Ο Καπετάνιος Κωνσταντίνος Μουνδρέας ή Μουνδραίος (1912)

Ενδιαφέρουσα είναι η δράση στη Λέσβο του ήρωα Μανιάτη οπλαρχηγού Κωνσταντίνου Μουνδραίου. Παραθέτω σχετικά τέσσερα κείμενα από δημοσιεύματα της τότε εφημερίδας του νησιού «Λαϊκός Αγών».

  • 1.- «Παρ’ ευυπολίπτων συμπολιτών αφιχθέντων εκ Πολιχνίτου πληροφορούμεθα τα εξής: Εις το επίνειον Πολυχνίτου Ελπίδα κατέφυγεν το ιστιοφόρον του καπετάν Κωνσταντίνου Μουνδραίου εκ Μάνης όστις είχεν αποβιβάση εις Γαβαθάν όρμον των Τελωνίων τον γενναίον οπλαρχηγόν Ευστράτιον Λαγίδην άλλοτε δράσαντα με ανταρτικά σώματα εν Σάμω. Διερχόμενον το πλοίον από το Σίγριον υπέστη σοβαράν επίθεσιν εκ μέρους των αυτόθι Τούρκων οι οποίοι διέτρησαν πλοίον και ιστία και εφόνευσαν δύο ναύτας του, καταγομένους εκ Κυδωνιών(«Λαϊκός Αγών», 14-11-1912).
  • 2.- Στις 4-12-1912 τα πλοία του ελληνικού στόλου «Εσπερία», «Αρκαδία», «Μυκάλη» και «Αθήναι» που είχαν αγκυροβολήσει στην παραλία της Πέτρας, προκειμένου να κανονιοβολήσουν από εκεί τις τουρκικές δυνάμεις του Κλαπάδου, δέχτηκαν ομαδικά πυρά από Τούρκους αντάρτες που είχαν οχυρωθεί σε σπίτια της παραλίας και σε γειτονικά υψώματα. Τα πλοία απάντησαν με βομβαρδισμό και τότε οι Τούρκοι αντάρτες λεηλάτησαν την Πέτρα, πυρπόλησαν αρκετά σπίτια και σκότωσαν πέντε Έλληνες πολίτες. Σύμφωνα με το παρακάτω δημοσίευμα: «Μετά τα τερατουργήματά των ταύτα οι Τούρκοι ετράπησαν εις τα κρυσφήγετά των και τα όρη. Οι κάτοικοι εν τούτοις της Πέτρας δεν ετόλμων να εξέλθουν των οικιών των, μέχρι της χθες, (σ.σ. 6-12-1912) ότε αναθαρρήσαντες κάπως εξήλθον τινές εξ αυτών και ανήλθον επί της “Εσπερίας” παρακαλούντες τον αρχηγόν της μοίρας (σ.σ. ναύαρχον Ιωάννην Δαμιανόν) να στείλη να παραλάβη όλους τους κατοίκους, οι οποίοι ήρχισαν συγκεντρούμενοι επί της παραλίας. Ήτο σπαραξικάρδιον τω όντι το θέαμα τόσων ατόμων πανικοβλήτων εκ των αγωνιωδών στιγμών τας οποίας διήλθον υπό την αιμοβαφή μάχαιρα των δημίων Τούρκων. Ο αρχηγός της μοίρας καμφθείς από τας ικεσίας των μεταβάντων προς αυτόν διέταξε να παραληφθώσιν όλοι οι κάτοικοι της Πέτρας επί του υπερωκεανείου “Αθήναι”, τουθ’ όπερ και εγένετο διά του πλοίου του Καπετάν Κώστα Μουνδρέα και της βενζινακάτου του κ. Θρασύβουλου Μελανδινού, ο οποίος και εν τη περιστάσει ταύτη έδειξε τα αισθήματα της αγνής αυτού φιλοπατρίας, συντελέσας εις την απαλλαγήν των Πετριανών από του τρόμου όστις τους είχεν καταλάβη. Περί τους χιλίους κατοίκους επεβιβάσθησαν επί του κολοσσιαίου υπερωκεανείου μας, και ήτο συγκινητική όντως η στιγμή τής επ’ αυτού ανόδου των Πετριανών, οίτινες μετά τας τρομεράς ημέρας τας οποίας διήλθον, μόλις επάτων επί του ελευθέρου εδάφους του απολυτρωτικού πλοίου, έκαμον το σημείον του σταυρού και ησπάζοντο την σημαίαν μας, λησμονούντες δε εν μιά στιγμή όλα τα δεινοπαθήματά των ηύχοντο εκ βάθους καρδίας διά την ταχείαν αποκάθαρσιν της νήσου μας από του Τουρκικού άγους.» («Λαϊκός Αγών», 8-12-1912).
  • 3.- «Μεγάλας εθνικάς υπηρεσίας καθ’ ά ευχαρίστως πληροφορούμεθα, εις την εκκαθάρισιν της νήσου μας υπό του Τουρκικού άγους παρέσχε και ο πλοίαρχος-αντάρτης κ. Κωνστ. Μουνδραίος, όστις με το ιστιοφόρον του εν Μολύβω και ιδία εν Πέτρα συνετέλεσε τα μέγιστα εις την αποτελεσματικήν δράσιν του στόλου μας, εις την διάσωσιν γυναικοπαίδων, εις την εξόντωσιν ή σύλληψιν των βασιβουζούκων επιδρομέων και εμπρηστών. Ο ίδιος με τους ναύτας του, ων οι πλείστοι Πλωμαρίται και με το πλοίον του μετέφερε τα γυναικόπαιδα Πέτρας επί του υπερωκεανείου “Αθήναι”, ο ίδιος βραδύτερον με τα παλληκάρια του συνετέλεσεν εις την καταδίωξιν και σύλληψιν βασιβουζούκων και στρατιωτών Τούρκων, τινάς των οποίων, 26 τον αριθμόν, ων ο εις εμπρηστής, μετέφερε προχθές με το πλοίον του και παρέδωκεν εις την ενταύθα διοίκησιν και ο ίδιος ήδη και πάλιν απήλθεν ίνα μεταφέρη και άλλους συλληφθέντας μεταξύ των οποίων είναι και ο κατακερματίσας χριστιανόν τινα εκ Πέτρας. Μετά των αιχμαλώτων προχθές ο κ. Μουνδραίος μετέφερεν ενταύθα και 68 σάκκους γαλέττας και 18 σκηνάς. Απονέμομεν όθεν τω γενναίω πλοιάρχω τον δίκαιον έπαινον.» («Λαϊκός Αγών», 15-12-1912)
  • 4.- «Εξακολουθεί η μεταφορά ενταύθα διαφόρων λαφύρων από του Τουρκικού στρατού. Χθες πάλιν αφίκετο το ιστιοφόρον του κ. Κ. Μουνδρέα κομίζον εκ Πέτρας 485 σακκία γαλέτας, 18 σακκιά ορύζης, 25 σίτου, 30 κριθής καί τινα φακής κ.λπ. Προς τούτοις και 199 κιβώτια σφαίρας Μάουζερ ήτοι 19 χιλ. τοιούτων.» («Λαϊκός Αγών», 25-12-1912).

Πηγή: http://www.emprosnet.gr/

Η Μάχη Του Δρίσκου Και Η Ασπασία Ράλλη – Μαυρομιχάλη

H κίνησις  των Γαριβαλδινών ήρχισε μαζί με την επιστράτευσιν. Εις την Ιταλίαν μία φλογερά προκήρυξις του στρατηγού Γαριβάλδη εξήγειρε παλαιούς και νέους οπαδούς, οι οποίοι έσπευδον να εγγραφούν εις τους καταλόγους. Η Ιταλική κυβέρνησίς επεμβάσα αποτόμως απηγόρευσε την στρατολογίαν εθελοντών, ημπόδισε δε και τους εγγραφέντας να αναχωρήσουν. Εν τούτοις ο στρατηγός Γαριβάλδης, μετά του υιού του Πιπίνου και της θυγατρός του, κατήλθεν εις την Ελλάδα ακολουθούμενος υπό μικράς αλλά γενναίας ομάδος ερυθροχιτώνων.

Εις τας Αθήνας όμως, πυκνή εγένετο εγγραφή ενθουσιωδών εθελοντών εις το Ελληνικόν σώμα των Γαριβαλδινών, υπό την αρχηγίαν του συνταγματάρχου των ερυθροχιτώνων και πολιτευτού Ζακύνθου Αλεξ. Ρώμα. Η άσκησις των ανδρών τούτων, ανελθόντων εις τρεις χιλιάδας, έγινε συστηματική και μετά ζηλευτής ταχύτητας, και το σώμα απεστάλη εις την Ήπειρον, όπου παρουσιάζετο μεγαλύτερη ανάγκη ανδρών ένεκα της μικράς δυνάμεως, την οποίαν αρχήθεν διέθετε ο στρατηγός Σαπουντζάκης.

Ηρωική υπήρξεν εν γένει η δράσις του σώματος των Ελλήνων Γαριβαλδινών, καθ’ όλην την εκστρατείαν της Ηπείρου, μέχρι της ημέρας, καθ’ ην εθεωρήθη  περιττή η ύπαρξίς του και απεφασίσθη η διάλυσίς του. Εκτός του Αλεξ. Ρώμα και άλλοι εκλεκτοί άνδρες προσεφέρθησαν να υπηρετήσουν, ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλλης, ο Ναθαναήλ Δομενεγίνης, ο Αριστοτέλης Τοπάλης, ο Αλέξανδρος Γέροντας, ο Αλέξιος Τάκης και άλλοι. Ηκολούθησε δε το σώμα και η Ασπασία I. Ράλλη, κόρη του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ανεψιά του Ρώμα και σύζυγος του πολιτευτού Αττικής I. Ράλλη. Η ευγενής κυρία, όχι «μόνον προσέφερε πολυτίμους υπηρεσίας ως νοσοκόμος, αλλά και επολέμησεν η ίδια γενναιότητα εις την, μεγάλην και ένδοξον μάχην του Δρίσκου.

Η Ασπασία Ράλλη- Μαυρομιχάλη ένοπλη

 Η μάχη του Δρίσκου υπήρξεν η σπουδαιοτέρα εν τη όλη πολεμική δράσει του  σώματος των Γαριβαλδινών. Ο Δρίσκος είναι βουνόν παρά τα Ιωάννινα, το οποίον ως πολεμική επιχείρησις περιελαβάνετο εις τον κύκλον των ενεργειών κατά της πρωτευούσης της Ηπείρου.

Εις το σημείον αυτό έφθασαν οι Γαριβαλδινοί την 26 Νοεμβρίου, ότε η πολιορκία του Μπιζανίου είχε στενεύση περισσότερον. Ολόκληρον το σώμα, με αρχηγόν τον Ρώμαν και επιτελάρχην του Μπαρδόπουλον, εβάδισε περί τα ξημερώματα της ημέρας εκείνης κατά του οχυρωμένου εχθρού και μετά δίωρον συμπλοκήν οι εξακόσιοι Τούρκοι του λόφου ετρέποντο εις φυγήν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων αφήνοντες εις χειρας των νικητών σκηνάς, όπλα και αιχμαλώτους. Το υπόλοιπον της ημέρας επέρασεν αναίμακτον, προς το εσπέρας δε έφθασεν εις Δρίσκον ο στρατηγός Γαριβάλδης με τους Ιταλούς ερυθροχίτωνας και τινα ανταρτικά σώματα Κρητών.

Οι υποχωρήσαντες από τον Δρίσκον Τούρκοι είχον ενισχυθή εν τούτοις δια μεγάλης δυνάμεως και απεφάσιζον ν’ ανακτήσουν τας απολεσθείσας θέσεις των. Απέναντι του Δρίσκου εις μεγάλα χαρακώματα, εν σπουδή ορυχθέντα την νύκτα, ετοποθέτησαν τηλεβόλα και εις τας εννέα το πρωί η μάχη ήρχισε  βιαιοτάτη. Από το χάνι της Λεύκας, άλλο Τουρκικόν σώμα ήρχετο κατά της παρατάξεως των Γαριβαλδινών. Από την Καστρίτσαν, απότομον και μεμονωμένον βουνόν, εβρέμετο το πυροβολικόν.

Περί την 3 μ.μ. κατέφθασαν εις τους μαχομένους Γαριβαλδινούς και επικουρίαι. Ήσαν τρία Ελληνικά  παλαιά πεδινά πυροβόλα μετ’ αναλόγου στηρίγματος πεζικού. Η νέα δύναμις, παραταχθείσα πέραν των νώτων των Ελλήνων ερυθροχιτώνων, ήρχισε να βάλη  κατά του χανίου της Λεύκας, κατά της Γιάννιτσας καί της Καστρίτσας, η δε πρώτη βολή των Ελληνικών τηλεβόλων εχαιρετίσθη με ενθουσιώδεις ζητωκραυγάς υπό του μικρού στρατεύματος.

Εν τούτοις εις το μεταξύ το αίμα είχε ρεύση άφθονον. Ο αρχηγός του επιτελείου Μπαρδόπουλος είχε τραυματισθή, ο εκ Πειραιώς λοχαγός δικηγόρος Αλέξανδρος Βραχνός είχε φονευθή, όπως καί ο Κρης αρχηγός Μακρής. Ουκ ολίγοι, δε αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και άνδρες είχον τεθή εκτός μάχης.

Η νυξ επέρασεν ήσυχος, αλλά η μάχη επανελήφθη αμέσως με τα ξημερώματα της επομένης. Νέα ενίσχυσις είχεν έλθη εν τω μεταξύ εις τους Τούρκους, οι οποίοι, γνωρίζοντες την στρατηγικήν σημασίαν του Δρίσκου εις την εξέλιξιν του συνόλου των στρατιωτικών επιχειρήσεων της κοιλάδος των Ιωαννίνων, ήθελον αντί πάσης θυσίας να τον κρατήσουν. Οκτώ χιλιάδες άνδρες είχον κατέλθη εκ Καστρίτσας προς το Δρίσκον.

Πλην των ακινήτων τηλεβόλων της Καστρίτσας και άλλα είχον τοποθετηθή εις το χάνι της Λεύκας, κατά μήκος των προς την λίμνην χαρακωμάτων.

Τοιουτοτρόπως, σοβαρώς ενισχυθέντες οι Τούρκοι, δεν περιωρίζοντο πλέον εις το ν’ απαντούν εις τα ελληνικά πυρά από τα χαρακώματα των, αλλ’ έγιναν επιθετικοί. Οι Έλληνες ερυθροχίτωνες, απτόητοι προ της βροχής των σφαιρών και των οβίδων, έμειναν ακλόνητοι εις τας θέσεις των απα-ντώντες δια πυκνοτάτου πυρός. Δύο λόχοι Γαριβαλδινών, υπό τον στρατηγόν Γαριβάλδην, ενίσχυσαν παθητικώς μόνο το δεξιόν. Οι άλλοι όμως ετήρουν μόνον τας θέσεις των χωρίς να πυροβολούν, πράγμα το οποίον εξησθένισεν οπωσδήποτε την άμυναν εις εν σημείον της παρατάξεως.

Τέλος μετά τεσσάρων ωρών ηρωϊκήν αντίστασιν τα ανταρτικά σώματα, τα οποία είχον ταχθή εις το άκρον αριστερόν, τα οποία υφίσταντο και την πεισματωδεστέραν επίθεσιν των Τούρκων, ήρχισαν να κλονίζωνται. Και εις επίμετρον, τα πυρομαχικά των ερυθροχιτώνων, δεν ήσαν πλέον αρκετά, μετά τριήμερον μάχην. Εις μερικά σημεία μάλιστα είχον εξαντληθή εντελώς.

Εν τω μεταξύ το κέντρον ημύνετο κρατερώς και ο θάνατος εθέριζεν. Εις την πρώτην γραμμήν η Ασπασία I. Ράλλη, αφήσασα τα νοσοκομειακά της έργα, εμάχετο εις το πλευρόν του θείου της, ο οποίος άφοβος και απτόητος έτρεχεν από το εν σημείον της παρατάξεως εις το άλλο. Έπεσαν όμως ο ένας μετά τον άλλον οι γενναίοι. Ο επιτελάρχης Μπαρδόπουλος, τραυματίας από  την προηγουμένην ημέραν, αλλά με όλον του το τραύμα πολέμων γενναιότατα, εδέχετο και δεύτερο τραύμα σφαίρας.

Ο ηρωικός ποιητής Λορέντζος Μαβίλλης, αποσυρόμενος πληγωμένος από το πεδίον της μάχης, εδέχετο και δευτέραν σφαίραν,  η οποία τον άφηνε  νεκρόν. Εφονεύετο επίσης ο λοχαγός Αλέξανδρος Βραχνός, ο Τοπάλης και ο Κρητικός Γερακάρης, παλαιός πολεμιστής της Κρήτης, ο οποίος είχε και τέσσαρας υιούς εις το πόλεμον. Τέλος ο ίδιος ο αρχηγός Αλέξ. Ρώμας εδέχετο μίαν σφαίραν, εις τον βραχίονα καθ’  ην στιγμήν με το ρεβόλβερ του υπεστήριξεν ένα ελληνικόν πυροβόλον, μετά μανίας προσβαλλόμενον από τους Τούρκους.

Τα ελληνικά τηλεβόλα, πολύ ολίγα δια μάχην τοιαύτης εκτάσεως και επιμονής, εδυσκολεύοντο πλέον ν’ αντισταθούν εις τα πολλά και εύστοχα τουρκικά, τα οποία κατ’  αρχάς δέν έφερον καμμίαν βλάβην, έπειτα όμως εγένοντο από στιγμής εις στιγμήν περισσότερον επικίνδυνα. Αι εχθρικαί σφαίραι είχον διατρήση ήδη την λευκήν σημαίαν με τον ερυθρόν σταυρόν. Τον Ρώμαν, αναγκαζόμενον να καταφύγη εις το χειρουργείον, αντικαθίστα ο Πιπίνος Γαριβάλδης. Και ο συνταγματάρχης Ματθιόπουλος, βλέπων το επικίνδυνον της περαιτέρω αντιστάσεως, απέναντι τόσον καταπληκτικώς ανωτέρου υπό έποψιν αριθμητικήν εχθρού, εν συνεννοήσει με τους άλλους αρχηγούς διέτασσε την υποχώρησιν.

Ολίγον μετά μεσημβρίαν, οι Έλληνες ερυθροχίτωνες αποκομίζοντες τους τραυματίας των, κατήρχοντο βραδέως προς το χάνι Καμπέρ – Αγά, οπόθεν μετά της διλοχίας του τακτικού, ήτις εχρησίμευεν ως στήριγμα του πυροβολικού, κατήλθον εις το Λιάπι, όπου διενυκτέρευσαν, και την επομένην διηυθύνθησαν εις το Μέτσοβο.

Η μάχη του Δρίσκου, καθ’ ην 800 άνδρες, με τρία πυροβόλα και ολίγα πυρομαχικά, αντέστησαν κατά οκταπλασίων εχθρών μετά δέκα πυροβόλων και αφθόνων εφοδίων, αποτελεί μίαν των ωραιότερων σελίδων της ιστορίας των Γαριβαλδινών.

(Από το «Ημερολόγιον» του Σκόκου, του 1924)

http://storiacontroversa.blogspot.gr/2012/10/blog-post_30.html

Στο παραπάνω απόσπασμα περιγράφεται η ηρωική δράση της Ασπασίας Ράλλη – Μαυρομιχάλη από το Λιμένι της Μάνης η οποία αν και γυναίκα, νοσοκόμα της εποχής της ακολουθώντας την στρατιωτική παράδοση της οικογένειας της (Μαυρομιχαλιάνοι) έσπευσε να αγωνιστεί ένοπλη σαν πολεμιστής στην πρώτη γραμμή. Η ευγενική καταγωγή της και η φύση της δεν στάθηκαν εμπόδιο στην φιλοπατρία και την δυναμική της.

Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης

Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης γεννήθηκε στα Κεχριάνικα της Ανατολικής Μάνης το 1897. Καταγόταν από ισχυρή οικογένεια της περιοχής με πολλούς στρατιωτικούς στην ιστορία της. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή Ευελπίδων όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1916.

Συνέχισε τις στρατιωτικές σπουδές του στην Αθήνα (Ανωτάτη Σχολή Πολέμου) και Παρίσι (Σχολή Αρμάτων). Έλαβε μέρος στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου διακρίθηκε για την τόλμη και την ανδρεία του στο μακεδονικό μέτωπο (μάχες Σκρα και Δοϊράνης), όμως παράλληλα η υγεία του υπέστη σοβαρή επιδείνωση εξαιτίας της επίδρασης των ασφυξιογόνων αερίων. Το1918 προβιβάστηκε σε λοχαγό επ’ ανδραγαθία.

Έλαβε μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία όπου το 1921 διακρίθηκε στη μάχη των υψωμάτων του Αλπανός, και τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας. Στο διάστημα μεταξύ 1922 και 1937 υπηρέτησε ως επιτελάρχης της 2ης Μεραρχίας και του 1ου Σώματος Στρατού, φοίτησε και δίδαξε σε στρατιωτικές σχολές και συνέγραψε διατριβές για τη στρατιωτική ιστορία και την τακτική των τεθωρακισμένων. Το 1931 πήρε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1937 και μετά από μεγάλες αναρρωτικές άδειες, αποστρατεύθηκε για λόγους υγείας και τέθηκε σε πολεμική διαθεσιμότητα.

Όταν, τον Αύγουστο του 1940, συντελέστηκε η μερική επιστράτευση, ο Δαβάκης ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία και τοποθετήθηκε διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού και στη συνέχεια του Αποσπάσματος Πίνδου (αποτελούμενου από το 51ο ΣΠ υπό άλλον διοικητή και διάφορες μικρομονάδες) το οποίο είχε ως έδρα το Επταχώριο Πίνδου. Η διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Βασίλειο Βραχνό.

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οπότε εκδηλώθηκε η ιταλική εισβολή, ο Δαβάκης αντιμετώπισε την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών ΤΖΟΥΛΙΑ με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Η τακτική του σε ολόκληρη την έκταση της ζώνης ευθύνης του (35 χιλιόμετρα) ήταν αμυντική, και μάλιστα έκανε υποχρεωτικό ελιγμό, αναμένοντας ενισχύσεις.

Την 1η Νοεμβρίου 1940, οπότε έφτασαν οι ενισχύσεις που περίμενε ο Δαβάκης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση και κύκλωσαν τις ιταλικές, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Κατά την αντεπίθεση αυτή, και συγκεκριμένα την 6η ημέρα από την έναρξη των επιχειρήσεων, στον Προφήτη Ηλία Κάντσικου (μετέπειτα Δροσοπηγής), ο Δαβάκης τραυματίστηκε στο στήθος. . «Στον αξιωματικό που τον πλησίασε για να τον περιποιηθεί πρόσταξε, μαζεύοντας όσες δυνάμεις τού ‘μεναν ακόμα: «Άσε με εμένα, πες με πεθαμένο! Και κοίτα να μη σου πάρουν τις θέσεις! Τράβα!»

Στη συνέχεια τον μετέφεραν αναίσθητο με το φορείο στο Επταχώρι. Ο τραυματισμός του τού προκάλεσε προβλήματα σε συσχετισμό με την παλαιά στηθική του νόσο. Έτσι χρειάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο, όπου τον αντικατέστησε ο τότε ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

Η νίκη του αποσπάσματος του Δαβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Μάλιστα θεωρήθηκε η πρώτη ήττα του άξονα.

Η επιτυχία του Δαβάκη συνίσταται «στην άμεση διάγνωση ενός τακτικού λάθους που έκανε ο Ιταλός μέραρχος να προχωρήσει γοργά προς τη Σαμαρίνα χωρίς να καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του». Ο Δαβάκης το είδε αμέσως και από τη δεύτερη μέρα του σκληρού αγώνα ήταν σίγουρος ότι χάρη σ’ αυτό το λάθος «θα μάντρωνε τους Ιταλούς».

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του Δαβάκη, οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν και η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή. Τον Δεκέμβριο του 1942, και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στην Αθήνα, ο Δαβάκης συνελήφθη ως όμηρος από τις ιταλικές αρχές κατοχής, μαζί με πολλούς διακεκριμένους αξιωματικούς, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι αντιστασιακής δράσης. Οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στην Πάτρα στο ατμόπλοιο Τσιτά ντι Τζένοβα (Πόλη της Γένοβα) για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο και βυθίστηκε στα ανοιχτά των νότιων αλβανικών ακτών, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι επιβαίνοντες στα νερά της Αδριατικής. (Ιανουάριος 1943).

Το πτώμα του Δαβάκη περισυλλέγη, αναγνωρίστηκε και ετάφη στον Αυλώνα. Μεταπολεμικά τα οστά του διακομίστηκαν και ενταφιάστηκαν στην Αθήνα.

Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης υπήρξε από τους πρωτοπόρους της ιδέας της μηχανοκίνητης του πεζικού και της χρησιμοποίησης αρμάτων ως κύριου όπλου για τη διάσπαση και καταδίωξη του εχθρού, καθώς πρόκρινε την ευελιξία των μηχανοκίνητων μονάδων έναντι της γραμμής οχυρών. Για τον Δαβάκη ήταν απαραίτητη όχι μόνο η μηχανοκίνηση του στρατού, αλλά και η συνεργασία των στοιχείων του, δηλαδή των διαφόρων όπλων και της Αεροπορίας.

Στο συγγραφικό έργο του Δαβάκη περιλαμβάνονται βεβαιωμένα τα εξής έργα: «Τα Άρματα Μάχης» [1928], «Ο Στρατός του Μέλλοντος» [1934] για πολλούς το σημαντικότερο έργο του, «Χημικός και Αεροχημικός Πόλεμος» [1935], «Εγχειρίδιον Τακτικής Πεζικού» [1937], «Εγκόλπιον Ομαδάρχου Πεζικού» [1938], «Εγκόλπιον Αξιωματικού Πεζικού» [1938], «Νυκτεριναί Επιχειρήσεις» [1939], «Εγκόλπιον Διοικητού Τάγματος Πεζικού» [1940]. Επίσης συνέγραψε άρθρα και μελέτες σε διάφορα στρατιωτικά περιοδικά μερικά απ’ τα οποία είναι: «Η ισχύς του πυρός του Πεζικού» στη Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις [Φεβρ.-Μαρτ. 1926], «Η Αμυνα του Εδάφους» ΓΣΕ [Νοεμ. 1926], «Τα εν Ισπανία πολεμικά γεγονότα» ΓΣΕ [Απρ.1937], «Τα μηχανοκίνητα μέσα» ΓΣΕ [Ιουν. 1937], «Μάχη των αρμάτων πεζικού» ΓΣΕ [Αυγ. 1937], «Το πεζικόν του αέρος» ΓΣΕ [Νοεμ. 1937], «Η δράσις της Ιταλικής αεροπορίας κατά τον Ιταλοαιθιοπικόν πόλεμον» ΓΣΕ [Δεκ. 1937], «Το ορεινόν έδαφος» ΓΣΕ [Ιαν. 1938], «Μια γνώμη επί της συνοδείας Διμοιρίας και Λόχου» στην Επιθεώρηση Πεζικού [Μάιος-Ιούνιος 1929], «Παράδειγμα τακτικού θέματος εφαρμογής» ΕΠ [Ιουλ.-Αυγ. 1929], «Τακτικό θέμα: Επίθεση τάγματος πεζικού υποστηριζόμενου από διμοιρία αρμάτων» ΕΠ [Μαρ.-Απρ. 1930], «Σκέψεις για τη σύνταξη προγραμμάτων εκπαιδεύσεως πεζικού» ΕΠ [Ιουλ-Αυγ.-Σεπ.-Οκτ. 1930], «Ενέργεια αποβατικού αγήματος καταστροφής» ΕΠ [Νοεμ.-Δεκ. 1930], «Ενέργεια αποβατικού αγήματος καταστροφής» ΕΠ [Ιαν.-Φεβρ. 1931], «Το Πεζικόν και τα άλλα Όπλα» Στρατιωτική Επιθεώρηση [Φεβρ. 1938], «Ο Ηγήτωρ» ΣΕ [ Μάιος 1938], «Η Αξία των Ηθικών Δυνάμεων» ΣΕ [Οκτ. 1938], «Παρατηρήσεις επί του οπλισμού του πεζικού» ΣΕ [Φεβρ. 1939], «Τα Πρώτα Διδάγματα του Γερμανοπολωνικού Πολέμου» ΣΕ [Αυγ. 1939], «Η νεωτέρα τακτική» Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια [1937], «Η δράσις της Αεροπορίας εν συνδυασμώ με το Πεζικόν» ΜΣΝΕ [1937], «Ο χημικός πόλεμος παρά τοις αρχαίοις» ΜΣΝΕ [1937], «Συμπεράσματα εκ της συγκρίσεως της κατά τον πόλεμον 1914-1918 αποδόσεως των αγγλικών και γαλλικών αρμάτων» ΜΣΝΕ [1937], «Ο βακτηριολογικός πόλεμος» ΜΣΝΕ [1938], «Επίδρασις του εδάφους επί των στρατιωτικών επιχειρήσεων» ΜΣΝΕ [1938], «Τα άλματα του Πεζικού» ΜΣΝΕ [1938], «Το Πεζικόν εν αμύνη επί σταθεροποιηθέντων μετώπων» ΜΣΝΕ [1940], «Πώς διοικείται ο Έλλην στρατιώτης» ΜΣΝΕ [1940], «Ο πεζός και η μάχη» ΜΣΝΕ [1940]. Και τέλος τη 19η Μαρτίου 1935 κατέθεσε το βαρυσήμαντο προφητικό «Υπόμνημα Επί Της Αμύνης Των Συνόρων».

Πηγή: Ι. Α. Βερνάρδου: Δαβάκης – Πίνδος, σσ. 341-344, Αθήνα 1946, εκδ. Δημητράκου

Ο Σ. Μελάς έχει χαρακτηρίσει τον Κωνσταντίνο Δαβάκη ως «μοναδική σύνθεση προσόντων που σπάνια πάνε μαζί: Σπουδαίος ‘τρουπιέ’, όπως λένε οι Γάλλοι, πολέμαρχος, καπετάνιος με καρδιά βουνό, αισιοδοξία τρελή, θάρρος απροσπέλαστο, διοικητής ασύγκριτος, χέρι δυνατό, θέληση αλύγιστη, αλλά και ιδιοφυία στρατηγική, κάτοχος του εδάφους όσο λίγοι διοικητές στρατευμάτων.

Ακούραστος μελετητής και γνώστης βαθύτατος της τέχνης του πολέμου, πρωτεύων στις ξένες πολεμικές Ακαδημίες, δάσκαλος αξιωματικών σπάνιος, συγγραφεύς στρατιωτικός πρωτότυπος και πρωτοπόρος – ολόκληρη βιβλιοθήκη τα έργα του – μοναδικός ιχνηλάτης των ‘τακτικών καταστάσεων’, ξάστερος στην κρίση, ευφάνταστος και γοργότατος στη σύλληψη του σχεδίου κι εκτελεστής άμεσος, μεγάλος μαέστρος του ελιγμού, επίμονος και παράφορος στον αγώνα». (Η δόξα του ’40, σελ. 21). Ο Τζων Φρήμαν πίστευε πως ήταν ο θεωρητικός προφήτης της μηχανοκίνησης του στρατού, ένας «τροβαδούρος» των Τανκς.

Μετά τον θάνατό του η Ακαδημία Αθηνών τού απένειμε το αργυρό μετάλλιο της αυτοθυσίας, ενώ στους δήμους Καλλιθέας και Νικαίας υπάρχουν πλατείες με το όνομά του και μια προτομή του. Οδοί, προτομές και ανδριάντες του ήρωα υπάρχουν και στην Ήπειρο.

Η Μάνη τον έκλαψε σύσσωμη σαν ήρωας που ήταν. Υπάρχουν πολλά μοιρολόγια που διασώθηκαν και περιγράφουν τον ήρωα, τον άνθρωπο και Μανιάτη Δαβάκη. Ένα από τα καλύτερα παραθέτουμε ακριβώς από κάτω.

Μοιρολόι του Δαβάκη

Το παρακάτω μοιρολόι το είπε η θεία του η Ζωγράφαινα αδελφή του πατέρα του.

(από την εφημερίδα Αδούλωτη Μάνη Αρ. φύλλου 14)

Καπετάν Γέρμας

Μανιάτες Μακεδονομάχοι:

Καπετάν Γέρμας-
Νικόλαος Λυκούργου Τσοτάκος

 

Ο Ανθυπολοχαγός πεζικού Νικόλαος Τσοτάκος γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Γέρμα Οιτύλου της Μάνης. Νέος κατατάχθηκε στη Σχολή Έφεδρων Αξιωματικών και στις 1 Οκτωβρίου του 1885 εξέρχεται με το βαθμό του λοχία. Στις 1 Απριλίου του 1899 γίνεται επιλοχίας και στις 29 Αυγούστου του 1902 τελειώνει τη Σχολή Υπαξιωματικών ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων. Τα έτη 1904-1906 διορίζεται στην αστυνομία και το 1907 οργανώνει σώμα εθελοντών, με σκοπό την εκδίκηση για το θάνατο του επίσης Μανιάτη Μακεδονομάχου Αντώνη Βλαχάκη (Καπετάν Λίτσα) και των υπολοίπων μαχητών που έπεσαν στη μάχη της Οσνίτσανης.

Στις 22 Ιουνίου του 1907 αναχωρεί σιδηροδρομικώς  από την Αθήνα με προορισμό τα Τρίκαλα μαζί με τους υπαξιωματικούς του 9ου πεζικού συντάγματος (Καλαμάτας), Αριστείδη Κωστόπουλο, Θεόδωρο Γεωργαλή, Παναγιώτη Οικονομάκο, Βασίλη Τσιμπιδάρο, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Γρηγόρη Ρογκάκο και 19 άνδρες εκ των οποίων οι 12 ήταν Μανιάτες και οι άλλοι 7 οπλίτες που ακολούθησαν τον Θεόδωρο Μαντούβαλο.

Αυτοί οι 7 άνδρες ήταν οι: δεκανέας Αποστολόπουλος Ιωάννης (από την Ολυμπία) και οι στρατιώτες Μπίστουλας Διονύσης (από την Ολυμπία), Σεφερλής Αναστάσιος, Δρίλης, Χαριτόπουλος, Παπαδόπουλος και Τζανέας.

Το σώμα που οργανώθηκε αποτελείτο από 50 άνδρες, κυρίως Μανιάτες. Υπαρχηγός του σώματος ορίστηκε ο επιλοχίας Βασίλης Τσιμπιδάρος (καπετάν Τσιμπίδας) και οπλαρχηγοί οι: Θεόδωρος Μαντούβαλος (καπετάν Ταΰγετος), Παναγιώτης Οικονομάκος, Γρηγόρης Ρογκάκος, Αριστείδης Κωστόπουλος και Θεόδωρος Γεωργαλής.

Εισήλθε στη Μακεδονία στις 27 Ιουνίου 1907 για να αντικαταστήσει τον Γρηγόρη Φαληρέα (καπετάν Ζάκα) στην περιφέρεια Βογαζικού- Καστοριάς.

Συναντήθηκε με τον καπετάν Ζάκα στις 12 Ιουλίου έξω από το χωριό Βογαζικό και στρατοπέδευσε εντός μιας χαράδρας στη θέση Καλογερικό (κοντά στο χωριό Λοσνίτσα). Η θέση τους προδόθηκε όμως και οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν μέχρι την αυγή. Ακολούθησε τρίωρη μάχη στην οποία σκοτώθηκε ο Νικόλαος Τσοτάκος, ο Βασίλης Τσιμπιδάρος και 23 συμπολεμιστές τους ενώ αιχμαλωτίστηκαν 11 βαριά τραυματισμένοι μεταξύ των οποίων ήταν και ο Θεόδωρος Μαντούβαλος που μετέφερε το σώμα του καπετάν Γέρμα.

Προς τιμήν του Μανιάτη μαχητή Νικόλαου Τσοτάκου το χωριό Λόσνιτσα μετονομάσθηκε σε Γέρμα.