1841 αναφορά του προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, αναφορά που τμήμα της για πρώτη φορά δημοσιεύουμε ως συντακτική ομάδα στο ιστολόγιο “Μανιάτικα” και η οποία αποτελεί σήμερα ένα μοναδικό ιστορικό τεκμήριο για την προσφορά, τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του στον Αγώνα. Ο ίδιος ο Ροζάκης εξιστορεί τη συμμετοχή του : στις μάχες της Τρίπολης το 1821, όπου έπεσαν δύο συγγενείς του όπως αναφέρει, ο Ευστράτιος Μπούμπουνας και ο Μαρίνος Λιούνης, στην απόκρουση του Δράμαλη το επόμενο έτος, στην πολιορκία του Ναυπλίου, στα Μεσσηνιακά Φρούρια κλπ, και τέλος στις θυσίες της οικογένειάς του κατά την επίθεση των Αράβων τον Αύγουστο του 1826 στον Πολυάραβο και στη Δεσφίνα, όπου η μητέρα του Αρχοντού μαζί με άλλους συγγενείς της βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στον πύργο των των Σταθέων[2].

 Σημειωτέον ότι ο θάνατος της Αρχοντούς μέσα στον πύργο των Σταθέων έχει αντιμετωπιστεί μέχρι σήμερα με επιφυλάξεις από ορισμένους ερευνητές, ωστόσο η παρούσα μαρτυρία του ίδιου του γιού της, αποκαθιστά ιστορικά και αίρει αμετάκλητα την οποιαδήποτε έως τώρα επιφύλαξη για τη θυσία της.  

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον αγωνιστή να μας αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο :

“ Ο υποκλινέστατος πιστός υπήκοος της Υ.Μ. Σταμάτης Ρόζος της Λακεδαίμονος του Δήμου Μελιτίνης προστρέχω εις τους πόδας του Υψ. Θρόνου με χείρας προϊσχομένους και εξ αιτούμαι να ρίψει όμμα ευμενείας εις τα επακόλουθα δίκαια παράπονά μου και επιφέρει δικαίαν απόφασιν.

Μεγαλειότατε είμην της Βας τάξεως των οικογενειών της Λακωνίας αι θυσίαι μου όμως προβαλλόμεναι υπερβαίνουν παντός άλλου και αυτής της Αης τάξεως. Πριν της διαδόσεως της φωνής του Ιερού Αγώνος είμην εν τοις πράγμασιν Μεγαλειότατε, αφ’ ότου δε ήχησεν η σάλπιγξ της ανεξαρτησίας έλαβον τα όπλα εις χείρας επικεφαλής των συγγενών μου συμπολιτών μου (συγκειμένων 120 οικογενειών) και ως επί το πολύ όλων των Βαρδουνοχωρίων έτρεξα υπό τους οπλαρχηγούς Μαυρομιχάλας και Π. Ιατράκον όθεν και όπου η ανάγκη το εκάλεσε απ’ αρχής μέχρι τέλους επικεφαλής πάντοτε υπερ των εκατόν στρατιωτών . Παρευρέθην μεν εις τας της Τριπόλεως μάχας μέχρι της αλώσεως αυτής, όπου έπεσον ενδόξως εις πρώτος μου εξάδελφος Ευστράτιος Μπούμπουνας εις δεύτερος συγγενής μου Μαρίνος Λιούνης και πολλοί άλλοι απλοί στρατιώται, εις την έφοδον της οποίας παρεδόθησαν αρκετοί Τούρκοι εκ των Βαρδουνοχωρίων των οποίων τα όπλα αφιέρωσα υπερ του έθνους, και προς απόδειξιν μοι απέδωκε το τότε επαρχείον της Λακεδαίμονος το από 23 Μαρτίου 1824 ανά χείρας μου χρεωστικόν έγγραφον εκ γροσίων χιλίων αρ. 1000. Εις τας του Άργους επί Δράμαλην εις τας της Ναυπλίας πολιορκίαν, εις τας των Μεσσηνιακών Φρουρίων επί Αράβων κλπ τας οποίας παρατρέχω χάριν βραχυλογίας, επιτέλους δε  εις την τρομεράν εισβολήν των Αράβων εις Πολυάραβον εις την οποίαν είμην πολιορκημένος εις το Φρούριον Βαρδούνιας, έχων υπέρ τους 150 στρατιώτας, τους οποίους διατήρησα με ίδιά μου έξοδα και καταδαπάνησα το πλείστον μέρος της πατρικής μου περιουσίας υπερ των πέντε χιλιάδων δραχμών Αριθ. 5000 και μάρτυρας τούτου επιφέρων όλους τους κατοίκους των Βαρδουνοχωρίων του Δήμου Μελιτίνης, προσέτι δε εις το προπύργιον Πολυαράβου Τζεσφίνα καλούμενον ήσαν πολιορκημένοι η Μητέρα μου Αρχοντού, δύο πρώτοι μου εξάδελφοι Κυριάκος Σταθάκος μετά της συμβίας του, Δημήτριος Πουλάκος, και δύο ανήψια μου Ευστάθιος Σταθάκος μετά της συμβίας του και Γεώργιος Λιακουνάκος, όπου ως προμαχώνες έγιναν θύμα υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος ως έλαβον τον ελεεινότατον θάνατον κατακαιόμενοι ζώντες υπό των Αράβων, πυρπολήσαντες δε το προπύργιον μοι εφθάρη και αρκετήν κινητήν περιουσίαν. Η δε λοιπή οικογένειά μου πολιορκίθη εις Πολυάραβον όπου και επληγώθη ο πρεσβύτερος υιός μου Γεώργιος επί του μηρού, αξιωματικός νυν της Β. Φάλαγγος, κατηνάλωσεν δε ως εκείσε αρκετόν πράγμα, επίσης δε εις την αυτήν εποχήν μοι πυρπολύθησαν παρά των Αράβων 2 οικίαι εις το Ζευγολατίον Σίνας και μέρος μελίσσια.

Μεγαλειότατε δια τας απ’ αρχάς προς την πατρίδα πιστάς εκδουλεύσεις μου με ετίμησε η τότε Διοικ. Επιτροπή της Ελλάδος με τους βαθμούς ταξιαρχίας και χιλιαρχίας, τας οποίας πολλάκις διεύθυνον εις τας κατά καιρόν επιτροπάς αλλά εις μάτην. Έλαβον όμως δια μεν της Διοικήσεως Λακεδαίμονος το αργυρούν αριστείον τοις Ηρωϊκοίς Προμάχοις δια της από 25 Απριλ. 1838 και υπ’ αριθμ. 5761 διαταγής της επί των Στρατ. Β. Γραμματείας της Επικρατείας κατά συνέπειαν των από 20 Μαίου/1 Ιουνίου 1834 και 18/29 Σεπτεμβρίου 1835 υψ. Β. Διαταγμάτων. Δια  δε της τελευταίας επιτροπής της Μάνης βαθμολογίσθην υπολοχαγός της Β. Φάλαγγος και με αποδοχάς ανθυπολοχαγού, δια της από 21 Δεκ. 1837 και υπ’ αριθμ. 1085 κοινοποιήσεως του Ταγματάρχου κ. Φέδερ, κατά συνέπεια της από 1/13 Νοεμβρίου του αυτού έτους Υψ. Β. Αποφάσεως, αν και προηγουμένως χαρακτηρίσθην παρά της αυτής επιτροπής εις τον βαθμόν λοχαγού, αλλά μέχρι τούδε ουδεμίαν αποδοχήν έλαβον..”

                                       Πιστός υπήκοος της υ. Μεγαλειότητος

                                                   Σταμάτης Ροζάκης

ροζοσ

Η γνήσια υπογραφή του αγωνιστή Σ. Ροζάκη

Ο αγωνιστής, που απεβίωσε το 1861, αναγνωρίστηκε μετά θάνατο, κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων των κληρονόμων του προς την τότε επιτροπή κρίσεων (1865 και 1872) , ως οπλαρχηγός 5ης τάξεως, δηλαδή Λοχαγός.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Η οικογένεια Ροζάκη ή Ρόζου εκ του λατινικού rosso =κόκκινο έλκει καταγωγή από το χωριό Νύφι της Μάνης και υπάγεται στην πατριά των Βασιλιάνων. Στο χωριό διασώζονται και ερείπια του πύργου της.
  2. Η οικογένεια Σταθάκου αποτελεί κλάδο της οικογένειας Ροζάκη, εξού και η από κοινού άμυνα του πύργου στην Δεσφίνα.

ΠΗΓΕΣ

-Προσωπικό αρχείο Δημητρίου Π. Μαριόλη, δικηγόρου – ιστορικού.

-ΓΑΚ, Αρχείο Οθωνικής Περιόδου του Υπ. Στρατιωτικών, Οργανισμός Φάλαγγος.

-Σταύρου Καπετανάκη, “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821” (2005).

-“Λακωνικαί Σπουδαί”, περιοδικό σύγγραμμα της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, τόμος Ε΄ (1980).

– Κ. Κάσση «Μοιρολόγια της μέσα Μάνης» τ. Β.

– Προσωπικές πληροφορίες και φωτογραφικό αρχείο Γιάννη Φ. Μιχαλακάκου

Αναστάσιος Φραντζεσκάκης

Άρθρα

Η οικογένεια Φραντζεσκάκη συγκαταλέγεται στις παλαιότερες της Αρεόπολης και, όπως γράφει ο Κυριάκος Κάσσης (Άνθη της Πέτρας), είναι «κολλητή», σύμμαχος δηλαδή στην πατριά των Γεωργιάνων. Κλάδος της έχει κατοικήσει και στο γειτονικό Κουσκούνι, με στενή σύνδεση με την πατριά των Κρασακιάνων.

Η συμμετοχή της στην επανάσταση του 1821 υπήρξε σημαντική, γεγονός που προκύπτει από την απονομή μετεπαναστατικά του αριστείου του Αγώνα (παρασήμου) σε 10 μέλη της τουλάχιστον. Διακεκριμένη μορφή της, που αναδείχθηκε κυρίως στα μετέπειτα χρόνια της ελεύθερης πατρίδας μας ως αξιωματικός της φάλαγγας, ήταν ο Αναστάσιος Φραντζεσκάκης.

Γεννήθηκε το έτος 1799 και ο πατέρας του ονομαζόταν Μιχαήλ. Ήταν έγγαμος από τις 17 Σεπτεμβρίου 1822 με την Ειρήνη Τζακάκη, που επίσης καταγόταν από την Αρεόπολη. Σε επίσημους στρατιωτικούς καταλόγους των ετών 1840 – 1841 αναφέρεται τότε ως πατέρας 5 παιδιών. Η δράση του κατά την Επανάσταση περιγράφεται από το πλούσιο σε εκδουλεύσεις πιστοποιητικό του, το οποίο προσκόμισε στο Υπουργείο Στρατιωτικών το έτος 1841, προκειμένου να λάβει και εκείνος το αργυρό αριστείο του Αγώνος.

Στο αναφερόμενο πιστοποιητικό, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του 1841 υπέγραψαν οι παλαιοί Μανιάτες οπλαρχηγοί Παν. Μπουκουβαλέας Τρουπάκης, Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης, Χρ. Καπετανάκης και Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, βεβαιώνεται η συμμετοχή του Φραντζεσκάκη το έτος 1821 στις μάχες και συμπλοκές Βαλτετσίου, Συλίμνας, Βλαχοκερασιάς, Ταβιάς, πολιορκίας Κορίνθου, στην πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς, όπου τραυματίστηκε στο δεξιό βραχίονα, ενώ δεν έλειψε η συμμετοχή του το ίδιος έτος και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου, όπως στην Πέτρα, Λιβαδειά, Σούρπη, Κερατόπυργο Μεγάρων, Πειραιά.

Η υπογραφή του Αγωνιστή σε πιστοποιητικό του 

Το έτος 1822 συμμετείχε σε μάχες στο Άργος, στο Κουτσοπόδι, Κλένια, στην Κάρυστο Ευβοίας και στην πολιορκία του Ναυπλίου, ενώ τα έτη 1823 – 1824 συμμετείχε στην πολιορκία της Κορώνης. Επί Ιμβραήμ το 1825 συμμετείχε σε μάχες και επιχειρήσεις ανάσχεσης των Τουρκοαιγυπτίων πλησίον του Νεοκάστρου, στις θέσεις Χίλια Χωρία, Λογγά, στην Καλαμάτα, Πεταλίδι, στη Μπούκα Νησίου, ενώ το 1826 πολέμησε στη Βέργα, Διρό, Καρυούπολη και Πολυάραβο. Σε όλες τις παραπάνω μάχες αναφέρεται ότι πολέμησε πάντοτε ως αξιωματικός (καπετάνιος), με γενναιότητα, ζήλο και πειθαρχία.

Μετά την απελευθέρωση ονομάστηκε με βασιλικό διάταγμα της 1/13 Νοεμβρίου 1837 ανθυπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1839, τέθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία, υπηρετώντας μαζί με άλλους παλαίμαχους Μανιάτες αξιωματικούς στην 4η Τετραρχία υπό τον τότε αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Πιεράκο Μαυρομιχάλη.

Το Μάιο του 1841   συνέδραμε σε οικονομική ενίσχυση υπέρ των επαναστατημένων Κρητικών και το Μάρτιο του 1844 τιμήθηκε με το αργυρό Αριστείο ως ανθυπολοχαγός της Φάλαγγας. Την περίοδο 1850 – 1861 διετέλεσε και ένορκος, γεγονός που για εκείνη την εποχή συνιστούσε ένδειξη κύρους και οικονομικής επιφάνειας. Ήταν εγγράμματος, υπέγραφε πάντοτε στα ιδιόχειρα έγγραφά του ως “Αναστάσιος Φρατζησκάκης”, και υπηρέτησε στην ενεργητική Φάλαγγα μέχρι το τέλος του βίου του.

Το έτος 1865 υπέβαλε αίτηση και πιστοποιητικά εκδουλεύσεων στην τότε εξεταστική επιτροπή αγωνιστών του 1821 και αναγνωρίστηκε εκ νέου ως οπλαρχηγός 7ης τάξης, δηλαδή ανθυπολοχαγός. Την ίδια εποχή αναγνωρίστηκε από την παραπάνω επιτροπή ως οπλαρχηγός 5ης τάξης (λοχαγός) και ο ιερωμένος συγγενής του πρωτοσύγκελος Μελέτιος Φραντζεσκάκης, που είχε πολεμήσει στην άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο φιλότιμος αγωνιστής προήχθη περαιτέρω το μήνα Σεπτέμβριο του 1871 στο βαθμό του υπολοχαγού, όπως επίσης και ο συνάδελφός του Μανιάτης αγωνιστής Σταμάτιος Τζελέντης, από τη Λαγκάδα του δήμου Λεύκτρου. Δέκα χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 1881, ο Φραντζεσκάκης έλαβε το βαθμό του λοχαγού της φάλαγγας.

Απεβίωσε στις 10 Ιανουαρίου του 1886 σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Ειρήνη με δικαίωμα λήψης μηνιαίας σύνταξης χηρείας ποσού 33,25 δραχμών.

ΠΗΓΕΣ

  • Κυριάκου Κάσση “Άνθη της Πέτρας – Μάνη” (1990).
  • Κυριάκου Κάσση “Η οικογένεια Κουλουριάνοι της Μάνης” (2006).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821” (2005).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές” (2008).
  • Ιωάννη Λεκκάκου “Μάνη Ερανίσματα Ιστορίας και Λαογραφίας” (2004).
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους : Αρχεία Αριστείων (1841), Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (1843) και Υπουργείου Στρατιωτικών (1837 – 1841).
  • Διάφορα Φ.Ε.Κ.

Ιωάννης Στρατάκος (οπλαρχηγός)

Αξιωματικός  της Φάλαγγας

Η Χιμάρα της Μάνης βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Πυρρίχου και Λουκάδικων, στην περιοχή που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν επαρχία Κολοκυνθίου. Ο οικισμός αυτός ανέδειξε κατά την Επανάσταση του 1821 μία σημαντική προσωπικότητα, με δράση στρατιωτική κυρίως, που πλαισίωσε γνωστούς Μανιάτες οπλαρχηγούς. Ο αγωνιστής αυτός ήταν ο Ιωάννης Στρατάκος, ένας ακόμη από τους Μανιάτες εκείνους που δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Ο Στρατάκος, σύμφωνα με τους τηρούμενους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) επίσημους ονομαστικούς καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών   (περίοδος 1840 – 1841),  είχε γεννηθεί το έτος 1790 και είχε νυμφευθεί την Μαρία Νικολάκου στις 6 Οκτωβρίου 1819. Από την ίδια πηγή φέρεται εκείνη την εποχή ως πατέρας έξι παιδιών.

Σχετικά με τη δράση του κατά την Επανάσταση, γνωρίζουμε ότι μετά από πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος πήρε στις 11 Ιουνίου του 1823 το βαθμό του χιλιάρχου, μαζί με τους συναγωνιστές του Μαυροειδή Μαντζάκο, Βασίλειο Πολιτάκο, Ιωάννη Γιαννουλέα, Δημήτριο Πουλικάκο και άλλους. Η συμμετοχή του στις επαναστατικές επιχειρήσεις μέχρι το έτος 1825 περιγράφεται συνοπτικά από μία αναφορά του ίδιου προς το Υπουργείο των Πολεμικών, την οποία υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1825, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και δύο πιστοποιητικά του Πετρόμπεη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, τους οποίους ακολουθούσε ως αξιωματικός τους στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Το έτος 1821 λοιπόν, πολεμώντας πάντα υπό την οδηγία των Μαυρομιχαλαίων, έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίου, Τριπολιτσάς, Κορίνθου και Πατρών, ενώ δεν έλειψε και από επιχειρήσεις εκτός Πελοποννήσου, ευρισκόμενος στα Μεγάλα Στενά του Ισθμού, στα Γεράνεια Όρη και στη Λιβαδειά. Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1822, πολέμησε στο Άργος κατά του Δράμαλη, ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού έλαβε μέρος και σε εκστρατεία Μανιατών υπό τον Πετρόμπεη με σκοπό την ενίσχυση του πολιορκούμενου από τους Οθωμανούς Μεσολογγίου και τη λύση της πολιορκίας του.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, πιστοποιεί για τον Ι. Στρατάκο στις 20 Ιανουαρίου 1824 τα εξής :

«Δηλοποιώ διά του παρόντος ότι ο καπετάν Ιωάννης Στρατάκος, δεν έλειψεν απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος να παρασταθεί εις διαφόρους της πατρίδος ανάγκες κάμνων το προς αυτήν χρεός του πότε με πεντήκοντα στρατιώτας πότε δε με τριάκοντα μέχρι των δεκαπέντε, καθώς και ήδη εσχάτως διέτριψε υπό την οδηγίαν μου μήνας επτά χωρίς να λάβη οβολόν διά τον εαυτόν του εις όλον αυτό το διάστημα,  εκτός των στρατιωτών του οίτινες επληρώθησαν. Διό και του δίδεται το παρόν  μου διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει και διά να λάβη την ανήκουσαν αμοιβήν.  

    Τη 20 Ιανουαρίου 1824, Εν Καλαμάτα
                            Ο Πατριώτης Κων. Μαυρομιχάλης»

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επίσης σε πιστοποιητικό του, που φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1825, βεβαιώνει για τον Καπετάν Γιάννη Στρατάκο ότι αγωνίσθηκε υπό την οδηγία του σε πολλές εκστρατείες, φερόμενος «μετά προθυμίας, ανδρείας και πίστεως» και ότι υπήρξε γνήσιος πατριώτης με γενναίες εκδουλεύσεις έως εκείνη την εποχή.

Μετά την απελευθέρωση, κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1828 – 1831), ο Στρατάκος εξακολούθησε ως παλαιός οπλαρχηγός να ασκεί επιρροή στην περιοχή του. Έτσι, στις 24 Ιουλίου του 1830 συνυπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους και οπλαρχηγούς της Ανατολικής και Δυτικής Μάνης επιστολή στήριξης και αφοσίωσης προς τον απεσταλμένο του Κυβερνήτη στο Γύθειο Α. Μεταξά, ενώ την ίδια εποχή προτάθηκε από τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ως ικανός να αναλάβει την θέση του Δημογέροντα του τμήματος Κολοκυνθίου Ανατολικής Μάνης, μισθοδοτούμενος με 60 φοίνικες ανά μήνα.

Κατά τα μετέπειτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου, ο αγωνιστής αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι Μανιάτες παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821, ονομάστηκε τιμητικά αξιωματικός της Σπαρτιάτικης Φάλαγγας και πήρε το Νοέμβριο του 1837 το βαθμό του Λοχαγού. Περαιτέρω το έτος 1839 τέθηκε σε ενεργητική υπηρεσία με το βαθμό του Λοχαγού – Σημαιοφόρου στην 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, υπηρετώντας αρχικά υπό τον Ταγματάρχη Δ. Πετροπουλάκη στο απόσπασμα Γυθείου και κατόπιν ο ίδιος ως αποσπασματάρχης στην Αρεόπολη, από όπου και αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1843, ως προικοδοτημένος Λοχαγός. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της ενεργητικής του υπηρεσίας (1839 – 1843) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καταδίωξη ληστών, γεγονός που καταδεικνύει το ότι, παρά το ώριμο της ηλικίας του για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, παρέμενε ένας μάχιμος αξιωματικός.

Ακριβή χρόνο θανάτου του Ιωάννη Στρατάκου δεν γνωρίζουμε. Το γεγονός ωστόσο ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του, δηλαδή τα παιδιά του, ζήτησαν στις 30 Απριλίου 1857 άδεια ώστε να αξιοποιήσουν με πώληση το φαλαγγίτικο γραμμάτιο του ήδη θανόντα πατέρα τους, αξίας 5.400 δραχμών (ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη), μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο θάνατός του δεν πρέπει να απείχε πολύ από την ημερομηνία εκείνη. Οι κληρονόμοι του αγωνιστή, προκειμένου να λάβουν τη σχετική άδεια εκποίησης του γραμματίου του πατέρα τους, προσκόμισαν λίγο αργότερα στον Έπαρχο Γυθείου το από 24 Ιουνίου 1857 πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Κολοκυνθίου Β. Τραφαλή, απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής:

«Ο Δήμαρχος Κολοκυνθίου πιστοποιεί ότι οι δημότες και κάτοικοι του χωρίου Χειμάρας Φώτιος Στρατογιαννάκος ετών 28, Ευστράτιος Στρατογιαννάκος ετών 26, Πέτρος Στρατογιαννάκος ετών 22 και Αγγέλω Στρατογιαννίτσα ετών 30 εκ του χωρίου Σκάλα του Δήμου Τρινάσου, είναι τέκνα και κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός των Ιωάννου Στρατάκου λοχαγού της Β. Φάλαγγας ..»   

Στο έγγραφο αυτό, για λογαριασμό των παιδιών του, εκτός του Φώτη, υπογράφει ο συγχωριανός τους Γουλάκος, ο οποίος πιθανόν ανήκει στην ίδια πατριά με τον Στρατάκο (Χασανιάνοι).

Στο πέρασμα του χρόνου, όταν ιστορική μνήμη και παράδοση αδυνατίζουν, εμείς οφείλουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους λησμονημένους ήρωες, που αγωνίστηκαν για ιδανικά, τα οποία σήμερα θεωρούμε ως αυτονόητα και δεδομένα.

Η υπογραφή του καπετάν Γιάννη Στρατάκου ως λοχαγού της φάλαγγας

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους: Αρχεία Υπουργείου Πολέμου (έτους 1825), Υπουργείου Στρατιωτικών (ετών 1837 – 1841) και Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (ετών 1843 και 1857).
  • Περ. «Λακωνικαί Σπουδαί».
  • Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης τόμος Β Κ. Κάσση

Θεόδωρος Μεσίσκλης ( 1783 – 1840 )

Ο Θεόδωρος Μεσίσκλης υπήρξε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 οπλαρχηγός της Μέσα Μάνης. Φέρεται γεννημένος το 1783 και καταγόταν από τη Νόμια του παλαιού Δήμου Μέσσης της Λακωνίας. Κατά την περίοδο της επαναστάσεως κατείχε το βαθμό του χιλίαρχου και μνημονεύεται από τον μετέπειτα υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη Φωτάκο ως ένας από τους οπλαρχηγούς της Μάνης που εισήλθαν στις 23 Μαρτίου 1821 στην Καλαμάτα.

Κατά την περίοδο Καποδίστρια (1828 – 1831) διετέλεσε δημογέροντας, ενώ κατά την μετέπειτα Οθωνική περίοδο κατείχε στρατιωτικά αξιώματα, ήτοι το έτος 1835 υπηρέτησε ως Εθνοφύλακας Μάνης, το έτος 1836 διορίστηκε ως ανθυπολοχαγός του Τρίτου Ελαφρού Τάγματος Μάνης (λόχος Αχίλλειου, με διοικητή του λόχου τον υπολοχαγό Ιωάννη Γρηγορακόγκωνα), ενώ κατά το έτος 1837 ονομάζεται χάριν των πατριωτικών του εκδουλεύσεων λοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας. Το έτος 1839 διορίζεται με τον ίδιο βαθμό στην νεοσυσταθείσα τότε 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, με διοικητή τον Νικόλαο Πιεράκο.

Τιμήθηκε επίσης με το αργυρό αριστείο του Αγώνος. Είχε νυμφευθεί στα 1806 την Μαρία Κονομίτζα και είχε δύο υιούς και τρείς θυγατέρες. Απεβίωσε στις 17 Νοεμβρίου 1840 στη Νόμια Λακωνίας.

Το μανιάτικο ήθος του πολεμιστή αυτού φάνηκε όταν ο Φέδερ αφού πρώτα του έδωσε την προαγωγή του, ως λοχαγός της Λακωνικής φάλαγγας μετά του ζήτησε εκ μέρους του βασιλιά να γκρεμίσει τον πύργο του.

Ο Μεσίσκλης του απάντησε:

<<Μεγάλη πληρωμή ζητά ο βασιλιάς για το αξίωμα που μου δίνει, θα προτιμούσα να έχει ο καθένας τα δικά του>>.

Ο Φέδερ του αντίλεγε ότι ο Ληγορόγγονας το δέχτηκε και ο Μεσίσκλης απάντησε:

ο Γρηγορακάκης είναι Λαμπρή ενώ εγώ είμαι Χριστούγεννα.

Με το παραπάνω ήθελε να πει πως ο Γρηγορακάκης είναι καλός πολεμιστής όμως αναξιόπιστος σαν την κινητή γιορτή της Λαμπρής ενώ ο ίδιος είναι πιστός στις ιδέες του σαν τα Χριστούγεννα που είναι πάνα στις 25 Δεκεμβρίου.

Του Κοσσονάκου και του Κορφιωτάκη

 Νικόλαος Κορφιωτάκης (1792 – 1850).

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν εγγονός του Νικολάου (4.). Στην περίοδο του Αγώνα συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις, στις οποίες και διακρίθηκε. Ο Κ. ξεχώριζε για τη ρητορική του δεινότητα και τη μόρφωσή του. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ταμίας και ελεγκτής στο Υπουργείο Οικονομικών. Εξελέγη αντιπρόσωπος του Μιστρά στην Α’ Εθνοσυνέλευση (1821-22) και αργότερα βουλευτής κατά τις περιόδους 1845 και 1847-50. Ήταν οπαδός του Κωλέττη και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1847-48). Η κυβέρνηση Κριεζή τον όρισε υπουργό Παιδείας στις 4 Αυγούστου 1850 και μία από της πρώτες ενέργειές του ήταν η υπογραφή του Συνοδικού τόμου, με τον οποίο αναγνωριζόταν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις 20 Αυγούστου 1850, την ημέρα που ο Συνοδικός τόμος διαβάστηκε στις εκκλησίες, ο Κ. δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του από έναν Μανιάτη ονόματι Ζυγούρη.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Ο Κορφιωτάκης ήταν πολύ αγαπητός πολιτικός.
  2. Το μοιρολόι το λέει η μητέρα του Γιώργου Κοσσονάκου, κόρη Μαυρομιχάλη στο κλάμα του γιου της ο οποίος πέθανε στην εκστρατεία των Μανιατών στην Κρήτη με το πλοίο Αρκάδι.
  3. Σταυροπήγιο λέει τον δήμο Αβίας, Ζυγός ο δήμος Λεύκτρου, Νίκλος η Μέσα Μάνη. Κολοκυθιά ο δήμος Ανατολικής Μάνης. Ο Κοσσονάκος τιμήθηκε από όλους ως ήρωας πολέμου που ήταν.
  4.  Αναθεματίζει τους δολοφόνους του Κορφιωτάκη γιατί στην πολιτική του δολοφονία ενέπλεξαν τον γιο της που τότε ήταν αξιωματικός.

Πέτρος Κανακάκης- ο Μανιάτης Αγωνιστής του 1821

Ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς, που ανέδειξε το Κατωπάγκι της Μέσα Μάνης κατά την επανάσταση του 1821, υπήρξε ο Πέτρος Κανακάκης. Γεννήθηκε το έτος 1796 στην Κηπούλα και είχε νυμφευθεί την Αρχοντού Κουτραρίτζα το έτος 1818.

Βασικές πληροφορίες για τη δράση του ως οπλαρχηγού αντλούμε από το πιστοποιητικό περί των εκδουλεύσεών του, με ημερομηνία 8.12.1841, το οποίο υπογράφουν οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και ανώτεροι αξιωματικοί της Φάλαγγας Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, Νικ. Πιεράκος, Παναγιώτης Μπουκουβαλέας και Χ. Καπετανάκης. Επίσης από την με ημερομηνία 30.7.1824 απόφαση του Εκτελεστικού πληροφορούμαστε ότι ο αγωνιστής προβιβάστηκε εκείνη την εποχή (1824) στο βαθμό του Πεντηκόνταρχου.

Ειδικότερα μαθαίνουμε από το πιστοποιητικό του ότι κατά την επανάσταση έφερε το βαθμό του Καπετάνιου (Αξιωματικού) και ότι είχε πάντοτε υπό τις διαταγές του στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 120 στρατιώτες έως 70 το ολιγότερο.

Αξιωματικός της Φάλαγγας 1841

Από την έναρξη του Αγώνα το 1821, μέχρι και το 1826, έλαβε μέρος διαδοχικά στην πολιορκία της Κορώνης, έπειτα μετέβη στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, όπου παρέμεινε έως την άλωσή της, κατόπιν πολέμησε στην Κάρυστο, όπως επίσης στις μάχες του Άργους επί Δράμαλη και στις μάχες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια πολέμησε στην πολιορκία του φρουρίου της Κορώνης και Μεθώνης και επί Ιμβραήμ Πασά στα Μεσσηνιακά Φρούρια, εξαιρέτως δε συμμετείχε και στη μάχη στο Μανιάκι, όπου (όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πιστοποιητικό) μόλις έσωσε τη ζωή του. Τέλος ο αγωνιστής πολέμησε στις μάχες του Αλμυρού και του Πολυαράβου το έτος 1826.

Χάριν των υπηρεσιών του ονομάσθηκε το έτος 1837 Υπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ στη συνέχεια το έτος 1839 τοποθετήθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία στην IV Τετραρχία της Φάλαγγας, με έδρα αρχικά το Λιμένι και κατόπιν την Καλαμάτα, όπου υπηρέτησε έως την προικοδότησή του (αποστρατεία) το 1843.

Ο Πέτρος Κανακάκης τιμήθηκε ως παλαιός οπλαρχηγός με το αργυρό Αριστείο του Αγώνα, επαινέθηκε επίσης μαζί με άλλους Λάκωνες στρατιωτικούς το έτος 1841, δυνάμει της VIII Διαταγής του Στρατού, χάριν της συμβολής του στην νεοσυλλεξία των κληρωτών του 5ου Πεζικού Τάγματος των Ακροβολιστών, ενώ κατά τα έτη 1844 – 1845 διετέλεσε ένορκος από το δήμο Μέσσης της επαρχίας Οιτύλου. Απεβίωσε δε περί τα τέλη του έτους 1845.

Δημήτριος Π. Μαριόλης

27.10.2012