Τα Ξεμόνια (Ο Γουλάς Της Βάθειας)

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μανιάτικων οικισμών είναι τα Ξεμόνια. Με τον όρο αυτό αναφέρονται απομονωμένα οικιστικά σύνολα ή και μεμονωμένες κατοικίες από τον κύριο οικιστικό χώρο του οικισμού. Η λέξη ξεμόνι μάλιστα προέρχεται από το ξεμοναχιασμένος. Η ανάγκη για καλύτερη εποπτεία μιας περιοχής ή ο εκτοπισμός μιας οικογένειας από έναν οικισμό ως σημάδι υποταγής οδηγούσε να χτίζονται πύργοι που χρησίμευαν ως παρατηρητήρια ή καταφύγια και εκτός των κύριων οικισμών.

Συνήθως χτίζονταν σε σταυροδρόμια, σε σύνορα χωριών ή σε περάσματα πάντοτε με στρατηγικό χαρακτήρα. Η ίδια η ύπαρξη του ξεμονιού είχε στρατηγικό ρόλο προκειμένου να διαφυλάξει την  περιουσία ή και την ζωή της οικογένειας που το έχτιζε. Ο χαρακτήρας τους ήταν επιθετικός όταν χτίζονταν για επεκτατικούς λόγους ή αμυντικός όταν λειτουργούσε ως φυλάκιο (βάρδια). Με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση των μελών της οικογένειας γύρω από τον πύργο αναπτύσσονταν και άλλες κατοικίες που είχαν βοηθητικό στεγαστικό ρόλο. Έτσι σιγά – σιγά  δημιουργούταν ένα είδος οικογενειακού οικισμού για λόγους ασφάλειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα Ξεμονιού οικισμού είναι ο Γουλάς της Βάθειας στην Mέσα Μάνη.

Κατά πάσα πιθανότητα το όνομα Γουλάς του μικροσυνοικισμού προέρχεται από την τουρκική λέξη Kule – που σημαίνει πύργος ή φρούριο, κατ επέκταση η οχυρή θέση. Στον οικισμό αυτό που βρίσκεται λίγο έξω από τον πυρήνα του χωριού Βάθεια κατέφυγε η οικογένεια Λαγουδάκου ή Λαγούδη (ο παλαιότερος τύπος του ονόματος) λόγω των τοπικών ερίδων μεταξύ των οικογενειών. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε ήδη πριν την επανάσταση του 1821 οχυρός πύργος που δυστυχώς σήμερα έχει καταρρεύσει. Το κτίριο αυτό ήταν και το αρχικό του οικισμού δικαιολογώντας ίσως και το όνομα του.

Ο Γουλάς της Βάθειας

Με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκαν και άλλα σπίτια που προστατεύονταν από τον πύργο. Στους δύο τελευταίους αιώνες ο Γουλάς είχε από 20 έως 50 κατοίκους όλοι μέλη της οικογένειας Λαγούδη. Η συνολική έκταση του οικισμού είναι περίπου 50 στρέμματα, όπου και η κύρια ακίνητη περιουσία της οικογένειας. Σε απόσταση 1km από τον οικισμό υπάρχουν τα αραξοβόλια με την ονομασία Κάποι όπου λέγεται ότι χρησίμευαν ως πειρατικά ορμητήρια.

Πέριξ του Ξεμονιού Γουλάς υπάρχουν τα λεγόμενα σύμποδα  που είναι μαντρογυρισμένα χτήματα με λιγοστά ελαιόδεντρα και τα φραγκοπερίβολα. Σπουδαίοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι για μια τέτοια άγονη περιοχή. Προς τα δυτικά συνέχιζαν τα άλλα σύγυρα που περιελάμβαναν μερικά «λιοπερίβολα», «μερώματα», μελίσσια με  χτιστές κυψέλες (θυρίδες), όλα απομεινάρια μιας εποχής ακμής του οικισμού.  Εκεί βρίσκεται και το κοιμητήριο με την βυζαντινή εκκλησία του Αϊ Γιάννη, με τα μνήματα και τα σηκωτά κιβούρια (τάφοι κενοί- ληγμένοι πια) των Λαγουδιάνων κι ορισμένων συμμαχικών οικογενειών. Το αγρίωμα (άγριο τμήμα γης), πάνω από τον Γουλά αποτελούσε προνομιακό κυνηγότοπο και βοσκότοπο.

Πηγές:

  • Γιάννη Σαΐτα «Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική» εκδόσεις Μέλισσα
  • Ελευθέριου Αλεξάκη «Τα γένη και οι οικογένειες στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης» Αθήνα 1980
Advertisements

Οι Βυζαντινές Εκκλησίες Της Μάνης

Από τις σπουδαιότερες εκκλησίες στη Μέσα Μάνη είναι ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου (Τρουλωτή) της Κίττας (αρχές 12ου αι.).

Η Μάνη, περιοχή απόμερη, βραχώδης και δυσπρόσιτη άργησε να επισύρει το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων. Το μεγαλύτερο τμήμα της ανήκει στο νομό Λακωνίας, αλλά από τους ντόπιους ο χώρος της διακρίνεται σε Μέσα Μάνη ή αποσκιαδερή, Κάτω Μάνη ή προσηλιακή και Έξω Μάνη που υπάγεται σήμερα στο Νομό Μεσσηνίας.

Καθώς δεν κατοικήθηκε ποτέ από Τούρκους, η Μάνη διέσωσε τα βυζαντινά, χριστιανικά της μνημεία. Και είναι πολλά, περισσότερα από όσα συναντούμε σε άλλα τμήματα της Ελλάδος. Από τις τρεις υποδιαιρέσεις, πιο πολλά βρίσκουμε στη Μέσα Μάνη.

Παλιότερα πίστευαν πως η Μάνη άργησε να ασπασθεί τον χριστιανισμό. Δέχονταν ότι τούτο γίνηκε μόλις τον 9° αι., όταν βασίλευε στο Βυζάντιο ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδόνας. Όμως οι πρόσφατες ανασκαφές έδειξαν πως η γνώμη ήταν λαθεμένη.

Η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως παλαιοχριστιανικές βασιλικές του πέμπτου και έκτου αιώνα στην αρχαία Καινήπολη, σημερινή Κυπάρισσο κι ακόμη στα χωριά Άλυκα και Παλιόχωρα, στο ακρωτήρι Τηγάνι και στο Γύθειο, την πρωτεύουσα της Μάνης.

Στη Μέση Μάνη επισημάνθηκε ναός, ο Άγιος Προκόπιος, που τα υπολείμματα των παλαιότερων τοιχογραφιών του ανάγονται στην περίοδο της εικονομαχίας. Πολλές μικρές εκκλησίες του τόπου, χτισμένες με τεφρούς ογκόλιθους, αρκετές φορές δίχως πηλό στους αρμούς, δεν ξεχωρίζουν από τους ριζιμιούς βράχους. Οι πολλές είναι μονοκάμαρες.

Υπάρχουν όμως και μεγαλύτερες, συνθετότερων αρχιτεκτονικών τύπων, σταυροειδείς, τρουλαίες, με δύο ή τέσσερις κολώνες, κτίσματα ίσως αρχόντων, γαιοκτημόνων του τόπου.

Έχουν μαρμάρινους, ανάγλυπτους διακοσμητικούς ελκυστήρες, μοναδικούς στην Ελλάδα και τέμπλα μαρμάρινα, ανάγλυπτα, διαλυμένα σήμερα, βορά των αρχαιοκάπηλων, καθώς οι ναοί βρίσκονται αφύλακτοι σε έρημα τώρα χωριά. Επιτέλους είναι καιρός τα γλυπτά αυτά να συγκεντρωθούν σε Μουσείο, που θα ιδρυθεί στον τόπο. Ένας πρόεδρος της Κοινότητας Αρεοπόλεως είχεν άλλοτε προσφέρει στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ένα κοινοτικό πύργο με ευρύχωρη αυλή υπό τον όρο η υπηρεσία να τον επισκευάσει και να γίνει Μουσείο.

Διχογνωμίες στο τότε Αρχαιολογικό Συμβούλιο επέτρεψαν στον Μανιάτη -εκείνη την εποχή- Γενικό Γραμματέα Τουρισμού να τον αναστηλώσει, μεταβάλλοντας τον σε ξενώνα. Έτσι η Μάνη μένει ακόμη χωρίς Μουσείο. Από τις σπουδαιότερες εκκλησίες του τόπου είναι στη Μέσα Μάνη ο Σωτήρας της Γαρδενίτσας, ο Αϊ-Στράτηγος Μπουλαριών, ο Άγιος Σέργιος και Βάκχος (Τρουλωτή) της Κίττας, οι Ασώματοι στο βουνό Χελιδόνι, οι Ταξιάρχες του Γκλέζου και της Χαρούδας, η Αγ. Βαρβάρα του χωριού Έρημος, η Επισκοπή κοντά στον συνοικισμό Αϊ-Γιώργης, ο Άγιος Δημήτριος Λίμπερδου στην Κάτω Μάνη και στην Έξω Μάνη ο κουκλίστικος ναός της Μεταμορφώσεως στη Νομιτζή με τα περίεργης γλυπτής διακόσμησης επιθήματα των κιόνων του, οι ναοί του Αγίου Νικολάου Καμπινάρη στην Πλάτσα, του Αγίου Πέτρου και του Αϊ-Γιάννη στη Μεγάλη Καστανιά.

Ας σημειωθεί πως τα μαρμάρινα τέμπλα μερικών από τους ναούς αυτούς είναι μοναδικά στον ελλαδικό χώρο κατά τον τύπο τους. Πολλές βυζαντινές εκκλησίες της Μάνης διασώζουν τις τοιχογραφίες των. Από τον δέκατο αιώνα ο Άγιος Πέτρος της Παλιόχωρας, ο Άγιος Παντελεήμων των Μπουλαριών, ο Άγιος Φίλιππος των Κορογωνιάνικων (της προσηλιακής Μάνης), από το τέλος του 12ου αι. ο Αϊ-Στρατηγός (Μιχαήλ Αρχιστράτηγος) Μπουλαριών, γύρω στα 1200 ο ναός της Επισκοπής με τις ωραίες, μάλλον Κωνσταντινουπολίτικες τοιχογραφίες (εικ. 2, 3), εκ των οποίων πολλές και εν μέρει ασυνήθιστες είναι εμπνευσμένες απο το συναξάρι του Αγίου Γεωργίου, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο ναός.

Ο αριθμός των τοιχογραφιών αυξάνει κατά τον 13ο αι. Φαίνεται πως εκείνα τα χρόνια πλήθυναν οι κάτοικοι της περιοχής. Ίσως στον δυσπρόσιτο τόπο κατέφυγαν κάτοικοι της άλλης Πελοποννήσου, αποφεύγοντας την Φραγκική κατάκτηση.

Ναός των Αγίων Θεοδώρων Καφιόνας. Οι Εβραίοι της Βαϊοφόρου και ο Χριστός της Καθόδου στον Άδη (Αναστάσεως), 1263-64

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

Οι τοιχογραφίες του Αγίου Πέτρου Γαρδενίτσας των αρχών του 13ου αι. διακρίνονται για τη λαϊκή σοφία τους, ενώ οι Απόστολοι της Ανάληψης του ερημικού ναού της Αγήτριας (Οδηγήτριας), κοντά στο μικρό χωριό της Αγίας Κυριακής, θυμίζουν τους μεγάλης βυζαντινής τέχνης Αποστόλους στον τρούλο του ναού των Αγίων Αποστόλων στο Pec της Σερβίας.

Καλής τέχνης τοιχογραφίες είναι και όσες διακοσμούν τον Αγιο Γεώργιο της Καρύνιας (1281), ενώ δεν υστερούν πολύ οι σωζόμενες στο αυτοτελές εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων Κηπούλας (1265), έργο του ιστοριογράφου Νικολάου και του αυταδέλφου και μαθητή του Θεοδώρου «από χώρας Ρετζήτζας».

Ο ναός έγινε από τις δωρεές πολλών ιερέων και πτωχών χωρικών, που συνεισέφεραν ο καθένας ακόμη και «ήμισυ νόμισμα». Δωρητές άλλου ναού, του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στο χωριό Πολεμίτας (1278) προσέφεραν για το ναό κι ένα δένδρο, «ελαίαν μίαν». Αυτές οι πενιχρές προσφορές λένε πολλά για την οικονομική κατάσταση των κατοίκων της περιοχής.

Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι οι τοιχογραφίες του ναού των Αγίων Θεοδώρων Καφιόνας, για τις οποίες φρόντισεν ο επίσκοπος Βελιγοστής Γεώργιος. Κατά το 1263 στάλθηκεν από την Κωνσταντινούπολη στο Μωρηά ο αδελφός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου σεβαστοκράτωρ Κωνσταντίνος, για να διώξει τους Φράγκους από την Πελοπόννησο. Ο Κωνσταντίνος μνημονεύεται στην επιγραφή του ναού ως «ηγεμονεύων της Πολυποννήσου».

Ο αυτοκρατορικός πρίγκιπας προσπάθησε στη Μάνη να εξαγείρει τους κατοίκους εναντίον των Φράγκων. Φαίνεται πως μεταξύ των στρατιωτών που ήρθαν από την πρωτεύουσα υπήρχαν και ζωγράφοι, που θα διακόσμησαν εκ νέου το ναό των Αγίων Θεοδώρων κατά το καινούργιο ύφος της Βυζαντινής ζωγραφικής, που οι σύγχρονοι μας αποκαλούν βαρύ στυλ. Ρεαλίζουσες τοιχογραφίες ξεχωρίζουν και στο ναό του Αγίου Νικολάου Πλάτσας, που ανακαίνισε το 1338 ο «πανσέβαστος τζαούσιος του δρόγγου των Μελιγγών Κωνσταντίνος ο Σπανής».

Οι Μελιγγοί του Ταϋγέτου ήσαν Σλαύοι κι έχω τη γνώμη πως για τον εκχριστιανισμό τους εργάστηκεν ο πολιούχος της Σπάρτης όσιος Νίκων ο Μετανοείτε. Εξαιρετικής τέχνης -θυμίζουν την Περίβλεπτο του Μυστρά, στο τρίτο τέταρτο του 14ου αι.- είναι οι τοιχογραφίες του Αγίου Γεωργίου στο χωριό της Μέσα Μάνης Νικάντρι.

ΦΟΡΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Την παρουσία φορητών εικόνων βυζαντινής εποχής δεν διαπίστωσα στη Μάνη κατά τις πολύχρονες έρευνες μου στον τόπο. Αντίθετα, υπάρχουν εικόνες μεταβυζαντινών χρόνων και μάλιστα ακόμη και της πρώτης τριακονταετίας του 19ου αι., όπως είναι τα καλής τέχνης έργα του λίγο μυστηριώδους Ι.Π.Μ., που όπως φαίνεται ανήκε στη μεγάλη οικογένεια των Μαυρομιχαλέων.

Κατά τους χρόνους μετά την άλωση εξακολουθούσαν στη Μάνη να χτίζουν πολλούς ναούς και να τους διακοσμούν με τοιχογραφίες λαϊκού συνήθως ύφους και μάλιστα αρκετές με υπογραφή των ζωγράφων. Ο λόγος γι’ αυτές θα έπαιρνε πολύ μάκρος. Περιορίζομαι να μνημονεύσω απλά τους ναούς του Αγίου Σπυρίδωνα στην Καρδαμύλη, της Κοιμήσεως στην Πλάτσα, των Αγίων Θεοδώρων στον Κάμπο Αβιας, τα μοναστήρια Ντεκούλου (1765) στο Οίτυλο, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Καστανιά, του Προφήτη Ηλία των Καλλιανέικων, της Φανερωμένης μεταξύ Σαϊδόνας και Μεγάλης Καστανιάς, της Μονής Καβελλάρη. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι πολλές εκκλησίες της Έξω Μάνης διασώζουν αξιόλογα ξυλόγλυπτα τέμπλα.

Πηγή

Πυργόσπιτο Δημητρακαράκου

Το κτίριο βρίσκεται στον Καρβελά σε απόσταση 8 χλμ. από τον οδικό άξονα Γυθείου Αρεόπολης. Στο ΒΔ άκρο του χωριού υπάρχει απότομο ύψωμα, στην κορυφή του οποίου είναι κτισμένο το πυργόσπιτο των Δημητρακαριάνων. Η θέση αυτή επιλέχθηκε ως η πλέον κατάλληλη του οικισμού, διότι εκτός από τη φυσική οχύρωση που προσφέρει, δεσπόζει και ελέγχει ολόκληρη τη γύρω περιοχή σε μεγάλη απόσταση και προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η θέση αυτή άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον σαφώς οχυρωματικό χαρακτήρα που παρουσιάζει το κτίσμα. Για την οικογένεια μεγάλη σημασία είχε τόσο ο οπτικός έλεγχος του τοπίου και την έγκαιρη αντίληψη κάποιας επικείμενης εισβολής, όσο και ο έλεγχος αυτού του ίδιου του οικισμού. Παρ όλο μάλιστα που οι διαστάσεις του είναι μικρές, θα μπορούσε κανείς άνετα να το παρομοιάσει ως προς τη θέση και τη χωροταξική σχέση του με τον οικισμό, με την κλασσική φεουδαλική οχυρή κατοικία του δυτικού μεσαίωνα αλλά και της ανατολής.

Η γενική μορφολογία του κτιρίου απέχει πολύ από αυτήν των χαρακτηριστικών πύργων των χωριών της Μέσα Μάνης, όπου ο κεντρικός ψηλός πύργος δεσπόζει στα παρακείμενα προσκτίσματα. Ως κοινό στοιχείο πάντως μπορούμε να θεωρήσουμε το γεγονός ότι ο παλαιότερος ισχυρός οχυρωματικός πυρήνας, παρέχει προστασία και στα προσκτίσματα που κατασκευάστηκαν αργότερα, χωρίς ιδιαίτερο αμυντικό χαρακτήρα.

Το πυργόσπιτο θα μπορούσε να τοποθετηθεί γύρω στο 1750. Εάν κρίνουμε μόνο από τα μορφολογικά του στοιχεία, η χρονολογική του τοποθέτηση θα μπορούσε να είναι ευρύτερη. Η εκτίμηση όμως γίνεται και σε συνδυασμό με την ύπαρξη του μεγάλου αριθμού των εκκλησιών του οικισμού που ανάγονται στην περίοδο αυτή και στην αμέσως επόμενη. Ένας τόσο μεγάλος αριθμός εκκλησιών μαρτυρεί σαφώς την άνθιση του οικισμού, μέσα στις συνθήκες της τουρκοκρατούμενης νότιας Πελοποννήσου. Επιπλέον, η μελέτη των παραστάσεων του τοιχογραφημένου κογχαρίου που βρίσκεται στην κυρίως αίθουσα θα μπορέσει στο μέλλον να προσφέρει ένα αλάνθαστο στοιχείο χρονολόγησης.

Το κτίσμα έχει κηρυχθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την υπουργική απόφαση ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/41973/808 που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως 747/4-10-94 αρ. 52. Η εν λόγω κήρυξη προβλέπει και περιμετρική ζώνη προστασίας 10 μέτρων.

Το κυρίως συγκρότημα αποτελείται από ορθογώνιο επίμηκες κτίσμα που σύμφωνα με τα μορφολογικά και τα δομικά του στοιχεία, ανήκει στην παλαιότερη οικοδομική φάση και παρουσιάζει έντονα αμυντικό χαρακτήρα. Στην ΒΔ και ΝΔ γωνία διαμορφώνονται δύο κυκλοτερείς πυργίσκοι, που διανοίγουν πολεμίστρες προς τα κάτω και προς τα πλάγια. Καθ’ όλο το μήκος της Β και Ν πλευράς διανοίγονται επιμήκεις κατακόρυφες πολεμίστρες που καταλήγουν στο εσωτερικό σε αντίστοιχες μικρές κόγχες. Με τον τρόπο αυτό παρεχόταν στον αμυνόμενο ο πλήρης έλεγχος της περιμετρικής του κτιρίου ζώνης παράλληλα με τη δυνατότητα μέγιστης προστασίας του.

Ο κυρίως χώρος κατοικίας του ορόφου φωτίζεται μόνο από τρία μικρά παράθυρα που υπάρχουν. Η πρόσβαση στο κτίριο γινόταν μόνο από το μεγάλο τοξωτό άνοιγμα της Ν όψης του ισογείου που προστατεύεται από χαρακτηριστική καταχύστρα. Το ισόγειο διαθέτει μόνο ένα πολύ μικρό παράθυρο που ίσως να ανοίχθηκε και μεταγενέστερα. Αποτελείται από δύο μεγάλα κελάρια που καλύπτονται από χαμηλό ημικυλινδρικό θόλο. Ο θόλος του προς Δ κελαριού βρίσκεται σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο, δημιουργώντας έτσι προφανώς κάποιο χώρο μεταξύ αυτού και του πατώματος του ορόφου που δεν έχει όμως ακόμα ερευνηθεί. Σε δύο σημεία του ενός κελαριού διανοίγονται δύο καταρράκτες που διασφάλιζαν την ελεγχόμενη επικοινωνία μεταξύ ισογείου και ορόφου. Δεν υπάρχουν όμως σήμερα τα αντίστοιχα ανοίγματα στο νεωτερικό πάτωμα του ορόφου στο οποίο η πρόσβαση γίνεται από αλλού.

Κατά μήκος του Β και Ν τοίχου διανοίγονται κόγχες, στο βάθος του οποίου διαμορφώνονται στενές κατακόρυφες πολεμίστρες που είχαν σκοπό τον έλεγχο και την άμυνα από τις πλευρές αυτές. Στο εσωτερικό του Ν τοίχου και δίπλα από το αντίστοιχο παράθυρο υπάρχει σε αρκετά ψηλό επίπεδο, μικρή κόγχη που χρησίμευε σαν εικονοστάσιο και διατηρεί αξιόλογες αλλά αρκετά φθαρμένες σήμερα τοιχογραφίες. Προς τα Α, ο πύργος επεκτείνεται με πρόσθετο κτίριο. Η τοιχοποιία του αν και έχει το ίδιο πάχος, είναι σαφώς με λιγότερη τέχνη κτισμένη, πράγμα που μαρτυρεί ότι τα δύο κτίσματα δεν κατασκευάστηκαν συγχρόνως.

Η πρόσβαση στο κτίριο γίνεται σήμερα από σκάλα που οδηγεί μέσω τοξωτού ανοίγματος στον λιακό όπου διανοίγονται οι θύρες των δύο κυρίως χώρων του ορόφου. Αν κρίνουμε από τα μορφολογικά στοιχεία και από την διαφορετική μορφή και ποιότητα των λιθοδομών, την αρχική μορφή του συγκροτήματος αποτελούσε μόνο ο κεντρικός ορθογώνιος πύργος με τον καθαρά αμυντικό του χαρακτήρα που προσαρμοζόταν τέλεια στις συνθήκες ασφάλειας της εποχής κατασκευής του.

Η πρόσβαση γινόταν τότε από το μεγάλο τοξωτό άνοιγμα του κεντρικού κελαριού και κατόπιν από τον ένα καταρράκτη του οποίου ο αποκλεισμός εξασφάλιζε αποτελεσματικά τον κυρίως κατοικήσιμο χώρο του ορόφου. Αργότερα, με στόχο προφανώς τη μεγαλύτερη άνεση των κατοίκων, επεκτάθηκε ο αρχικός χώρος του λιακού με τα αντίστοιχα πρόσθετα βοηθητικά κελάρια. Τα επί μέρους στοιχεία μάλιστα του χώρου αυτού, όπως τα ερμάρια και ο νεροχύτης, πιστοποιούν τη χρήση του ως μαγειρείου.

Κατά τη 2η φάση παρατηρούμε ένα «άνοιγμα» του σπιτιού προς τον περιβάλλοντα χώρο, αύξηση των ανέσεων, χωρίς καθόλου φροντίδα, αντίθετο για την αμυντική προστασία του. Οι τυφεκιοθυρίδες άλλωστε φράσσονται ως ενοχλητικά και ταυτόχρονα άχρηστα στοιχεία, ενώ οι δύο πυργίσκοι, οι τόσο πολύτιμοι άλλοτε, μετατρέπονται σε ντουλάπια. Το ίδιο πνεύμα ακολουθεί και η διάνοιξη μεγάλου ορθογωνίου ανοίγματος εισόδου στο χώρο του ισόγειου της Δ όψης.

Τέλος, και ίσως μεταγενέστερα από τα προηγούμενα, αντικαθίσταται και ολόκληρη η στέγη του συγκροτήματος από ζευκτά μάλλον πρόχειρης κατασκευής και πέτσωμα από καλάμια. Αν κρίνουμε από τον διαφορετικό τρόπο δόμησης της τοιχοποιίας, η στέγη του αρχικού πύργου θα ήταν τετράρριχτη. Αυτό αρμόζει άλλωστε και στον αρχικό αμυντικό χαρακτήρα του κτίσματος, εφόσον δεν εκτίθετο κατ αυτό τον τρόπο η ευπαθής κορυφή της λιθοδομής στις ενδεχόμενες βολές.

Να σημειωθεί μιας και δεν αναφερόμαστε σε οικογένεια της Μέσα Μάνης ώστε να την τοποθετήσουμε στην τάξη των σοϊλήδων, ότι η οικογένεια Δημητρακαράκου ήταν εύπορη οικογένεια και με μεγάλη επιρροή στην περιοχή μιας και η γυναίκα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ήταν από αυτήν την οικογένεια.

 Πηγές

  1. http://www.mani.org.gr/kzaxarias/arthra1999/21_karvela.htm
  2. Γιάννη Σαΐτα Μάνη, «Ελληνική παραδοσιακή Αρχιτεκτονική», εκδόσεις Μέλισσα
  3. http://www.iconstravel.com/to-taxidi

Πύργος Σταρόγιαννη (Μαυροβούνι)

Στους πρόποδες του λόφου του Μαυροβουνίου της ανατολικής Μάνης βρίσκεται ο πύργος της οικογένειας Σταρόγιαννη. Το επιβλητικό πυργόσπιτο ανήκει σε εκείνα της μετεπαναστατικής περιόδου και η ανέγερσή του συνδέεται στενά με την στρατιωτική και κοινωνική εξέλιξη του οπλαρχηγού Παναγιώτη Σταρόγιαννη.

Πύργος Σταρόγιαννη (φωτό  Γιάννης Βουρλίτης )          

Πριν την επανάσταση του 1821 μόνο τα μέλη της οικογένειας Γρηγοράκη είχαν ισχυρούς πύργους στην περιοχή καθώς οι υπόλοιποι ήταν φτωχοί μεσομανιάτες που είχαν μεταναστεύσει εκεί ενώ οι συχνές επιδρομές των Τούρκων δεν επέτρεπαν  εύκολα μεμονωμένες οχυρές κατασκευές. Ο πληθυσμός αμυνόταν στα οχυρά των Γρηγοράκηδων. Μετά την επανάσταση δόθηκε ευκαιρία και σε άλλους τοπικά ισχυρούς να κατασκευάσουν οχυρές κατοικίες όπως αυτή της οικογένειας Σταρόγιαννη.

Πύργος Σταρόγιαννη όπως είναι σήμερα (φωτό panoramio G. Giann)

Η κατασκευή έγινε το 1866 περίπου πάνω σε παλαιότερο οίκημα της οικογένειας (μικρότερης κλίμακας). Χτίστηκε την περίοδο που ο οπλαρχηγός της επανάστασης με πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό του Παναγιώτης Σταρόγιαννης είχε φτάσει στον βαθμό του ταγματάρχη (υψηλός βαθμός για την εποχή). Από την άλλη η οικογένεια φιλικά προσκείμενη με τους Γρηγοράκηδες είχε την δύναμη και την υποστήριξη να αναγείρει τον πύργο της.

Το όλο συγκρότημα αποτελείται από έναν τριώροφο και επιβλητικό πύργο και ένα σπίτι με όροφο που εφάπτεται του πύργου σε σχήμα Γ (βλέπε κάτοψη). Έλεγχε το πέρασμα από το Μαυροβούνι προς το Γύθειο. Η είσοδος στο σπίτι γίνεται μόνο αν περάσεις κάτω από τον πύργο. Το ισόγειο τόσο του πύργου όσο και του σπιτιού δεν διαθέτει παράθυρα για λόγους ασφαλείας.

Κάτοψη σε σχήμα Γ

Όψη πύργου Σταρόγιαννη

 

Ο πύργος διαθέτει πολυάριθμες ντουφεκότρυπες κυρίως στον δεύτερο και τρίο όροφο (βλέπε σχέδιο πύργου) για την άμυνά του. Στο στηθαίο του διαθέτει δύο κυλινδρικά κλουβιά – πολεμίστρες σε αντίθετες γωνίες ώστε να μπορεί να ελέγχει κάθε κλουβί από δύο διαφορετικές πλευρές του πύργου με (2) φρουρούς τους λεγόμενους βαρδιάτορες.

Πηγές

  1. Γιάννη Βουρλίτη ΕΙΚΟΝΟΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΔΟΥΛΩΤΗ ΜΑΝΗ
  2. Γιάννη Σαΐτα Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική εκδόσεις Μέλισσα
  3. Περιοδικό Αδούλωτη Μάνη τεύχος 3 – 4 (2012), Δ. Μαριόλη «οπλαρχηγός Παναγιώτης Σταρόγιαννης»

Πύργος Μεσίσκλη

Ένας από τους πιο ιδιαίτερους και ιστορικούς πύργους της Μάνης βρίσκεται στην Νόμια της Μέσα Μάνης και ανήκει στην οικογένεια Μεσίσκλη. Ο πύργος αυτός διεκδικεί μαζί με μερικούς άλλους της γύρω περιοχής τον τίτλο του παλαιότερου πύργου της Μάνης με την μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα.

Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία κτίσης του για δύο λόγους. Πρώτον διότι λόγω παλαιότητας δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για την κατασκευή του και δεύτερον διότι ο πύργος αυτός όπως και πολλοί άλλοι στην Μάνη χτίστηκαν πάνω σε παλαιότερες θέσεις όπου προϋπήρχαν οικιστικές κατασκευές. Η πιθανότερη περίοδος κατασκευής του ανάγεται στα τέλη του 17ου με αρχές 18ου αιώνα. Θεωρείται δηλαδή προεπαναστατική κατασκευή στο σύνολό του.

Ο πύργος της οικογένειας Μεσίσκλη βρίσκεται στο κέντρο της Νόμιας. Έχει ύψος 9 μέτρα περίπου στέκοντας επιβλητικά μέσα στον οικισμό. Περιβάλλεται από άλλες οικίες της οικογένειας Μεσίσκλη για λόγους ασφαλείας. Σε περίπτωση πολέμου οι ένοικοι των οικιών προσέτρεχαν στον οικογενειακό πύργο. Επιπροσθέτως τα σπίτια που ενώνονταν με τον πύργο του προσέφεραν μεγαλύτερη ασφάλεια διότι τον κάλυπταν, τον έκαναν πιο δυσπρόσβλητο.

Ο πολεμόπυργος και γύρω τα σπίτια της οικογένειας Μεσίσκλη

Η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν μέσω στενών, σκαλοπατιών και οικιών για ακόμα πιο δύσκολη προσέγγιση στον κύριο όγκο του πύργου. Τα παράθυρα είναι σχεδόν ανύπαρκτα και τα μόνα ανοίγματα είναι μικρές σχισμές στους τοίχους για να περνάει το τουφέκι. Οι λεγόμενες ντουφεκότρυπες βρίσκονται παντού στον πύργο ιδίως στον τελευταίο όροφο.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πύργου αποτελεί η γωνιακή πολεμίστρα του προς την πλευρά του δρόμου για λόγους στρατηγικής σημασίας. Η γωνιακή πολεμίστρα έδινε την δυνατότητα στον αμυνόμενο να ελέγχει τις δύο εξωτερικές πλευρές του πύργου.

Η είσοδος είναι στενή ώστε να είναι απολύτως ελεγχόμενη. Το φρουριακό συγκρότημα στο σύνολο του έχει αυτονομία καθώς έχει πλήθος αποθηκευτικών χώρων για τρόφιμα και στέρνα στην βάση του για την κάλυψη αναγκών σε νερό.

Γραφική αναπαράσταση πύργου Μεσίσκλη, Σαΐτας, «Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο πύργος της οικογένειας Μεσίσκλη εκφράζει σε απόλυτο βαθμό την επιρροή της στον χώρο της Νόμιας τα προεπαναστατικά χρόνια, ιδίως πριν την ανάδειξη των Νικλιάνων σαν τοπαρχών στην Μέσα Μάνη κυρίως κατά την β΄ Τουρκοκρατία. Όπως και σε κάθε άλλο μανιάτικο οικισμό και συγκρότημα η ισχύς της οικογένειας αποτυπωνόταν στις οχυρωματικές της κατασκευές.

Τον Φεβρουάριο του 1837, στάλθηκε στη Mάνη από την κυβέρνηση με στρατό και χρήματα ο λοχαγός M. Φέδερ, για να εφαρμόσει τους νόμους περί γκρεμίσματος των πύργων. Όταν ο έπαρχος γνωστοποίησε στα χωριά τις αποφάσεις, οι κάτοικοι όχι μόνο αρνήθηκαν να συμπράξουν, αλλά εκδήλωσαν και εξεγερτικές διαθέσεις. Ο Μεσίσκλης του είπε

Μεγάλη πληρωμή ζητά ο βασιλιάς για το αξίωμα που μου δίνει, θα προτιμούσα να έχει ο καθένας τα δικά του

Για τους Μανιάτες θεωρείτο μεγάλη ντροπή να γκρεμίσουν τους πύργους τους και ιδιαίτερα όταν είχαν μακραίωνη ιστορία. Η κατοχή του πύργου αυτού έγινε μήλον της έριδος και μεταξύ κλάδων της οικογένειας σε νεότερους χρόνους σε σημείο αντεκδικήσεων. Αυτό συνέβη διότι ο πύργος ήταν μαζικός, όπως λέγεται, συλλογικός δηλαδή και με το πέρασμα του χρόνου και την διάσπαση των κλάδων η οικογένεια ήρθε σε προστριβές.

Άγιος Ιωάννης (Κέρια)

του λαογράφου Κ. Κάσση ( άνθη της Πέτρας )

ο Άγιος Ιωάννης ο Αποκεφαλιστείς (12ου αιώνα)γιορτάζει στις 29 Αυγούστου. Ήταν παλιό μοναστήρι. Βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού της Κέριας ανάμεσα σε πλήθος μεγαλιθικού τύπου οικημάτων αλλά και νεώτερων κτισμάτων της οικογένειας Αχριάνη και Μαριόλη.

Καθαρά βυζαντινού τύπου, σταυροειδής με τρούλο και μικρό καμπαναριό. Πλήθος εντοιχισμένα παλαιοχριστιανικά και ελληνιστικά μάρμαρα με ωραία διακοσμητικά σχέδια ή ανάγλυφες παραστάσεις και λίγες τοιχογραφίες του 11ου αιώνα ή και αργότερα κακοποιημένες από ντόπιους νεαρούς την περίοδο του εμφυλίου. Η Κέρια είχε καλόγερους μέχρι το 1880.

Πύργος Παντελεάκου (Φλομοχώρι)

Ο πύργος του Παντελεάκου στο Φλομοχώρι της μέσα ανατολικής Μάνης είναι ένας από τους ψηλότερους πύργους της Μάνης και από τους καλύτερα διατηρημένους.

Έχει ύψος 18,5 μέτρα και έχει 5 ορόφους με το ισόγειο και 6 με το λιακό (την ταράτσα).
Ξεκίνησε να χτίζεται το 1810 και ολοκληρώθηκε το 1835 (οι ημερομηνίες των σταδίων κατασκευής είναι χαραγμένες στους γωνιόλιθους του κάθε ορόφου). Ο πύργος όσο ανεβαίνει στενεύει: από τα 9,8 τ.μ. του ισογείου φτάνει στα 6,2 τ.μ. στον τελευταίο όροφο. (πυραμιδοειδής κατασκευή).

Η μετακίνηση εσωτερικά είναι πολύ στενάχωρη και μόνο οι ντουφεκότρυπες και λίγα μικρά παράθυρα υπάρχουν ως ανοίγματα. Αν πετύχετε τον κύριο Κυριάκο Παντελεάκο εκεί ζητήστε του να σας δείξει τον πύργο του. Αν αντέξετε και ανέβετε ως το λιακό θα δείτε θέα που θα σας μείνει αξέχαστη.

Ο πύργος την δεκαετία του 1960

Λέγεται μάλιστα πως κατά την προετοιμασία της επανάστασης του 1821 ο Θεόδωρος  Κολοκοτρώνης συναντήθηκε στον πύργο αυτό με διάφορους οπλαρχηγούς της προσηλιακής Μάνης στα πλαίσια οργάνωσης του Αγώνα της εθνεγερσίας.

Στον προαύλιο χώρο ο πύργος διαθέτει φούρνο και στέρνα για να διασφαλίζεται η αυτονομία του σε περίπτωση πολιορκίας. Το ύψος του πύργου και η στρατηγική του θέση στον οικισμό προσδιορίζουν την ισχύ και τον χαρακτήρα της οικογένειας Παντελεάκου η οποία είναι από τις παλαιότερες στον χώρο.