Μοιρολόγια Του Χάρου

Μοιρολόγια

¹ Δικαιολογίες   ² Παλληκάρια   ³ Κόσμος   Βλέπουμε

                               ¹ Μικρό τραπέζι

Τα παραπάνω μοιρολόγια δημοσιεύτηκαν από τον Αθανάσιο Πετρίδη στο περιοδικό Πανδώρα την 15 Φεβρουαρίου του 1871.

Advertisements

Δίκαιο στη Μάνη: Ο Γδικιωμός

fdhs

Η απουσία κρατικής εξουσίας και γραπτών νόμων στη Μάνη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία άγραφων νόμων, οι οποίοι διαμόρφωναν την κοινωνική συμπεριφορά των Μανιατών και διευθετούσαν τις τυχόν διαφορές τους.

Οι νόμοι αυτοί επικεντρώνονταν κυρίως στη διαφύλαξη της οικογενειακής τιμής και επιβίωσης των μελών της. Γι’ αυτό ήταν αποδεκτοί από όλους και τυχόν παράβαση αυτών ήταν κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη και στιγμάτιζε το οικογενειακό κύρος.

Ο γδικιωμός ή δικιωμός (από το εκ-δικιωμός, γδικιώμαι-εκδικιώμαι) ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βεντέτα, η οποία ήταν άγνωστη στη Μάνη. Δεν θεωρούνταν αυτοδικία διότι κατά το γδικιωμό το άτομο δεν απένεμε δίκαιο αυτόβουλα, αλλά έπραττε πειθαρχημένα και βάσει των νόμων και των διαταγών της οικογένειας.

Αναλυτικότερα:

Κάποιος Μανιάτης μπορούσε να παρεξηγηθεί με κάποιον άλλο για έναν συγκεκριμένο λόγο. Τότε ή γινόταν μονομαχία ή καλούνταν ‘’οχτροί’’ .

Σ’ αυτή την περίπτωση συγκαλούνταν οικογενειακό συμβούλιο, η Γεροντική ή γινότανε κοινή Γεροντική και από τις δύο οικογένειες. Η επίλυση του θέματος μπορεί να γινότανε ειρηνικά ή να αποφασιζόταν ότι μόνη λύση είναι η σύγκρουση των οικογενειών. Αν η απόφαση ήταν ο πόλεμος, τότε η έχθρα ανάμεσα στις πατριές γινόταν γνωστή σε όλο το χωριό χτυπώντας τις καμπάνες των εκκλησιών και άλλα ηχηρά αντικείμενα, δηλώνοντας ότι οι τάδε ‘’άνοιξασι όχτρητα’’ με τους τάδε. Με αυτό τον τρόπο οι οικογένειες του χωριού διάλεγαν συμμάχους ενώ οι αδιάφοροι παρέμεναν εκτός των εχθροπραξιών και κρύβονταν ή απομακρύνονταν έως ότου τελειώσει ο πόλεμος. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα κάθε άτομο της μιας οικογένειας είχε το δικαίωμα να σκοτώσει οποιονδήποτε της άλλης.

Ο πυροβολισμός ή η δολοφονία κάποιου πριν από την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη και ο δολοφόνος μαζί με την οικογένειά του άνανδροι και τιποτένιοι.

Κυριότεροι στόχοι ήταν τα αρσενικά παιδιά, τα οποία ήταν σε θέση να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερο οι καλύτεροι, οι ‘’κάλλιοι’’ της κάθε πατριάς, δηλαδή οι πιο δυνατοί, οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ισχυροί.

Τα θηλυκά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχαν φορές όπου οι κοπέλες αν δεν υπήρχαν αρσενικά στην οικογένεια έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους για τη δικαίωση του χαμένου πατέρα, αδερφού, γιού.

Αν κάποιος εδικήωνε, έπρεπε να ξαπροσκελίσει το ντουφέκι του ή να κάνει ‘’σταυροποίο’’ (σχήμα σταυρού) στον τόπο όπου έγινε το φονικό, για να μην τον <<κυνηγά το αίμα του σκοτωμένου>> και σκοτωθεί γρήγορα από τους αντεκδικητές.

Αυτός που σκότωνε στα πλαίσια του δικιωμού , δεν θεωρούνταν εγκληματίας. Ούτε αυτός που ‘’δικηώνει’’. Οι ίδιοι μπορεί να μην ήθελαν να σκοτώσουν, αλλά να εκτελούν τις εντολές της οικογένειας προσπαθώντας να διαφυλάξουν την τιμή της, ωθούμενοι από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας.

Ανά περιόδους οι πατριές πραγματοποιούσαν ανακωχή, την λεγόμενη τρέβα. Συνηθέστεροι λόγοι για ανακωχή ήταν οι αγροτικές δουλειές, οι γιορτές (γάμος, βαφτίσια) ή απειλή από κάποιο εξωτερικό εχθρό.

Σκοπός ήταν η πλήρης εκμηδένιση της αντίπαλης πατριάς, ούτως ώστε τα υπολείμματά της να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές και να αποκατασταθεί η ηρεμία στην οικογένεια. Μια οικογένεια μπορούσε να δώσει τέλος στις συγκρούσεις ζητώντας συγνώμη από την άλλη, με καθορισμένο τελετουργικό τρόπο. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν το λεγόμενο ψυχικό. Έτσι δηλωνόταν ανοιχτά η ήττα της οικογένειας, κάτι που όμως δεν το προτιμούσαν οι περήφανοι Μανιάτες, διότι το θεωρούσαν πλήγμα για την τιμή τους.

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου και οι δύο μεριές προχωρούσαν σε συμβιβασμό επί ίσοις όροις, στην λεγόμενη ψυχαδερφοσύνη. Εκεί εκπρόσωποι και των δύο πατριών έδιναν τα χέρια και τελείωναν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους.

ΠΗΓΕΣ:

  • Κυριάκος Δ. Κάσσης-Λαογραφία Της Μέσα Μάνης
  • Ελευθ. Π. Αλεξάκης-Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης

Ο Ξεβγάρτης Στην Μανιάτικη Παράδοση

Ένα απο τα γνωστότερα έθιμα της Μανιάτικης παράδοσης είναι ο Γδικιωμός. Όταν δύο οικογένειες αποφάσιζαν να ανοίξουν ”όχτρητα”(έχθρα), λίγα πράγματα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να αναβάλλουν τις συγκρούσεις.

Ένα απο αυτά ήταν το Ξέβγαρμα. Όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει δημόσια, χωρίς τον κίνδυνο να τον σκοτώσει κάποιος απο την αντίπαλη οικογένεια, τότε έπρεπε να συνοδεύεται απο τον Ξεβγάρτη.

Ο Ξεβγάρτης ήταν ένα άτομο απο ισχυρή οικογένεια, ουδέτερη ως προς τον πόλεμο. Οι εχθροί δεν τολμούσαν να χτυπήσουν τον Ξεβγάρτη ή τον προστατευόμενό του, γιατί τότε η οικογενειά του θα συμμαχούσε με αυτή του προστατευόμενου και θα γινόντουσαν πιο ισχυροί. Για να είναι σεβαστός ο Ξεβγάρτης έπρεπε να είναι απο αξιόλογο γένος και όχι απο αχαμνόμερη οικογένεια αλλιώς διέτρεχαν και ο ίδιος και ο προστατευομενός του.

«του μπάρμπα του Μπουγιουκλή εξέβγαινε και το ραβδί»

Παλιό Λαγιάτικο δίστιχο που αναφέρεται στο ισχυρό γένος των Μιχαλακιάνων. (Βουγιουκλάκηδων)

Ο Ξεβγάρτης δεν γινόταν να συνοδεύει κάθε μέρα το ίδιο πρόσωπο, αλλιώς θεωρούταν η πράξη του κοροϊδία πρός τους εχθρούς και δεν δεχόντουσαν το Ξέβγαρμα.

Πολλές φορές αν το σόι του Ξεβγάρτη ήταν ιδιαιτέρως ισχυρό, το ρόλο μπορούσε να αναλάβει όχι μόνο ενήλικας άντρας αλλά και γυναίκα ή παιδί. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου κάποιος μπορούσε να περάσει μπροστά απο τα σπίτια της αντίπαλης οικογένειας κρατώντας μόνο κάποιο προσωπικό αντικείμενο του Ξεβγάρτη ( Μαγκούρα, κομπολόι,τσιμπούκι κ.α).

φεύγει κι ο δήμος στο βουνί μα δίχως να χει ξεβγαλτή

Απο το μοιρολόι του Δήμου Τζανάκου

Ξεβγάρτης μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ξένος, μη Μανιάτης. Οι Μανιάτες απο σεβασμό δεν χτυπιόντουσαν μπροστά σε ξένους. (…αυτοί δεν γνωρίζουν τα μανιάτικα).Τη νύχτα σπάνια γινόταν ξέβγαρμα, γιατί κάποιος μπορούσε να επιτεθεί επικαλούμενος τη δικαιολογία, ότι δεν ήταν ευδιάκριτος ο ξεβγάρτης και ο προστατευομενός του.

Στο παρακάτω μοιρολόι γίνεται άλλη μια αναφορά για τον Ξεβγάρτη και το ρόλο του.

Της Βγενικής

Ψηλοχαμπήλωσε σουκιά,

για να ξανανοίξω τα βουνά

κι’ όλα τα λειροχάλικα,

μην έρχεται ο Ληγόρης μου,

στην Καλαμάτα, πώλειπε

Μήπως και πάει από ψηλά,

και πάει στον κουμπαρώνε μας

στα Μαυρομιχαλιάνικα,

του βάλασι ψωμί έφαε,

του δώκασι κρασί έπιε,

κι απέει τον ερωτήσασι

μη θέεις κουμπάρε ξεβγαρτή,

κείνου του φάνη σα ντροπή

και σα μεγάλη προσβολή

Έδωκε μια κι’ έφυγε,

το δρόμο, ου επάαινε,

στη λούμπα¹ την αθόλωτη

συναπαντήθησα οι γιοχτροί²

σα φίλοι εχωρίσασι,

Μα με τον πιζωκολισμό,

εκείνοι ήτα εξ’οκτώ

κι’εκείνο ήτα μοναχό

Μνιά μπαταριά³ του δώκανε

και χάμου τον ξαπλώσανε

  1. Λακούβα-Λάκος
  2. Εχθροί
  3. Πυροβολισμός < λατινική λέξη  battuo (χτυπώ)

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ο παππούς ο Μιχάλης (Γιωργακιάνοι-Βασιλιάνοι)

Ο ποιητής γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1903 στη Γέρμα, ένα μικρό  χωριό της κεντρικής αποσκιαδερής Μάνης. Ήταν το τέταρτο παιδί του Δημήτρη και της Ισαβέλλας, που συνολικά στα δώδεκα πρώτα χρόνια του γάμου τους απόχτησαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι και εφτά αγόρια.

Οι γονείς του ποιητή κατάγονταν από δυο αντιμαχόμενες εχθρικές πατριές, από τους Βασιλιάνους ο πατέρας και από τους Γιωργακιάνους η μητέρα. Τα συγγενολόγια αυτών των πατριών απλώνονται σε καμιά δεκαριά χωριά της Κεντρικής Μάνης, από το Οίτυλο και την Κελεφά ως τον Αη Βασίλη και τη Μαραθέα.

Η οικογενειακή μυθολογία ανάγει την αρχή των πατριών στην ύστερη Φραγκοκρατία, όταν δυο αδέλφια, ο Βασίλης κι ο Γιωργάκης, γιοι κάποιου βυζαντινού άρχοντα που λεγόταν Μιχαήλ (όλες οι επιφανείς μανιάτικες οικογένειες κατάγονται από κάποιον βυζαντινό άρχοντα…), καταφύγαν στη Μάνη για να γλιτώσουν από τους δολοφόνους του πατέρα τους. Εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο κι ήταν σ’ όλην τη ζωή τους αγαπημένοι. Το ίδιο και τα παιδιά τους.  Τα εγγόνια τους όμως χωρίστηκαν από οικονομικές αιτίες και από τότε ανάμεσα στους απογόνους του Βασίλη, τους Βασιλιάνους και του Γιωργάκη, τους Γιωργακιάνους γεννήθηκε μίσος βαθύ, που με τη σειρά του  γέννησε αιματηρούς γδικιωμούς και πολύνεκρες συγκρούσεις. (Οι Μανιάτες δεν μεταχειρίζονται τον όρο ‘βεντέτα’ για την εθιμική αντεκδίκηση, αλλά το ‘γδικιωμός’).

Σε μια φάση της αιωνόβιας αυτής έχθρας, οι Γιωργιακιάνοι είχαν καταφέρει να σκοτώσουν όλους τους αρσενικούς Βασιλιάνους, αλλά μια έγκυος Βασιλόνυφη, που κατέφυγε για προστασία στο επίσης ισχυρό γένος των Κυβελιάνων, γέννησε αρσενικό παιδί, που με τα χρόνια αναγέννησε τη γενιά.

Το τελευταίο επεισόδιο στη σειρά των αδιάκοπων σκοτωμών σημειώθηκε στα 1875 ανάμεσα Γέρμας και Κελεφάς, όταν οι Γιωργακιάνοι σκότωσαν κάποιο φαμέγιο, Μετζήτη ονόματι, ακουμπισμένο στους Βασιλιάνους, που φυσικά ζήτησαν γδικιωμό. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν δύο εξέχοντες Βασιλιάνοι και τρεις εξ ίσου σημαίνοντες Γιωργακιάνοι. Ο Μιχάλης, ο παππούς του ποιητή, καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακή για τη συμμετοχή του στους σκοτωμούς, αλλά στα τρία χρόνια πήρε χάρη από τον βασιλιά Γεώργιο.

Ο παππούς ο Μιχάλης ήταν από κάθε άποψη επιβλητικός άνθρωπος. Ψηλός, σωματώδης, ομορφάντρας, οξύθυμος και εριστικός, ασυγκράτητος και πληθωρικός αλλά ταυτόχρονα καλόκαρδος και πονετικός, έγινε ένας από τους αρχηγούς των Βασιλιάνων κι όχι μόνο στο χωριό του. Το κύρος του ενίσχυε το γεγονός ότι κοντά στ’ άλλα προσόντα του τα χέρια του πιάναν και το μυαλό του έκοβε και επί πλέον ήξερε γράμματα.

Γεννήθηκε στα 1848 και έφηβος ακόμα έχασε τον πατέρα του τον Σαράντο, που πέθανε το 1860, σε ηλικία 42 χρονών. Από τα εφηβικά του χρόνια δεν καθόταν ήσυχος και παρά το νεαρό της ηλικίας του πήρε μέρος στη μεγάλη εξέγερση του 1862 κατά του Όθωνα, που κατέληξε στην έξωσή του. Άλλωστε κι ο πατέρας του ο Σαράντος δεν πήγαινε παρακάτω. Είχε πρωτοστατήσει κι αυτός στην πρώτη εξέγερση κατά της Αντιβασιλείας, τότε που οι Μανιάτες αιχμαλώτισαν ολόκληρο λόχο Βαυαρών, που προσπάθησαν κατόπιν να τους πουλήσουν σκλάβους στους πειρατές της Τρίπολης. Όπως διηγόταν στον γιο του, οι Βαυαροί φορούσαν λαμπρές χρυσοποίκιλτες στολές κι οι Μανιάτες ζητούσαν «ένα σφάντζικο για το Βαυαρό γυμνό και δύο για το Βαυαρό ντυμένο».

Μετά το μακελιό του 1875, ο Μιχάλης έβγαλε την ποινή του στις φυλακές της Πύλου, δηλαδή στο  μεσαιωνικό φρούριο του Ναυαρίνου, όπου μάλιστα έμαθε γράμματα σ’ ένα συμπατριώτη του φυλακισμένο επίσης για την ίδιαν υπόθεση. Η πρώτη  φράση που έγραψε ο μαθητής του χωρίς τη βοήθεια του δασκάλου του ήταν:

-Και τώρα Μιχάλη σ’ έχω χεσμένο!

Στα δύσκολα χρόνια της φυλάκισης, η γυναίκα του η Τασία αναδείχτηκε η πραγματική κολώνα του σπιτιού. Φρόντιζε τα δυο παιδιά της, το Δημήτρη που ήταν νήπιο και τη Μηλιά, την πεθερά της, το χτήμα και τα ζωντανά και κάθε μήνα ζωνόταν δυο πιστόλες, έπαιρνε μαζί της ψωμί, όσπρια, τραχανά, αλλαξιές με ασπρόρρουχα και τραβούσε δυο μέρες δρόμο στον φυλακισμένον άντρα της.

Βγαίνοντας από τη φυλακή ο Μιχάλης αποφάσισε να σταματήσει τον γδικιωμό με τους Γιωργακιάνους, πράγμα που δεν ήταν εύκολο γιατί οι Βασιλιάνοι, οι δικοί του δηλαδή, είχαν βάλει σκοπό να σκοτώσουν τον κάλλιο των Γιωργαακιάνων,  τον Δημητράκη τον Οικονομίδη, που υπηρετούσε στο Γύθειο αλλά κάθε Σαββάτο βράδυ ερχόταν στο χωριό του, στο Κρυονέρι, στήνοντάς του χωσία στη Φράγκα. Ο Μιχάλης όμως έστειλε με έμπιστό του άνθρωπο μήνυμα στον Οικονομίδη να μη γυρίσει απ’ τον συνηθισμένο δρόμο, αλλά να περάσει από τη Γέρμα, στο σπίτι του. Ο Οικονομίδης, άνθρωπος μυαλωμένος και πράος, ακολούθησε τη συμβουλή και οι δυο επιφανείς εκπρόσωποι των αντίπαλων γενών αποφάσισαν, για να σταματήσει ο γδικιωμός, να παντρέψουν εν καιρώ τα παιδιά τους, όπως έγινε αρκετά χρόνια αργότερα.

Ο Μιχάλης είχε έναν μοναχογιό, τον Δημήτρη, που γεννήθηκε το 1875, λίγο πριν φυλακιστεί ο πατέρας του, ενώ ο Δημήτρης ο Οικονομίδης είχε δυο κόρες, τη Σοφία και την Ισαβέλλα, πέντε και τριών ετών όταν κλείστηκε η συμφωνία, η οποία, παρά τις εκατέρωθεν αντιδράσεις, τηρήθηκε. Ο Δημήτρης κι η Ισαβέλλα αρραβωνιάστηκαν στα 1890, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, (ο γαμπρός ήταν τότε 15 και η νύφη 12 χρονώ), ο γάμος έγινε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Ο γάμος έγινε τυπικά με προξενιό, όπως άλλωστε όλοι σχεδόν οι γάμοι εκείνον τον καιρό, ο Δημήτρης όμως έτσι κι αλλιώς καλόβλεπε την Ισαβέλλα. Ο γάμος τους  πήγε πολύ καλά, γιατί οι δυο σύζυγοι αγαπήθηκαν  μεταξύ τους και σ’ όλη τη διάρκεια της κοινής ζωής τους, που κράτησε 54 χρόνια, είχαν ο ένας για τον άλλον αλληλοσεβασμό και στοργή. Από το γάμο τους γεννήθηκαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι η Τασία (1899) και εφτά αγόρια, ο Κώστας (1900), ο Μιχάλης (1901), ο Νίκος, (ο ποιητής 1903), ο Ηλίας (1905), ο Γιώργος (1907), ο Θόδωρος (1909) κι ο Γιάννης (1911).

Στο μεταξύ ο Μιχάλης είχε γίνει μέλος της γεροντικής του  χωριού, ενώ πολλές φορές είχε οριστεί “ξεβγαρτής”. Ο θεσμός του ξεβγαρτή, καθαρά μανιάτικος, γεννήθηκε από την ανάγκη να συνεχίζεται η οικονομική και κοινωνική ζωή ενός τόπου όταν ανάμεσα σε δυο οικογένειες ξεσπούσε πόλεμος. Τότε η γεροντική του χωριού όριζε ένα  μέλος μιας τρίτης, ουδέτερης, οικογένειας, άνθρωπο με κύρος και επιβολή, να συνοδεύει κάποιον από τους αντιμαχόμενους όταν περνούσε αναγκαστικά από τις περιοχές που έλεγχαν οι αντίπαλοι. Ο ξεβγαρτής, πάντοτε ένοπλος και κρατώντας ένα μεγάλο και χαρακτηριστικού σχήματος ραβδί, ήταν ο εγγυητής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του  συνοδευομένου όσο βρισκόταν δίπλα του, είχε δε το δικαίωμα να πυροβολήσει και να σκοτώσει όποιον θα επιχειρούσε να θίξει τον προστατευόμενο του. Αναφέρονται περιπτώσεις που ο ξεβγαρτής είχε τέτοιο κύρος και επιβολή, ώστε αρκούσε να δώσει το ραβδί του να το κρατά ο συνοδευόμενος, ενώ ο ίδιος έμενε σπίτι του για να είναι ο προστατευόμενος του άτρωτος.

Όταν ο Μιχάλης πάντρεψε και την κόρη του τη Μηλιά με το Δημήτρη τον Καπερνάρο από τον Βαχό, αποφάσισε, παρά τη μεγάλη για τα μέτρα της εποχής ηλικία του (είχε πια περάσει τα σαράντα) να μεταναστεύσει στην Αμερική, παρασυρμένος από το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα που σάρωσε την Ελλάδα στα τέλη του προπερασμένου αιώνα.

Μη έχοντας καθαρό ποινικό μητρώο έφυγε λαθρομετανάστης στην Κούβα, από όπου με καΐκι πέρασε στη Φλόριντα. Τους πρώτους μήνες δούλεψε σα  σκυλί στο στρώσιμο σιδηροδρομικών γραμμών στις Μεσοδυτικές Πολιτείες,  αρρώστησε όμως και με χίλια βάσανα και με τη βοήθεια άλλων ελλήνων μεταναστών βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε τον πλανόδιο πωλητή αράπικων φιστικιών, που τα λέγανε πινότσι. Όλοι αυτοί οι μικροπωλητές, μετανάστες χωρίς νόμιμα χαρτιά οι πιο πολλοί, ήταν στο έλεος των πάντων, αρχίζοντας από τους αστυφύλακες και τελειώνοντας στους μάγκες της γειτονιάς.

Η αμερικάνικη περιπέτεια του Μιχάλη κράτησε έναν περίπου χρόνο και τέλειωσε με μια συμπλοκή με κάποιους αλήτες που λεηλάτησαν το καρότσι του και με τους αστυνομικούς που προσέτρεξαν σε βοήθεια τους. Το γεγονός ότι ο Μιχάλης πήρε μαζί του στην Αμερική και το πιστόλι του, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ή φυλάκιση. Τραυμάτισε σοβαρά τον αστυνομικό που πήγε να τον συλλάβει και κατέφυγε σ’ ένα μανιάτη ξενοδόχο του λιμανιού, ο οποίος τον βόηθησε να μπαρκάρει σε κάποιο ελληνικό καράβι και να γυρίσει στην Ελλάδα.

Ο Μιχάλης γυρίζοντας στον τόπο του συνόψισε τις εντυπώσεις του από την Αμερική με τη φράση:

-Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σαν είλωτες και ζουν σα σκυλιά.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα (*) το 1922, την ώρα που μαζί με τα μικρότερα εγγόνια του το Θόδωρο και το Γιάννη κόπριζε τις ελιές. Φόρτωνε στο μουλάρι την κοπριά από το γαλάρι τους στον Πουληγά και τα παιδιά με το ζώο πήγαιναν και τη σκόρπιζαν στα δέντρα. Όσο να πάνε και να ρθούνε ο γέρος ξάπλωνε σε μια μπατανία και τον έπαιρνε για λίγο. Κοιμισμένον τον βρήκε ο χάρος.

(*) Βαθιά γεράματα με τα μέτρα της εποχής -ήταν 74 χρονών.

sarantakos.wordpress.com

Αραβούχιοι (Βάθεια)

Man oik

ΠΑΤΡΙΑ: Αραβούχιοι  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ξυπολιτιάνοι

Το πέρασμα των αιώνων αφήνει σημάδια και παραδόσεις στον τόπο και στην ιστορία. Πολλές φορές όμως τα σημάδια αυτά είναι ισχνά και ξεθωριάζουν. Οι μεταναστεύσεις του πληθυσμού, η έλλειψη ενδιαφέροντος οδηγούν στην λήθη. Ένα τέτοιο ξεθωριασμένο σημάδι από το πέρασμα του χρόνου στην ιστορία της Μάνης είναι και η πατριά των Αραβουχίων. Τα δεδομένα που έχουμε για αυτήν την όχι και τόσο γνωστή οικογένεια της Μάνης είναι λίγα ωστόσο αρκετά διαφωτιστικά για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το μέγεθος, την παρουσία της αλλά και την βαρύτητά της στον χώρο της Μάνης.

Δύο είναι βασικές ερμηνείες προέλευσης των γεναρχών αυτής της πατριάς. Η πρώτη τους θέλει να κατάγονται από Άραβες πειρατές, κυρίως λόγω του ονόματος της πατριάς. Η δεύτερη και πιο διαδεδομένη άποψη αναφέρει ότι προέρχονται από την πόλη Ράγουζα ( Ragusa ) της σημερινής Κροατίας γύρω στα 1400 όταν ο Μυστράς έγινε σημαντικότατο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης αποτελώντας την τελευταία αναλαμπή του Βυζαντίου. Προήλθε δηλαδή η λέξη από το

Αραβούχιοι< Αραβουζαίοι< Αραγουζαίοι< Ραγουζαίοι< Ragusei

Έδρα της οικογένειας αυτής ήταν το χωριό Βάθεια της Μέσα Μάνης κοντά στο ακρωτήριο Ταίναρο. Μάλιστα πυρήνας της θεωρείται η τοποθεσία Ποράχια. Ο οικισμός αναφέρεται στους στατιστικούς καταλόγους που συνέταξαν την άνοιξη του 1618 για τη Μάνη ο κόμης Philippe de Lange Chateaureneult και ο διαπραγματευτής Πέτρος Μέδικος, Pietro Medici, εκ των προκρίτων της Μάνης, ως Porasia di Ragusei. Το παραπάνω δεδομένο είναι απτή απόδειξη της ισχύς που είχαν στην περιοχή του Ταινάρου οι Αραβούχιοι.

Το όνομα ωστόσο της οικογένειας πρωτοεμφανίζεται σε κείμενο που συνέταξαν οι Μανιάτες δημογέροντες το 1571 προς τους Βενετούς στο πλαίσιο των συμμαχικών συνομιλιών που είχαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς που απειλούσαν επικίνδυνα την Ευρώπη. Υπογράφουν ως δημογέροντες. Παρακάτω παρατίθεται ο ακριβής τρόπος … ( διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου ).

Εγώ ο Ιωάννης Αραβούσε έγραψα από την Βάθεια και επισφαλήσα με θέλημα των Μανηωτών ολονών όπου ήσανε μαζομένοι εις την Νόμια με μας εις την μέση της Μαίνης.

Το ότι υπογράφουν επιστολή προς τους Βενετούς είναι απτή απόδειξη της δύναμης της πατριάς αυτής κατά την πρώτη Τουρκοκρατία. Μαζί με τους Αραβουχίους υπογράφουν και άλλες μεγάλες οικογένειες της Μάνης ( Γερακαριάνοι, Φωκάδες, κ.ά. ) καθώς επίσης και πρέσβεις των Βενετών στην περιοχή σαν σύμμαχοι. Εδώ να αναφέρουμε ότι η Νόμια αποτελούσε κέντρο λήψης αποφάσεων των Μανιατών κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας και η αποφάσεις της ήταν πολύ σημαντικές.

Η παρακμή της οικογένειας ήρθε σιγά- σιγά με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις της Μάνης κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι πληθυσμοί που ήρθαν μετά την πτώση του Μυστρά αναπτύχθηκαν με την πάροδο του χρόνου και διεκδίκησαν μεγαλύτερο κομμάτι των παραγωγικών πόρων της περιοχής. Οι Αραβούχιοι ήρθαν σε δεύτερη μοίρα. Καταλυτική στην πορεία της οικογένειας ήταν η έχθρα με την πατριά των Πηλιοκωκιάνων της Λάγιας. Στους Πηλιοκωκιάνους υπάγονται ο Μπουρδάκος, ο Γιατράκος, ο Γεωργουλόγιαννης, ο Βιτσιλόγιαννης, ο Κουβελόγιαννης, ο Κωστάκος κ.ά. Ισχυρή οικογένεια που ήθελε να θέσει υπό τον έλεγχο της το λιμάνι του Αχίλλειου που το διεκδικούσαν και οι Αραβούχιοι. Προεπαναστατικά οι Αραβούχιοι ασκούσαν εμπόριο και τα λιμάνια τους ήταν πολύ χρήσιμα. Ιδιαίτερα η Κυπάρισσος.

Η έχθρα μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών έληξε αφού οι Πηλιοκωκιάνοι σχεδόν εκμηδένισαν τους Αραβουχίους μετά από επίθεσή τους την ημέρα της Λαμπρής στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Σκότωσαν τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων και μικρά παιδιά. (σαράντα νιάκες). Αυτά γύρω στα 1827 – 1831. Ελάχιστοι από αυτούς κατάφεραν να γλιτώσουν και να βρουν καταφύγιο σε άλλα χωριά μη αποτελώντας όμως υπολογίσιμη δύναμη πλέον.

Το μοιρολόι του Βιτσιλόγιαννη ( Πηλιοκωκιάνος ) μας δίνει πάρα πολλές πληροφορίες για την διαμάχη των δύο οικογενειών με δραματικό τρόπο καθώς επίσης και για τις μετακινήσεις των ελαχίστων εναπομεινάντων μελών της πατριάς των Αραβουχίων.

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΙΤΣΙΛΟΓΙΑΝΝΗ

Έ Γιάννη Βιτσιλόγιαννη

Πό φας τους Αραβουχιούς

Σαράντα νιάκες κόκκινες

Στον Αϊ Πέτρο στην μ πλαγιά

Και στης Βισκίνας τη μειρά

Γλύτωσε μόνο ο Αραβής

Στον Ψωμαθιά ο Νικολής

Κι εξενοκράτησε ο Πετρής

Η παράδοση λέει πως από τον Αραβή κατάγεται η οικογένεια Ξυπόλυτος της Βάθειας. ( Ξυπόλυτος σημαίνει πολύ φτωχός ). Μάλιστα ένας από αυτούς ο Δ. Ξυπόλυτος παρασημοφορήθηκε με το χάλκινο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα του 1821. Από τον Νικολή τον οποίο αγκάλιασε η οικογένεια Γρηγορακάκη του Παλύρου κατάγεται η σημερινή οικογένεια Πετρόλια. Ο Νικολής Πετρόλιας μάλιστα επιβεβαιώνεται σαν πρόσωπο και από τα αριστεία των Μανιατών του 1821, ο οποίος πολέμησε πολλές φορές υπό τις διαταγές του Γρηγορακάκη. Δεν αποκλείεται να γνωρίζονταν από παλιά για αυτό και βρήκε καταφύγιο εκεί. Ο Νικολής μάλιστα παντρεύτηκε Γρηγορακίτσα.(κόρη Γρηγορακάκη).

Ο Νικολός Πετρόλιας ή Πετρούλιας με έδρα το Αχίλλειο Λαγίας όπως αναφέρεται παρασημοφορήθηκε ως στρατιώτης με το σιδερένιο αριστείο για την προσφορά του στον αγώνα της Εθνεγερσίας. Κατά την διάρκεια της επανάστασης συμμετείχε στην πολιορκία του Νεόκαστρου (3 μήνες) υπό τον Κ. Γρηγορακάκη, στην πολιορκία της Τρίπολης υπό τον Σταυριανό Καπετανάκη, στην πολιορκία της Κορώνης (1 μήνα) υπό τον Κ. Γρηγορακάκη, στην Κόρινθο (2) μήνες υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη και στην μάχη της Βέργας υπό τον Α. Μαυρομιχάλη. Αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή του και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου. Πολέμησε στην Λειβαδιά (2 μήνες) υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη.

Μετεπαναστατικά συμμετείχε στα στρατιωτικά τμήματα της περιοχής σαν επαγγελματίας στρατιώτης. Σε βαυαρικό κατάλογο του 1835 ο Νικόλαος Πετρόλιας υπογράφει ως μέλος της τοπικής (Ταινάρου) πολιτοφυλακής υπό τις διαταγές του Ι. Γρηγορακάκη.

Το 1837 ήταν στρατιώτης του 1ου λόχου του 3ου ελαφρού τάγματος και εγκρίθηκε για το αριστείο. Την ίδια περίοδο αναφέρεται και ο Ευστράτιος Πετρόλιας ως κάτοικος Αθηνών. Ο Πέτρος ο Αραβούχιος λέγεται πως έφυγε από την Μάνη στην κάτω Ιταλία. (ξενοκράτησε).

Με λίγα λόγια η οικογένεια από σοϊλήδες της περιοχής του Ταινάρου σύμμαχοι των Κοσμάδων της Βάθειας έγιναν ακουμπισμένοι στην οικογένεια Γρηγορακάκη. Στην μακραίωνη ιστορία της Μάνης συνηθίζονταν οι κοινωνικές ανακατατάξεις ειδικά όταν είχαμε ανάλογες πληθυσμιακές μεταβολές. Η παροιμία από τα μαύρα άλογα στα μαύρα τα γαϊδούρια περιγράφει αυτήν ακριβώς την κατάσταση.

Το 1871 καταγράφονται στα τοπικά δημοτολόγια, στον Πάλυρο οι (2) γιοι του Νικόλαου Πετρόλια ενώ στην Βάθεια (3) απόγονοι του Αραβή με το όνομα Ξυπόλυτος ή Ξυπολυτάκος άσχετος με συνεπώνυμους του στην υπόλοιπη Μάνη.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως η πατριά των Αραβουχίων κατά την μακραίωνη ιστορία της στον γεωγραφικό χώρο της Μάνης σύναψε συμμαχίες αν όχι κλάδους της και σε άλλα χωριά. Η οικογένεια Ανεμοδουρά των Μπουλαργιών, της οποίας ο πύργος συναγωνίζεται μέσα στους παλαιότερους της Μάνης είχε πριν το 1800 πολύ στενές σχέσεις με τους Αραβουχίους σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην γνωρίζουμε αν ήταν και εξ αίματος συγγενείς. Μάλιστα η παράδοση λέει πως στις τοπικές έριδες είχαν κοινή αμυντική πολιτική απέναντι στους Νικλιάνους έποικους.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Αδούλωτη Μάνη νέα Περίοδος Τεύχος 3-4 Ιούλιος – Δεκέμβριος 2012

ΠΗΓΕΣ:

  • Σταύρου Καπετανάκη Αριστεία σε Μανιάτες Αγωνιστές
  • Κ. Κάσση Μανιάτικα Μοιρολόγια Α τόμος
  • Σωκράτη Κουγέα η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας
  • Τοπική παράδοση του Παλύρου
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

Γδικιωμός Στο Μαλεύρι (1820)

Είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο το παραδοσιακό μανιάτικο σύστημα δικαιοσύνης. Η εκδίκηση αποτελούσε χρέος και καθήκον για τον παλαιό Μανιάτη. Η κατάρα αυτή συνεχίστηκε ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη ως τις μέρες μας.

Ωστόσο πολλές φορές για να αποφευχθεί η αιματοχυσία και ο αλληλοσκοτωμός, μεσολαβούσαν οι γηραιότεροι. Μάλιστα πολλές φορές έμπαιναν και εγγυητές της ειρήνης και εξοστράκιζαν τους πιο επικινδύνους. Παρακάτω ακολουθεί ένα τέτοιο περιστατικό «γεροντικής» προκειμένου να αποφευχθεί εχθροπραξία.

Οι εμπλεκόμενες οικογένειες είναι οι Ζερβουλιάνοι (Ζερβουλάκος) με τους Ξανθιάνους (Ξανθάκος) και οι Πατσουριάνοι (Πατσουράκος) με τους Καρατζαλιάνους (Καράτζαλης).

Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου

«συναχθέντες άπαντες οι κάτοικοι του τμήματος Μαλεύρη, και βλέποντας το μέγα κακόν, όπου μας επαπιλούσεν γενικώς εις όλους μας, δηλαδή ο εμφίλιος πόλεμος, θείω ζήλω κινούμενοι οι κάτωθεν γεγραμένοι γεροντάδες της τοπαρχίας μας, απερίψαμεν όλα τα πάθη μας και μόνοι μας ετελειοσαμεν αγάπες εις όλα τα χωρία του Μαλέυρη, και ελθόντες σήμερον εις Κονάκια, όπου είχαν πόλεμον αναμεταξύ τους οι Τουρκατζάδες, και χαλασμούς και πιάσιμον οσπητίων από το εν μέρος

ο γεωργάκης ζερβουλάκος και ηλίας ξανθάκος και από το άλλο μέρος οι πατσουριάνοι και οι καρατζαλιάνοι, οι έχοντες ανάμεσα τους χαλασμούς οσπιτίων, μένουν εις χρέος ο γεωργάκης ζερβουλάκος και ο ηλίας ξανθάκος να φτιάσουν τα οσπίτια των πατσουριάνων και καρατζαλιάνων, όπου τα εχάλασαν ως καθώς ήτον και πρότερον, και επειδή και είναι χειμών, και δεν ημπορούν να κτίσουν τα οσπίτια όπου εχάλασαν δίδεται προθεσμία προς τον κύριον γεωργάκην ζερβουλάκον και ηλίαν ξανθάκον να τα έχουν φτιασμένα τα οσπίτια των πατσουριάνων και των καρατζαλιάνων έως τον ερχόμενον αύγουστον, εις τας 15 αυγούστου να τα κτίσουν και να τα σκεπάσουν με έξοδά τους ο γεωργάκης ζερβουλάκος και ξανθάκος και τελειώνοντας τα οσπίτια να κατοικήσουν οι πατσουριάνοι

και οι καρατζαλιάνοι εις αυτά, και να παραδώσου τα οσπήτια όπου κάθονται οι καρατζαλιάνοι και οι πατσουριάνοι, εις χείρας του ζερβουλάκου και ξανθάκου, και ημάς των γεροντάδων ως ήτων, και αν έχουν και άλλας διαφοράς μένουν εις τον τόπον να τα θεωρήση, εάν δε δυστροπήσουν ο ζερβουλάκος και ξανθάκος και φτιάσουν τα οσπήτια των πατσουριάνων και καρατζαλιάνων εγγυούμεθα οι κάτωθεν γεγραμμένοι γεροντάδες προς τους καρατζαλιάνους και πατσουριάνους να τα φτιάσωμεν οι γεροντάδες και ούτως δίδομαι το γράμμα μας προς τους καρατζαλιάνους και τους πατσουριάνους δια σιγουρητά τους.

Και ούτως υποφαινόμεθα τη 7 δεκεμβρίου 1820. Κονάκια. Οι όπισθεν γεγραμμένοι γεροντάδες

Παναγιώτης Ρεντζέπερης

Πατρίκιος χαρτωκόλης

Διμήτρης τζανετουλάκος

Γιάνης διμητράκος

Ηλίας γεωργαράκος

Βασίλης λιγομιαλάκος

Γιάννης παβλάκος

Πετρόπουλος πετροπουλάκης

Γεωργάκης πουλημενάκος

Ηλίας αντρακάκος

Θεοδωρής σεμπεκάκος

Νικόλας μαντραπιλάκος

Βασιλάκης του Κωνσταντήμπεη»

Τουρκατζάδες ονομάζονται οι κάτοικοι του χωριού Κονάκια επειδή ήταν ιδιαίτερα σκληροτράχηλοι. Οι συμμαχία των Ζερβουλιάνων και των Ξανθιάνων ήταν πιο ισχυρή εκείνη την εποχή από τους Πατσουριάνους και τους Καρατζαλιάνους.

Είχαν καταφέρει να γκρεμίσουν σπίτια και άλλα να τα έχουν καταλάβει. Οι γέροντες ωστόσο του τόπου προσπάθησαν να σταματήσουν τον οικογενειακό πόλεμο ώστε να μην γενικευτεί καθώς συμμετείχαν ήδη τέσσερεις οικογένειες του Μαλευρίου οι οποίες είχαν κλάδους τους και σε άλλα γειτονικά χωριά.

Η γενίκευση του πολέμου, πράγμα σύνηθες θα ήταν καταστροφικό για αυτό οι πρόκριτοι μερίμνησαν για την αποζημίωση των θιγόμενων (Πατσουριάνων και Καρατζαλιάνων). Μάλιστα τελευταίος υπογράφει ο Βασίλης Ζερβομπεάκος που ήταν ο γιος του πρώην μπέη της Μάνης. Να υπενθυμίσουμε πως όλα αυτά διαδραματίζονται λίγους μήνες πριν την έναρξη της ελληνικής επανάστασης του 1821, για αυτό ίσως πολλοί ήθελαν ειρήνη στον τόπο.

ΠΗΓΗ

Το Μοιρολόι-Σύνδεση και απόηχος του Ομηρικού έπους

Ο θάνατος αποτελεί θέμα συζήτησης και σημείο αναφοράς του ανθρώπου από την αρχαιότητα ως σήμερα. Πλήθος τελετουργιών, θρησκειών, πνευματικών αναζητήσεων και ψυχικών πεποιθήσεων αναπτύχθηκαν γύρω από την ενασχόληση με τον θάνατο. Η βία ως κινητήριος δύναμη της ιστορίας βοήθησε πολύ σε αυτό. Η δημιουργία πολλών εθιμικών τελετών σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης από διάφορους λαούς είναι λογική αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος πάντοτε συναρπαζόταν από την αναζήτηση του υπαρξιακού αγνώστου.

Εκδήλωση της νεκρικής εθιμοτυπίας είναι το μοιρολόι. Το τραγούδι, το άσμα το θρηνητικό προς εκείνον που φεύγει και πρέπει να τιμηθεί για να έχει καλό κατευόδιο (κάθοδο στον Άδη). Μελετητές όπως ο Saunier και ο Ε. Καψωμένος παρατηρούν ότι παλαιότερα ο ελληνικός λαός έμενε πιστός σε μια παράδοση των Ομηρικών χρόνων όπου η εικόνα του κάτω κόσμου απηχεί στην αρχαία παγανιστική μυθολογία για τον Άδη. Με λίγα λόγια όσο πολυτάραχη και αν ήταν η Ελληνική ιστορία αυτή η πεποίθηση περί του θανάτου, που συγκρούεται με επιστημονικές ή θρησκευτικές γνώμες δεν μπόρεσε να εξαλειφθεί.

Η Θέτιδα και οι Νηρηίδες θρηνούν το νεκρό Αχιλλέα. Κορινθιακή υδρία, 570 π.Χ. περίπου.
Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου (αντίγραφο).

Η κοσμοθεωρία του μοιρολογιού είναι αρχέγονη και απλή. Ο κόσμος (σύμπαν) διαιρείται συνήθως σε δύο μέρη. Τον απάνω κόσμο και τον κάτω κόσμο. Ο κάτω κόσμος είναι ο Άδης, ο οποίος φέρει στην συνείδηση του λαού πολλά ονόματα. (μαύρη γης, κάτω κόσμος, μαύρο σκοτάδι, Τάρταρα κ.ά.). Το μαύρο αποτελεί σύνηθες χαρακτηριστικό της νεκρικής εθιμοτυπίας. Στην λαϊκή φαντασία λειτουργεί σαν αποστροφή του απάνω κόσμου.

Ε Σταύρο του Μιχάλακα

Και λυγερέ μου άρχοντα

Πες μου τα νέα τα καλά

Από την κάτω γειτονιά[1]

Ο θρήνος και ο γόος είναι οι δύο λέξεις που χρησιμοποιούνται ήδη στα Ομηρικά έπη (στην Ιλιάδα υπάρχει εμφανείς διαχωρισμός των εννοιών), για την εκδήλωση των προσωπικών συναισθημάτων και τιμής του νεκρού. Η ίδια η ετυμολογία της λέξεως μοιρολόι, (M. Alexiou the ritual lament) προκύπτει από την λέξη μοίρα. Το νόημα της αποτελεί σύμβολο καθοριστικό για κάθε άνθρωπο, ο οποίος αργά η γρήγορα θα τερματίσει τον βίο του, αλλά και θεότητα αρχαία με μεγάλη λατρεία.


[1] Κάτω γειτονιά είναι ο κάτω κόσμος. Το παρόν μοιρολόι ειπώθηκε στα εννιάμερα συγγενούς, όπου η γυναίκα τον θρηνούσε, 9 μέρες μετά τον θάνατό του.

Στο παρακάτω βίντεο από την εκπομπή «ΦΩΤΑΨΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΟΧΘΗΣ» ερμηνεύεται το έθιμο του μοιρολογιού ως μορφή της δημοτικής μας παράδοσης.