το Αρχείο του Δικαίου Βαγιακάκου στην Δημόσια Κεντρική βιβλιοθήκη Σπάρτης

λλλ

Ο Δικαίος Βαγιακάκος και η αείμνηστη Ελένη Μπελιά στην Κοίτα μπροστά στον πατρογονικό πύργο Δικαίου Βαγιακάκου

Ο Δικαίος Β. Βαγιακάκος τέως Διευθυντής του Κέντρου Συντάξεως του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, ένας γνήσιος ευπατρίδης με καταγωγή από την Κοίτα, του Δήμου Ανατολικής Μάνης, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσολόγους του 20στού αιώνα και ο μεγαλύτερος ασφαλώς εν ζωή, διάγει το 101 έτος της ηλικίας του, έχει να επιδείξει ένα σπουδαίο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, το οποίο καλύπτει όλο το φάσμα των θεωρητικών – φιλολογικών σπουδών.
Οι μελέτες του αναφέρονται σε τομείς που ανάγονται στη Λαογραφία, Γλωσσολογία και Αρχαιολογία. Καλύπτουν το σύνολο των γλωσσικών ιδιωμάτων της Ελληνικής Γλώσσας με ιδιαίτερη βαρύτητα στο γλωσσικό ιδίωμα της γενέτειρας γης, της Μάνης, το οποίο και απετέλεσε αντικείμενο της διδακτορικής του διατριβής. Η απαρίθμηση των τίτλων και μόνο των έργων του θα απαιτούσε χώρο και χρόνο που δεν χωρεί σε μία σύντομη αναφορά, όπως η επιχειρουμένη. Εξάλλου η βιογραφία – εργογραφία του έχει δημοσιευθεί από την αείμνηστη Ελένη Μπελιά, σύντροφο της ζωής του και ερανίστρια του έργου του. «Δικαίος Β. Βαγιακάκος Βιογραφία – Εργογραφία», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Ι΄ (1990), σελ. 1-62.
Η μεγάλη προσφορά του Δικαίου Β. Βαγιακάκου στην Επιστήμη, αλλά και στη Μάνη και τη Λακωνία κορυφώθηκε με την ίδρυση της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, της οποίας υπήρξε ιθύνων νους για πάρα πολλά χρόνια και την οποία παρέδωσε πριν λίγα χρόνια ανθούσα στις νεώτερες γενιές. Στις σελίδες του περιοδικού «Λακωνικαί Σπουδαί» την ευθύνη του οποίου είχε για πάρα πολλά χρόνια μαζί με την αείμνηστη Ελένη Μπελιά φιλοξενήθηκαν όλες οι επιστημονικές μελέτες που αναφέρονται στη Μάνη και τη Λακωνία από το 1972 μέχρι σήμερα. Η ίδρυση της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών και μόνο θα αρκούσε, για να προσπορίσει στον ιδρυτή της την αιώνια ευγνωμοσύνη των Λακώνων και της επιστημονικής κοινότητας.
Σε αναγνώριση του μεγάλου έργου του και της προσφοράς του προς την επιστημονική έρευνα και τη Λακωνία, εκτός των άλλων τιμητικών διακρίσεων που κατά καιρούς έλαβε εντός και εκτός Ελλάδος, ο Δήμος Σπάρτης με πρωτοβουλία του αειμνήστου Δημάρχου Σαράντου Αντωνάκου και ο Δήμος Οιτύλου με αντίστοιχη πρωτοβουλία του Δημάρχου κ. Πέτρου Ανδρεάκου σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ετίμησαν με σημαντικές διακρίσεις τον Δικαίον Β. Βαγιακάκον. Όσες τιμές όμως και αν επιδαψιλεύσουμε οι Λάκωνες και οι νεοέλληνες στον πάντα χαλκέντερο Μανιάτη θεράποντα της επιστήμης, θα είναι λίγες μπροστά σε όσα αυτός, με τον οίστρο δημιουργίας που ακόμη και σήμερα τον διακρίνει, άφησε παρακαταθήκη εσαεί στις μελλοντικές γενιές των Ελλήνων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και αξίζει να αναφερθεί ο χαρακτηρισμός του Δικαίου Β. Βαγιακάκου από τον επίσης Μανιάτη Κυριάκο Δ. Κάσση στο βιβλίο του«Διακόσιοι Μανιάτες Λογογράφοι», Αθήνα 1998. «Πρόκειται ίσως για τον τελευταίο εν ζωή μεγάλο μελετητή της Μάνης της προπολεμικής γενιάς. Έναν φιλόλογο που ανάλωσε όλη την ζωή του στην συλλογή στοιχείων, στην μελέτη και δημοσίευση επί μέρους θεμάτων για τη Μάνη και τους Μανιάτες της διασποράς (Ιδιαίτερα τους Μανιάτες της Κορσικής). Ένας άνθρωπος πού είναι μνημείο της φιλολογικής πορείας της Μάνης από τον μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, όχι μόνο σαν μελετητής, αλλά και σαν μοναδική επιβίωση του παλαιού γνήσιου λόγιου Μανιάτη, με τις διαλεκτικά αδιάλλακτες συντηρητικές αρχές του, με το άτεγκτο ήθος του, με την χαλκέντερη ερευνητικότητά του, την καταπιεσμένη και απόκρυφη ευαισθησία του, το σκληρό χιούμορ του, τις δίκαιες παραξενιές του».
Τελευταία αξιέπαινη πράξη του η δωρεά της μεγάλης Βιβλιοθήκης και του προσωπικού του Αρχείου στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης. Γίνεται ακόμη πιο σημαντική η πράξη αυτή, γιατί γίνεται εν ζωή. Αποχωρίζεται ο Δικαίος Β. Βαγιακάκος λοιπόν τα πολύτιμα και σπάνια βιβλία του, αχώριστους συντρόφους μιας ζωής, και τα διαθέτει στην υπηρεσία της επιστημονικής έρευνας, την οποία με ζήλο και προσήλωση υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή. Η προσφορά του αποκτάει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η βιβλιοθήκη που παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό της Λακωνίας ο Δικαίος Βαγιακάκος προήλθε από το μόχθο και τις στερήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Άρχισε να συγκεντρώνει βιβλία από τα μαθητικά του χρόνια από το υστέρημά του και δεν έχει σταματήσει ακόμη και σήμερα. «Έμεινα πολλές φορές νηστικός, για να αγοράσω ένα βιβλίο» συνηθίζει ο ίδιος να εξομολογείται κάνοντας απολογισμό στη μακρόχρονη σταδιοδρομία του και στο τεράστιο συγγραφικό του έργο.
Ήδη ένα μεγάλο μέρος της Βιβλιοθήκης Δικαίου Βαγιακάκου έχει μεταφερθεί στη Βιβλιοθήκη Σπάρτης και έχει τοποθετηθεί στα ράφια, χωρίς φυσικά για την ώρα να είναι στη διάθεση των ερευνητών. Η μεταφορά των υπολοίπων έχει δρομολογηθεί με τη δική του φροντίδα.
Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης από την πλευρά της έχει επωμιστεί το τεράστιο έργο της καταλογογράφησης και αξιοποίησης της συλλογής και του προσωπικού του Αρχείου, για να εκπληρωθούν και οι όροι της δωρεάς, αλλά και για να αποδοθεί όλος αυτός ο θησαυρός στους ερευνητές και επιστήμονες του τόπου. Είναι προφανές ότι μεγάλο αναμένεται το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας για το γεγονός αυτό και φυσικά η Βιβλιοθήκη Σπάρτης μετά το Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου, τη Βιβλιοθήκη Πουλίτσα, το αρχείο Σπύρου Βέργαδου και τη Βιβλιοθήκη Βασιλείου Καμαρινού θα έχει ένα ακόμη σοβαρότατο πόλο έλξεως για όσους ενδιαφέρονται να μελετήσουν την ιστορία αυτού του τόπου.
Ήδη με απόφαση του Εφορευτικού Συμβουλίου της Βιβλιοθήκης το Τμήμα της Λακωνικής Βιβλιογραφίας έχει ονομαστεί προς τιμήν του, ελάχιστος φόρος τιμής, «Αίθουσα Δικαίου Β. Βαγιακάκου».Απομένει να ενσωματωθεί και η Βιβλιοθήκη του σ’ αυτό και να δημιουργηθεί ένα ιδιαίτερο τμήμα όπου θα εξυπηρετούνται όσοι επιθυμούν να ασχοληθούν με την ιστορία της Λακωνίας.

Εμείς από την πλευρά μας δεν έχουμε παρά να πούμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον Δικαίον Β. Βαγιακάκον !!!

Κωνσταντίνος Θ. Τζανετάκος

Σαν σήμερα… 29 Ιουνίου 1941.- Γεννήθηκε στην Καρδαμύλη ο Γιάννης Πουλόπουλος

Σαν σήμερα, στις 29 Ιουνίου 1941, γεννήθηκε στην Καρδαμύλη της Μάνης ο τραγουδιστής, συνθέτης και στιχουργός Γιάννης Πουλόπουλος.

Οι γονείς του, Μεσσηνιακής καταγωγής, που κατοικούσαν, όμως, στην Αθήνα, στην περιοχή του Μεταξουργείου, ύστερα μετακόμισαν στο Περιστέρι και συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγίας Τριάδας.

Σε ηλικία 5 ετών μένει ορφανός από μητέρα, και έτσι μεγαλώνει με τον πατέρα, Γιώργο, και τον μικρό αδερφό του, Βασίλη.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος από μικρός είχε κλίση στο τραγούδι, αλλά στη συνοικία και στον στενό κύκλο που μεγάλωνε, δεν υπήρχε ο «άνθρωπος» που θα τον προωθούσε. Παρακινημένος όμως από τους φίλους του που τον άκουγαν να τραγουδάει, αλλά και έχοντας ο ίδιος μεγάλη πίστη στην φωνή του, πήγαινε στην εταιρία COLUMBIA το 1962 κάνοντας προσπάθειες για να πει κάποια τραγούδια , που γίνονταν τότε ακροάσεις, ζητώντας να τον ακούσουν, αλλά κανείς δεν του έκλεινε ραντεβού.  Ο Γιάννης Πουλόπουλος όμως, πείσμων από τότε, δεν το έβαζε κάτω και συνέχιζε να ζητάει ακρόαση σχεδόν καθημερινά, παρ’ όλα τα μεροκάματα που έχανε αφού δούλευε τότε σαν ελαιοχρωματιστής και οικοδόμος, ενώ παράλληλα έπαιζε ποδόσφαιρο στον Άγιο Ιερόθεο και στον Ατρόμητο.

Την ίδια χρονική περίοδο φοιτούσε στη νυχτερινή σχολή ΝΤΗΖΕΛ με ειδικότητα ηλεκτρολόγου. Κάποια μέρα – μάλλον γιατί βαρέθηκαν να τον βλέπουν καθημερινά μπροστά τους – του έκλεισαν αυτό που επιθυμούσε με όλη του τη ψυχή… μία ακρόαση. Έτσι μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι σε μουσική και στίχο του Μπαμπή Δαλιάνη με τον τίτλο ¨ΚΟΡΜΙ ΜΟΥ ΠΟΝΕΜΕΝΟ¨ στην πίσω πλευρά του δίσκου 45 στροφών θα έμπαινε το τραγούδι ¨ΣΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΙ¨ που όμως τελικά το πηρέ επί πληρωμή ο Στέλιος Καζαντζίδης από τον συνθέτη. Τελικά το τραγούδι δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα στην COLUMBIA. Το δεύτερο τραγούδι είναι ένα συρτοτσιφτετέλι του Πάνου Πετσά με τίτλο ¨ΔΩΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΠΙΣΩ¨ κυκλοφορεί σε 45αρι και στην πίσω πλευρά είχε ένα ¨μπαγιό¨ του ίδιου συνθέτη με την Πολύ Πάνου και την Βούλα Γκίκα με τίτλο ¨ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΝΑ ΣΕ ΑΓΑΠΩ¨.

Εκείνη την περίοδο η COLUMBIA, έχοντας στο δυναμικό της μεγάλο αριθμό άγνωστων και ανερχόμενων τραγουδιστών, αποφασίζει να κάνει εκκαθάριση και να κάνεις νέες ακροάσεις, από τις οποίες θα κρατούσε 50 άτομα. Ο Γιάννης δεν τα παρατάει και βλέποντας ότι τα τραγούδια του δεν είχαν τύχη , πηγαίνει σε μια άλλη ακρόαση στα 1963 αυτή τη φορά πάλι από την COLUMBIA και στα STUDIO στα Πευκάκια της Νέας Ιωνίας για να μια άλλη ακρόαση που ίσως να είχε μεγαλύτερη τύχη.

Την επιτροπή ακροάσεων αποτελούσαν μερικά από τα μεγαθήρια της Ελληνικής μουσικής: Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Τότε ο Γιάννης Πουλόπουλος, διάλεξε δύο δύσκολα τραγούδια να πει: «Μάνα μου και Παναγιά» και το «Παράπονο». Μόλις τελείωσε, τον πλησίασε ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας: «Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή», και τελικά ήταν ο μόνος που πέρασε από αυτή την ακρόαση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης διακρίνοντας ένα πολύ μεγάλο ταλέντο, πήρε αμέσως τον Γιάννη Πουλόπουλο «υπό την προστασία του». Του δίνει να πει τρία τραγούδια στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η γειτονιά των Αγγέλων», που εκείνη τη χρονιά (1963) ανεβαίνει στο ΡΕΞ από τον θίασο Τζένης Καρέζη – Νίκου Κούρκουλου. Τα τραγούδια αυτά ήταν τα «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ», και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι». Αυτά είναι και τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφεί σε δίσκο ο Πουλόπουλος, τραγούδια που αργότερα στην ίδια εταιρία θα δισκογραφήσει και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Εκείνη την περίοδο ηχογραφεί το ένα και μοναδικό τραγούδι με τον Σταυρό Ξαρχάκο με τον τίτλο ¨ΠΡΩΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ¨ σε στίχους του Νίκου Γκάτσου το οποίο, επίσης, δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα.

Το 1983 συμπεριλαμβάνεται σε ένα διπλό LP με τον τίτλο ¨ΧΡΥΣΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ¨. Ο χειμώνας του ’63 τον βρίσκει να τραγουδά στο κέντρο «Ξημερώματα» στα Άνω Πατήσια, μαζί με τη Καίτη Γκρέυ, τον Γιάννη Αγγέλου στο μπουζούκι και τον Γιάννη Μπουρνέλη ως κονφερασιέ. Στην συνεχεία απομακρύνεται από την COLUMBIA εξ αιτίας του Γρήγορη Μπιθικώτση ο οποίος έθεσε βέτο στην εταιρία και στους αδελφούς Λαμπρόπουλοι ότι αυτόν δεν τον ήθελε εκεί. Το 1964 κατατάσσεται φαντάρος στα ΛΟΚ και απολύεται το 1966.

Η συνέχεια βρίσκει τον Γιάννη Πουλόπουλο να τραγουδάει σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα (Το Στέκι Του Γιάννη, Ταβάνια, κ.λ.π). Στη ΛΥΡΑ ηχογραφεί ξανά τα τρία τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και άλλα δώδεκα του ίδιου συνθέτη όπως τα «Βράχο βράχο τον καημό μου», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Καημός» κ.ά.

Το 1965 τραγουδάει εκπληκτικά τέσσερα τραγούδια του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Μάνου Λοΐζου, ενώ θα τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση το «ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ» το 1966 σε μια ταινία μικρού μήκους σε σκηνοθεσία του Λάμπρου Λιαρόπουλου για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τίτλο «ΑΘΗΝΑ ΠΟΛΗ ΧΑΜΟΓΕΛΟ», ενώ σχεδόν παράλληλα κάνει μεγάλη επιτυχία με το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», του επίσης καινούργιου εκείνη την εποχή, Σταύρου Κουγιουμτζή.

Το 1966 τραγουδά σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρία Φαραντούρη και τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Μητροπάνο. Την ίδια χρονιά μπαίνει για τα καλά στη δισκογραφία.

Τα 45άρια δισκάκια του κυκλοφορούν σωρηδόν και εμφανίζεται για πρώτη φορά σε κινηματογραφικές ταινίες. Στους «Στιγματισμένους» με τον Γιώργο Φούντα και τη Μάρω Κοντού, όπου τραγουδάει μαζί με την Ελένη Κλάδη το «Πολύ αργά» και το «Σ’ αγαπώ», στον «Τετραπέρατο» με τον Κώστα Χατζηχρήστο, όπου τραγουδάει το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού «Στον Πειραιά στον Πειραιά» και στο «Εκείνος κι εκείνος» με την Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωργίτση, που τραγουδάει τη σύνθεση του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ξεγυμνώστε τα σπαθιά».

Είναι όμως η εποχή του «ΝΕΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ». Ο Γιάννης Πουλόπουλος το ακολουθεί. Γράφει και συνθέτει δικά του τραγούδια όπως το «Θα ‘θελα να ‘χα» που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Στη συνέχεια συνεργάζεται με τον Γιάννη Σπανό (συμμετέχει στην Α και Β Ανθολογία ερμηνεύοντας αριστουργηματικά το «Παιδί μου ώρα σου καλή» σε ποίηση Γιώργου Βιζυηνού), με τον Δήμο Μούτση («Το κορίτσι μου στ’ άστρα»), με τον Κυριάκο Σφέτσα και με τον Νίκο Μαμαγκάκη («Άνθη» και «Πέτρινα λουλούδια» σε στίχους του Βασίλη Βασιλικού).

Το 1966 έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα. Μια συνεργασία που άφησε εποχή στο χώρο του Ελληνικού τραγουδιού. Αφορμή η ταινία μιούζικαλ «οι θαλασσιές οι χάντρες» (1967). Ακολούθησαν βέβαια οι «Μια Κυρία Στα Μπουζούκια» (1967), «Γοργόνες και μάγκες» (1968), « Η Παριζιάνα» (1969), και άλλες, όπως «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1969), «Ο ψεύτης» , «Η ωραία του κουρέα»…

Το 1967 εμφανίστηκε στο «Χρυσό Βαρέλι» στις Τζιτζιφιές, μαζί με τη Μαρινέλλα, τον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Δούκισσα, το Στράτο Διονυσίου και τη Μπέμπα Μπλανς. Κατόπιν, αποφάσισε με τη Μαρινέλλα να εμφανιστούν στην «Νεράιδα» για τις επόμενες 2 σεζόν (1968-1969) με τρομερή επιτυχία. Το 1968 στην Αθήνα γίνεται ένα ολυμπιακό φεστιβάλ τραγουδιού, οπού ερμηνεύει το τραγούδι «Μα τώρα, αγάπη μου» του Μίμη Πλέσσα.

Την περίοδο 1969-70 κυκλοφορεί μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Τετράδιο», που βλέπουμε και μια άλλη πτυχή του καλλιτέχνη, η οποία φωτίζει δικά του άγνωστα τοπία και κάποιες ουσιαστικές πλευρές του σκεπτόμενου Γιάννη. Παράλληλα, θα τον δούμε να κάνει ζωγραφική και χαλκογραφία, αποκτώντας μερικές γνώσεις από τον φίλο του τραγουδιστη και ζωγράφο Σταυρο Πασπαράκη. Έτσι , γεμάτος ταπεραμέντο και οξυδέρκεια, κατοχυρώνει τις εμπειρίες του σε μια πλατιά εκφραστική καλλιτεχνική γκάμα.

Το 1969 είναι μια σημαδιακή χρονιά. Ο δίσκος «Ο δρόμος» των Μίμη Πλέσσα – Λευτέρη Παπαδόπουλου, όπου ο Γιάννης Πουλόπουλος τραγουδάει δέκα από τα δώδεκα τραγούδια, γίνεται αμέσως χρυσός. Είναι ο πρώτος Ελληνικός δίσκος που γίνεται χρυσός- παρά την απαγόρευση μετάδοσης του από το τότε μονοπώλιο της ΕΡΤ, δίσκος που στα χρόνια που θα ακολουθήσουν καταρρίπτει κάθε ρεκόρ πωλήσεων, 3.000.000 αντίτυπα, ρεκόρ που ακόμη και σήμερα δεν έχει φτάσει κανένας άλλος Ελληνικός δίσκος. Την ίδια χρονιά συμμετέχει στο δίσκο «Οι ώρες» των Λίνου Κόκοτου – Άκου Δασκαλόπουλου.

Μετά την ανεπανάληπτη επιτυχία του «Δρόμου», άλλες δισκογραφικές εταιρίες προσπαθούν να προσελκύσουν τον «χρυσό» ερμηνευτή, ο οποίος μέσα από τα τραγούδια και τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, έχει γίνει το μεγαλύτερο όνομα του ελληνικού τραγουδιού. Το χαρακτηρισμό αυτό αποδεικνύει μια δημοσκόπηση που είχε γίνει το 1970 σε περιοδικό της εποχής, σχετική με τη δημοσιότητα και την απήχηση των τραγουδιστών, όπου κατατάχθηκε πρώτος ανάμεσα σε άλλα μεγάλα ονόματα. Ο Αλέκος Πατσιφάς όμως, βρίσκει τρόπο να τον κρατήσει στη ΛΥΡΑ. Ξέροντας την επιθυμία του τραγουδιστή να βρίσκεται συνέχεια στο studio, τον βάζει να ηχογραφεί διαρκώς τραγούδια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1969-71, ο Γιάννης Πουλόπουλος τραγουδά σε δέκα μεγάλους δίσκους 33 στροφών (!!!) και σε αρκετούς μικρούς 45 στροφών.

Σε συνέντευξή του το 1987 ο Γιάννης Πουλόπουλος όταν ρωτήθηκε αν έχει κάνει λάθη στην καριέρα του, θα αναφέρει την έκδοση των δέκα δίσκων που κυκλοφόρησαν μέσα σε δύο χρόνια, υπογραμμίζοντας όμως ότι περιέχουν μερικά από τα «κλασσικά» (όπως τα αποκάλεσε) τραγούδια που έχει πει. Και έχει απόλυτο δίκιο σε αυτή του τη γνώμη περί «κλασσικών», γιατί μέσα στους 10 δίσκους αυτής της περιόδου υπάρχουν εξαίσια δείγματα της φωνής του και υπέροχες ερμηνείες σε τραγούδια που βασίζονται πάνω σε στίχους ποιημάτων του Λόρκα, και του Νερούντα «Emiliano Zapata», του Γιάννη Γλέζου, στην «Ερωφίλη» του Νίκου Μαμαγκάκη, στη «Γύφτισσα μέρα» του Γιώργου Κοντογιώργου και στη «Μαρία» του Νίκου Σκέμπρη (Λαβράνου) και την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί δίσκο με τον επιστήθιο φίλο του τον Γιώργο Ζαμπέτα, το «Μουσικόραμα».

Κατά την περίοδο 1971-73, συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη Όμηρο Ευστρατιάδη, ντύνοντας κάποιες ταινίες του με μουσική και στίχο. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή την περίοδο δίνει 1 τραγούδι στην Ελένη Ανουσάκη με τίτλο «Μη μου ζητάς» για τις ανάγκες της ταινίας «Αδιέξοδο» (1971), καθώς και 1 τραγούδι στην Ελένη Ροδά και 2 στην Καίτη Χωματά.

Στις αρχές της δεκαετίας, καλεσμένος στην εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη τραγουδά το «It was a very good year» του Frank Sinatra, ηχογράφηση η οποία δεν κυκλοφόρησε. Λίγο πριν την έκδοση αυτού του δίσκου, μόλις πρόλαβε την σύλληψη από τα όργανα της χούντας, μια και το τραγούδι των Γιώργου Κατσαρού – Πυθαγόρα «Πάμε για ύπνο Κατερίνα» θεωρήθηκε αντιστασιακό. Κατέφυγε τότε σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Βέβαια προϋπήρχε και ο δίσκος «Μίλα μου για τη λευτεριά» των Μίμη Πλέσσα – Λευτέρη Παπαδόπουλου, που όλα τα τραγούδια – εκτός από ένα – είχαν απαγορευτεί από το καθεστώς της επταετίας.

Το 1973 τραγουδάει σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Μίμη Πλέσσα στο «Θάλασσα πικροθάλασσα» και το 1975 ερμηνεύει τα «12 ρεμπέτικα», ένα είδος τραγουδιού που αποδεικνύει πια πως ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι ένας τραγουδιστής μοναδικός, που άνετα μπορεί να κινηθεί σε όλα τα είδη του Ελληνικού τραγουδιού. Αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος του στη ΛΥΡΑ.

Μετά την αποχώρησή του από τη ΛΥΡΑ ηχογραφεί κάποιους δίσκους στη ΜΙΝΟΣ- οι οποίοι γίνονται αμέσως χρυσοί- με ελαφρολαϊκά και με διασκευασμένες ξένες επιτυχίες, όπως το «Αγάπα με».

Όλα αυτά τα χρόνια η ΛΥΡΑ δεν έπαψε να επανεκδίδει τραγούδια που είχε πει, κυρίως τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει σε δίσκους 45 στροφών. Στο διάστημα 1977-89 συνεργάζεται και πάλι με τον Μίμη Πλέσσα, το Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Κριμιζάκη, ενώ το 1982 σε ένα δίσκο που έγινε χρυσός, τραγούδησε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο τραγούδια του «Νέου Κύματος» σε δεύτερη εκτέλεση (πιάνο -επιμέλεια ορχήστρας ο Γιάννης Σπανός).

Στην εταιρία ΜΙΝΟΣ μένει ως το 1989, έχοντας 11 χρυσούς δίσκους στο ενεργητικό του εκεί. Την εποχή εκείνη ο χρυσός αντιστοιχούσε σε 60.000 πωλήσεις και ο πλατινένιος σε 100.000. Μάλιστα, οι τρεις τελευταίοι δίσκοι έγιναν πλατινένιοι μετά την αποχώρησή του από τη ΜΙΝΟΣ. Το 1983 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ταξίδι Στο Κέντρο Της Γης», ενώ δεν σταματά να ασχολείται και με τη ζωγραφική, που όπως είχε δηλώσει ότι είναι κάτι που τον ξεκουράζει. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τη μέλλουσα γυναίκα του Μπέττυ και το 1985 γίνεται ο γάμος τους. Το 1992 γεννιέται η κόρη του, Αλεξάνδρα.

Ακολουθούν δύο δίσκοι και ένας τρίτος με μια συμμετοχή, στην POLYGRAM μεταξύ 1990-92. Για ένα διάστημα 5 χρόνων μένει οικειοθελώς εκτός δισκογραφίας (φυσικά συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε μεγάλα κέντρα).

Το 1997 ο Πουλόπουλος αρχίζει μια καινούρια συνεργασία με τη ΛΥΡΑ, μετά από 22 χρόνια, με το δίσκο «Του τραγουδιού το βλέμμα», σε μουσική Αντώνη Στεφανίδη. Δίσκος που γνωρίζει αμέσως μεγάλη επιτυχία. Στο δίσκο αυτό για τους φανατικούς – και είναι πολλοί – ακροατές του, υπάρχει και μια μεγάλη έκπληξη. Ο Γιάννης Πουλόπουλος «ξέθαψε» δύο δικά του τραγούδια από τα τέσσερα συνολικά που είπε σε κινηματογραφικές ταινίες γύρω στα 1972 – 1973 και ήταν άγνωστα, αλλά και δεν είχαν μέχρι σήμερα κυκλοφορήσει. Τα τραγούδια αυτά το «Πάλι μεθυσμένος» και το «Αφού μου έφυγες εσύ», ξανατραγουδάει στον καινούργιο του δίσκο.

Το 1998 κυκλοφορεί σε cd η ζωντανή του εμφάνιση στην Πύλη Αξιού –πρόκειται για την μόνη του δισκογραφική δουλειά με περιεχόμενο από εμφάνισή του-, εμφάνιση η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αποτελεί και την τελευταία του. Το 1999 κυκλοφορεί ο δίσκος με τίτλο «Στα Όνειρά Μου Περπατώ», με τον οποίο αποφασίζει να απομακρυνθεί από τα μουσικά δρώμενα. Σε ορισμένες συνεντεύξεις της εποχής δηλώνει πως η νύχτα δεν είναι πια γι’ αυτόν, έτσι όπως έχει ευτελιστεί και ότι δηλώνει την απομάκρυνση του από τις βραδινές εμφανίσεις και, εν γένει, τα μουσικά δρώμενα.

Το 2005 κυκλοφορεί σε περιορισμένες εκδόσεις ένας δίσκος 10 ιντσών με τίτλο «ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ» με 10 τραγούδια, ενώ στο διάστημα αυτό οι επανεκδόσεις τραγουδιών και από τη LYRA και από τη MINOS διαδέχονται η μία την άλλη. Σήμερα τον βρίσκουμε να έχει αφοσιωθεί στην οικογένεια του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ οι χιλιάδες θαυμαστές και φίλοι του συνεχίζουν ακόμα να ονειρεύονται μέσα από τα τραγούδια του και τη σπάνια φωνή του.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος έχει περάσει άξια στο πάνθεον των μεγάλων τραγουδιστών.

 

Αλέκος Αλεξανδράκης – Ένας Μανιάτης ηθοποιός (1928 – 2005)

Γιος δικηγόρου από τη Μάνη, ο Αλέκος Αλεξανδράκης γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1928 στην Αθήνα. Φοίτησε στα καλύτερα σχολεία της εποχής και μεγάλωσε σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Αγαπημένο του άθλημα ήταν η ξιφασκία και στα 15 έγινε μέλος της εθνικής ομάδας.

Ένα χρόνο αργότερα μπήκε στη Σχολή Δοκίμων, θέλοντας να γίνει αξιωματικός του Ναυτικού. Μία παράσταση, όμως, του Κάρολου Κουν, με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη, του άλλαξε τη ζωή. Αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στο Βασιλικό Θέατρο και πέρασε πρώτος. Ο Δημήτρης Χορν ήταν τόσο σίγουρος για το ταλέντο του Αλέκου, που είχε στοιχηματίσει για την επιτυχία του.

Τον καιρό εκείνο, η Κατερίνα (Ανδρεάδη) έψαχνε για έναν «ζεν πρεμιέ», για το έργο «Φθινοπωρινή Παλίρροια». Ο νεαρός ηθοποιός την επισκέφτηκε με λουλούδια στο σπίτι της μαζί με την Άννα Συνοδινού και πήρε το ρόλο. Έκανε τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι στις 9 Ιουλίου 1949 και άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις σε κριτικούς και κοινό. Επιτέλους, ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο», έγραψε χαρακτηριστικά ο Αιμίλιος Χουρμούζιος στην Καθημερινή.

Εντύπωση έκανε και στον Φιλοποίμην Φίνο, ο οποίος του πρότεινε να παίξει στον κινηματογράφο. Την ίδια, κιόλας, χρονιά έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη, με την ταινία «Δύο κόσμοι», σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου. Ακολούθησαν αμέτρητες άλλες, και όλοι συμφωνούσαν πως επρόκειτο για έναν μεγάλο ηθοποιό και τον μεγαλύτερο γόη της εποχής. Η απήχησή του στον γυναικείο πληθυσμό ήταν άνευ προηγουμένου.

Στη γοητεία του είχε υποκύψει πρώτη η Έλλη Λαμπέτη. Ο δεσμός τους, όμως, δεν κράτησε πολύ, καθώς ο Αλεξανδράκης προτίμησε να ακολουθήσει την Κατερίνα σε μία περιοδεία. Στο Σουδάν γνώρισε την πρώτη του γυναίκα, Μαρτζ Βάλβη, με την οποία παντρεύτηκε λίγο αργότερα στην Αθήνα. Ο γάμος τους κράτησε τρία χρόνια, όσο κι αυτός με την Κλοντ Σαμπαντού, μια πανέμορφη Γαλλίδα.

Το 1956, παντρεύτηκε την ηθοποιό Αλίκη Γεωργούλη. Μαζί ανέβασαν στο θέατρο «Γκλόρια» της Πλατείας Αμερικής, το «Πικνίκ», ενώ συμμετείχαν σε πορείες ειρήνης και δημοκρατικά συλλαλητήρια. Όμως, ύστερα από τέσσερα χρόνια χώρισαν. Ο τέταρτος γάμος του ήταν με την ελβετίδα Βερένα Γκάουερ. Στα πέντε χρόνια που κράτησε ο γάμος τους απέκτησαν δύο παιδιά. Το 1969 γνώρισε τη Νόνικα Γαληνέα και την ερωτεύτηκε βαθιά. Παρότι αυτή η σχέση κράτησε 21 ολόκληρα χρόνια, δεν παντρεύτηκαν ποτέ.

Εκτός από την ιδιότητα του θιασάρχη, που ξεκίνησε το 1956 και κράτησε τουλάχιστον 35 χρόνια, ο Αλέκος Αλεξανδράκης σκηνοθέτησε θεατρικά έργα, αλλά και ταινίες, όπως ο «Θρίαμβος» (1960) με τον Καρύδη-Φουκς και η «Συνοικία το όνειρο» (1961), που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αλλά η προβολή της απαγορεύτηκε από τη λογοκρισία της εποχής. Συνεργάστηκε με λαμπερές πρωταγωνίστριες, όπως τη Μελίνα Μερκούρη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Τζένη Καρέζη, τη Μάρω Κοντού και τη Ζωή Λάσκαρη. 

Συνολικά, πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από 75 κινηματογραφικές ταινίες, από τις οποίες ξεχωρίζουν: «Ο βαφτιστικός», «Στέλλα», «Το νησί των γενναίων», «Ραντεβού στην Κέρκυρα», «Δεσποινίς Διευθυντής», «Δάκρυα για την Ηλέκτρα», «Όμορφες μέρες», «Η κόμισσα της Κέρκυρας», «Η Μαρία της σιωπής», «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», «Τα παιδιά της Χελιδόνας» και πολλές ακόμα.

Στο θέατρο ερμήνευσε τους σημαντικότερους ρόλους. Μεταξύ των παραστάσεων στις οποίες πρωταγωνίστησε και άφησαν εποχή, είναι: «Παράξενο Ιντερμέτζο», «Ταξίδι της μέρας μέσα στην νύχτα», «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», «Μαντάμ Μπάτερφλαΐ», «Η γυναίκα με τα μαύρα», «Τέσσερα δωμάτια με κήπο», «Έγκλημα και τιμωρία», «Τα μεγάλα χρόνια», «Ο γλάρος».

Στην τηλεόραση έπαιξε στον «Παράξενο Ταξιδιώτη», τον «Γιούγκερμαν» και τους «Μυστικούς Αρραβώνες».

Το 1994 ανέβασε με τη Μιμή Ντενίση, τον «Θείο Βάνια» και δύο χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Εθνικό, απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δίδασκε υποκριτική στο Εργαστήρι του Διαμαντόπουλου, ενώ το 2001 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής για την προσφορά του στην τέχνη.

Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου του 2005, έπειτα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο.

Πηγή: sansimera.gr

Ηλίας Δεκουλάκος – Ένας Μανιάτης Ζωγράφος

Η Μάνη μας έχει συνηθίσει σε μεγάλες προσωπικότητες ηρώων ή του πνεύματος. Ωστόσο πολλές φορές η πέτρινη μάνα γεννά προσωπικότητες καλλιτεχνικές. Ιδίως η περιοχή του ακροταινάρου, όπου τέχνες όπως η ποίηση σαν το μοιρολόι και η αρχιτεκτονική όπως οι πύργοι έφτασαν στο απόγειό τους, συναντούμε πολλές καλλιτεχνικές μορφές. Μία από αυτές ο Ηλίας Δεκουλάκος από την Λάγια.

Ο Ηλίας Δεκουλάκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929 με καταγωγή από τη Λάγια της Ανατολικής Μάνης. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ (κοντά στον Α. Γεωργιάδη) και ιδιωτικά κοντά στον Σπ. Παπαλουκά. Ανήκει στη γενιά του ’60 και μάλιστα σε εκείνους που παρέμειναν και εργάστηκαν στην Ελλάδα. Από το 1960 έως το 1968 δίδαξε στη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου, ενώ το 1982 εξελέγη τακτικός καθηγητής στην ΑΣΚΤ, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1988, δημοσιοποιώντας τους λόγους του.

Μάνη – Πάλιρος, Ένα καλοκαίρι, 1986 – 1991

Από το 1989 υπήρξε ομότιμος καθηγητής. Στις αρχές της εκθεσιακής του δραστηριότητας (δεκαετία του ’60), παρουσίασε μια εξπρεσιονιστικού τύπου αφηρημένη ζωγραφική. Σύντομα, όμως, επανήλθε στις λύσεις της παραστατικής ζωγραφικής, φτάνοντας σε ένα είδος σκληρού φωτογραφικού ρεαλισμού με έντονα κριτικό περιεχόμενο.

Το 1979 θεματολογικά στρέφεται προς τον κριτικό σχολιασμό της αλλοτρίωσης που προκαλεί η τεχνολογία. Το 1984, στην 4η ατομική έκθεση έργων του, στην γκαλερί «Ωρα», ο καλλιτέχνης παρουσίασε, ως λογική προέκταση και διεύρυνση των προηγούμενων προβληματισμών του, ένα σύνολο χώρου με ζωγραφική, κατασκευές, αντικείμενα και βίντεο αρτ.

«Σπουδή» 1972, enamel

Αργότερα (μετά το 1985) στράφηκε στην τοπιογραφία με μια σειρά τοπία από τη Μάνη και την Αθήνα. Πρόκειται για έναν ολοκληρωμένο κύκλο ζωγραφικής, που σηματοδοτεί την επιστροφή του καλλιτέχνη σε μια θερμότερη γραφή, χωρίς να προδίδει την καλλιτεχνική σοβαρότητα και την ιδεολογική συνέπεια που τον χαρακτήριζε. Ο Ηλίας Δεκουλάκος, εκτός από τις ατομικές εκθέσεις του, έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές παρουσιάσεις, σε πανελλήνιες, αλλά και διεθνείς διοργανώσεις, όπως στην Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών (Παρίσι 1961), στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1963), κ.ά.

« Η τέχνη δημιουργεί στο παρόν και προσβλέπει το μέλλον κοιτάζοντας το παρελθόν της, άλλοτε υιοθετώντας το, άλλοτε αναθεωρώντας και άλλοτε απορρίπτοντάς το….»

Ηλίας Δεκουλάκος  

ΠΗΓΕΣ

  • ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ,
  • Εφημερίδα ριζοσπάστης 20/6/2010 «7 ημέρες μαζί»

Του Λεωνίδα Ροζάκη

Μοιρολόγια pic.

Ο Λεωνίδας Ροζάκης γενναίος και παράτολμος δικαστικός από την Μάνη (Επαρχία Γυθείου) ήταν εισαγγελέας στην Λαμία.  Κατεδίωξε ο ίδιος την συμμορία του λήσταρχου Τσουλή – Παπακυριτσόπουλου. Ωστόσο οι καταδιωκόμενοι του έστησαν ενέδρα και τον σκότωσαν. Γύρω στα 1894. Σήμερα η πόλη της Λαμίας τους τιμά με οδό αφιερωμένη στο όνομά του.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του μοιρολογιού είναι ότι η γυναίκα που το τραγουδά βρίσκεται σε χαμό- κηδεία άλλου. Κατόπιν άδειας των συγγενών του νεκρού μελετάει και τον δικό της (Ροζάκη). Η συγκεκριμένη τακτική δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο στην Μάνη, καθότι θεωρούσαν, ίσως για παγανιστικούς – θρησκοληπτικούς λόγους, πως την ώρα του θρήνου επικοινωνούσαν με τον νεκρό ή πως του απέδιδαν τιμή.

Λήσταρχοι και χωροφύλακες του περασμένου αιώνα

Παρακάτω αναλυτική περιγραφή του κυνηγητού του Ροζάκη.

Ο Παπακυριτσόπουλος,(επικηρυγμένος με 20.000 δρχ.) γεννήθηκε στο χωριό Αμούρι κοντά στο Λιανοκλάδι. Ήταν τολμηρός ληστής, αλλά και θρασύτατος. Κάποτε, τον Μάη του 1894, για να εξευτελίσει τα στρατιωτικά αποσπάσματα, που πήγαν στη Λαμία για να τον συλλάβουν, σοφίστηκε το εξής τέχνασμα.

Μπήκε στο κεντρικό ζαχαροπλαστείο στην πλατεία της Λαμίας ντυμένος ιερέας με μαύρη γενειάδα, ενώ απέναντι κάθονταν οι άνδρες του αποσπάσματος, με τον διοικητή τους να πίνει καφέ. Κάθισε, παρήγγειλε και έφαγε διάφορα γλυκίσματα. Στο τέλος, πριν αποχωρήσει, φώναξε τον υπηρέτη του ζαχαροπλαστείου και του έδωσε μία επιστολή με την εντολή να την εγχειρήσει στον ανώτερο επόπτη του μεταβατικού αποσπάσματος ταγματάρχη Νικολαΐδη. Έγραφε στην επιστολή ο Παπακυριτσόπουλος:

« Κύριε Νικολαΐδη, έφαγα εν γλύκισμα εις το ζαχαροπλαστείον. Εις υγείαν σου. Πλήρωσέ το ! Παπακυριτσόπουλος». Ουδείς κατάλαβε ότι ο ιερέας ήταν ο… Παπακυριτσόπουλος μεταμφιεσμένος !

Τρείς μέρες μετά, στις 5-9-1894, ο εισαγγελέας Λαμίας Λεωνίδας Ροζάκης από τη Σπάρτη και ο ανακριτής Γεώργιος Αγγελής από τη Λειβαδιά, περιόδευαν στην Υπάτη, κι έψαχναν για να συλλάβουν τον Παπακυριτσόπουλο. Μόλις το έμαθε εκείνος, αγρίεψε ! Έστησε ενέδρα με τους ληστές Καρακώστα, Καμπιά, Αρβανίτη στη γέφυρα του Βαγιωρέματος στη θέση Καναπίτσα στο Λιανοκλάδι. Μόλις πέρασε η άμαξα, τους έπιασε, αφού ο στρατιώτης και οι δύο χωροφύλακες που τους συνόδευαν το έβαλαν έντρομοι στα πόδια.

Με ομήρους τους δύο δικαστικούς, κυνηγημένος και περικυκλωμένος από ισχυρές δυνάμεις ταμπουρώθηκε στο Παλιόκαστρο. Η εντολή της κυβέρνησης και του νομάρχη προς τα αποσπάσματα ήταν, να σκοτώσουν τους ληστές. Η ζωή και η ασφάλεια των ομήρων ερχόταν σε δεύτερη μοίρα!.. Στη διάρκεια της μάχης σκοτώνονται οι Καρακώστας και Αρβανίτης. Τότε ο Παπακυριτσόπουλος φωνάζει στα αποσπάσματα να σταματήσουν να πυροβολούν γιατί θα εκτελέσει τους ομήρους. Οι στρατιώτες όμως συνέχισαν να πυροβολούν ακολουθώντας τις εντολές και αδιαφορώντας για την ζωή των ομήρων.

Ξαφνικά πέφτει νεκρός και ο τρίτος ληστής Καμπιάς. Ο Παπακυριτσόπουλος που έμεινε μόνος, ορμά οργισμένος με το γιαταγάνι του, κτυπά στο κεφάλι και σκοτώνει τον Ροζάκη. Και καθώς γυρίζει για να κτυπήσει και τον Αγγελή, δέχεται μια σφαίρα και πέφτει νεκρός. Την ίδια τύχη έχει και ο Αγγελής που τον χτύπησε κατά λάθος σφαίρα στρατιώτη.

Την επομένη, το κεφάλι του 30χρονου Παπακυριτσόπουλου σαν τρόπαιο περιφερόταν από ευζώνους, στους δρόμους και τις πλατείες της Λαμίας. Και ο κοσμάκης ευτυχής και ικανοποιημένος από την εκτέλεση του λήσταρχου, έριχνε τον οβολό του στο αναποδογυρισμένο καπέλο, σαν ευχαριστώ! Η πόλη της Λαμίας τίμησε τους δύο δικαστικούς, δίδοντας τα ονόματά τους σε κεντρικό δρόμο, γιατί θυσιάστηκαν για το καθήκον προς την κοινωνία. Οδός Ροζάκη – Αγγελή.

Πηγή:Infognomonpolitics.gr

Ο Μικρός Ήρωας Ήταν Μανιάτης

Ο δημιουργός του Μικρού Ήρωα, Στέλιος Ανεμοδουράς γεννήθηκε στην Αθήνα το  1917. Η καταγωγή των γονιών του ήταν από τη Μάνη, ενώ ο ίδιος μεγάλωσε στον Πειραιά. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό «Αργώ». Μετά την απελευθέρωση θα εργαστεί ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες «Ελεύθερη Ελλάδα», «Δημοκρατική Αλλαγή», «Αθηναϊκή», «Νέα», στον «Θησαυρό».

Το πρώτο προσωπικό άνοιγμά του θα το κάνει με τον «Υπεράνθρωπο», ένα περιοδικό μικρού σχήματος, που θα κρατήσει δύο χρόνια. θα θυμούνται τους αγώνες του κατά του Κακού, με συμπαραστάτες τον Κεραυνό και την Αστραπή, τον Ελ-Γκρέκο και τον κωμικό της παρέας, τον φοβητσιάρη Κοντοστούπη.

Με τίτλο «Μικρός Ήρωας» εκδίδει το πρώτο τεύχος το 1952 σε ηλικία 35 ετών. Η θρυλική παρέα των Μικρών Ηρώων γίνεται αγαπημένο ανάγνωσμα της νεολαίας δύο δεκαετιών, του ’50 και του ’60. Tο θρυλικό Παιδί-Φάντασμα – ο Mικρός Ήρωας Γιώργος Θαλάσσης – και οι βασικοί σύντροφοί του στις περιπέτειες, η Kατερίνα και ο διαρκώς πεινασμένος Σπίθας. Ένα τρίπτυχο-φωτιά που γαλούχησε γενιές και γενιές,. Το τελευταίο τεύχος κυκλοφόρησε το 1967, οπότε απαγορεύτηκε η έκδοσή του από τη δικτατορία.

Το 1969 εκδόθηκε το περιοδικό «Μπλεκ», το οποίο απευθυνόταν σε αγόρια. Οι πλούσιες ιστορίες δράσης και περιπέτειας με κεντρικό ήρωα τον Μπλεκ, ο οποίος ήταν αγωνιστής υπέρ της ανεξαρτησίας στον πόλεμο των Αμερικανών κατά των Άγγλων, αλλά και υπέρ των φτωχών και των αδυνάτων, οι πρωτότυπες ποδοσφαιρικές ιστορίες και το μεστό χιούμορ συνετέλεσαν ώστε το περιοδικό να γίνει το νούμερο 1 για αγόρια από 10 έως 16 χρόνων για πολλά χρόνια.

Τον Ιούνιο του 1973 ξεκινά η έκδοση του περιοδικού «Κατερίνα», εβδομαδιαίου περιοδικού για κορίτσια ηλικίας 9-15 χρόνων. Πέντε χρόνια αργότερα (1978) βγαίνει και η «Σούπερ Κατερίνα» (μηνιαία έκδοση), η οποία απευθύνεται σε κορίτσια λίγο μεγαλύτερης ηλικίας. Την ίδια χρονιά η εταιρεία κάνει μεγάλο εκδοτικό βήμα στο χώρο των πνευματικών, ψυχαγωγικών, περιοδικών. Το πρώτο περιοδικό αυτής της κατηγορίας ήταν ο «Γρίφος». Η επιτυχία του άνοιξε το δρόμο για πολλά ακόμα περιοδικά αυτού του τύπου. Το 1977 εκδίδεται το εφηβικό περιοδικό «Αφισόραμα» για αγόρια και κορίτσια. Η θεματολογία του κινείται στους χώρους της μουσικής, του κινηματογράφου και της showbiz, όπου παρουσιάζει τα νέα και τις τάσεις, αλλά και στα κοινωνικά και εφηβικά θέματα.

Το εταιρικό σχήμα της Περιοδικός Τύπος Α.Ε. ιδρύθηκε από τον αείμνηστο Στέλιο Ανεμοδουρά και το γιό του Γιώργιο στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Το 1991, ο «Περιοδικός Τύπος» ήταν από τις πρώτες εκδοτικές εταιρείες που ακολούθησε τις, νέες τότε, εξελίξεις στον τρόπο παραγωγής των εντύπων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κατόπιν η εταιρεία θα περάσει στις ειδικές εκδόσεις επαγγελματικών κλάδων. Πιστός στις αρχές του, ευγενικός, εργατικός και αεικίνητος έως το τέλος έβγαζε τα περιοδικά «Κατερίνα, Σούπερ-Kατερίνα» και «Μπλεκ», με τα οποία γαλούχησε τις νεότερες γενιές του ’70, ’80 και ’90.

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς πέθανε στις 5 Μαΐου 2000. Άφησε πίσω του πολλές επιτυχίες, χιλιάδες αναγνώστες, ενδιαφέροντες χάρτινους ήρωες και τους δυο του γιους (Γιώργο και Κώστα). τη μια του κόρη (την Κατερίνα) και τρία εγγόνια (Λεωκράτη, Ναταλία και Στέλιο).

Του Κοσσονάκου και του Κορφιωτάκη

 Νικόλαος Κορφιωτάκης (1792 – 1850).

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν εγγονός του Νικολάου (4.). Στην περίοδο του Αγώνα συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις, στις οποίες και διακρίθηκε. Ο Κ. ξεχώριζε για τη ρητορική του δεινότητα και τη μόρφωσή του. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ταμίας και ελεγκτής στο Υπουργείο Οικονομικών. Εξελέγη αντιπρόσωπος του Μιστρά στην Α’ Εθνοσυνέλευση (1821-22) και αργότερα βουλευτής κατά τις περιόδους 1845 και 1847-50. Ήταν οπαδός του Κωλέττη και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1847-48). Η κυβέρνηση Κριεζή τον όρισε υπουργό Παιδείας στις 4 Αυγούστου 1850 και μία από της πρώτες ενέργειές του ήταν η υπογραφή του Συνοδικού τόμου, με τον οποίο αναγνωριζόταν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις 20 Αυγούστου 1850, την ημέρα που ο Συνοδικός τόμος διαβάστηκε στις εκκλησίες, ο Κ. δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του από έναν Μανιάτη ονόματι Ζυγούρη.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Ο Κορφιωτάκης ήταν πολύ αγαπητός πολιτικός.
  2. Το μοιρολόι το λέει η μητέρα του Γιώργου Κοσσονάκου, κόρη Μαυρομιχάλη στο κλάμα του γιου της ο οποίος πέθανε στην εκστρατεία των Μανιατών στην Κρήτη με το πλοίο Αρκάδι.
  3. Σταυροπήγιο λέει τον δήμο Αβίας, Ζυγός ο δήμος Λεύκτρου, Νίκλος η Μέσα Μάνη. Κολοκυθιά ο δήμος Ανατολικής Μάνης. Ο Κοσσονάκος τιμήθηκε από όλους ως ήρωας πολέμου που ήταν.
  4.  Αναθεματίζει τους δολοφόνους του Κορφιωτάκη γιατί στην πολιτική του δολοφονία ενέπλεξαν τον γιο της που τότε ήταν αξιωματικός.

Δημήτρης Δημητράκος

Οι Μανιάτες δεν είχαν έντονη παρουσία μόνο στους πολέμους και στις μάχες. Πολλοί Μανιάτες διακρίθηκαν στις  εικαστικές τέχνες και τα γράμματα. Ένας τέτοιος παλιός λόγιος ήταν και ο Δημήτρης Δημητράκος. Παρακάτω ακολουθεί το βιογραφικό του από το   http://www.biblionet.gr

Ο Δημήτριος Δημητράκος γεννήθηκε στο χωριό Νόμια της Μάνης, το 1875 και πέθανε στην Αθήνα το 1966. Εκεί βρίσκεται το πατρικό του σπίτι και η ρίζα της οικογένειας. Ο Δημήτριος Δημητράκος ήταν για ένα διάστημα δάσκαλος και στη συνέχεια σιδηροδρομικός υπάλληλος. Ως υπάλληλος των σιδηροδρόμων είχε έρθει στην Αθήνα, προς το τέλος του 19ου αιώνα. Τότε θαύμασε τους πρώτους ηλεκτροφωτισμούς. Ως μαθητής έφευγε νύχτα από το χωριό για να φτάσει στην Αρεόπολη που ήταν το γυμνάσιο και, βέβαια, διάβαζε με το φως της λάμπας πετρελαίου ή με το φως της σελήνης. Είχε φιλοδοξία ν’ ασχοληθεί με τα γράμματα.

Όταν έφυγε από τη Μάνη, με ελάχιστα χρήματα άνοιξε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, το 1896, στο Λαύριο. Kι επειδή δεν είχε αρκετό αναγνωστικό κοινό, είχε βρει έναν δημοδιδάσκαλο και πήγαιναν τα βράδια και έκαναν νυχτερινά μαθήματα, ώστε να δημιουργηθεί η ζήτηση των βιβλίων. Λίγο αργότερα μετακομίζει στις παρυφές της τότε Αθήνας, στο λόφο του Φιλοπάππου, όπου εκεί έκτισε ένα σπίτι. Εκεί γεννήθηκαν τα παιδιά του και μαζί τους μεγάλωνε και ο εκδοτικός οίκος του Δημήτριου Δημητράκου. Στη συνέχεια το σπίτι στου Φιλοπάππου έγινε τυπογραφείο, όπου ο εγγονός του Δημήτρης Π. Δημητράκος, καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών διατηρεί ένα μικρό γραφείο.

Ήταν άνθρωπος που εκτιμούσε την ποιότητα, δεν ήταν όμως άνθρωπος της τάξης. Kι έτσι, με την ακαταστασία που επικρατούσε χάθηκε όλο το αρχείο του εκδοτικού οίκου. Για πολλά χρόνια όλα τα διδακτικά βιβλία και όλα τα εποπτικά μέσα του σχολείου ήταν εκδόσεις «Δημητράκου».

Ο Δημήτριος Δημητράκος θεωρούσε ότι η απαρχή των δεινών για τον εκδοτικό οίκο ήταν όταν πέθανε ο Βενιζέλος.

Το 1931 ανήγγειλε την έκδοση του λεξικού προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών σε όσους επιθυμούσαν ένα λεξικό μόνο της αρχαίας ελληνικής ή της δημοτικής. Ο Δ. Δημητράκος απάντησε ότι «…είναι ακατανόητον να αρκούμεθα εις λεξικά της γλώσσης μας μέχρι του 1100 ή έστω μέχρι του 1300, της αρχαίας και αγνώστου γλώσσης εις τα εννέα δέκατα τουλάχιστον του ελληνικού λαού, και να επιμένωμεν να αγνοούμεν την γλώσσαν, η οποία σήμερον εξυπηρετεί την ζωήν μας από 700 συνεχώς ετών».

Για τη σύνταξη του «Μεγάλου Λεξικού» προσκάλεσε το σύνολο των κορυφαίων απ’ τα ελληνικά γράμματα της εποχής. Άλλοι δέχθηκαν να εργαστούν κι άλλοι αρνήθηκαν, καθώς η διαμάχη καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών εξακολουθούσε να είναι σφοδρή στα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Το φιλόδοξο έργο ολοκληρώθηκε το 1953 χαρακτηριζόμενο απ’ την Ακαδημία Αθηνών, που έσπευσε αμέσως να το βραβεύσει, ως «έργον όχι μόνον εις όγκον, αλλά και εις πραγματικήν αξίαν επιβλητικόν και μνημειώδες».

Το «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης» είναι έργο ζωής του Δημητρίου Β. Δημητράκου (1875-1966). Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται όλα τα λήμματα όλης της ελληνικής γλώσσας, από την ομηρική μέχρι τη σύγχρονη εποχή σε ενιαίο λεξικό. Αποτελεί τη βάση όλης της ελληνικής λεξικογραφίας, από τότε που δημοσιεύτηκε, και συγχρόνως το πρώτο βιβλίο του Έθνους, αν ισχύει η αρχή που είχε διατυπώσει ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) μια δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση, ότι «το πρώτον βιβλίον εκάστου έθνους είναι της γλώσσης που το Λεξικόν, ήγουν η συνάθροισις και έρευνα των συμβόλων με τα οποία εκφράζει τας ιδέας του».

Ο Δημητράκος όμως δεν ξεχνούσε ποτέ και την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του ήταν το βιβλίο λαογραφικού – ιστορικού περιεχομένου με τίτλο οι Νυκλιάνοι. Βιβλίο για το οποίο ο Πάτρικ λη Φέρμορ βρετανός συγγραφέας και περιηγητής στην Μάνη έγραψε πως αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη απεικόνιση της μανιάτικης κουλτούρας.

ο Δημήτριος Δημητράκος τιμήθηκε με το παράσημο του Φοίνικος δέκα χρόνια αργότερα. Μέχρι σήμερα το Λεξικό Δημητράκου αποτελεί κύρια πηγή λεξικογραφίας και είναι απαραίτητο βοήθημα για κάθε πνευματικό άνθρωπο που θέλει να χειρίζεται σωστά την ελληνική γλώσσα.