Δημοπρασίες Δεκάτης Μπαρδουνίων 1704

notta delle Decime dell’ infrascritte ville del territorio di Bardugna poste al Publico Incanto dal Nobile Homo Ser Lunardo Pisani Proveditor per l’ anno corrente 1705.

erano l’anno 1704

Villa Petrinα teneva il comune di essa per Reali 155 

Per il 4ο Reali 38 ¾

Panagioti Gulacki da Gulianica Reali 130 

Villa San Nicolò e Bardugna teneva il commune

di essa per Reali 145

Capitan Steffano Malevri eali 130

Per il 4ο Reali 36 1/4

Villa Arna teneva il comune di essa per la summa Reali 395

Per il 4ο Reali 98 3/4

Offeri Nicolò Chrissomala  da Petrina Reali 210

Το παραπάνω έγγραφο αποτελεί τμήμα εγγράφου Βενετικού φορολογικού κατάστιχου της περιοχής των Μπαρδουνοχωρίων της Μάνης. Οι Βενετοί 300 και πλέον χρόνια πριν αποτελούσαν ένα πολύ οργανωμένο και έγκυρο κράτους με σοβαρά θεσμικά όργανα. Για τους Μανιάτες ο φόρος στους Βενετούς δεν αποτελούσε υποτέλεια, αλλά το αντίβαρο απέναντι στον Οθωμανό κατακτητή. Το παραπάνω έγγραφο του 1704 μας δίνει σπουδαίες πληροφορίες για το τι συνθήκες οικονομικές και κοινωνικές επικρατούσαν εκείνη την περίοδο.

1. Η συλλογή του φόρου της δεκάτης στα Μπαρδούνια (και όχι στην ευρύτερη περιοχή της Μάνης) αποτελούσε μέλημα ισχυρών προκρίτων – καπετάνιων που το κέρδιζαν με δημοπρασία. Από την συλλογή του φόρου αμείβονταν αναλόγως.

2. Ο αριθμός σε ρεάλια (νομίσματα) και το ύψος του φόρου εξαρτιόταν από τα έσοδα του κάθε χωριού. Η Άρνα για παράδειγμα είχε μεγαλύτερα έσοδα, ως μεγαλύτερο χωριό, άρα και μεγαλύτερη φορολόγηση και αμοιβή του καπετάνιου. Επίσης όσο μεγαλύτερο το χωριό τόσο μεγαλύτερο και το ποσό που έπρεπε να προσφέρει ο καπετάνιος στην δημοπρασία.

3. Στο παραπάνω έγγραφο του 1704 μισθωτές είναι οι Παναγιώτης Γουλάκης από τα Γουλιάνικα, ο Στέφανος Μαλεύρης και ο Νικόλαος Χρυσομάλλης από την Πετρίνα.

4. Τα Γουλιάνικα βρίσκονται στα Κόκκινα Λουριά. Το τοπωνύμιο προκύπτει από το οικογενειακό όνομα Γουλάκης. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα αποτελούσαν ισχυρή οικογένεια της περιοχής με αρχηγό τον Παναγιώτη Γουλάκη. Μετά τον 18ο αιώνα φεύγουν από το προσκήνιο. (όχι απίθανη μετανάστευσή τους αλλού). Το όνομα προκύπτει από την αρβανίτικη λέξη «κουλές – κουλάς – Γουλάς» που σημαίνει πύργος. Το τοπωνύμιο «Γουλάς» συναντάται και στην Βάθεια όπου υπάρχει και πύργος. Στο χωριό Τόμπρα υπάρχει και η πατριά των Γουλιάνων ή Κουλιάνων¹.

5. Ο Στέφανος Μαλεύρης ήταν τόσο ισχυρός στην περιοχή όπου μετέπειτα η επικράτεια την οποία διοικούσε πήρε το όνομά του κατά το νεότερο ελληνικό κράτος (Δήμος Μαλευρίου). Το επώνυμο διατηρείται ως σήμερα.

6. Ο Νικόλαος Χρυσομάλλης ήταν επίσης ισχυρός πρόκριτος – φεουδάρχης σε έναν βαθμό ο οποίος αναφέρει το έγγραφο ότι ζούσε στην Πετρίνα. Το επώνυμο επιβιώνει ως σήμερα στην μεσσηνιακή Μάνη.

7. Στα κατάστιχα της εποχής γίνεται ολοφάνερο ότι τα μανιάτικα επίθετα ήταν ακατάληκτα ή με την κατάληξη –άκης, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι το –άκος ως κατάληξη είναι νεότερη.

 

1 http://www.mani.org.gr

ΠΗΓΗ: Κώστα Κόμη «Βενετικά Κατάστιχα Μάνης Μπαρδούνιας»

 

Εμπόριο Προϊόντων Απο Τη Μάνη Πρός Την Βενετία

Φορτωτική από το Μαραθονήσι για τη Βενετία

 

ΑΠΟ ΤΑ ΒΕΝΕΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ
24 Αυγούστου 1728

Μαραθονήσι

AEIB, Ε΄. Οικονομική Διαχείριση, 1. Διαθήκες, κληροδοτήματα, διαχείριση, δωρεές, αρ. 170, Θήκη 1, έγγρ. 210

Ο Κωνσταντίνος Σάρος στο Μαραθονήσι φορτώνει στη μαρτσιλιάνα «La Madonna d’Eggitto e San Joseppe» με καπετάνιο τον Mattio Zenaro, διάφορα εμπορεύματα με τελικούς αποδέκτες την εμπορική εταιρεία των Κωνσταντίνου Σελέκη, Λάμπρου Σάρου και Μιχαήλ Καραγιάννη, η οποία έδρευε στη Βενετία. Το καράβι που είχε φορτώσει βελανίδια από τη Μάνη, λάδι, κερί, μετάξι έκανε τρεις ακόμα στάσεις: στις Κιτριές, στο Καλαμίτζι και στην Κορώνη, για να πάρει και άλλες ποσότητες λαδιού.

To Γύθειο σε γκραβούρα

Η παραπάνω επιστολή επιβεβαιώνει το εμπόριο βελανιδιού που ασκούσαν οι Μανιάτες και κυρίως οι Γρηγοράκηδες, πράγμα που αναφέρεται από πολλούς περιηγητές της εποχής.

Οι Μανιάτες Του Πειραιά

Μετά την δημιουργία του Ελληνικού κράτους και ιδιαίτερα κατά τις αρχές του 20ου αιώνα, η Μάνη άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της, λόγω των δύσκολων συνθηκών επιβίωσης. Όταν άρχισε να διαφαίνεται η βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη, πολλοί Μανιάτες αναζήτησαν καλύτερη τύχη σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και στο εξωτερικό.

Τέτοιες περιοχές ήταν τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, που πρόσφεραν περισσότερες πιθανότητες εξεύρεσης εργασίας, και οι περιοχές που υπήρχαν λιμάνια και ορυχεία όπως ο Πειραιάς και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Το μεγαλύτερο μέρος των Λακώνων τότε όδευσε προς το λιμάνι του Πειραιά. Για να βρεί κάποιος να δουλέψει στο λιμάνι ήταν πολύ δύσκολο και καθημερινά έπρεπε να κάνει μεγάλες προσπάθειες για να βγάλει ένα μεροκάματο.

Η ανοχή και η ευγένεια δεν είχαν χώρο σε τέτοια ζητήματα, γιατί ήταν καθαρά θέμα επιβίωσης  γι’ αυτό το λόγο, οι πιο σκληροτράχηλοι έλεγχαν τις δουλειές. Οι Μανιάτες με τον ερχομό τους φρόντισαν να τηρήσουν αυτό τον κανόνα και να γίνουν κύριοι των πραγμάτων στο λιμάνι. Ο ανταγωνισμός βέβαια ήταν μεγάλος. Στην περιοχή υπήρχαν και άλλες ομάδες με συγκρουόμενα συμφέροντα με αυτά των Λακώνων (Κρήτες,Αρβανίτες,Πόντιοι). Οι μεταξύ τους διαμάχες ήταν συχνότατες, με τις περισσότερες να λήγουν υπέρ των Μανιατών.

Οι συχνότερες και μεγαλύτερες συγκρούσεις γινόνταν στον ΟΛΠ, όπου για να βρεί κάποιος αριθμό για να δουλέψει έπρεπε να πάρει τη συγκατάθεση των »σκληρών» Μανιατών, οι οποίοι έπαιρναν τις θέσεις με νταηλίκι απο τους υπόλοιπους.

Μια  σειρά συμπλοκών  πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1909-1919, κατά τις οποίες  πολλοί Κρήτες άρχισαν να συρρέουν στον Πειραιά προσπαθώντας να πάρουν το πάνω χέρι στις δουλειές. Οι Μανιάτες αγρίεψαν και μετά από αρκετούς καυγάδες, κατάφεραν να τρέψουν σε φυγή τους πολλαπλάσιους Κρήτες. Στις συγκρούσεις σκοτώθηκαν 14 Κρήτες, 2 Μανιάτες  ενώ πάρα πολλοί τραυματίσθηκαν.

Τελικά έγινε ανακωχή και απο τις δύο πλευρές και όρισαν κάποιους κανόνες για τις δουλειές στο λιμάνι. Μεταξύ τους συμφωνήθηκε ότι οι Μανιάτες θα επιστατούσαν, οι Κρήτες θα κουβαλούσαν μόνο καθαρά φορτία, όπως το στάρι και οι υπόλοιποι (νησιώτες κ.α) με τους Σαντορινιούς υψηλότερα στην βαθμίδα, θα έπαιρναν τα βαρύτερα φορτία. Οι Σαντορινιοί είχαν πάρει και το απεχθές σε όλους κάρβουνο.

Απο αυτή την πολυτάραχη περίοδο έχει μείνει ένα τρίστιχο που λέγεται απο τους παλιότερους:

Οι Σαντορινιοί στα κάρβουνα

οι Κρητικοί στα στάιρια

και οι Μανιάτες κάποι* παλληκάρια

*καπετάνιοι,επιβλέποντες