Η οικογένεια Νικολακάκου (Λιαντίνα)

Αναδημοσίευση άρθρου του Γ. Δ. Νικολακάκου

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας ήταν μια περίοδος έντονων αλλαγών και πληθυσμιακών μετακινήσεων ακόμα και αν υπήρχε μια ενιαία αυτοκρατορία. Αυτό συνέβαινε διότι υπήρχαν συχνές αναταραχές, εξεγέρσεις, επαναστάσεις και από την άλλη υπήρχε έντονο το στοιχείο της διαφορετικότητας από τόπο σε τόπο. Η περιοχή της Λακωνίας και λιγότερο της Μάνης, μεμονομένα ή σε ομάδες, κατά διαστήματα δεχόταν πληθυσμιακά κύμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μεμονομένης μετακίνησης από την β. Ελλάδα στον Λακωνικό χώρο είναι το ακόλουθο.

Φωτογραφία του χρήστη Δημήτρης Λιαντίνης / Dimitris Liantinis.

τμήμα του χωριού Λιαντίνα Λακωνίας

«Η οικογένεια Νικολακάκου ζούσε επί Τουρκοκρατίας στη Λιαντίνα, ενώ όλες
οι άλλες οικογένειες κατοίκησαν μετά την απελευθέρωση.
Οι Νικολακαίοι, άγνωστο για ποιο λόγο, έφυγαν από το Σούλι της Ηπείρου
με καΐκι και μετά από μεγάλες ταλαιπωρίες βγήκαν στα Τρίνησα Λακωνίας γύρω
στα 1740. Εκεί σε μια άγρια έκταση, όπως άγρια είναι και σήμερα, έκτισαν
τέσσερα σπίτια 25-30 τ.μ. περίπου το καθένα. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν τα
θεμέλια μισό με ένα μέτρο πάνω από την επιφάνεια της γης, ένα χιλιόμετρο από τη
θάλασσα και πεντακόσια περίπου μέτρα από τη Στεφανιά. Του έδωσαν το όνομα
Σούλι, δηλαδή το όνομα της πατρίδος τους, το Σούλι της Ηπείρου.
Εκεί δε γνωρίζουμε πόσα χρόνια κάθισαν, γιατί σκότωσαν έναν Τούρκο και
εξαφανίστηκαν, άλλος στην περιφέρεια των Μολάων, άλλος στην περιφέρεια των
Μελτινοχωρίων και άλλος στην περιφέρεια της Λιαντίνας, στη σπηλιά πιο κάτω
από την εκκλησία του χωριού μας, στους μολάδες, στο κτήμα κληρονόμων Κώστα
Πηγαδιώτη γύρω στα 1755.
Αυτό για τη σπηλιά είναι γνωστό από την παράδοση της οικογενείας μου. Το
όνομα Νικολακάκος αναφέρεται σε διαθήκη του μοναστηρίου της Γόλας από το
1763 στο βιβλίο του καθηγητή κ. Θ. Κατσουλάκου. Οι προερχόμενοι από το Σούλι
της Σκάλας, που εγκαταστάθηκαν στη σπηλιά που προαναφέραμε, αποφάσισαν να
παραμείνουν μόνιμα στην περιοχή, κτίζοντας σπίτι στη Λιαντίνα, το σημερινό σπίτι
κληρονόμων Αχιλλέα Νικολακάκου, το οποίο το 1825 κάηκε από τον Ιμπραήμ και
μετά την απελευθέρωση ξαναφτιάχτηκε.
Από την παράδοση αναφέρεται ότι αυτοί δεν έφεραν το όνομα Νικολακάκος,
αλλά ότι αυτό το απέκτησαν, άγνωστο πώς, με την εγκατάστασή τους στην περιοχή
αυτή. Από την παράδοση πάλι γνωρίζουμε ότι το όνομα Νικολακάκος προήλθε από
τον Νικολάκη μετά την φυγή τους από το Σούλι της Στεφανιάς. Εκείνη τη χρονική
περίοδο περίπου τοποθετείται η γέννηση του Νικολάκη Νικολακάκου (το όνομα
του παππού του), από τον οποίον γεννήθηκαν οι αγωνιστές του 1821.
Το 1770-1780 δημιουργείται ο σημερινός οικισμός από τους Τούρκους, που
εκτεινόταν από τα Πηγαδιωταίικα μέχρι το Ραχίδι. Στον οικισμό αυτό υπήρχε τζαμί
στη θέση του σημερινού σπιτιού του Στράτη Νικολακάκου και πύργος του
Μουσταφά Μπέη Γκρίκα, το σημερινό σπίτι των κληρονόμων Πέτρου Καστάνη και
καμιά δεκαριά τούρκικα, σπίτια στα οποία κατοικούσαν Τούρκοι.
Είχα την τύχη όταν ήμουν μικρός τη δεκαετία 1940-1950, να έχω δέκα
παππούδες της οικογενείας μου, εγγονούς των αγωνιστών, σε ηλικία 80-90 ετών
και να μου διηγούνται ιστορίες, οι οποίες εκείνη την εποχή μάς φαινόντουσαν σαν
παραμύθι. Σχετικά με μας τους Νικολακαίους, μου έλεγαν ότι έχουμε έρθει από το Σούλι της Στεφανιάς Λακωνίας και ότι στο Σούλι σκότωσαν κάποιον Τούρκο και
έφυγαν στα βουνά, σε λόγγους και σπηλιές, πολλά χρόνια προς της Επαναστάσεως
του 1821. Για τούτο έχουμε και το πατρωνύμιο από τις άλλες οικογένειες να μας
λένε μέχρι σήμερα Σουλελαίους. Μάλιστα οι Γορανίτες στις συζητήσεις τους δεν
μας λένε Νικολακαίους αλλά Σουλελαίους λόγω καταγωγής.
Όταν το 1991 πήγα να συμβουλευθώ το νονό μου Στέλιο Πηγαδιώτη, ο
οποίος ήταν περίπου 87 ετών, μου είπε σχετικά για μας τους Νικολακαίους τα εξής:
Όταν ήμουν μικρός για σας τους Νικολακαίους, ο μεν μπάρμπας μου ο Βαγγέλης
Καστάνης έλεγε ότι τους Νικολακαίους να τους λέτε Σουλελαίους γιατί στο Σούλι
της Στεφανιάς σκότωσαν ένα μεγάλο Τούρκο, ενώ ο μπάρμπας μου ο Μιχάλης
Πηγαδιώτης έλεγε τους Νικολακαίους να τους λέτε Σουλελαίους γιατί στο Σούλι
σκότωσαν ένα μεγάλο πασά».

Αποτέλεσμα εικόνας για Λιαντίνης

το «σερνικό βουνό» – ο Ταύγετος πάνω από την Λιαντίνα

Πηγές

  1. Γ.Δ. Νικολακάκου Η Λιαντίνα της Λακεδαίμονος, Σπάρτη 2004, σσ. 9-11.
  2. http://micro-kosmos.uoa.gr (περιοδικό Φάρις)
  3. Φωτογραφία σελίδα Facebook «Δημήτρης Λιαντίνης / Dimitris Liantinis»
Advertisements

Τα Μπαρδουνοχώρια

Χάρτης της Μάνης και Μπαρδουνίων

Στα βόρεια σύνορα της Μάνης στον σημερινό δήμο Σμήνους  βρίσκονται τα γνωστά Μπαρδουνοχώρια. Το όνομα Μπαρδούνια ή Βαρδούνια (από το μανιάτικο ιδίωμα β σε μπ ) π.χ Μπαυαρός αντί του Βαυαρός το απέκτησε η περιοχή τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες για την ετυμολογική προέλευση της λέξης σύμφωνα με τα ιστορικά γεγονότα. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης απέδωσε την προέλευση της λέξης σε παραφθορά του ονόματος του Φράγκου Βιλλαρδουίνου, που, κατ’ αυτόν, θα πρέπει να είχε κτήματα στην περιοχή.

Γοράνοι (Μπαρδουνοχώρι πέρα του ποταμού Σμήνους).

Ο Γεράσιμος Καψάλης, που δεν συμφωνεί με αυτή την εκδοχή, πρότεινε την προέλευσή της από τη βενετική λέξη bardia(φύλαξη, φρουρά), που προήλθε από την ιταλική guardia. Ο Καψάλης συνδέει το τοπωνύμιο με την ύπαρξη ήδη από τα βυζαντινά χρόνια-μικρής ένοπλης φρουράς στην περιοχή, που φρόντιζε για την ασφάλεια των διερχομένων από το στενό και απόκρημνο αυτό τμήμα του δρόμου Μαραθονησίου (Γυθείου) -Καστάνιας (Καψάλης 1957)). Η περιοχή πάντως φυλασσόταν από το ισχυρότατο κάστρο της Μπαρδούνιας που έκτισαν οι Βενετοί και μετά το 1715 διαμόρφωσαν οι Τούρκοι.

Μαλτσίνα ή Μέλισσα ( η σημαία της Μάνης αριστερά ανεμίζει )

Κατά την βενετοκρατία η περιοχή ήταν κομμάτι του territorii Mistra και αριθμούσε 1722 κατοίκους. Συνορεύει βόρεια με την κοιλάδα του Ευρώτα, δυτικά με την Έξω(Μεσσηνιακή) Μάνη, νότια με την Κάτω(Λακωνική) Μάνη και ανατολικά με τα Τρίνησα και το Βασιλοπόταμο ή ποταμό Σμήνος. Είναι μια περιοχή κυρίως ορεινή, το ανάγλυφο της οποίας χαρακτηρίζεται από απόκρημνες κορφές, σπηλιές, χαράδρες, κλεισούρες και αρκετά δάση.

Μετά το 1715 όταν η περιοχή πέρασε στα χέρια των Τούρκων έβαλαν για να προστατεύσουν τα σύνορα με την Μάνη τους σκληροτράχηλους Τουρκαλβανούς. Αυτούς που αργότερα όλοι θα γνώριζαν όλοι στην Πελοπόννησο ως Μπαρδουνιώτες Τούρκους. Σκληρότατοι και γενναίοι πολεμιστές. Οι Τούρκοι σκόπευαν με αυτή την κίνηση να περιορίσουν τα φαινόμενα κλεψιάς από τους επιθετικούς Μανιάτες αλλά και να αναστείλουν τυχόν επαναστατικά κινήματα από την Μάνη.

Ενετικά πληθυσμιακά δεδομένα 1700 Λακωνία

Τα χωριά της Βαρδούνιας ήταν ανάμεικτα. Κατοικούνταν από Έλληνες και Τουρκαλβανούς. Ωστόσο κάποια χωριά υπάγονταν στην Μάνη. Δεν είχαν Μπαρδουνιώτικο πύργο – φυλάκιο ούτε Αγά. Κατοικούνταν μόνο από Έλληνες.

Ο Νικήτας Νηφάκος τα περιγράφει στα στιχουργήματά του (1790)…

«…Ετούτα είναι της Μηλιάς τα δυτικά χωρία,

τα άλλα είναι βορεινά στη μεσιανή μερία.

Μπροστά είν’ η Καστάνιτζα, στις μάχες ξακουσμένη

και στην Τουρκίαν ακούεται, ας είν’ και μεθυσμένη.

Το Σελεγούδι το πτωχό, τα Κόκκινα Λουρία,

ο Άγιος Νικόλαος και άλλα δυο χωρία

Μαλτζίνα λέγεται το εν, Αρχοντικόν το άλλο

και έως εδώ σώνονται, δεν είναι πλέον άλλο.»

Τα παραπάνω 6 χωριά ( Καστάνιτσα, Σελεγούδι, Κόκκινα Λουριά, Άγιος Νικόλαος, Μαλτσίνα, Αρχοντικό ) είχαν καθεστώς ανάλογο με της Μάνης και ας ανήκαν διοικητικά επί Βενετών στα Μπαρδουνοχώρια. Το σύνορο στην περιοχή των Μπαρδουνοχωρίων μεταξύ Μάνης και Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν πάντοτε το ποτάμι της Μπαρδούνιας ή ο Σμήνος των αρχαίων. Πλησίον της Μέλισσας βρίσκεται της «στάρας» το γεφύρι, όπου σώζεται το τούρκικο φυλάκιο στην ανατολική πλευρά του ποταμιού.

Της «στάρας» το γεφύρι.

Τα υπόλοιπα χωριά των Μπαρδουνίων με τουρκικές φρουρές ήταν τα εξής :

Κάστρο της Μπαρδούνιας (αυτό επί τουρκοκρατίας κυρίως το κατείχαν οι Μπαρδουνιώτες Τουρκαλβανοί ) ), Ποτάμι, Παλιά Μπαρδούνια (ή Μποσινέϊκα), Τσεσφίνα (Δεσφίνα) Σίνα, Στροντζά (Προσήλιον), Ρόζοβα (Λεμονιά), Ζελίνα (Μελιτίνη), Τσέρια (Αγία Μαρίνα), Άρνα, Κοτσατίνα (Σπαρτιά), Γόλα (μονή από Έλληνες μοναχούς), Γοράνοι, Πυλοβίτσα (Πολοβίτσα), Κουρτσούνα (Βασιλική), Λιαντίνα, Ποταμιά, Πρίτσα (Παλαιόβρυση), Τάραψα, Πετρίνα. Μετά το 1821 δεν έμεινε ούτε ένας Τουρκαλβανός.