Του Κοσσονάκου και του Κορφιωτάκη

 Νικόλαος Κορφιωτάκης (1792 – 1850).

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν εγγονός του Νικολάου (4.). Στην περίοδο του Αγώνα συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις, στις οποίες και διακρίθηκε. Ο Κ. ξεχώριζε για τη ρητορική του δεινότητα και τη μόρφωσή του. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ταμίας και ελεγκτής στο Υπουργείο Οικονομικών. Εξελέγη αντιπρόσωπος του Μιστρά στην Α’ Εθνοσυνέλευση (1821-22) και αργότερα βουλευτής κατά τις περιόδους 1845 και 1847-50. Ήταν οπαδός του Κωλέττη και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1847-48). Η κυβέρνηση Κριεζή τον όρισε υπουργό Παιδείας στις 4 Αυγούστου 1850 και μία από της πρώτες ενέργειές του ήταν η υπογραφή του Συνοδικού τόμου, με τον οποίο αναγνωριζόταν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις 20 Αυγούστου 1850, την ημέρα που ο Συνοδικός τόμος διαβάστηκε στις εκκλησίες, ο Κ. δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του από έναν Μανιάτη ονόματι Ζυγούρη.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Ο Κορφιωτάκης ήταν πολύ αγαπητός πολιτικός.
  2. Το μοιρολόι το λέει η μητέρα του Γιώργου Κοσσονάκου, κόρη Μαυρομιχάλη στο κλάμα του γιου της ο οποίος πέθανε στην εκστρατεία των Μανιατών στην Κρήτη με το πλοίο Αρκάδι.
  3. Σταυροπήγιο λέει τον δήμο Αβίας, Ζυγός ο δήμος Λεύκτρου, Νίκλος η Μέσα Μάνη. Κολοκυθιά ο δήμος Ανατολικής Μάνης. Ο Κοσσονάκος τιμήθηκε από όλους ως ήρωας πολέμου που ήταν.
  4.  Αναθεματίζει τους δολοφόνους του Κορφιωτάκη γιατί στην πολιτική του δολοφονία ενέπλεξαν τον γιο της που τότε ήταν αξιωματικός.
Advertisements

Πέτρος Κανακάκης- ο Μανιάτης Αγωνιστής του 1821

Ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς, που ανέδειξε το Κατωπάγκι της Μέσα Μάνης κατά την επανάσταση του 1821, υπήρξε ο Πέτρος Κανακάκης. Γεννήθηκε το έτος 1796 στην Κηπούλα και είχε νυμφευθεί την Αρχοντού Κουτραρίτζα το έτος 1818.

Βασικές πληροφορίες για τη δράση του ως οπλαρχηγού αντλούμε από το πιστοποιητικό περί των εκδουλεύσεών του, με ημερομηνία 8.12.1841, το οποίο υπογράφουν οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και ανώτεροι αξιωματικοί της Φάλαγγας Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, Νικ. Πιεράκος, Παναγιώτης Μπουκουβαλέας και Χ. Καπετανάκης. Επίσης από την με ημερομηνία 30.7.1824 απόφαση του Εκτελεστικού πληροφορούμαστε ότι ο αγωνιστής προβιβάστηκε εκείνη την εποχή (1824) στο βαθμό του Πεντηκόνταρχου.

Ειδικότερα μαθαίνουμε από το πιστοποιητικό του ότι κατά την επανάσταση έφερε το βαθμό του Καπετάνιου (Αξιωματικού) και ότι είχε πάντοτε υπό τις διαταγές του στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 120 στρατιώτες έως 70 το ολιγότερο.

Αξιωματικός της Φάλαγγας 1841

Από την έναρξη του Αγώνα το 1821, μέχρι και το 1826, έλαβε μέρος διαδοχικά στην πολιορκία της Κορώνης, έπειτα μετέβη στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, όπου παρέμεινε έως την άλωσή της, κατόπιν πολέμησε στην Κάρυστο, όπως επίσης στις μάχες του Άργους επί Δράμαλη και στις μάχες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια πολέμησε στην πολιορκία του φρουρίου της Κορώνης και Μεθώνης και επί Ιμβραήμ Πασά στα Μεσσηνιακά Φρούρια, εξαιρέτως δε συμμετείχε και στη μάχη στο Μανιάκι, όπου (όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πιστοποιητικό) μόλις έσωσε τη ζωή του. Τέλος ο αγωνιστής πολέμησε στις μάχες του Αλμυρού και του Πολυαράβου το έτος 1826.

Χάριν των υπηρεσιών του ονομάσθηκε το έτος 1837 Υπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ στη συνέχεια το έτος 1839 τοποθετήθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία στην IV Τετραρχία της Φάλαγγας, με έδρα αρχικά το Λιμένι και κατόπιν την Καλαμάτα, όπου υπηρέτησε έως την προικοδότησή του (αποστρατεία) το 1843.

Ο Πέτρος Κανακάκης τιμήθηκε ως παλαιός οπλαρχηγός με το αργυρό Αριστείο του Αγώνα, επαινέθηκε επίσης μαζί με άλλους Λάκωνες στρατιωτικούς το έτος 1841, δυνάμει της VIII Διαταγής του Στρατού, χάριν της συμβολής του στην νεοσυλλεξία των κληρωτών του 5ου Πεζικού Τάγματος των Ακροβολιστών, ενώ κατά τα έτη 1844 – 1845 διετέλεσε ένορκος από το δήμο Μέσσης της επαρχίας Οιτύλου. Απεβίωσε δε περί τα τέλη του έτους 1845.

Δημήτριος Π. Μαριόλης

27.10.2012  

Δημήτρης Δραγονάκος

Για τους φίλους Ι. Α. Αλεφραγκή
Και Γ . Αλεφραγκή…..

Κατά την επανάσταση του 1821 οι κάτοικοι της ανατολικής Μάνης συγκεντρώθηκαν στο Γύθειο σαν σημείο – ορμητήριο στο οποίο ύψωσαν επαναστατική σημαία με ηγέτες την πατριά των Γρηγοράκηδων. Ανάμεσά τους και οι διάφοροι κλάδοι τους.

Χάρτης της Σαντορίνης

Ο Δημήτρης Δραγονάκος – Γρηγοράκης μαζί με τα αδέλφια του επικεφαλείς μικρού σώματος αγωνιστών βρίσκονταν στο Γύθειο στις 23 Μαρτίου του 1821 και κίνησαν για Μυστρά και Μονεμβασιά όπως οι υπόλοιποι προσηλιακοί Μανιάτες. Ο Φωτάκος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον αναφέρει μέσα στους καπετάνιους που χτύπησαν τον Δράμαλη στην Αργολίδα.. Προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Αγώνα, ακόμα και μετά τον τραυματισμό του στις επιχειρήσεις του Ναυπλίου, από τον οποίο έμεινε ανάπηρος. Λόγω των εκδουλεύσεών του προς τον αγώνα και του τραυματισμού του η κεντρική Διοίκηση της Ελλάδος τον διόρισε έπαρχο των νησιών Σαντορίνης, Αστυπάλαιας και Ανάφης το 1823. Ωστόσο οι διοικητικές του δυνατότητες δεν ακολουθούσαν τις στρατιωτικές του αρετές. Στην Σαντορίνη δημιούργησε ένταση λόγω της μεροληπτικής του στάσης απέναντι σε διάφορες οικογένειες του νησιού. Για τον λόγο αυτό καθαιρέθηκε από το αξίωμα του έπαρχου. Παρασημοφορήθηκε σαν αξιωματικός.

Παρακάτω έγγραφο με αντιπροσώπους της Σαντορίνης προς τον Δ. Δραγονάκο
( οι κάτοικοι του Ημεροβιγλίου εξέλεξαν τον Μπαρμπαρήγο και Αλαφούζο για δημογέροντες του χωριού ). Ιούνιος 1823 .

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.
Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Καπετάν Γέρμας

Μανιάτες Μακεδονομάχοι:

Καπετάν Γέρμας-
Νικόλαος Λυκούργου Τσοτάκος

 

Ο Ανθυπολοχαγός πεζικού Νικόλαος Τσοτάκος γεννήθηκε το 1874 στο χωριό Γέρμα Οιτύλου της Μάνης. Νέος κατατάχθηκε στη Σχολή Έφεδρων Αξιωματικών και στις 1 Οκτωβρίου του 1885 εξέρχεται με το βαθμό του λοχία. Στις 1 Απριλίου του 1899 γίνεται επιλοχίας και στις 29 Αυγούστου του 1902 τελειώνει τη Σχολή Υπαξιωματικών ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων. Τα έτη 1904-1906 διορίζεται στην αστυνομία και το 1907 οργανώνει σώμα εθελοντών, με σκοπό την εκδίκηση για το θάνατο του επίσης Μανιάτη Μακεδονομάχου Αντώνη Βλαχάκη (Καπετάν Λίτσα) και των υπολοίπων μαχητών που έπεσαν στη μάχη της Οσνίτσανης.

Στις 22 Ιουνίου του 1907 αναχωρεί σιδηροδρομικώς  από την Αθήνα με προορισμό τα Τρίκαλα μαζί με τους υπαξιωματικούς του 9ου πεζικού συντάγματος (Καλαμάτας), Αριστείδη Κωστόπουλο, Θεόδωρο Γεωργαλή, Παναγιώτη Οικονομάκο, Βασίλη Τσιμπιδάρο, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Γρηγόρη Ρογκάκο και 19 άνδρες εκ των οποίων οι 12 ήταν Μανιάτες και οι άλλοι 7 οπλίτες που ακολούθησαν τον Θεόδωρο Μαντούβαλο.

Αυτοί οι 7 άνδρες ήταν οι: δεκανέας Αποστολόπουλος Ιωάννης (από την Ολυμπία) και οι στρατιώτες Μπίστουλας Διονύσης (από την Ολυμπία), Σεφερλής Αναστάσιος, Δρίλης, Χαριτόπουλος, Παπαδόπουλος και Τζανέας.

Το σώμα που οργανώθηκε αποτελείτο από 50 άνδρες, κυρίως Μανιάτες. Υπαρχηγός του σώματος ορίστηκε ο επιλοχίας Βασίλης Τσιμπιδάρος (καπετάν Τσιμπίδας) και οπλαρχηγοί οι: Θεόδωρος Μαντούβαλος (καπετάν Ταΰγετος), Παναγιώτης Οικονομάκος, Γρηγόρης Ρογκάκος, Αριστείδης Κωστόπουλος και Θεόδωρος Γεωργαλής.

Εισήλθε στη Μακεδονία στις 27 Ιουνίου 1907 για να αντικαταστήσει τον Γρηγόρη Φαληρέα (καπετάν Ζάκα) στην περιφέρεια Βογαζικού- Καστοριάς.

Συναντήθηκε με τον καπετάν Ζάκα στις 12 Ιουλίου έξω από το χωριό Βογαζικό και στρατοπέδευσε εντός μιας χαράδρας στη θέση Καλογερικό (κοντά στο χωριό Λοσνίτσα). Η θέση τους προδόθηκε όμως και οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν μέχρι την αυγή. Ακολούθησε τρίωρη μάχη στην οποία σκοτώθηκε ο Νικόλαος Τσοτάκος, ο Βασίλης Τσιμπιδάρος και 23 συμπολεμιστές τους ενώ αιχμαλωτίστηκαν 11 βαριά τραυματισμένοι μεταξύ των οποίων ήταν και ο Θεόδωρος Μαντούβαλος που μετέφερε το σώμα του καπετάν Γέρμα.

Προς τιμήν του Μανιάτη μαχητή Νικόλαου Τσοτάκου το χωριό Λόσνιτσα μετονομάσθηκε σε Γέρμα.