Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Advertisements

Σαν σήμερα… 1 Ιουλίου 1895- Γεννήθηκε ο Αντιστράτηγος Γιώργος Πολυμενάκος

Σαν σήμερα, την 1η Ιουλίου 1859, γεννήθηκε ο Διοικητής της Στρατιάς στη Μικρά Ασία Γιώργος Πολυμενάκος. Αν και γεννήθηκε στη Αρεόπολη πέρασε τα παιδικά του και μαθητικά του χρόνια στην Καλαμάτα.

Κατατάχτηκε στο στρατό την 21η Ιουλίου 1880. Αποφοίτησε από τη Σχολή Υπαξιωματικών την 22α Σεπτεμβρίου 1885 ως ανθυπολοχαγός του πεζικού. Στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 συμμετείχε ως υπολοχαγός.

Στους πολέμους του 1912-13 με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Ήταν διοικητής του 15ου Συντάγματος Πεζικού στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο όπου διακρίθηκε. Το 1913 στον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας με το ίδιο σύνταγμα (υπαχθέν στην 7η Μεραρχία), ως συνταγματάρχης πλέον, πήρε μέρος στις επιχειρήσεις στην Ανατολική Μακεδονία (Νευροκόπι, Πρέντελ Χαν κ.ά.).

Την περίοδο 1917-1920 βρέθηκε εκτός στρατεύματος. Κατά την εκστρατεία στη Μικρά Ασία ήταν αντιστράτηγος διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού και κατόπιν του Γ΄ Σώματος Στρατού με το οποίο πολέμησε τον Μάρτιο, Ιούλιο και Αύγουστο στον Σαγγάριο (1921). Στο τέλος του 1921 τοποθετήθηκε διοικητής του Βόρειου Συγκροτήματος Μεραρχιών. Τον Ιούνιο του 1922 ζήτησε να φύγει από τη Μικρά Ασία. Τον Σεπτέμβριο του 1922 ήταν διοικητής της Στρατιάς Θράκης, ενώ την περίοδο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 1922 αντικατέστησε τον αντιστράτηγο Γεώργιο Χατζανέστη ως διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας (ανέλαβε την 24η Αυγούστου 1922).

Τον Νοέμβριο του 1923 αποστρατεύτηκε λόγω ορίου ηλικίας, αλλά επανήλθε προσωρινά στην υπηρεσία το 1927 και τοποθετήθηκε στο εννεαμελές συμβούλιο με αντικείμενο την επαναφορά απότακτων αξιωματικών.

Newsmessinia

Επώνυμα Και Τοπωνύμια Του Παρελθόντος Στη Μάνη

Το πέρασμα των αιώνων οδήγησε ένα μεγάλο μέρος επωνύμων και τοπωνυμίων να ξεχαστούν, να αλλάξουν ή ακόμα και να πάψουν να υπάρχουν μιας και πολλοί οικισμοί ή οικογένειες καταστράφηκαν από την πολυτάραχη ιστορία της περιοχής της Μάνης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω προτάσεων αποτελεί η οικογένεια Γρίτση. Σε Ενετικούς καταλόγους του 1618 αναφέρονται διάφοροι οικογενειακοί οικισμοί, μεταξύ αυτών και ο οικισμός Γριτσιάνικα. Μάλιστα το «Γρίτσας» ως κύριο επώνυμο ή παρωνύμιο βρίσκεται σε χρήση στην Λακωνική χερσόνησο ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, μιας και Γρίτσας – Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν αξιωματούχος στην Λακωνία το 1460.

Το 1808 σε διαθήκη της Μονής Ζερμπίτσης που συντάχθηκε στο Γύθειο αναφέρεται «η Μιχαλού η Γρίτσαινα αφιέρωσε το χωράφι όπου είναι εις την Σελινίτσα όπου είναι το μερδικό της και του αδερφού της». Σήμερα δεν ακούγεται στην περιοχή της Μάνης ούτε το επώνυμο Γρίτσης ούτε το τοπωνύμιο Γριτσιάνικα.

Σε όλο το μήκος της Μάνης υπήρχαν παλαιότερα μεγαλιθικοί οικισμοί που με το πέρασμα των ετών εγκαταλείφθηκαν είτε γιατί ήταν δυσπρόσιτοι είτε λόγω οικιστικής παρακμής. Ο εγκαταλελειμμένος οικισμός Μαύριανος στην ανατολική Μέσα Μάνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου.

Ο οικισμός βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουκάδικα. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε πειρατικό κρησφύγετο. Στον συγκεκριμένο τόπο έμενε και ο πειρατής Κάκαβος ο οποίος δρούσε εναντίον των Τούρκων και έμεινε μνημειώδης για τον κούρσο του.

»Αριστερά στην ρεματιά

Αντίκρυ από το κάστρο

Εκεί κοιμάται ο Κάκαβος

Με τα φλουριά γεμάτος»

Ίσως δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως η τελευταία οικογένεια που εγκατέλειψε τον οικισμό κατά την διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η οικογένεια Κουρσαράκου. Το επίθετο αυτό δείχνει την πειρατική ιστορία του οικισμού Μαύριανου. Σήμερα τα παραπάνω επώνυμα όπως Κάκαβος και Κουρσαράκος δεν ακούγονται στην Μάνη ενώ ο μεγαλιθικός οικισμός έχει πλήρως εγκαταλειφθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του.

Οικισμός Γουλάς Στη Βάθεια

Παλαιό επώνυμο επίσης το οποίο εμφανίζεται στην περιοχή του Κότρωνα κατά τα υστεροβυζαντινά χρόνια είναι το Κολοκυθάς. Στο αριστερό μέρος του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα που είναι του 17ου αιώνα υπάρχει τοιχογραφία του Αγίου Δημητρίου στην οποία αναγράφεται «δέησις Θεοδώρου Κολοκυθά». Επίσης στον ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Λάγια σε τοιχογραφία του Αγίου Βλάση αναγράφεται «και εβοήθισε ο γιόργης κολοκυθάς ένα βόδη». Προφανώς ήταν προφορά για την ανοικοδόμηση ή την αγιογράφηση.

Είναι άγνωστο επισήμως αν το επώνυμο αυτό συσχετίζεται με το όνομα Κολοκυθιά (πρώην δήμος του Κότρωνα) της ανατολικής Μάνης ή αν είναι σύμπτωση. Δεν είναι γνωστό αν η περιοχή πήρε το όνομα από την οικογένεια ή το αντίθετο. Κάποιοι συσχετίζουν αυτήν την οικογένεια με την οικογένεια Κολοκυθά της Τραπεζούντας που μετά την πτώση της όπως άλλες κατέφυγαν στην Μάνη.

Σήμερα, από παράδοση κυρίως, αποκαλούμε Κολοκυθιά την περιοχή του Κότρωνα, κάστρο Κολοκυθιάς, τα Λουκάδικα, ενώ ως επώνυμο ή παρωνύμιο δεν ακούγεται στην Μάνη.

Παλαιό τοπωνύμιο στην περιοχή της Μάνης, στα σύνορά της για την ακρίβεια, είναι τα Γουλιάνικα. Το τοπωνύμιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Κόκκινα Λουριά. Πιθανόν να προέρχεται από την λέξη Koule (σημαίνει πύργος) και παράφραση αυτού στην μανιάτικη διάλεκτο το Γουλάς. Μάλιστα δεν αποκλείεται εκεί να διέμενε οικογένεια με το όνομα Γουλάκης (ανάλογο του Καστρινός) μιας και οι μικροί οικισμοί ήταν οικογενειακοί ενώ η κατάληξη -ιάνοι και –ιάνικα είναι καταλήξεις οικογενειακών ονομάτων στην λατινική – ενετική γλώσσα.

Ο παραπάνω οικισμός ο οποίος σήμερα δεν κατοικείται καταγράφεται σε διάφορους καταλόγους της ενετοκρατίας στους οποίους αναφέρεται ως ενοικιαζόμενη γη από ισχυρούς άνδρες της Κελεφάς όπως τον Πέτρο Αβραμάκη το 1704 και τον Γρηγόρη Κυριακουλάκη το 1705. Σήμερα το επώνυμο αυτό δεν συναντάται στην Μάνη παρά μόνο το Γουλάκος στην Μέσα ανατολική Μάνη και δεν φαίνεται να έχει σχέση με την παραπάνω οικογένεια του οικισμού Γουλιάνικα.

ΠΗΓΕΣ

  • Κώστα Κόμη «Φορολογικά Κατάστιχα Μάνης – Μπαρδούνιας»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ κοινωνική οργάνωση και ζωή»
  • Ιωάννη Λεκκάκου «ΜΑΝΗ Τα κάστρα και οι πύργοι περιδιαβάσεις ιστορίας»
  • FACEBOOK ομάδα Μάνη παλιές φωτογραφίες -Φωτο Πέτρος Ξυμητήρης-Οικισμός Ολυμπιές 1967

Ο Καπετάνιος Κωνσταντίνος Μουνδρέας ή Μουνδραίος (1912)

Ενδιαφέρουσα είναι η δράση στη Λέσβο του ήρωα Μανιάτη οπλαρχηγού Κωνσταντίνου Μουνδραίου. Παραθέτω σχετικά τέσσερα κείμενα από δημοσιεύματα της τότε εφημερίδας του νησιού «Λαϊκός Αγών».

  • 1.- «Παρ’ ευυπολίπτων συμπολιτών αφιχθέντων εκ Πολιχνίτου πληροφορούμεθα τα εξής: Εις το επίνειον Πολυχνίτου Ελπίδα κατέφυγεν το ιστιοφόρον του καπετάν Κωνσταντίνου Μουνδραίου εκ Μάνης όστις είχεν αποβιβάση εις Γαβαθάν όρμον των Τελωνίων τον γενναίον οπλαρχηγόν Ευστράτιον Λαγίδην άλλοτε δράσαντα με ανταρτικά σώματα εν Σάμω. Διερχόμενον το πλοίον από το Σίγριον υπέστη σοβαράν επίθεσιν εκ μέρους των αυτόθι Τούρκων οι οποίοι διέτρησαν πλοίον και ιστία και εφόνευσαν δύο ναύτας του, καταγομένους εκ Κυδωνιών(«Λαϊκός Αγών», 14-11-1912).
  • 2.- Στις 4-12-1912 τα πλοία του ελληνικού στόλου «Εσπερία», «Αρκαδία», «Μυκάλη» και «Αθήναι» που είχαν αγκυροβολήσει στην παραλία της Πέτρας, προκειμένου να κανονιοβολήσουν από εκεί τις τουρκικές δυνάμεις του Κλαπάδου, δέχτηκαν ομαδικά πυρά από Τούρκους αντάρτες που είχαν οχυρωθεί σε σπίτια της παραλίας και σε γειτονικά υψώματα. Τα πλοία απάντησαν με βομβαρδισμό και τότε οι Τούρκοι αντάρτες λεηλάτησαν την Πέτρα, πυρπόλησαν αρκετά σπίτια και σκότωσαν πέντε Έλληνες πολίτες. Σύμφωνα με το παρακάτω δημοσίευμα: «Μετά τα τερατουργήματά των ταύτα οι Τούρκοι ετράπησαν εις τα κρυσφήγετά των και τα όρη. Οι κάτοικοι εν τούτοις της Πέτρας δεν ετόλμων να εξέλθουν των οικιών των, μέχρι της χθες, (σ.σ. 6-12-1912) ότε αναθαρρήσαντες κάπως εξήλθον τινές εξ αυτών και ανήλθον επί της “Εσπερίας” παρακαλούντες τον αρχηγόν της μοίρας (σ.σ. ναύαρχον Ιωάννην Δαμιανόν) να στείλη να παραλάβη όλους τους κατοίκους, οι οποίοι ήρχισαν συγκεντρούμενοι επί της παραλίας. Ήτο σπαραξικάρδιον τω όντι το θέαμα τόσων ατόμων πανικοβλήτων εκ των αγωνιωδών στιγμών τας οποίας διήλθον υπό την αιμοβαφή μάχαιρα των δημίων Τούρκων. Ο αρχηγός της μοίρας καμφθείς από τας ικεσίας των μεταβάντων προς αυτόν διέταξε να παραληφθώσιν όλοι οι κάτοικοι της Πέτρας επί του υπερωκεανείου “Αθήναι”, τουθ’ όπερ και εγένετο διά του πλοίου του Καπετάν Κώστα Μουνδρέα και της βενζινακάτου του κ. Θρασύβουλου Μελανδινού, ο οποίος και εν τη περιστάσει ταύτη έδειξε τα αισθήματα της αγνής αυτού φιλοπατρίας, συντελέσας εις την απαλλαγήν των Πετριανών από του τρόμου όστις τους είχεν καταλάβη. Περί τους χιλίους κατοίκους επεβιβάσθησαν επί του κολοσσιαίου υπερωκεανείου μας, και ήτο συγκινητική όντως η στιγμή τής επ’ αυτού ανόδου των Πετριανών, οίτινες μετά τας τρομεράς ημέρας τας οποίας διήλθον, μόλις επάτων επί του ελευθέρου εδάφους του απολυτρωτικού πλοίου, έκαμον το σημείον του σταυρού και ησπάζοντο την σημαίαν μας, λησμονούντες δε εν μιά στιγμή όλα τα δεινοπαθήματά των ηύχοντο εκ βάθους καρδίας διά την ταχείαν αποκάθαρσιν της νήσου μας από του Τουρκικού άγους.» («Λαϊκός Αγών», 8-12-1912).
  • 3.- «Μεγάλας εθνικάς υπηρεσίας καθ’ ά ευχαρίστως πληροφορούμεθα, εις την εκκαθάρισιν της νήσου μας υπό του Τουρκικού άγους παρέσχε και ο πλοίαρχος-αντάρτης κ. Κωνστ. Μουνδραίος, όστις με το ιστιοφόρον του εν Μολύβω και ιδία εν Πέτρα συνετέλεσε τα μέγιστα εις την αποτελεσματικήν δράσιν του στόλου μας, εις την διάσωσιν γυναικοπαίδων, εις την εξόντωσιν ή σύλληψιν των βασιβουζούκων επιδρομέων και εμπρηστών. Ο ίδιος με τους ναύτας του, ων οι πλείστοι Πλωμαρίται και με το πλοίον του μετέφερε τα γυναικόπαιδα Πέτρας επί του υπερωκεανείου “Αθήναι”, ο ίδιος βραδύτερον με τα παλληκάρια του συνετέλεσεν εις την καταδίωξιν και σύλληψιν βασιβουζούκων και στρατιωτών Τούρκων, τινάς των οποίων, 26 τον αριθμόν, ων ο εις εμπρηστής, μετέφερε προχθές με το πλοίον του και παρέδωκεν εις την ενταύθα διοίκησιν και ο ίδιος ήδη και πάλιν απήλθεν ίνα μεταφέρη και άλλους συλληφθέντας μεταξύ των οποίων είναι και ο κατακερματίσας χριστιανόν τινα εκ Πέτρας. Μετά των αιχμαλώτων προχθές ο κ. Μουνδραίος μετέφερεν ενταύθα και 68 σάκκους γαλέττας και 18 σκηνάς. Απονέμομεν όθεν τω γενναίω πλοιάρχω τον δίκαιον έπαινον.» («Λαϊκός Αγών», 15-12-1912)
  • 4.- «Εξακολουθεί η μεταφορά ενταύθα διαφόρων λαφύρων από του Τουρκικού στρατού. Χθες πάλιν αφίκετο το ιστιοφόρον του κ. Κ. Μουνδρέα κομίζον εκ Πέτρας 485 σακκία γαλέτας, 18 σακκιά ορύζης, 25 σίτου, 30 κριθής καί τινα φακής κ.λπ. Προς τούτοις και 199 κιβώτια σφαίρας Μάουζερ ήτοι 19 χιλ. τοιούτων.» («Λαϊκός Αγών», 25-12-1912).

Πηγή: http://www.emprosnet.gr/

Του Δήμου Πατσουράκου

Μοιρολόγια pic.

Ο Δημήτριος Πατσούρης ή Πατσουράκος ήταν τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και λοχίας του πυροβολικού από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας.

Κατά τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897 σκοτώθηκε την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, στην Αγία Παρασκευή, απέναντι από την Ελευθερούπολη της Θεσσαλίας, μαζί με το φίλο του και διπλά συνάδελφό του, λοχία και τελειόφοιτο της Νομικής Σχολής, το Δικαίο Γιατράκο από τη Λάγια της Μάνης.

Αναθηματική στήλη όπου αναγράφονται τα ονόματα των φονευθέντων στον πόλεμο αυτό, είκοσι τεσσάρων φοιτητών, αποκαλύφτηκε την 25η Μαρτίου 1901 και βρίσκεται ακόμη και σήμερα στη δυτική πλευρά μπροστά από τα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άλλες αναθηματικές στήλες υπήρχαν στον περίβολο του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού, στην 3η λυόμενη πυροβολαρχία στην οποία ανήκε, όπως και στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών.

Έλληνες στρατιώτες το 1897 στο μέτωπο της Θεσσαλίας

Κατά τη μάχη της ημέρας εκείνης, μετά τον τραυματισμό του και αφού και   τα δύο του πόδια είχαν θρυμματιστεί από βλήμα εχθρικού πυροβόλου, ενώ   μεταφερόταν με ακατάσχετη αιμορραγία στο πρόχειρο χειρουργείο για   ακρωτηριασμό, τραγουδούσε λυπητερά το εξής αυτοσχέδιο μοιρολόι:

Ποιος είν’ άξιο παιδί  

και άξιο παλικάρι  

Αέρας στο περπάτημα  

και στη καρδιά λιοντάρι  

Να πάει να πει στη μάννα μου  

τη διπλοπαντρεμμένη1  

να μην αλλάξει τη Λαμπρή!  

Να μη με περιμένει!  

Φεύγω…..Έρχετ’ ο θάνατος  

με μάτι βουρκωμένο  

Έλα σε προκαλώ!  

Πατρίς…. αδέρφια….και γονείς….  

Την….ώρα….πού….πεθαίνω…..  

Για….σας…..πα….ρα….κα…λώ..  

Και ξεψύχησε.

Σαν παράδειγμα προς μίμηση για την ανδρεία και τον ένδοξο θάνατον του ήρωα αυτού, κυκλοφόρησαν την εποχή εκείνη στην Αθήνα «φέϊγ-βολάν» τα οποία απεικόνιζαν τον ηρωικά πεσόντα αδελφό του πατέρα μου, στο κάτω δε μέρος αυτών ήταν γραμμένο το τετράστιχο:

«Δεν πεθαίνει εις την μάχην όστις πίπτει υπέρ Πατρίδος 

κι αν τους πόδας του συντρίψουν χίλια θραύσματα οβίδος» 

 Η μητέρα του ήταν από την Κρήτη και από πατέρα και από μητέρα. Ο πατέρας της Κωνσταντής Παπουτζάκης καταγόταν από το χωριό Άγιος Ιωάννης ο Καϋμένος Σφακίων, η δε μητέρα της, το γένος Καρδαμάκη καταγόταν από το χωριό Καλάθαινες Χανίων.

Η γιαγιά μου παντρεύτηκε τον παππού μου μετά το θάνατο του πρώτου συζύγου της, ήταν δε περιζήτητη τόσο για την ομορφιά της όσο και για τη μόρφωσή της, πράγμα σπανιότατο για γυναίκα στη Μάνη την εποχή εκείνη. Από τον πρώτο γάμο της απέκτησε πέντε παιδιά, όλα αγόρια, από δε το δεύτερο γάμο της άλλα πέντε παιδιά επίσης αγόρια.

Συχνά την άκουγαν να λέει: «εγώ δε μαγαρίστηκα», εννοώντας ότι δε γέννησε θηλυκό παιδί και αισθανόμενη υπερηφάνεια γι’ αυτό. Κρητικιά στην καταγωγή, Μανιάτισσα στην ανατροφή και τη   ψυχοσύνθεση. Τόση ήταν η παθολογική λατρεία προς τα αγόρια την εποχή εκείνη!

Πηγή: patsourakos.gr

Αναστάσιος Φραντζεσκάκης

Άρθρα

Η οικογένεια Φραντζεσκάκη συγκαταλέγεται στις παλαιότερες της Αρεόπολης και, όπως γράφει ο Κυριάκος Κάσσης (Άνθη της Πέτρας), είναι «κολλητή», σύμμαχος δηλαδή στην πατριά των Γεωργιάνων. Κλάδος της έχει κατοικήσει και στο γειτονικό Κουσκούνι, με στενή σύνδεση με την πατριά των Κρασακιάνων.

Η συμμετοχή της στην επανάσταση του 1821 υπήρξε σημαντική, γεγονός που προκύπτει από την απονομή μετεπαναστατικά του αριστείου του Αγώνα (παρασήμου) σε 10 μέλη της τουλάχιστον. Διακεκριμένη μορφή της, που αναδείχθηκε κυρίως στα μετέπειτα χρόνια της ελεύθερης πατρίδας μας ως αξιωματικός της φάλαγγας, ήταν ο Αναστάσιος Φραντζεσκάκης.

Γεννήθηκε το έτος 1799 και ο πατέρας του ονομαζόταν Μιχαήλ. Ήταν έγγαμος από τις 17 Σεπτεμβρίου 1822 με την Ειρήνη Τζακάκη, που επίσης καταγόταν από την Αρεόπολη. Σε επίσημους στρατιωτικούς καταλόγους των ετών 1840 – 1841 αναφέρεται τότε ως πατέρας 5 παιδιών. Η δράση του κατά την Επανάσταση περιγράφεται από το πλούσιο σε εκδουλεύσεις πιστοποιητικό του, το οποίο προσκόμισε στο Υπουργείο Στρατιωτικών το έτος 1841, προκειμένου να λάβει και εκείνος το αργυρό αριστείο του Αγώνος.

Στο αναφερόμενο πιστοποιητικό, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του 1841 υπέγραψαν οι παλαιοί Μανιάτες οπλαρχηγοί Παν. Μπουκουβαλέας Τρουπάκης, Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης, Χρ. Καπετανάκης και Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, βεβαιώνεται η συμμετοχή του Φραντζεσκάκη το έτος 1821 στις μάχες και συμπλοκές Βαλτετσίου, Συλίμνας, Βλαχοκερασιάς, Ταβιάς, πολιορκίας Κορίνθου, στην πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς, όπου τραυματίστηκε στο δεξιό βραχίονα, ενώ δεν έλειψε η συμμετοχή του το ίδιος έτος και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου, όπως στην Πέτρα, Λιβαδειά, Σούρπη, Κερατόπυργο Μεγάρων, Πειραιά.

Η υπογραφή του Αγωνιστή σε πιστοποιητικό του 

Το έτος 1822 συμμετείχε σε μάχες στο Άργος, στο Κουτσοπόδι, Κλένια, στην Κάρυστο Ευβοίας και στην πολιορκία του Ναυπλίου, ενώ τα έτη 1823 – 1824 συμμετείχε στην πολιορκία της Κορώνης. Επί Ιμβραήμ το 1825 συμμετείχε σε μάχες και επιχειρήσεις ανάσχεσης των Τουρκοαιγυπτίων πλησίον του Νεοκάστρου, στις θέσεις Χίλια Χωρία, Λογγά, στην Καλαμάτα, Πεταλίδι, στη Μπούκα Νησίου, ενώ το 1826 πολέμησε στη Βέργα, Διρό, Καρυούπολη και Πολυάραβο. Σε όλες τις παραπάνω μάχες αναφέρεται ότι πολέμησε πάντοτε ως αξιωματικός (καπετάνιος), με γενναιότητα, ζήλο και πειθαρχία.

Μετά την απελευθέρωση ονομάστηκε με βασιλικό διάταγμα της 1/13 Νοεμβρίου 1837 ανθυπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1839, τέθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία, υπηρετώντας μαζί με άλλους παλαίμαχους Μανιάτες αξιωματικούς στην 4η Τετραρχία υπό τον τότε αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Πιεράκο Μαυρομιχάλη.

Το Μάιο του 1841   συνέδραμε σε οικονομική ενίσχυση υπέρ των επαναστατημένων Κρητικών και το Μάρτιο του 1844 τιμήθηκε με το αργυρό Αριστείο ως ανθυπολοχαγός της Φάλαγγας. Την περίοδο 1850 – 1861 διετέλεσε και ένορκος, γεγονός που για εκείνη την εποχή συνιστούσε ένδειξη κύρους και οικονομικής επιφάνειας. Ήταν εγγράμματος, υπέγραφε πάντοτε στα ιδιόχειρα έγγραφά του ως “Αναστάσιος Φρατζησκάκης”, και υπηρέτησε στην ενεργητική Φάλαγγα μέχρι το τέλος του βίου του.

Το έτος 1865 υπέβαλε αίτηση και πιστοποιητικά εκδουλεύσεων στην τότε εξεταστική επιτροπή αγωνιστών του 1821 και αναγνωρίστηκε εκ νέου ως οπλαρχηγός 7ης τάξης, δηλαδή ανθυπολοχαγός. Την ίδια εποχή αναγνωρίστηκε από την παραπάνω επιτροπή ως οπλαρχηγός 5ης τάξης (λοχαγός) και ο ιερωμένος συγγενής του πρωτοσύγκελος Μελέτιος Φραντζεσκάκης, που είχε πολεμήσει στην άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο φιλότιμος αγωνιστής προήχθη περαιτέρω το μήνα Σεπτέμβριο του 1871 στο βαθμό του υπολοχαγού, όπως επίσης και ο συνάδελφός του Μανιάτης αγωνιστής Σταμάτιος Τζελέντης, από τη Λαγκάδα του δήμου Λεύκτρου. Δέκα χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 1881, ο Φραντζεσκάκης έλαβε το βαθμό του λοχαγού της φάλαγγας.

Απεβίωσε στις 10 Ιανουαρίου του 1886 σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Ειρήνη με δικαίωμα λήψης μηνιαίας σύνταξης χηρείας ποσού 33,25 δραχμών.

ΠΗΓΕΣ

  • Κυριάκου Κάσση “Άνθη της Πέτρας – Μάνη” (1990).
  • Κυριάκου Κάσση “Η οικογένεια Κουλουριάνοι της Μάνης” (2006).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821” (2005).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές” (2008).
  • Ιωάννη Λεκκάκου “Μάνη Ερανίσματα Ιστορίας και Λαογραφίας” (2004).
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους : Αρχεία Αριστείων (1841), Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (1843) και Υπουργείου Στρατιωτικών (1837 – 1841).
  • Διάφορα Φ.Ε.Κ.

Ιωάννης Στρατάκος (οπλαρχηγός)

Αξιωματικός  της Φάλαγγας

Η Χιμάρα της Μάνης βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Πυρρίχου και Λουκάδικων, στην περιοχή που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν επαρχία Κολοκυνθίου. Ο οικισμός αυτός ανέδειξε κατά την Επανάσταση του 1821 μία σημαντική προσωπικότητα, με δράση στρατιωτική κυρίως, που πλαισίωσε γνωστούς Μανιάτες οπλαρχηγούς. Ο αγωνιστής αυτός ήταν ο Ιωάννης Στρατάκος, ένας ακόμη από τους Μανιάτες εκείνους που δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Ο Στρατάκος, σύμφωνα με τους τηρούμενους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) επίσημους ονομαστικούς καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών   (περίοδος 1840 – 1841),  είχε γεννηθεί το έτος 1790 και είχε νυμφευθεί την Μαρία Νικολάκου στις 6 Οκτωβρίου 1819. Από την ίδια πηγή φέρεται εκείνη την εποχή ως πατέρας έξι παιδιών.

Σχετικά με τη δράση του κατά την Επανάσταση, γνωρίζουμε ότι μετά από πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος πήρε στις 11 Ιουνίου του 1823 το βαθμό του χιλιάρχου, μαζί με τους συναγωνιστές του Μαυροειδή Μαντζάκο, Βασίλειο Πολιτάκο, Ιωάννη Γιαννουλέα, Δημήτριο Πουλικάκο και άλλους. Η συμμετοχή του στις επαναστατικές επιχειρήσεις μέχρι το έτος 1825 περιγράφεται συνοπτικά από μία αναφορά του ίδιου προς το Υπουργείο των Πολεμικών, την οποία υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1825, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και δύο πιστοποιητικά του Πετρόμπεη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, τους οποίους ακολουθούσε ως αξιωματικός τους στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Το έτος 1821 λοιπόν, πολεμώντας πάντα υπό την οδηγία των Μαυρομιχαλαίων, έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίου, Τριπολιτσάς, Κορίνθου και Πατρών, ενώ δεν έλειψε και από επιχειρήσεις εκτός Πελοποννήσου, ευρισκόμενος στα Μεγάλα Στενά του Ισθμού, στα Γεράνεια Όρη και στη Λιβαδειά. Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1822, πολέμησε στο Άργος κατά του Δράμαλη, ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού έλαβε μέρος και σε εκστρατεία Μανιατών υπό τον Πετρόμπεη με σκοπό την ενίσχυση του πολιορκούμενου από τους Οθωμανούς Μεσολογγίου και τη λύση της πολιορκίας του.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, πιστοποιεί για τον Ι. Στρατάκο στις 20 Ιανουαρίου 1824 τα εξής :

«Δηλοποιώ διά του παρόντος ότι ο καπετάν Ιωάννης Στρατάκος, δεν έλειψεν απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος να παρασταθεί εις διαφόρους της πατρίδος ανάγκες κάμνων το προς αυτήν χρεός του πότε με πεντήκοντα στρατιώτας πότε δε με τριάκοντα μέχρι των δεκαπέντε, καθώς και ήδη εσχάτως διέτριψε υπό την οδηγίαν μου μήνας επτά χωρίς να λάβη οβολόν διά τον εαυτόν του εις όλον αυτό το διάστημα,  εκτός των στρατιωτών του οίτινες επληρώθησαν. Διό και του δίδεται το παρόν  μου διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει και διά να λάβη την ανήκουσαν αμοιβήν.  

    Τη 20 Ιανουαρίου 1824, Εν Καλαμάτα
                            Ο Πατριώτης Κων. Μαυρομιχάλης»

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επίσης σε πιστοποιητικό του, που φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1825, βεβαιώνει για τον Καπετάν Γιάννη Στρατάκο ότι αγωνίσθηκε υπό την οδηγία του σε πολλές εκστρατείες, φερόμενος «μετά προθυμίας, ανδρείας και πίστεως» και ότι υπήρξε γνήσιος πατριώτης με γενναίες εκδουλεύσεις έως εκείνη την εποχή.

Μετά την απελευθέρωση, κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1828 – 1831), ο Στρατάκος εξακολούθησε ως παλαιός οπλαρχηγός να ασκεί επιρροή στην περιοχή του. Έτσι, στις 24 Ιουλίου του 1830 συνυπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους και οπλαρχηγούς της Ανατολικής και Δυτικής Μάνης επιστολή στήριξης και αφοσίωσης προς τον απεσταλμένο του Κυβερνήτη στο Γύθειο Α. Μεταξά, ενώ την ίδια εποχή προτάθηκε από τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ως ικανός να αναλάβει την θέση του Δημογέροντα του τμήματος Κολοκυνθίου Ανατολικής Μάνης, μισθοδοτούμενος με 60 φοίνικες ανά μήνα.

Κατά τα μετέπειτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου, ο αγωνιστής αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι Μανιάτες παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821, ονομάστηκε τιμητικά αξιωματικός της Σπαρτιάτικης Φάλαγγας και πήρε το Νοέμβριο του 1837 το βαθμό του Λοχαγού. Περαιτέρω το έτος 1839 τέθηκε σε ενεργητική υπηρεσία με το βαθμό του Λοχαγού – Σημαιοφόρου στην 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, υπηρετώντας αρχικά υπό τον Ταγματάρχη Δ. Πετροπουλάκη στο απόσπασμα Γυθείου και κατόπιν ο ίδιος ως αποσπασματάρχης στην Αρεόπολη, από όπου και αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1843, ως προικοδοτημένος Λοχαγός. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της ενεργητικής του υπηρεσίας (1839 – 1843) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καταδίωξη ληστών, γεγονός που καταδεικνύει το ότι, παρά το ώριμο της ηλικίας του για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, παρέμενε ένας μάχιμος αξιωματικός.

Ακριβή χρόνο θανάτου του Ιωάννη Στρατάκου δεν γνωρίζουμε. Το γεγονός ωστόσο ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του, δηλαδή τα παιδιά του, ζήτησαν στις 30 Απριλίου 1857 άδεια ώστε να αξιοποιήσουν με πώληση το φαλαγγίτικο γραμμάτιο του ήδη θανόντα πατέρα τους, αξίας 5.400 δραχμών (ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη), μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο θάνατός του δεν πρέπει να απείχε πολύ από την ημερομηνία εκείνη. Οι κληρονόμοι του αγωνιστή, προκειμένου να λάβουν τη σχετική άδεια εκποίησης του γραμματίου του πατέρα τους, προσκόμισαν λίγο αργότερα στον Έπαρχο Γυθείου το από 24 Ιουνίου 1857 πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Κολοκυνθίου Β. Τραφαλή, απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής:

«Ο Δήμαρχος Κολοκυνθίου πιστοποιεί ότι οι δημότες και κάτοικοι του χωρίου Χειμάρας Φώτιος Στρατογιαννάκος ετών 28, Ευστράτιος Στρατογιαννάκος ετών 26, Πέτρος Στρατογιαννάκος ετών 22 και Αγγέλω Στρατογιαννίτσα ετών 30 εκ του χωρίου Σκάλα του Δήμου Τρινάσου, είναι τέκνα και κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός των Ιωάννου Στρατάκου λοχαγού της Β. Φάλαγγας ..»   

Στο έγγραφο αυτό, για λογαριασμό των παιδιών του, εκτός του Φώτη, υπογράφει ο συγχωριανός τους Γουλάκος, ο οποίος πιθανόν ανήκει στην ίδια πατριά με τον Στρατάκο (Χασανιάνοι).

Στο πέρασμα του χρόνου, όταν ιστορική μνήμη και παράδοση αδυνατίζουν, εμείς οφείλουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους λησμονημένους ήρωες, που αγωνίστηκαν για ιδανικά, τα οποία σήμερα θεωρούμε ως αυτονόητα και δεδομένα.

Η υπογραφή του καπετάν Γιάννη Στρατάκου ως λοχαγού της φάλαγγας

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους: Αρχεία Υπουργείου Πολέμου (έτους 1825), Υπουργείου Στρατιωτικών (ετών 1837 – 1841) και Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (ετών 1843 και 1857).
  • Περ. «Λακωνικαί Σπουδαί».
  • Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης τόμος Β Κ. Κάσση

Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης

Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης γεννήθηκε στα Κεχριάνικα της Ανατολικής Μάνης το 1897. Καταγόταν από ισχυρή οικογένεια της περιοχής με πολλούς στρατιωτικούς στην ιστορία της. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε στην στρατιωτική σχολή Ευελπίδων όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1916.

Συνέχισε τις στρατιωτικές σπουδές του στην Αθήνα (Ανωτάτη Σχολή Πολέμου) και Παρίσι (Σχολή Αρμάτων). Έλαβε μέρος στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου διακρίθηκε για την τόλμη και την ανδρεία του στο μακεδονικό μέτωπο (μάχες Σκρα και Δοϊράνης), όμως παράλληλα η υγεία του υπέστη σοβαρή επιδείνωση εξαιτίας της επίδρασης των ασφυξιογόνων αερίων. Το1918 προβιβάστηκε σε λοχαγό επ’ ανδραγαθία.

Έλαβε μέρος και στη Μικρασιατική Εκστρατεία όπου το 1921 διακρίθηκε στη μάχη των υψωμάτων του Αλπανός, και τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας. Στο διάστημα μεταξύ 1922 και 1937 υπηρέτησε ως επιτελάρχης της 2ης Μεραρχίας και του 1ου Σώματος Στρατού, φοίτησε και δίδαξε σε στρατιωτικές σχολές και συνέγραψε διατριβές για τη στρατιωτική ιστορία και την τακτική των τεθωρακισμένων. Το 1931 πήρε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1937 και μετά από μεγάλες αναρρωτικές άδειες, αποστρατεύθηκε για λόγους υγείας και τέθηκε σε πολεμική διαθεσιμότητα.

Όταν, τον Αύγουστο του 1940, συντελέστηκε η μερική επιστράτευση, ο Δαβάκης ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία και τοποθετήθηκε διοικητής του 51ου Συντάγματος Πεζικού και στη συνέχεια του Αποσπάσματος Πίνδου (αποτελούμενου από το 51ο ΣΠ υπό άλλον διοικητή και διάφορες μικρομονάδες) το οποίο είχε ως έδρα το Επταχώριο Πίνδου. Η διοίκηση των ελληνικών δυνάμεων ανατέθηκε στον Βασίλειο Βραχνό.

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οπότε εκδηλώθηκε η ιταλική εισβολή, ο Δαβάκης αντιμετώπισε την 3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών ΤΖΟΥΛΙΑ με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών, υπό τις εντολές και τις οδηγίες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Η τακτική του σε ολόκληρη την έκταση της ζώνης ευθύνης του (35 χιλιόμετρα) ήταν αμυντική, και μάλιστα έκανε υποχρεωτικό ελιγμό, αναμένοντας ενισχύσεις.

Την 1η Νοεμβρίου 1940, οπότε έφτασαν οι ενισχύσεις που περίμενε ο Δαβάκης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαναν αντεπίθεση και κύκλωσαν τις ιταλικές, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Κατά την αντεπίθεση αυτή, και συγκεκριμένα την 6η ημέρα από την έναρξη των επιχειρήσεων, στον Προφήτη Ηλία Κάντσικου (μετέπειτα Δροσοπηγής), ο Δαβάκης τραυματίστηκε στο στήθος. . «Στον αξιωματικό που τον πλησίασε για να τον περιποιηθεί πρόσταξε, μαζεύοντας όσες δυνάμεις τού ‘μεναν ακόμα: «Άσε με εμένα, πες με πεθαμένο! Και κοίτα να μη σου πάρουν τις θέσεις! Τράβα!»

Στη συνέχεια τον μετέφεραν αναίσθητο με το φορείο στο Επταχώρι. Ο τραυματισμός του τού προκάλεσε προβλήματα σε συσχετισμό με την παλαιά στηθική του νόσο. Έτσι χρειάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο, όπου τον αντικατέστησε ο τότε ταγματάρχης Ιωάννης Καραβίας.

Η νίκη του αποσπάσματος του Δαβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου. Μάλιστα θεωρήθηκε η πρώτη ήττα του άξονα.

Η επιτυχία του Δαβάκη συνίσταται «στην άμεση διάγνωση ενός τακτικού λάθους που έκανε ο Ιταλός μέραρχος να προχωρήσει γοργά προς τη Σαμαρίνα χωρίς να καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του». Ο Δαβάκης το είδε αμέσως και από τη δεύτερη μέρα του σκληρού αγώνα ήταν σίγουρος ότι χάρη σ’ αυτό το λάθος «θα μάντρωνε τους Ιταλούς».

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης νοσηλείας του Δαβάκη, οι πολεμικές επιχειρήσεις έληξαν και η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή. Τον Δεκέμβριο του 1942, και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στην Αθήνα, ο Δαβάκης συνελήφθη ως όμηρος από τις ιταλικές αρχές κατοχής, μαζί με πολλούς διακεκριμένους αξιωματικούς, γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι αντιστασιακής δράσης. Οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στην Πάτρα στο ατμόπλοιο Τσιτά ντι Τζένοβα (Πόλη της Γένοβα) για να μεταφερθούν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Το πλοίο αυτό τορπιλίστηκε από συμμαχικό υποβρύχιο και βυθίστηκε στα ανοιχτά των νότιων αλβανικών ακτών, με αποτέλεσμα να πνιγούν οι επιβαίνοντες στα νερά της Αδριατικής. (Ιανουάριος 1943).

Το πτώμα του Δαβάκη περισυλλέγη, αναγνωρίστηκε και ετάφη στον Αυλώνα. Μεταπολεμικά τα οστά του διακομίστηκαν και ενταφιάστηκαν στην Αθήνα.

Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης υπήρξε από τους πρωτοπόρους της ιδέας της μηχανοκίνητης του πεζικού και της χρησιμοποίησης αρμάτων ως κύριου όπλου για τη διάσπαση και καταδίωξη του εχθρού, καθώς πρόκρινε την ευελιξία των μηχανοκίνητων μονάδων έναντι της γραμμής οχυρών. Για τον Δαβάκη ήταν απαραίτητη όχι μόνο η μηχανοκίνηση του στρατού, αλλά και η συνεργασία των στοιχείων του, δηλαδή των διαφόρων όπλων και της Αεροπορίας.

Στο συγγραφικό έργο του Δαβάκη περιλαμβάνονται βεβαιωμένα τα εξής έργα: «Τα Άρματα Μάχης» [1928], «Ο Στρατός του Μέλλοντος» [1934] για πολλούς το σημαντικότερο έργο του, «Χημικός και Αεροχημικός Πόλεμος» [1935], «Εγχειρίδιον Τακτικής Πεζικού» [1937], «Εγκόλπιον Ομαδάρχου Πεζικού» [1938], «Εγκόλπιον Αξιωματικού Πεζικού» [1938], «Νυκτεριναί Επιχειρήσεις» [1939], «Εγκόλπιον Διοικητού Τάγματος Πεζικού» [1940]. Επίσης συνέγραψε άρθρα και μελέτες σε διάφορα στρατιωτικά περιοδικά μερικά απ’ τα οποία είναι: «Η ισχύς του πυρός του Πεζικού» στη Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις [Φεβρ.-Μαρτ. 1926], «Η Αμυνα του Εδάφους» ΓΣΕ [Νοεμ. 1926], «Τα εν Ισπανία πολεμικά γεγονότα» ΓΣΕ [Απρ.1937], «Τα μηχανοκίνητα μέσα» ΓΣΕ [Ιουν. 1937], «Μάχη των αρμάτων πεζικού» ΓΣΕ [Αυγ. 1937], «Το πεζικόν του αέρος» ΓΣΕ [Νοεμ. 1937], «Η δράσις της Ιταλικής αεροπορίας κατά τον Ιταλοαιθιοπικόν πόλεμον» ΓΣΕ [Δεκ. 1937], «Το ορεινόν έδαφος» ΓΣΕ [Ιαν. 1938], «Μια γνώμη επί της συνοδείας Διμοιρίας και Λόχου» στην Επιθεώρηση Πεζικού [Μάιος-Ιούνιος 1929], «Παράδειγμα τακτικού θέματος εφαρμογής» ΕΠ [Ιουλ.-Αυγ. 1929], «Τακτικό θέμα: Επίθεση τάγματος πεζικού υποστηριζόμενου από διμοιρία αρμάτων» ΕΠ [Μαρ.-Απρ. 1930], «Σκέψεις για τη σύνταξη προγραμμάτων εκπαιδεύσεως πεζικού» ΕΠ [Ιουλ-Αυγ.-Σεπ.-Οκτ. 1930], «Ενέργεια αποβατικού αγήματος καταστροφής» ΕΠ [Νοεμ.-Δεκ. 1930], «Ενέργεια αποβατικού αγήματος καταστροφής» ΕΠ [Ιαν.-Φεβρ. 1931], «Το Πεζικόν και τα άλλα Όπλα» Στρατιωτική Επιθεώρηση [Φεβρ. 1938], «Ο Ηγήτωρ» ΣΕ [ Μάιος 1938], «Η Αξία των Ηθικών Δυνάμεων» ΣΕ [Οκτ. 1938], «Παρατηρήσεις επί του οπλισμού του πεζικού» ΣΕ [Φεβρ. 1939], «Τα Πρώτα Διδάγματα του Γερμανοπολωνικού Πολέμου» ΣΕ [Αυγ. 1939], «Η νεωτέρα τακτική» Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια [1937], «Η δράσις της Αεροπορίας εν συνδυασμώ με το Πεζικόν» ΜΣΝΕ [1937], «Ο χημικός πόλεμος παρά τοις αρχαίοις» ΜΣΝΕ [1937], «Συμπεράσματα εκ της συγκρίσεως της κατά τον πόλεμον 1914-1918 αποδόσεως των αγγλικών και γαλλικών αρμάτων» ΜΣΝΕ [1937], «Ο βακτηριολογικός πόλεμος» ΜΣΝΕ [1938], «Επίδρασις του εδάφους επί των στρατιωτικών επιχειρήσεων» ΜΣΝΕ [1938], «Τα άλματα του Πεζικού» ΜΣΝΕ [1938], «Το Πεζικόν εν αμύνη επί σταθεροποιηθέντων μετώπων» ΜΣΝΕ [1940], «Πώς διοικείται ο Έλλην στρατιώτης» ΜΣΝΕ [1940], «Ο πεζός και η μάχη» ΜΣΝΕ [1940]. Και τέλος τη 19η Μαρτίου 1935 κατέθεσε το βαρυσήμαντο προφητικό «Υπόμνημα Επί Της Αμύνης Των Συνόρων».

Πηγή: Ι. Α. Βερνάρδου: Δαβάκης – Πίνδος, σσ. 341-344, Αθήνα 1946, εκδ. Δημητράκου

Ο Σ. Μελάς έχει χαρακτηρίσει τον Κωνσταντίνο Δαβάκη ως «μοναδική σύνθεση προσόντων που σπάνια πάνε μαζί: Σπουδαίος ‘τρουπιέ’, όπως λένε οι Γάλλοι, πολέμαρχος, καπετάνιος με καρδιά βουνό, αισιοδοξία τρελή, θάρρος απροσπέλαστο, διοικητής ασύγκριτος, χέρι δυνατό, θέληση αλύγιστη, αλλά και ιδιοφυία στρατηγική, κάτοχος του εδάφους όσο λίγοι διοικητές στρατευμάτων.

Ακούραστος μελετητής και γνώστης βαθύτατος της τέχνης του πολέμου, πρωτεύων στις ξένες πολεμικές Ακαδημίες, δάσκαλος αξιωματικών σπάνιος, συγγραφεύς στρατιωτικός πρωτότυπος και πρωτοπόρος – ολόκληρη βιβλιοθήκη τα έργα του – μοναδικός ιχνηλάτης των ‘τακτικών καταστάσεων’, ξάστερος στην κρίση, ευφάνταστος και γοργότατος στη σύλληψη του σχεδίου κι εκτελεστής άμεσος, μεγάλος μαέστρος του ελιγμού, επίμονος και παράφορος στον αγώνα». (Η δόξα του ’40, σελ. 21). Ο Τζων Φρήμαν πίστευε πως ήταν ο θεωρητικός προφήτης της μηχανοκίνησης του στρατού, ένας «τροβαδούρος» των Τανκς.

Μετά τον θάνατό του η Ακαδημία Αθηνών τού απένειμε το αργυρό μετάλλιο της αυτοθυσίας, ενώ στους δήμους Καλλιθέας και Νικαίας υπάρχουν πλατείες με το όνομά του και μια προτομή του. Οδοί, προτομές και ανδριάντες του ήρωα υπάρχουν και στην Ήπειρο.

Η Μάνη τον έκλαψε σύσσωμη σαν ήρωας που ήταν. Υπάρχουν πολλά μοιρολόγια που διασώθηκαν και περιγράφουν τον ήρωα, τον άνθρωπο και Μανιάτη Δαβάκη. Ένα από τα καλύτερα παραθέτουμε ακριβώς από κάτω.

Μοιρολόι του Δαβάκη

Το παρακάτω μοιρολόι το είπε η θεία του η Ζωγράφαινα αδελφή του πατέρα του.

(από την εφημερίδα Αδούλωτη Μάνη Αρ. φύλλου 14)

Θεόδωρος Μεσίσκλης ( 1783 – 1840 )

Ο Θεόδωρος Μεσίσκλης υπήρξε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 οπλαρχηγός της Μέσα Μάνης. Φέρεται γεννημένος το 1783 και καταγόταν από τη Νόμια του παλαιού Δήμου Μέσσης της Λακωνίας. Κατά την περίοδο της επαναστάσεως κατείχε το βαθμό του χιλίαρχου και μνημονεύεται από τον μετέπειτα υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη Φωτάκο ως ένας από τους οπλαρχηγούς της Μάνης που εισήλθαν στις 23 Μαρτίου 1821 στην Καλαμάτα.

Κατά την περίοδο Καποδίστρια (1828 – 1831) διετέλεσε δημογέροντας, ενώ κατά την μετέπειτα Οθωνική περίοδο κατείχε στρατιωτικά αξιώματα, ήτοι το έτος 1835 υπηρέτησε ως Εθνοφύλακας Μάνης, το έτος 1836 διορίστηκε ως ανθυπολοχαγός του Τρίτου Ελαφρού Τάγματος Μάνης (λόχος Αχίλλειου, με διοικητή του λόχου τον υπολοχαγό Ιωάννη Γρηγορακόγκωνα), ενώ κατά το έτος 1837 ονομάζεται χάριν των πατριωτικών του εκδουλεύσεων λοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας. Το έτος 1839 διορίζεται με τον ίδιο βαθμό στην νεοσυσταθείσα τότε 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, με διοικητή τον Νικόλαο Πιεράκο.

Τιμήθηκε επίσης με το αργυρό αριστείο του Αγώνος. Είχε νυμφευθεί στα 1806 την Μαρία Κονομίτζα και είχε δύο υιούς και τρείς θυγατέρες. Απεβίωσε στις 17 Νοεμβρίου 1840 στη Νόμια Λακωνίας.

Το μανιάτικο ήθος του πολεμιστή αυτού φάνηκε όταν ο Φέδερ αφού πρώτα του έδωσε την προαγωγή του, ως λοχαγός της Λακωνικής φάλαγγας μετά του ζήτησε εκ μέρους του βασιλιά να γκρεμίσει τον πύργο του.

Ο Μεσίσκλης του απάντησε:

<<Μεγάλη πληρωμή ζητά ο βασιλιάς για το αξίωμα που μου δίνει, θα προτιμούσα να έχει ο καθένας τα δικά του>>.

Ο Φέδερ του αντίλεγε ότι ο Ληγορόγγονας το δέχτηκε και ο Μεσίσκλης απάντησε:

ο Γρηγορακάκης είναι Λαμπρή ενώ εγώ είμαι Χριστούγεννα.

Με το παραπάνω ήθελε να πει πως ο Γρηγορακάκης είναι καλός πολεμιστής όμως αναξιόπιστος σαν την κινητή γιορτή της Λαμπρής ενώ ο ίδιος είναι πιστός στις ιδέες του σαν τα Χριστούγεννα που είναι πάνα στις 25 Δεκεμβρίου.

Του Κοσσονάκου και του Κορφιωτάκη

 Νικόλαος Κορφιωτάκης (1792 – 1850).

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν εγγονός του Νικολάου (4.). Στην περίοδο του Αγώνα συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις, στις οποίες και διακρίθηκε. Ο Κ. ξεχώριζε για τη ρητορική του δεινότητα και τη μόρφωσή του. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ταμίας και ελεγκτής στο Υπουργείο Οικονομικών. Εξελέγη αντιπρόσωπος του Μιστρά στην Α’ Εθνοσυνέλευση (1821-22) και αργότερα βουλευτής κατά τις περιόδους 1845 και 1847-50. Ήταν οπαδός του Κωλέττη και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1847-48). Η κυβέρνηση Κριεζή τον όρισε υπουργό Παιδείας στις 4 Αυγούστου 1850 και μία από της πρώτες ενέργειές του ήταν η υπογραφή του Συνοδικού τόμου, με τον οποίο αναγνωριζόταν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις 20 Αυγούστου 1850, την ημέρα που ο Συνοδικός τόμος διαβάστηκε στις εκκλησίες, ο Κ. δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του από έναν Μανιάτη ονόματι Ζυγούρη.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Ο Κορφιωτάκης ήταν πολύ αγαπητός πολιτικός.
  2. Το μοιρολόι το λέει η μητέρα του Γιώργου Κοσσονάκου, κόρη Μαυρομιχάλη στο κλάμα του γιου της ο οποίος πέθανε στην εκστρατεία των Μανιατών στην Κρήτη με το πλοίο Αρκάδι.
  3. Σταυροπήγιο λέει τον δήμο Αβίας, Ζυγός ο δήμος Λεύκτρου, Νίκλος η Μέσα Μάνη. Κολοκυθιά ο δήμος Ανατολικής Μάνης. Ο Κοσσονάκος τιμήθηκε από όλους ως ήρωας πολέμου που ήταν.
  4.  Αναθεματίζει τους δολοφόνους του Κορφιωτάκη γιατί στην πολιτική του δολοφονία ενέπλεξαν τον γιο της που τότε ήταν αξιωματικός.