Πειρατικές Ιστορίες – «Η καρδιά του Ιησού»

Είναι γνωστό ότι κατά την διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα στα παράλια της Μάνης, η πειρατεία, λόγω ανέχειας από τον υπερπληθυσμό της περιοχής, είχε γίνει βασική ασχολία των κατοίκων. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες βοηθούσαν στις επιδρομές και στη μεταφορά των λαφύρων. Δεν ήταν μάλιστα σπάνιες οι φορές όπου οι γυναίκες είχαν και μάχιμη συμμετοχή. Ιδιαίτερα έντονα ανέπτυξε πειρατεία η Μέσα Μάνη όπου ήταν και φτωχότερη.  Τα μικρά λιμανάκια της αποτελούσαν φονικά ορμητήρια. Χαρακτηριστικό της κατάστασης αυτής είναι το παρακάτω απόσπασμα …..

«Το 1786, το γαλλικό εμπορικό πλοίο ¨η Καρδιά του Ιησού¨ με κυβερνήτη τον πλοίαρχο P. Madaile, έχοντας ναυαγήσει στον Γερολιμένα κοντά στο Κάβο Γκρόσο, οδηγήθηκε μαζί με το πλήρωμα του στους Μπουλαριούς, ένα χωριό σε απόσταση τριών μιλίων, ιδιοκτησίας του Ηλία Μαντούβαλου. Το καράβι, τα παλαμάρια, η εξάρτυση του πλοίου καθώς και τα τόπια με τα υφάσματα τεμαχίστηκαν, χωρίστηκαν σε ίσα μερίδια και φορτώθηκαν στην πλάτη των γυναικών, που μετέφεραν ως και τα βαρέλια στα λημέρια τους».

Πύργος Μαντούβαλου στους Απάνω Μπουλαρίους

Το παραπάνω περιστατικό το οποίο περιγράφεται από τον Γάλλο Πουκεβίλ σε βιβλίο του, αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο. Πρώτον επιβεβαιώνει την παράδοση ότι το λιμανάκι του Γερολιμένα χρησιμοποιούταν ως πειρατικό ορμητήριο της οικογένειας Μαντούβαλου και άλλων οικογενειών της Μέσα Μάνης. Δεύτερον πιστοποιεί την ύπαρξη του επίθετου Μαντούβαλου ήδη από το 1780. Μάλιστα αναφέρεται ως ιδιοκτησία της  παραπάνω οικογένειας.

Έχουμε δηλαδή ένα μικρό είδος ντόπιου φεουδάρχη ανάλογο με εκείνους της έξω Μάνης χωρίς όμως κάποια αναγνώριση και επισημότητα. Ο λόγος για τον οποίο οι ντόπιοι απογύμνωσαν εντελώς το ναυαγισμένο πλοίο ήταν η ανέχεια. Η απομόνωση της περιοχής, η έλλειψη αναπτυγμένου εμπορίου, οι συχνοί πόλεμοι καθώς και η έλλειψη ρευστού έκανε πολλά είδη όπως τα υφάσματα δυσεύρετα.

Χένελλας (πειρατικό τραγούδι)

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ)

Χη σάλασ’ αντουρεύζεταϊ / Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύεϊ με του βράχους /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσ’ αντουρεύγουμαϊ τσάι `γου /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με του Βλάχους / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι τα βουνά αντουρεύγοντάϊ /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με τα ισόινια / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσα τσάι `γου με τους εχτρούς / Χένελλα, Χένελλας

Σ’ αντουρεύγουμάϊ αϊούϊνα / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι η Τουϊρτσά έμ’ πάτηζε /Χένελλα, Χένελλας

Σ’ ούλη τη Μάνης τα χουϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Τι άλλο καλό ε μάσαμε /Χένελλα, Χένελλας

Πεϊό κάλ’ απ’ τη λευτεϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας.

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟ ΚΑΣΣΗ)

Η θάλασσα αντρειεύεται

κι όλο παλεύει με τους βράχους

έτσ’ αντρειεύομαι κι εγώ

κι όλο παλεύω με τους Βλάχους

και τα βουνά αντρειεύονται

κι όλο παλεύουν με τα χιόνια

ετσά κι εγώ με τους οχτρούς

θα αντρειεύομαι αιώνια

και η Τουρκιά δεν πάτησε

σ’ ούλη της Μάνης τα χωριά

τί άλλο καλό δε μάθαμε

πιο κάλιο από την λευτεριά.

 

Όπως είναι γνωστό η πειρατεία αποτελούσε επάγγελμα τα χρόνια της τουρκοκρατίας και η περιοχή της Μάνης ήταν λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και λόγω του ελεύθερου πνεύματος των κατοίκων της κατάλληλη στο να ευδοκιμήσουν τέτοιες πρακτικές. Το παραπάνω τραγούδι είναι πειρατικό- ναυτικό τραγούδι της Μάνης κα περιγράφει με μεγάλη ένταση και ζωντάνια την περηφάνια που διακατείχε τους ανθρώπους αυτούς για την «Ελευθερία» που είχαν κερδίσει με τα όπλα τους και την αναγωγή της σε απόλυτο μάθημα ζωής.

  • Χένελλας σημαίνει Ελλάς
  • Χούσιουτας σημαίνει τιμή μας
  • Βλάχοι σημαίνει οι ξένοι. Οι εκτός μανιάτικης νοοτροπίας. (οι Βλάχοι ήταν κυρίως κτηνοτροφικός πληθυσμός, νομαδικού τύπου. Τελείως αντίθετος με τον πολεμικό πολιτισμό των Μανιατών).

οι Ολλανδοί περιηγητές Van Egmont και John Heyman αναφέρουν

« […] οι Μανιάτες αρνούνται να πληρώσουν φόρο στο Σουλτάνο. Πολλές φορές έστειλαν ο Τούρκοι δυνάμεις να τους υποτάξουν. Έτσι είναι οι μόνοι Έλληνες που μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες των γειτονικών περιοχών αποκαλούν τη Μάνη «Μεγάλο Αλγέρι». Είναι όλοι πειρατές εξ επαγγέλματος. Ακόμη και οι παπάδες τους ακολουθούν στις επιδρομές κι παίρνουν το ένα δέκατο από τις λείες ως δικαίωμα της εκκλησίας».