Η Φυγάδευση Του Κολοκοτρώνη Στα Κύθηρα

 Αυτοβιογραφία Θεοδώρου Κολοκοτρώνη 
Κείμενον Τερτσέτη 1770 – 1821

Το απόσπασμα που ακολουθεί αφορά την παρουσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα Κύθηρα.

Α’ 1803

Εις τρεις ημέρας επήγαμεν μαζί με την Μαρία, μάννα του Τζανετάκη, και εβαρκαρισθήκαμε ανάμεσα Μαυροβούνι και Μαραθωνήσι. Μόλις εκάμαμε πανιά και εφύσηξε ένας βοριάς όπου δεν μας άφησε να προχωρήσωμε. Ήτον ξημερώνοντας των Βαΐων. Επιάσαμε εις την Ξυλήν, εκάμαμε πάλιν πανιά και μας εμπόδισε ο ενάντιος άνεμος και αράξαμεν εις το Ελαφονήσι.

Επήγαμε τέλος πάντων εις το Τζηρίγο με μία μεγάλη φουρτούνα και αράξαμε εις ένα χωριό Ποταμό λεγόμενον, εκεί ευρήκαμεν έναν από τους Γιατρακαίους και μας είπεν ότι « δεν κάμνει να φανερωθής μέσα εις την χώραν ως Κολοκοτρώνης». Επήγαμεν εις το διοικητήν του Τζηρίγου, Αρβανιτάκην λεγόμενον, ένα παιδί μας εγνώρισε από τον Πύργο και εκαθήσαμε εκεί. Την Μεγάλην Πέμπτη εφθάσαμε. Ο πρύτανις μας εμάλωσε, διατί είμεθα αμαρτωμένοι. Επήγα εις τον κομαντάντε τον Ρώσο, του εδιηγήθηκα, με την αλήθεια, ποίοι είμεθα, πώς καταντήσαμεν, και έτζι διέταξε να μας περιποιηθούν και να μας δώσουν απ’ όλα.

Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το Μοναστήρι ήταν μεγάλο και εχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκίαν, όταν επέρασα ήτον μία μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη η εκκλησιά με κλάδους δένδρων τότε έταξα ότι:

«Παναγία μου βοήθησέ μας να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον τύραννο και να σε φκιάσω καθώς και ήσουν πρώτα.

Με εβοήθησε. Και εις τον δεύτερον χρόνον της επαναστάσεώς μας επλήρωσα το τάμα μου και την έφκιασα. Αυτό το είδος της ζωής όπου εκάμναμε μας βοήθησε πολύ εις την επανάστασι. Διότι ηξεύραμεν τα κατατόπια τους δρόμους, τας θέσεις τους ανθρώπους, εσυνηθίσαμεν να καταφρονούμεν τους Τούρκους να υποφέρωμεν την πείναν την δίψαν την κακοπάθεια την λέρα και καθεξής.

Κατά την διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε πολλούς τόπους. Στο παραπάνω απόσπασμα ο ίδιος αναφέρει το πώς βρέθηκε στα Κύθηρα, ορμώμενος από την Μάνη. Τις δυσκολίες του ταξιδιού του καθώς και ονόματα των ποιων τον βοήθησαν.

Αξίζει να σημειωθεί πως ένα χρόνο πριν το 1802 είχε βγει σουλτανικό φιρμάνι για το κεφάλι του ίδιου και του Πετμεζά. Κυνηγημένος βρέθηκε στην Μάνη όπου η οικογένεια Τζανετάκη- Γρηγοράκη τον φυγάδευσε από το Μαυροβούνι στα Κύθηρα. Επίσης ιδιαίτερη μνεία αξίζουν οι Γιατριάνοι οι οποίοι όπως και κατά την διάρκεια της επανάστασης βοήθησαν και προστάτευσαν τον Κολοκοτρώνη.

Σε επίπεδο πολιτικής βλέπουμε ότι η στάση των Ρώσων απέναντι στους εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν τουλάχιστον φιλική.

Advertisements

Θεσμοί Της Μάνης – Η Καπετανία

Στην έξω Μάνη ( μεσσηνιακή και ως το Γύθειο ) δεν διαμορφώθηκαν οι ίδιοι θεσμοί με την μέσα Μάνη. Οι ιστορικές και γεωγραφικές διαφορές είχαν ως αποτέλεσμα και διοικητικές διαφορές. Στην έξω Μάνη ο πληθυσμός όντως για να ξεπεράσει τις όποιες κοινωνικές δυσκολίες στράφηκε και εκεί προς την οικογένεια.

Στην έξω Μάνη όμως είχαμε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Μεγάλες και γόνιμες εκτάσεις γης για τις οποίες φιλονικούσαν οι διάφορες οικογένειες και έντονη παρουσία κάποιας Εξουσίας έστω κι αν αυτή δεν επιβαλλόταν αλλά έκανε αισθητή την παρουσία της. ( Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι ). Η παρουσία κάστρων σε όλη την έκταση της έξω Μάνης ( Πασσαβάς, Ζαρνάτα, Κελεφά, κ.ά. ) οδήγησε πολλούς Μανιάτες σε συνδιαλλαγές με τους ξένους όσο ήταν εκεί και υιοθέτηση κάποιων χαρακτηριστικών τους.

Η δημιουργία μιας φεουδαρχίας στην έξω Μάνη δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Η δύναμη της οικογένειας επί μεγάλων εκτάσεων γης σε συνδυασμό με τα διοικητικά πρότυπα των Βενετών οδήγησε σε αυτήν την μορφή οργάνωσης του τόπου με πλήρη επισημότητα. Στην Μάνη τα οικογενειακά αυτά φέουδα ονομάστηκαν καπετανίες και οι ηγέτες αυτών ήταν οι καπετάνιοι οι οποίοι προέρχονταν από τις πιο δυνατές οικονομικά οικογένειες.

Πύργος του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη στον Αγερανό

Ο θεσμός της καπετανίας διέφερε τελείως από τους θεσμούς της μέσα Μάνης. Ο καπετάνιος ήταν απόλυτος άρχων του τόπου και η διαταγή του ήταν νόμος απαράβατος σε αντίθεση με την αναρχία και τον συνεχή αγώνα επιβίωσης και επιβολής συμφερόντων που επικρατούσε στα χωριά του Ταινάρου. Τα μέλη της οικογένειας δεν ήταν εξισωμένα. Νόμος ήταν ο λόγος του καπετάνιου που στο απόγειο της δόξης του μπορούσε να γίνει μπέης.

Κάθε καπετανία ακολουθούσε την εντολή του καπετάνιου. Τέτοιες εντολές αφορούσαν πολεμικές προετοιμασίες, καταβολή φόρου, συγκομιδή των ελιών, σπορά των σιτηρών κ.ά. που υποχρεώνονταν οι κάτοικοι να πράξουν. Ωστόσο υπήρχαν και καπετάνιοι ιδιαίτερα αγαπητοί από τους υπηκόους τους, όπως περιγράφει το παρακάτω τραγούδι.

Αφέντη, αφέντη Μούρτζινε
Οι Ξωχωρίτες μου πασι
Να πάρουν τα τουφέκια τους
Να κατεβούσι στο γυαλό ….

Αυτό συνέβαινε διότι πολλοί καπετάνιοι έκαναν αρκετές αγαθοεργίες. Μίσθωναν υπαλλήλους για προσωπική φρουρά, χτίστες, έφτιαχναν εκκλησίες, σχολεία, πλήρωναν γραμματικούς. Ακόμα και συσσίτιο για τους άπορους χωριανούς οργάνωναν μερικοί από αυτούς.
Οι καπετανίες δεν ήταν σταθερές. Αυτό διότι πολλοί καπετάνιοι προσπαθούσαν να επισκιάσουν άλλους ή γιατί με το πέρασμα χρόνου πολλοί νέοι Μανιάτες διεκδικούσαν μερίδιο καπετάνιου. Οι πιο γνωστές καπετανίες ήταν οι εξής ….

  • Του Κουμουνδούρου στις Κιτριές,
  • Του Καπετανάκη στην Τρικότσοβα
  • Του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη
  • Του Δουράκη στην Καστάνια
  • Του Βενετσιανάκη στην μικρή Καστάνια
  • Του Κυβέλου στην Μηλιά
  • Του Γιατράκου στην Άρνα
  • Του Καβαλλιεράκη στην Καρυούπολη
  • Του Γρηγοράκη στο Γύθειο και Αγερανό
  • Του Χρηστέα στην Πλάτσα
  • Του Μαυρομιχάλη στην Τσίμοβα

Ωστόσο υπήρχαν και μικρότερες καπετανίες, τέτοιες ήταν:

  • Του Χατζάκου στην Πηλάλα
  • Του Πατριαρχέα στο Πραστείο
  • Του Κιτρινιάρη στην Σαιδόνα
  • Του Καλκανδή στο Σκουτάρι
  • Του Ζερβάκου ή Ζερβομπεάκου στον Καρβελά
  • Του Πετροπουλάκη στην Ράχη
  • Του Ταβουλάρη στα Κονάκια

Η εξουσία των καπετάνιων ήταν αναγνωρισμένη επίσημα και από την Βενετική και Τουρκική εξουσία. Ακόμα και διάφοροι περιηγητές που έρχονταν στην Μάνη υποχρεούνταν να φιλοξενηθούν στο σπίτι ή φρούριο μάλλον του άρχοντα της περιοχής.

Τα σημαντικότερα προνόμια τους ήταν η συλλογή φόρων, το μονοπώλιο σε εμπορικές συναλλαγές από τα λιμάνια της περιοχής τους, η αποκλειστική ηγεσία σε περίοδο πολέμου. Επίσης συχνές ήταν και οι δικαστικού τύπου αποφάσεις που έπαιρναν και επέβαλλαν. Η εκλογή δε του καπετάνιου δεν ήταν αιρετή αλλά κληρονομική.

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.
Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Το Συμβάν Του Κολοκοτρώνη Με Τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.

Μέσα απο τα απομνημονεύματα του Κανέλλου Δεληγιάννη γίνεται γνωστό ένα συμβάν ανάμεσα στον Κολοκοτρώνη και τον αδελφό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριακούλη. Το γεγονός εκτυλίχθηκε μετά την κατάληψη της Τρίπολης και δείχνει μια πιο ανθρώπινη πλευρά των ηρώων της επανάστασης του 1821, περισσότερο ευάλωτη στα ανθρώπινα πάθη.

Αναφέρεται συγκεκριμένα περί του γεγονότος:

Την επαύριον —της καταλήψεως της Τριπολιτσάς— υπήγον οι οπλαρχηγοί να διανείμουν τους 50 ίππους των βεζυράδων, να πάρη αναλόγως έκαστος το ανήκον εις το σώμα του μερίδιον. Εγώ έκρινα αναξιοπρεπές δια τον εαυτόν μου να παρευρεθώ εις τοιαύτην διανομήν και υπήγεν ο αδελφός μου ο Δημητράκης. Εδιόρισαν λοιπόν άπαντες τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην ομοφώνως να κάμη την διανομήν και αυτός να δώση αναλογίαν εκάστου και την έκαμεν. Αλλ’ ο Κολοκοτρώνης απήτει να λάβη όλον το μερίδιον της επαρχίας Καρυταίνης, να το αναλογίση αυτός ως αρχηγός. Ο Κυριακούλης τον απήντησεν, ότι όλοι ημείς εγνωρίσαμεν απ’ αρχής του αγώνος μόνους τους Δεληγιανναίους. Θυμωθέντες και οι δύο και λογοτριβούντες, θυμώσας ο Κυριακούλης, διότι τον επρόσβαλε, του έδωσε μίαν κλωτσιάν, ώστε ολίγον έλειψε να τον κρημνίση κάτω από την σκάλαν να συντριφτή, λέξας μετ’ οργής προς αυτόν:

-Σκατόβλαχε. Θα σε κάμω και σένα αρχηγόν και μεγάλον. Παλιόκλεφτα!

Έπεσαν λοιπόν εις τό μέσον ό Αναγνωσταράς, ό Παπαφλέσιας, ό Δ. Δεληγιάννης, οί Γιατράκηδες, έφθασε και ό Γεωργάκης Μαυρομιχάλης και άνεχαίτισαν τον θυμόν του Κυριακούλη και ούτω διελύθη και αυτή ή σκηνή. Άφ’ όσα δε ενδύματα, χρυσόν, άργυρον, μαργαρίτας, πολυτίμους λίθους άλλα έπιπλα, τά όποια έφερον μεθ’ εαυτών τά χαρέμια και οι αυλικοί, δέν τους άφαιρέθη μικρόν τι έξ αυτών.»