Ο ΦΑΣΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΟΥΝΑΙΟΙ – Η Ληστεία στο Νεοελληνικό κράτος

0125ce259b25ce25b725cf258325cf258425ce25ad25cf258225ce25ba25ce25b125ce25b925ce25b225ce25bf25cf258325ce25ba25ce25bf25ce25af

Κλέφτες της Οθωνικής Περιόδου στα βουνά Σχέδιο του E.Ronjat

Οι πρώτες δεκαετίες του νεότερου Ελληνικού κράτους ήταν ιδιαίτερα ταραγμένες σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας είχαν ξεσπάσει κοινωνικές επαναστάσεις κατά του φορολογικού συστήματος, όπως στην Μάνη, την Ακαρνανία και την Μεσσηνία. Μέσα σε αυτό το ρευστό πολιτικό κλίμα πολλοί επέλεξαν την συνέχιση του κλέφτικου βίου και μέσα στο καινούργιο κράτος. Ο Ταΰγετος συνέχισε όπως και στην Τουρκοκρατία για αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση να αποτελεί φωλιά λήσταρχων όπως ονομάστηκαν οι οποίοι δρούσαν κυρίως εναντίων των εύπορων οικογενειών της περιοχής. Γνωστοί λήσταρχοι της περιόδου 1830 – 1850 στον Ταΰγετο ήταν ο Φάσος, ο Κυβέλος, ο Παρηγόρης, ο Μικρούτσης και ο Κορώνης.

Ο Φάσος ήταν πρωτοπαλίκαρο του Παρηγόρη. Η οικογένεια του ήταν ονομαστή οικογένεια της έξω Μάνης, η οποία είχε πολεμήσει επί τουρκοκρατίας με τον πρωτοκλέφτη Ζαχαριά,, ενώ διέθεταν πύργους σε Γαιτσές και Ανδρούβιστα. Κύριος χώρος δράσης του κλέφτη Φάσου ήταν οι Πενταυλοί, Γοράνοι, Κουρτσούνα, Ανίνα. Κάποτε αρρώστησε και για να αναρρώσει πήγε στην στάνη των Λιουναίων (οικογένεια Λιούνη της Άρνας), στην Κάμινα απέναντι σχεδόν από τους Γοράνους. Εκεί οι πέντε Λιουναίοι, πατέρας και τέσσερεις γιοι αφού νάρκωσαν τον Φάσο, είτε για να πάρουν την επικήρυξη, είτε για να πάρουν τις ασημοπιστόλες του, τον σκότωσαν κόβοντας του το κεφάλι με ένα τσεκούρι. Οι σύντροφοι ωστόσο του Φάσου όταν ενημερώθηκαν για το γεγονός μετέβησαν επί τόπου και σκότωσαν και τους πέντε Λιουναίους.

Ο θάνατος του Φάσου προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στην περιοχή, καθώς όπως και επί Τουρκοκρατίας, οι κλέφτες ήταν συνδεδεμένοι με το ανυπότακτο πνεύμα κατά της αδικίας. Η ανομία τους ήταν δικαιολογημένη στα μάτια του λαού καθώς αντιπροσώπευαν την δικαίωση, την ελευθερία και την λαϊκή προστασία. Το τραγούδι του Φάσου είναι χαρακτηριστικό του πνεύματος της εποχής ….

 

Κάτσε πουλάκι την αυγή, και τίναξε τα φτερά σου

Να πέσει η δροσούλα τους, και να ακουστεί λαλιά σου

Ανάρια ανάρια λέγε το του Φάσου το τραγούδι

Να μην το μάθει η Φάσαινα η μικροπαντρεμένη

Και δεν ασπρίσει την Λαμπρή και δεν λαμπροφορέσει

Το Φάσο τον σκοτώσανε κείνα τα σκυλιά οι Λιουναίοι

Βάλανε ήρα στο ψωμί κι αφιόνι μες στο γάλα

dsc00132

 Ταΰγετος τόπος κλεφτών και ληστών

Πηγές

  1. Θ.Σ. Κατσουλάκου – Π..Χ Στούμπου «Η Κουμουστά της Λακεδαίμονος», Πολιτιστικός σύλλογος Ξηροκαμπίου, Σπάρτη 2012
  2. Αφροδίτης Α. Φραγκή «Του Φάσου το Τραγούδι», Η Φάρις 15(1996) 4
Advertisements

Θεσμοί Της Μάνης – Η Καπετανία

Στην έξω Μάνη ( μεσσηνιακή και ως το Γύθειο ) δεν διαμορφώθηκαν οι ίδιοι θεσμοί με την μέσα Μάνη. Οι ιστορικές και γεωγραφικές διαφορές είχαν ως αποτέλεσμα και διοικητικές διαφορές. Στην έξω Μάνη ο πληθυσμός όντως για να ξεπεράσει τις όποιες κοινωνικές δυσκολίες στράφηκε και εκεί προς την οικογένεια.

Στην έξω Μάνη όμως είχαμε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Μεγάλες και γόνιμες εκτάσεις γης για τις οποίες φιλονικούσαν οι διάφορες οικογένειες και έντονη παρουσία κάποιας Εξουσίας έστω κι αν αυτή δεν επιβαλλόταν αλλά έκανε αισθητή την παρουσία της. ( Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι ). Η παρουσία κάστρων σε όλη την έκταση της έξω Μάνης ( Πασσαβάς, Ζαρνάτα, Κελεφά, κ.ά. ) οδήγησε πολλούς Μανιάτες σε συνδιαλλαγές με τους ξένους όσο ήταν εκεί και υιοθέτηση κάποιων χαρακτηριστικών τους.

Η δημιουργία μιας φεουδαρχίας στην έξω Μάνη δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Η δύναμη της οικογένειας επί μεγάλων εκτάσεων γης σε συνδυασμό με τα διοικητικά πρότυπα των Βενετών οδήγησε σε αυτήν την μορφή οργάνωσης του τόπου με πλήρη επισημότητα. Στην Μάνη τα οικογενειακά αυτά φέουδα ονομάστηκαν καπετανίες και οι ηγέτες αυτών ήταν οι καπετάνιοι οι οποίοι προέρχονταν από τις πιο δυνατές οικονομικά οικογένειες.

Πύργος του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη στον Αγερανό

Ο θεσμός της καπετανίας διέφερε τελείως από τους θεσμούς της μέσα Μάνης. Ο καπετάνιος ήταν απόλυτος άρχων του τόπου και η διαταγή του ήταν νόμος απαράβατος σε αντίθεση με την αναρχία και τον συνεχή αγώνα επιβίωσης και επιβολής συμφερόντων που επικρατούσε στα χωριά του Ταινάρου. Τα μέλη της οικογένειας δεν ήταν εξισωμένα. Νόμος ήταν ο λόγος του καπετάνιου που στο απόγειο της δόξης του μπορούσε να γίνει μπέης.

Κάθε καπετανία ακολουθούσε την εντολή του καπετάνιου. Τέτοιες εντολές αφορούσαν πολεμικές προετοιμασίες, καταβολή φόρου, συγκομιδή των ελιών, σπορά των σιτηρών κ.ά. που υποχρεώνονταν οι κάτοικοι να πράξουν. Ωστόσο υπήρχαν και καπετάνιοι ιδιαίτερα αγαπητοί από τους υπηκόους τους, όπως περιγράφει το παρακάτω τραγούδι.

Αφέντη, αφέντη Μούρτζινε
Οι Ξωχωρίτες μου πασι
Να πάρουν τα τουφέκια τους
Να κατεβούσι στο γυαλό ….

Αυτό συνέβαινε διότι πολλοί καπετάνιοι έκαναν αρκετές αγαθοεργίες. Μίσθωναν υπαλλήλους για προσωπική φρουρά, χτίστες, έφτιαχναν εκκλησίες, σχολεία, πλήρωναν γραμματικούς. Ακόμα και συσσίτιο για τους άπορους χωριανούς οργάνωναν μερικοί από αυτούς.
Οι καπετανίες δεν ήταν σταθερές. Αυτό διότι πολλοί καπετάνιοι προσπαθούσαν να επισκιάσουν άλλους ή γιατί με το πέρασμα χρόνου πολλοί νέοι Μανιάτες διεκδικούσαν μερίδιο καπετάνιου. Οι πιο γνωστές καπετανίες ήταν οι εξής ….

  • Του Κουμουνδούρου στις Κιτριές,
  • Του Καπετανάκη στην Τρικότσοβα
  • Του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη
  • Του Δουράκη στην Καστάνια
  • Του Βενετσιανάκη στην μικρή Καστάνια
  • Του Κυβέλου στην Μηλιά
  • Του Γιατράκου στην Άρνα
  • Του Καβαλλιεράκη στην Καρυούπολη
  • Του Γρηγοράκη στο Γύθειο και Αγερανό
  • Του Χρηστέα στην Πλάτσα
  • Του Μαυρομιχάλη στην Τσίμοβα

Ωστόσο υπήρχαν και μικρότερες καπετανίες, τέτοιες ήταν:

  • Του Χατζάκου στην Πηλάλα
  • Του Πατριαρχέα στο Πραστείο
  • Του Κιτρινιάρη στην Σαιδόνα
  • Του Καλκανδή στο Σκουτάρι
  • Του Ζερβάκου ή Ζερβομπεάκου στον Καρβελά
  • Του Πετροπουλάκη στην Ράχη
  • Του Ταβουλάρη στα Κονάκια

Η εξουσία των καπετάνιων ήταν αναγνωρισμένη επίσημα και από την Βενετική και Τουρκική εξουσία. Ακόμα και διάφοροι περιηγητές που έρχονταν στην Μάνη υποχρεούνταν να φιλοξενηθούν στο σπίτι ή φρούριο μάλλον του άρχοντα της περιοχής.

Τα σημαντικότερα προνόμια τους ήταν η συλλογή φόρων, το μονοπώλιο σε εμπορικές συναλλαγές από τα λιμάνια της περιοχής τους, η αποκλειστική ηγεσία σε περίοδο πολέμου. Επίσης συχνές ήταν και οι δικαστικού τύπου αποφάσεις που έπαιρναν και επέβαλλαν. Η εκλογή δε του καπετάνιου δεν ήταν αιρετή αλλά κληρονομική.

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.
Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών