το Αρχείο του Δικαίου Βαγιακάκου στην Δημόσια Κεντρική βιβλιοθήκη Σπάρτης

λλλ

Ο Δικαίος Βαγιακάκος και η αείμνηστη Ελένη Μπελιά στην Κοίτα μπροστά στον πατρογονικό πύργο Δικαίου Βαγιακάκου

Ο Δικαίος Β. Βαγιακάκος τέως Διευθυντής του Κέντρου Συντάξεως του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, ένας γνήσιος ευπατρίδης με καταγωγή από την Κοίτα, του Δήμου Ανατολικής Μάνης, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσολόγους του 20στού αιώνα και ο μεγαλύτερος ασφαλώς εν ζωή, διάγει το 101 έτος της ηλικίας του, έχει να επιδείξει ένα σπουδαίο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, το οποίο καλύπτει όλο το φάσμα των θεωρητικών – φιλολογικών σπουδών.
Οι μελέτες του αναφέρονται σε τομείς που ανάγονται στη Λαογραφία, Γλωσσολογία και Αρχαιολογία. Καλύπτουν το σύνολο των γλωσσικών ιδιωμάτων της Ελληνικής Γλώσσας με ιδιαίτερη βαρύτητα στο γλωσσικό ιδίωμα της γενέτειρας γης, της Μάνης, το οποίο και απετέλεσε αντικείμενο της διδακτορικής του διατριβής. Η απαρίθμηση των τίτλων και μόνο των έργων του θα απαιτούσε χώρο και χρόνο που δεν χωρεί σε μία σύντομη αναφορά, όπως η επιχειρουμένη. Εξάλλου η βιογραφία – εργογραφία του έχει δημοσιευθεί από την αείμνηστη Ελένη Μπελιά, σύντροφο της ζωής του και ερανίστρια του έργου του. «Δικαίος Β. Βαγιακάκος Βιογραφία – Εργογραφία», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Ι΄ (1990), σελ. 1-62.
Η μεγάλη προσφορά του Δικαίου Β. Βαγιακάκου στην Επιστήμη, αλλά και στη Μάνη και τη Λακωνία κορυφώθηκε με την ίδρυση της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, της οποίας υπήρξε ιθύνων νους για πάρα πολλά χρόνια και την οποία παρέδωσε πριν λίγα χρόνια ανθούσα στις νεώτερες γενιές. Στις σελίδες του περιοδικού «Λακωνικαί Σπουδαί» την ευθύνη του οποίου είχε για πάρα πολλά χρόνια μαζί με την αείμνηστη Ελένη Μπελιά φιλοξενήθηκαν όλες οι επιστημονικές μελέτες που αναφέρονται στη Μάνη και τη Λακωνία από το 1972 μέχρι σήμερα. Η ίδρυση της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών και μόνο θα αρκούσε, για να προσπορίσει στον ιδρυτή της την αιώνια ευγνωμοσύνη των Λακώνων και της επιστημονικής κοινότητας.
Σε αναγνώριση του μεγάλου έργου του και της προσφοράς του προς την επιστημονική έρευνα και τη Λακωνία, εκτός των άλλων τιμητικών διακρίσεων που κατά καιρούς έλαβε εντός και εκτός Ελλάδος, ο Δήμος Σπάρτης με πρωτοβουλία του αειμνήστου Δημάρχου Σαράντου Αντωνάκου και ο Δήμος Οιτύλου με αντίστοιχη πρωτοβουλία του Δημάρχου κ. Πέτρου Ανδρεάκου σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ετίμησαν με σημαντικές διακρίσεις τον Δικαίον Β. Βαγιακάκον. Όσες τιμές όμως και αν επιδαψιλεύσουμε οι Λάκωνες και οι νεοέλληνες στον πάντα χαλκέντερο Μανιάτη θεράποντα της επιστήμης, θα είναι λίγες μπροστά σε όσα αυτός, με τον οίστρο δημιουργίας που ακόμη και σήμερα τον διακρίνει, άφησε παρακαταθήκη εσαεί στις μελλοντικές γενιές των Ελλήνων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και αξίζει να αναφερθεί ο χαρακτηρισμός του Δικαίου Β. Βαγιακάκου από τον επίσης Μανιάτη Κυριάκο Δ. Κάσση στο βιβλίο του«Διακόσιοι Μανιάτες Λογογράφοι», Αθήνα 1998. «Πρόκειται ίσως για τον τελευταίο εν ζωή μεγάλο μελετητή της Μάνης της προπολεμικής γενιάς. Έναν φιλόλογο που ανάλωσε όλη την ζωή του στην συλλογή στοιχείων, στην μελέτη και δημοσίευση επί μέρους θεμάτων για τη Μάνη και τους Μανιάτες της διασποράς (Ιδιαίτερα τους Μανιάτες της Κορσικής). Ένας άνθρωπος πού είναι μνημείο της φιλολογικής πορείας της Μάνης από τον μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, όχι μόνο σαν μελετητής, αλλά και σαν μοναδική επιβίωση του παλαιού γνήσιου λόγιου Μανιάτη, με τις διαλεκτικά αδιάλλακτες συντηρητικές αρχές του, με το άτεγκτο ήθος του, με την χαλκέντερη ερευνητικότητά του, την καταπιεσμένη και απόκρυφη ευαισθησία του, το σκληρό χιούμορ του, τις δίκαιες παραξενιές του».
Τελευταία αξιέπαινη πράξη του η δωρεά της μεγάλης Βιβλιοθήκης και του προσωπικού του Αρχείου στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης. Γίνεται ακόμη πιο σημαντική η πράξη αυτή, γιατί γίνεται εν ζωή. Αποχωρίζεται ο Δικαίος Β. Βαγιακάκος λοιπόν τα πολύτιμα και σπάνια βιβλία του, αχώριστους συντρόφους μιας ζωής, και τα διαθέτει στην υπηρεσία της επιστημονικής έρευνας, την οποία με ζήλο και προσήλωση υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή. Η προσφορά του αποκτάει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η βιβλιοθήκη που παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό της Λακωνίας ο Δικαίος Βαγιακάκος προήλθε από το μόχθο και τις στερήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Άρχισε να συγκεντρώνει βιβλία από τα μαθητικά του χρόνια από το υστέρημά του και δεν έχει σταματήσει ακόμη και σήμερα. «Έμεινα πολλές φορές νηστικός, για να αγοράσω ένα βιβλίο» συνηθίζει ο ίδιος να εξομολογείται κάνοντας απολογισμό στη μακρόχρονη σταδιοδρομία του και στο τεράστιο συγγραφικό του έργο.
Ήδη ένα μεγάλο μέρος της Βιβλιοθήκης Δικαίου Βαγιακάκου έχει μεταφερθεί στη Βιβλιοθήκη Σπάρτης και έχει τοποθετηθεί στα ράφια, χωρίς φυσικά για την ώρα να είναι στη διάθεση των ερευνητών. Η μεταφορά των υπολοίπων έχει δρομολογηθεί με τη δική του φροντίδα.
Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης από την πλευρά της έχει επωμιστεί το τεράστιο έργο της καταλογογράφησης και αξιοποίησης της συλλογής και του προσωπικού του Αρχείου, για να εκπληρωθούν και οι όροι της δωρεάς, αλλά και για να αποδοθεί όλος αυτός ο θησαυρός στους ερευνητές και επιστήμονες του τόπου. Είναι προφανές ότι μεγάλο αναμένεται το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας για το γεγονός αυτό και φυσικά η Βιβλιοθήκη Σπάρτης μετά το Αρχείο Νικηφόρου Βρεττάκου, τη Βιβλιοθήκη Πουλίτσα, το αρχείο Σπύρου Βέργαδου και τη Βιβλιοθήκη Βασιλείου Καμαρινού θα έχει ένα ακόμη σοβαρότατο πόλο έλξεως για όσους ενδιαφέρονται να μελετήσουν την ιστορία αυτού του τόπου.
Ήδη με απόφαση του Εφορευτικού Συμβουλίου της Βιβλιοθήκης το Τμήμα της Λακωνικής Βιβλιογραφίας έχει ονομαστεί προς τιμήν του, ελάχιστος φόρος τιμής, «Αίθουσα Δικαίου Β. Βαγιακάκου».Απομένει να ενσωματωθεί και η Βιβλιοθήκη του σ’ αυτό και να δημιουργηθεί ένα ιδιαίτερο τμήμα όπου θα εξυπηρετούνται όσοι επιθυμούν να ασχοληθούν με την ιστορία της Λακωνίας.

Εμείς από την πλευρά μας δεν έχουμε παρά να πούμε ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον Δικαίον Β. Βαγιακάκον !!!

Κωνσταντίνος Θ. Τζανετάκος

Advertisements

Έθνος και Γλώσσα (της Έλλης Σκοπετέα)

pelopones_ethnic

γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου 

Η σχέση έθνους και γλώσσας είναι δύσκολο να περιγραφεί με τρόπο που να καλύπτει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ των δύο. Ο κατάλογος των εθνών, κατά τα φαινόμενα ανοιχτός ακόμα, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια χαώδη εικόνα που, από μόνη της, διαψεύδει την τρέχουσα αντίληψη περί της προνομιακής θέσης της γλώσσας ως “αντικειμενικού κριτηρίου” του έθνους (Hobsbawm 1994, 76-92). Κανένα έθνος δεν αποβλέπει εκ των προτέρων στη μονοπώληση μιας γλώσσας, μάλιστα η γλώσσα της αρχικής επιλογής του μπορεί ωραιότατα να αντικατασταθεί από κάποιαν άλλη· και, από την άλλη μεριά, καμιά γλώσσα δεν τάχθηκε “από τη φύση της” να υπηρετήσει ένα και μόνον έθνος, καθώς, όσο αρχαία και να είναι, οπωσδήποτε δεν γεννήθηκε ως “εθνική γλώσσα”. Υπάρχουν έθνη, καθ’όλα άξια του ονόματος, που μοιράζονται την ίδια γλώσσα με άλλα, ακόμα κι αν η γλώσσα αυτή τυχαίνει να είναι η γλώσσα ενός παλιού δυνάστη τους· και υπάρχουν έθνη που είναι, αντίθετα, πολύγλωσσα, και ανάγουν την ίδια την πολυγλωσσία σε στοιχείο της ταυτότητάς τους. Ακόμα και η απλούστερη εκδοχή της σχέσης -”κάθε έθνος κι η γλώσσα του” -, που αφορά μικρό μόνο ποσοστό των αναγνωρισμένων ή επίδοξων εθνών, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ποικιλία: ανάμεσα στα δύο άκρα -από τα έθνη που βρίσκουν έτοιμη μια γλώσσα ως τα έθνη που την επινοούν εκ του μη όντος-, τα περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς είναι μεγάλα. Επισκευές, εξωραϊσμοί, εκκαθαρίσεις, γέφυρες που στήνονται ή που γκρεμίζονται, πάσης φύσεως ειρηνικές ή βίαιες επεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης και της καλλιέργειας της γλωσσολογίας ως “εθνικής επιστήμης”, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Το τελικό προϊόν, η “εθνική γλώσσα”, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολύτως “φυσικό”· και χρησιμοποιείται μεν -σαν οιαδήποτε γλώσσα- ως εργαλείο επικοινωνίας (μεταξύ “ομοεθνών”), ο ρόλος της όμως δεν εξαντλείται εδώ, καθώς το γεγονός, ακριβώς, ότι είναι “εθνική” αντιστρατεύεται την εργαλειακή της χρήση.

Αυτή η “απλούστερη εκδοχή” της σχέσης έθνους και γλώσσας -η επιδίωξη, δηλαδή, της πλήρους σύμπτωσης των δύο- δεν φαίνεται λοιπόν και πολύ απλή. Από μιαν άποψη είναι μάλιστα η πιο περίπλοκη, όχι μόνον επειδή εν πολλοίς ευθύνεται για τη μυθοποίηση της σχέσης, αλλά κυρίως επειδή απαντά εκεί όπου έλκουν τις ρίζες τους ο ίδιος ο εθνικισμός και η υλική του έκφραση, το έθνος-κράτος στη δυτική Ευρώπη των νεότερων χρόνων και στις περιοχές της άμεσης επιρροής της. Η σημερινή ποικιλία των συνδυασμών σε παγκόσμια κλίμακα μπορεί να υποδηλώσει αποδέσμευση των εθνών από το δυτικό πρότυπο στη “μεταμοντέρνα” εποχή μας, περιπτώσεις όμως όπως της Βοσνίας, η αυτονόμηση της οποίας συνοδεύτηκε από τη γέννηση μιας ανύπαρκτης ως χθες “βοσνιακής” γλώσσας, επιβεβαιώνουν τη δύναμή του.

Ας μη σπεύσουμε, από την άλλη μεριά, να φανταστούμε ένα “δυτικό πρότυπο” σχέσης έθνους και γλώσσας. Από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, βέβαια, προέκυψε η χαρακτηριστική, οικεία σύγχυση μεταξύ των ορίων τους, η ταύτιση της γλώσσας με το “πνεύμα” ή την “ιδιοφυία” του λαού που την ομιλεί. Το μήνυμα, όμως, ελήφθη από κοινωνίες που βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές στιγμές της ιστορίας τους, μέσα στην ίδια την Ευρώπη· και είναι ασφαλώς δύσκολο να εντάξουμε σε κοινά συμφραζόμενα παραδείγματα τόσο ανόμοια μεταξύ τους: ‘Eχουμε, πρώτον, την κατά κάποιον τρόπο απροσχεδίαστη, οπωσδήποτε μακραίωνη, διαμόρφωση μιας κοινής, που το έθνος-κράτος χρησιμοποιεί για να συνεννοείται με τους πολίτες του (Γαλλία, Βρετανία· Αnderson 1997, 75-77)· έχουμε τη μεθοδευμένη -και πιο γρήγορη- συγκρότηση μιας “άστεγης” κοινής, που προηγείται του έθνους-κράτους (Ιταλία, Γερμανία)· και έχουμε, τέλος, τα πάσης φύσεως “γλωσσικά ζητήματα” που αναφύονται στις παρυφές της Ευρώπης και αναδεικνύουν την οικοδομούμενη κοινή σε μήλον της έριδος και μείζον “εθνικό θέμα” (Ελλάδα, Σερβία· βλ. Τριανταφυλλίδης [1938] 1993, 86-96· Σκοπετέα 1988, 397-403). Ωστόσο, η “κατασκευή”, ακριβώς, μιας γενικώς αποδεκτής κοινής -έστω και αν αυτή αποδειχθεί προσωρινή λύση-, η άμεση ή έμμεση σχέση της με τις ανάγκες του έθνους-κράτους, η υποχρεωτική της εκμάθηση από τους πολίτες του, η ιδιαίτερη στοργή ή καμάρι που ο κάθε ενδιαφερόμενος λαός αισθάνεται απέναντι στη “δική του” γλώσσα (όπως άλλωστε και απέναντι στο έθνος του), θα μπορούσαν να επισημανθούν ως αναγνωρίσιμες ομοιότητες ανάμεσα στις πολλές διαφορές: Στοιχεία που θεωρούνται πλέον παγκοσμίως τόσο φυσικά, ώστε η απώτερη δυτική τους προέλευση να τίθεται, επιθετικά κιόλας, υπό αμφισβήτηση.

Από τα παραπάνω “δυτικά” παραδείγματα, τα “γλωσσικά ζητήματα” (υπόθεση, βασικά, του 19ου αιώνα) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κι αυτό επειδή κατά κανόνα συνδέονται με διαφορετικές περί του έθνους αντιλήψεις. Ποια θα είναι η γλώσσα που θα επικρατήσει; Η γλώσσα του “λαού”, που είναι τι; Η γλώσσα μιας λόγιας κάστας, που ποια περιθώρια αυθαιρεσίας διαθέτει; Και στις δύο περιπτώσεις, η νεόκοπη “εθνική γλωσσολογία” (είτε έχει είτε δεν έχει επίγνωση του πράγματος), σε στενή συνεργασία με τη φιλολογία, αυτοεξουσιοδοτείται να γνωμοδοτήσει, να αποφασίσει στην πραγματικότητα τί είναι λαός, τί είναι έθνος· και, το κυριότερο, να φτιάξει μια γλώσσα σύγχρονη, τη γλώσσα του έθνους-κράτους, που να προβλέπει χώρο για έννοιες εξ ορισμού απούσες από τη γλώσσα του “λαού”.

Ο τρόπος με τον οποίο λύθηκε το πρόβλημα στη Σερβία είναι διαφωτιστικός. Εκεί ύστερα από μακρούς και σφοδρούς αγώνες υπερίσχυσε η επιλογή του Βουκ Κάρατζιτς (στηριγμένη κατά μεγάλο μέρος στο ιδίωμα του χωριού του). Ηττήθηκε η λόγια λύση η “σερβοσλαβική” γλώσσα, γόνος της εκκλησιαστικής σλαβικής. Και οι δύο γλώσσες ήταν “προεθνικές”, πράγμα που σημαίνει ότι και οι δύο έπρεπε να υποβληθούν σε έναν αναγκαίο “εκσυγχρονισμό”. Η λύση Κάρατζιτς συνεπαγόταν μαζικούς δανεισμούς από δυτικές γλώσσες για να αντιμετωπιστεί η πενία, σε αφηρημένες τουλάχιστον έννοιες, της δημώδους. ‘Aφησε όμως τη σφραγίδα της και στην εξέλιξη του ίδιου του σερβικού εθνικισμού, ή τουλάχιστον στη χαρακτηριστική σερβική ροπή προς τον λαϊκισμό και στην -ντόπια επίσης- εικόνα του “χωριάτικου” και εσωστρεφούς σερβικού έθνους.

‘Aλλη η ελληνική περίπτωση, όπου η καθαρεύουσα, τεχνητή γλώσσα που θεωρούνταν επί δεκαετίες και από σοβαρούς ανθρώπους ετεροχρονισμένος πρόγονος της αρχαίας ελληνικής, έμεινε χωρίς αντιπάλους κατά το μεγαλύτερο κομμάτι του 19ου αιώνα, και επωμίστηκε εξ ολοκλήρου το “εκσυγχρονιστικό” έργο, επιστρατεύοντας φυσικά γι’ αυτό την αρχαία, αλλά και νεολογίζοντας με αρκετή δόση φαντασίας κάποτε. Οι δημοτικιστές, που ανήγαγαν την υπόθεση της γλώσσας στην κατεξοχήν Ιδέα του έθνους, αγνόησαν παντελώς αυτή την πλευρά της καθαρεύουσας και ξεκίνησαν την ίδια δουλειά από την αρχή, αλλά αμέθοδα και σπασμωδικά. Δημοτική και καθαρεύουσα, από την άλλη μεριά, συνέπλευσαν αρμονικότατα -χωρίς καμιά τους να ενδιαφερθεί να το αναγνωρίσει- στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους ή στην εξελληνιστική πολιτική των αλλογλώσσων της Βαλκανικής.

Το τελευταίο αυτό σημείο θα πρέπει να τονιστεί και για έναν άλλο λόγο, άσχετο από τη διαμάχη καθαρεύουσας-δημοτικής Επειδή μας βοηθάει να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη, στον ελληνικό εθνικισμό, δύο προφανώς αντικρουόμενων απόψεων για τη σχέση έθνους και γλώσσας. Η μία, η απορρέουσα από τον ρομαντισμό, ταυτίζει έθνος και γλώσσα, εντοπίζει στη γλώσσα την ίδια την “εθνικήν ύπαρξιν”, και τη συναντάμε συνεχώς από τα χρόνια του “ελληνικού διαφωτισμού” ως και τον 20ό αιώνα. Προς τα τέλη, όμως του 19ου αιώνα, όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί αλληλοσπαράσσονται διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς, οι ‘Eλληνες αρχίζουν να αποκαθηλώνουν τη γλώσσα από την περιωπή του κεντρικού συστατικού στοιχείου του έθνους και να προβάλλουν στη θέση της την πολύ πιο εύπλαστη έννοια της “εθνικής συνειδήσεως”,ώστε να μπορέσουν να συμπεριληφθούν στους κόλπους του ελληνικού έθνους και σλαβόφωνοι, αλβανόφωνοι, βλαχόφωνοι κλπ. Το ότι αυτή η άποψη κατά κανέναν τρόπο δεν καταργεί την αντίθετή της (οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν αμέριμνα να ασπάζονται και τις δύο) κάτι δηλώνει για το ιδεολογικώς πολύ βεβαρημένο περιεχόμενο της σχέσης έθνους και γλώσσας.

ΠΗΓΉ

http://www.pokethe.gr/wordpress/?p=269

Δημήτρης Δημητράκος

Οι Μανιάτες δεν είχαν έντονη παρουσία μόνο στους πολέμους και στις μάχες. Πολλοί Μανιάτες διακρίθηκαν στις  εικαστικές τέχνες και τα γράμματα. Ένας τέτοιος παλιός λόγιος ήταν και ο Δημήτρης Δημητράκος. Παρακάτω ακολουθεί το βιογραφικό του από το   http://www.biblionet.gr

Ο Δημήτριος Δημητράκος γεννήθηκε στο χωριό Νόμια της Μάνης, το 1875 και πέθανε στην Αθήνα το 1966. Εκεί βρίσκεται το πατρικό του σπίτι και η ρίζα της οικογένειας. Ο Δημήτριος Δημητράκος ήταν για ένα διάστημα δάσκαλος και στη συνέχεια σιδηροδρομικός υπάλληλος. Ως υπάλληλος των σιδηροδρόμων είχε έρθει στην Αθήνα, προς το τέλος του 19ου αιώνα. Τότε θαύμασε τους πρώτους ηλεκτροφωτισμούς. Ως μαθητής έφευγε νύχτα από το χωριό για να φτάσει στην Αρεόπολη που ήταν το γυμνάσιο και, βέβαια, διάβαζε με το φως της λάμπας πετρελαίου ή με το φως της σελήνης. Είχε φιλοδοξία ν’ ασχοληθεί με τα γράμματα.

Όταν έφυγε από τη Μάνη, με ελάχιστα χρήματα άνοιξε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, το 1896, στο Λαύριο. Kι επειδή δεν είχε αρκετό αναγνωστικό κοινό, είχε βρει έναν δημοδιδάσκαλο και πήγαιναν τα βράδια και έκαναν νυχτερινά μαθήματα, ώστε να δημιουργηθεί η ζήτηση των βιβλίων. Λίγο αργότερα μετακομίζει στις παρυφές της τότε Αθήνας, στο λόφο του Φιλοπάππου, όπου εκεί έκτισε ένα σπίτι. Εκεί γεννήθηκαν τα παιδιά του και μαζί τους μεγάλωνε και ο εκδοτικός οίκος του Δημήτριου Δημητράκου. Στη συνέχεια το σπίτι στου Φιλοπάππου έγινε τυπογραφείο, όπου ο εγγονός του Δημήτρης Π. Δημητράκος, καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών διατηρεί ένα μικρό γραφείο.

Ήταν άνθρωπος που εκτιμούσε την ποιότητα, δεν ήταν όμως άνθρωπος της τάξης. Kι έτσι, με την ακαταστασία που επικρατούσε χάθηκε όλο το αρχείο του εκδοτικού οίκου. Για πολλά χρόνια όλα τα διδακτικά βιβλία και όλα τα εποπτικά μέσα του σχολείου ήταν εκδόσεις «Δημητράκου».

Ο Δημήτριος Δημητράκος θεωρούσε ότι η απαρχή των δεινών για τον εκδοτικό οίκο ήταν όταν πέθανε ο Βενιζέλος.

Το 1931 ανήγγειλε την έκδοση του λεξικού προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών σε όσους επιθυμούσαν ένα λεξικό μόνο της αρχαίας ελληνικής ή της δημοτικής. Ο Δ. Δημητράκος απάντησε ότι «…είναι ακατανόητον να αρκούμεθα εις λεξικά της γλώσσης μας μέχρι του 1100 ή έστω μέχρι του 1300, της αρχαίας και αγνώστου γλώσσης εις τα εννέα δέκατα τουλάχιστον του ελληνικού λαού, και να επιμένωμεν να αγνοούμεν την γλώσσαν, η οποία σήμερον εξυπηρετεί την ζωήν μας από 700 συνεχώς ετών».

Για τη σύνταξη του «Μεγάλου Λεξικού» προσκάλεσε το σύνολο των κορυφαίων απ’ τα ελληνικά γράμματα της εποχής. Άλλοι δέχθηκαν να εργαστούν κι άλλοι αρνήθηκαν, καθώς η διαμάχη καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών εξακολουθούσε να είναι σφοδρή στα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Το φιλόδοξο έργο ολοκληρώθηκε το 1953 χαρακτηριζόμενο απ’ την Ακαδημία Αθηνών, που έσπευσε αμέσως να το βραβεύσει, ως «έργον όχι μόνον εις όγκον, αλλά και εις πραγματικήν αξίαν επιβλητικόν και μνημειώδες».

Το «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης» είναι έργο ζωής του Δημητρίου Β. Δημητράκου (1875-1966). Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται όλα τα λήμματα όλης της ελληνικής γλώσσας, από την ομηρική μέχρι τη σύγχρονη εποχή σε ενιαίο λεξικό. Αποτελεί τη βάση όλης της ελληνικής λεξικογραφίας, από τότε που δημοσιεύτηκε, και συγχρόνως το πρώτο βιβλίο του Έθνους, αν ισχύει η αρχή που είχε διατυπώσει ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) μια δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση, ότι «το πρώτον βιβλίον εκάστου έθνους είναι της γλώσσης που το Λεξικόν, ήγουν η συνάθροισις και έρευνα των συμβόλων με τα οποία εκφράζει τας ιδέας του».

Ο Δημητράκος όμως δεν ξεχνούσε ποτέ και την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του ήταν το βιβλίο λαογραφικού – ιστορικού περιεχομένου με τίτλο οι Νυκλιάνοι. Βιβλίο για το οποίο ο Πάτρικ λη Φέρμορ βρετανός συγγραφέας και περιηγητής στην Μάνη έγραψε πως αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη απεικόνιση της μανιάτικης κουλτούρας.

ο Δημήτριος Δημητράκος τιμήθηκε με το παράσημο του Φοίνικος δέκα χρόνια αργότερα. Μέχρι σήμερα το Λεξικό Δημητράκου αποτελεί κύρια πηγή λεξικογραφίας και είναι απαραίτητο βοήθημα για κάθε πνευματικό άνθρωπο που θέλει να χειρίζεται σωστά την ελληνική γλώσσα.

Η Μανιάτικη Διάλεκτος

Για κάθε λαό η γλώσσα και το θρήσκευμα αποτελούν τα δύο βασικότερα κομμάτια πολιτισμού που τον κάνουν ξεχωριστό σαν έθνος, αλλά και τον χαρακτηρίζουν στον χώρο και στο χρόνο. Οι Έλληνες σήμερα αν θέλουμε να περηφανευόμαστε για την καταγωγή μας από τους αρχαίους θα πρέπει να αναλογιστούμε την γλώσσα μας, μιας και το θρήσκευμα είναι διαφορετικό.

Κάποιες περιοχές της Ελλάδας διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό αναλλοίωτα βασικά στοιχεία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Μία από αυτές τις περιοχές ήταν και η Μάνη. Ο λόγος που συνέβη αυτό είναι διότι κάποιες περιοχές δέχτηκαν μέσα στην ροή της ιστορίας ελάχιστα ξένα προς τον τόπο πολιτιστικά γνωρίσματα και συνεπώς και γλωσσικά. Χωρίς φόβο ιδιαίτερης αυθαιρεσίας θα μπορούσαμε να κατατάξουμε σε βαθμό αρχαιοφάνειας τα διάφορα ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα ως εξής¨

  1. Μάνη και Τσακωνιά
  2. Κύπρος, Πόντος, Σφακιά, Ν. Δωδεκάνησα, Παλαιά Αθήνα, Μέγαρα
  3. Νησιά Αιγαίου, Κύθηρα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Ν. Εύβοια, Ν.Δ Αρκαδία, Κρήτη
  4. Πελοπόννησος
  5. Νότια Στερεά Ελλάδα
  6. Κεντρικός κορμός Ελλάδας, Μακεδονία, Θράκη, Ρωμυλία, Μικρά Ασία

Η τσακώνικη και η παραταινάρια ( Μανιάτικη ) γλώσσα είναι άμεσα επιβιώματα της δωρικής διαλέκτου με εμφανή και τα λιγοστά νεότερα επιστρώματα μέσα στους αιώνες.

Τα επιστρώματα αυτά προήλθαν στις περιοχές αυτές από τους πληθυσμούς που κινήθηκαν εκεί κατά την Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία στην Πελοπόννησο. Αλλά και τα διάφορα λατινικά στοιχεία στην γλώσσα δεν πρέπει να μας ξενίζει καθώς η λατινική γλώσσα είναι κλαδί της δωρικής διαλέκτου. Πολύ σημαντικά στοιχεία επίσης της παραταινάριας γλώσσας που παραπέμπουν στην αρχαία δωρική είναι τα τοπωνύμια, τα επίθετα, τα επιτατικά προσφύματα, η αρχαϊκή προστακτική, η προφορά και η μορφή των λέξεων.

Τέλος το σημαντικότερο γνώρισμα είναι η λιγόλογη αλληγορία ( ποιητική περιγραφή ) που ταυτίζεται με την ομιλία των αρχαίων Λακώνων δηλαδή λίγα λόγια με πολύ νόημα. Ικανότητα της πλήρους περιγραφής με βραχύ λόγο. Το λακωνίζειν.

Πηγή: Κυριάκος Κάσσης