O Πετρόμπεης μιλάει για την προσφορά της Μάνης στην επανάσταση του 1821

                                                                                Αποτέλεσμα εικόνας για Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

F. Aichholzer, Προσωπογραφία του Πετρόμπεη Mαυρομιχάλη. (Μουσείο Μπενάκη)    

Εν Άργει  11 : Οκτωβρίου 1829

Είναι γεγονός ότι οι Μανιάτες αγωνιστές του 1821 δεν άφησαν απομνημονεύματα, ικανά να φωτίσουν ακόμη περισσότερο τη συμβολή της Μάνης στον απελευθερωτικό αγώνα της Πατρίδας κατά του Οθωμανικού ζυγού. Αυτό έχει συχνά ως αποτέλεσμα ορισμένοι, είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, να παραποιούν την ιστορία και μεθοδικά να υποβαθμίζουν (ή ακόμη και να αποσιωπούν) την προσφορά και τις θυσίες των Μανιατών.

          Από αυτήν την άποψη, οι όποιες σωζόμενες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών του Αγώνα, αποκτούν ιδιαίτερη ιστορική σημασία και βαρύτητα. Πολύ περισσότερο σήμερα, με αφορμή την ιστορική επέτειο της 17ης Μαρτίου 1821, αλλά και ενόψει της επικείμενης συμπλήρωσης των 200 χρόνων από εκείνη την εποχή και των συναφών εκδηλώσεων.

Μία τέτοια περίπτωση, σωζόμενης στα αρχεία αλλά σχεδόν άγνωστης μαρτυρίας, αποτελεί η τρισέλιδη επιστολή του Πετρόμπεη προς τον Καποδίστρια, μέρος της οποίας παρακάτω δημοσιεύουμε (από 11 Οκτωβρίου 1829, βλ. Γ.Α.Κ. Αρχείο Γενικής Γραμματείας, περιόδου Ι. Καποδίστρια. Φ. 222).

Εδώ ο Μαυρομιχάλης, που είχε δίπλα του τα ηρωικά μέλη της οικογένειας του και άλλους άξιους οπλαρχηγούς, περιγράφει τις ενέργειές του για την οργάνωση και την εξάπλωση του απελευθερωτικού αγώνα των Μανιατών στα 1821, από την ελεύθερη Μάνη στην απελευθέρωση της Καλαμάτας και σχεδόν ολόκληρης της Πελοποννήσου και της ανατολικής Στερεάς, με τον εξής μοναδικό τρόπο :

«..Ο καιρός Σ. Κυβερνήτα μας είναι προσδιορισμένος απ’ όλον το Ελληνικό Έθνος, αφ’ ου έστειλον τον υιόν μου και δούλον σας Αναστάσιον εις Τριπολιτζάν θυσιάσας αυτόν δια την πατρίδα εκουσίως, όπου και των Τούρκων τα όμματα εσφαλίσθησαν με κατράμι και δεν εφοδιάσθησαν.

          Κατά τους 1821 Φεβρουαρίου : 10. Και πάλιν αμέσως έστειλον επίτηδες έναν μου ανηψιόν εις Κωνσταντινούπολιν, δίδοντας την είδησιν  του υιού μας και δούλου Σας Γεωργάκη, και με μεγάλον κίνδυνον της ζωής του εδραπέτευσεν, καθότι ο ερχομός του Γεωργάκη επροξένησεν την επανάστασιν εις την Ελλάδα. Και έπειτα κατά διαφόρους πολέμους, και αρίστευσε και εκινδύνευσε εις τέλειον θάνατον, αφ’ού έπεσεν εις χείρας του Ιμβραήμη, αλλά η θεία Πρόνοια με ελυπήθη και τον ελευθέρωσεν.

          Έπειτα εις το αυτό έτος 23 : Μαρτίου όπου εδιώρισα εις δύο κολόνας τα εμπειροπόλεμα όπλα της Σπάρτης, από το μέρος της δυνατής θέσεως Μπαρδούνιας και Μυστρός, αρχηγούς διορίζοντας τους αυτάδελφούς μου Κυριακούλη και Κωνσταντίνον, κυριεύοντας διά της παντοδυναμίας του Υψίστου, εκείνα τα απόρθητα μέρη αναιμωτί, όπου βέβαιον ήθελον πολεμούν ακόμη, με το να είναι δύσβατοι τόποι και πύργοι φοβεροί. Και εις την ίδια στιγμή αμέσως επροχώρησαν έως το Καλογεροβούνι, έξω της Τριπολιτζάς.

          Εγώ δε μετά των λοιπών εκυριεύσαμεν την Μεσσηνίαν, σχεδόν όλην την Πελοπόννησον, επολιορκήσαμε τα φρούρια και του Λάλα ενδυναμώσαμεν και τα έξω Μεγάλα Δερβένια της Ρούμελης αφ’ ου έγινε η φοβερή και λαμπρά μπατάγια του Βαλτετζίου, ήτις επισφράγισε δια της θείας προνοίας την τύχην της Ελλάδος.

          Ο δε Κυριακούλης και Ηλίας έπειτα από την νίκην του Βαλτετζίου, εβεβαιώθημεν ότι κατεβαίνει ο Βερβεργιόνης και διάφοροι άλλοι πασάδες με αρκετά στρατεύματα να έμβουν εις τον Μωρέα, όπου  βέβαιον και επροχωρούσαν, αμέσως τους εδιώρισα και επήγαν και τους  αντίκρουσαν εξι μήνας με απείρους και φοβερούς πολέμους, κρατώντας εκείνα τα μέρη, όπου ήτον η Σωτηρία της Ελλάδος, έως ότου εκυριεύσαμεν την Τριπολιτζάν και Κόρινθον, όπου ήμουν και ο ίδιος ιν τέστα (δηλ. επικεφαλής). Τα δε λοιπά μύρια τοιαύτα, μέχρι την σήμερον σιωπώ..».

             Ας είναι το παρόν μας, μία ιστορική συμβολή, ένας ελάχιστος φόρος τιμής και μνήμης προς τον ίδιο τον Μαυρομιχάλη και όλους τους προγόνους μας Μανιάτες αγωνιστές, χάρη στους οποίους εμείς σήμερα υπάρχουμε και ζούμε ελεύθεροι !!

Το «παλάτι» του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο Λιμένι – έδρα της οικογένειας 

                                                                       13 Μαρτίου 2020

                                                                   Δημήτριος Π. Μαριόλης

                                                                             Δικηγόρος – Ιστορικός

Πηγές

  1. ΓΑΚ
  2. https://oimaniateseinaipantou.blogspot.com/p/blog-page_176.html
  3.   https://www.benaki.org/index.php?option=com_collectionitems&view=collectionitem&id=108759&Itemid=&lang=el
  4. https://maniatika.wordpress.com/

Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗ ΜΑΝΗ (17 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821)

Αποτέλεσμα εικόνας για 1821 σημαία

Η 17η Μάρτη αποτελεί ημερομηνία ορόσημο για την Μάνη. Η προφορική παράδοση, που επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της εποχής χρονικά την θέλει ως ημέρα έναρξης του ξεσηκωμού στην περιοχή εναντίον των Οθωμανών. Τιμώντας αυτή την ημέρα αναδημοσιεύουμε σήμερα άρθρο της ιστορικού Πηγής Καλογεράκου που δημοσιεύτηκε από την ΔΙΣ.

ΔΡ ΠΗΓΗ Π. ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΟΥ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ-ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΡΑΤΟΥ

Η περιοχή της Μάνης, σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρέμεινε στην πραγματικότητα απόρθητη, παρά τις επανειλημμένες απόπειρες των Τούρκων για την υποδούλωση της. Μάλιστα, από το 1776, μετά τα Ορλωφικά,  ανακηρύχθηκε σε ημιανεξάρτητη, φόρου υποτελή ηγεμονία, υπό την άμεση δικαιοδοσία του καπουδάν πασά. Τη διοίκησή της αναλάμβανε ένας από τους καπεταναίους της περιοχής, που διοριζόταν μπέης και ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης.

Η Μάνη είχε γίνει «το μεγαλύτερον φόβητρον των Τούρκων και το καταφύγιον των Ελλήνων», καθώς λόγω του ιδιότυπου αυτού καθεστώτος, στην επικράτειά της υπήρχαν μόνιμες ανεξέλεγκτες δυνάμεις ενόπλων ανδρών, που αποτελούσαν και τους μοναδικούς έμπειρους πολεμιστές στην Πελοπόννησο. Η φήμη των κατοίκων, σε συνδυασμό με τη  σχετική αυτοτέλεια  της  περιοχής και το κατάλληλο έδαφος της χερσονήσου, που μπορούσε να λειτουργήσει ως ορμητήριο και παράλληλα ως καταφύγιο, είχαν καταστήσει τη Μάνη στη συνείδηση τόσο των Ελλήνων όσο και των ξένων, ως την πιο κατάλληλη περιοχή για την έναρξη του μεγάλου αγώνα.

Πράγματι, παρά τις αντιπαλότητες και τις διαμάχες μεταξύ των μεγάλων οικογενειών της περιοχής, κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας σημειώθηκαν αρκετά επαναστατικά κινήματα και οργανώθηκε η καθολική συμμετοχή των Μανιατών στη μεγάλη επανάσταση.

Τον Οκτώβριο του 1819, οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν στις Κιτριές, στο σπίτι του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, του τελευταίου μπέη της Μάνης, και υπέγραψαν συμφωνία για συνεννόηση και κοινή προετοιμασία. Επί πλέον, πολλοί Μανιάτες, καπεταναίοι, και ο ίδιος ο Πετρόμπεης, έσπευσαν να μυηθούν στη Φιλική Εταιρεία, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε καθολική εξέγερση των Ελλήνων έπρεπε να στηριχθεί στη Μάνη. Μάλιστα, το αρχικό σχέδιο του Υψηλάντη ήταν να μεταβεί ο ίδιος εκεί για την κήρυξη της επανάστασης, κάτι που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω των κινδύνων που υπέκρυπτε η μετακίνησή του στο  ευρωπαϊκό έδαφος.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Η ματαίωση του σχεδίου αυτού, αντί να απογοητεύσει τους Μανιάτες, μάλλον ενέτεινε το επαναστατικό τους φρόνημα. Ήδη από τις αρχές του 1821 επικρατούσε πολεμικός αναβρασμός στην περιοχή, όπως και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Ακολουθώντας τις εντολές της Φιλικής Εταιρείας, είχαν έλθει στη Μάνη ο Παπαφλέσσας και σπουδαίοι οπλαρχηγοί, όπως ο Αναγνωσταράς και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι οποίοι περιφέρονταν στα χωριά και στρατολογούσαν τους κατοίκους.

Οι  προετοιμασίες  διεξάγονταν εντελώς απροκάλυπτα στην Ανατολική Μάνη, όπου η παρουσία της εξουσίας ήταν, ουσιαστικά, ανύπαρκτη, και πιο ήπια στη Δυτική, όπου βρισκόταν η έδρα του μπέη. Ο Πετρόμπεης είχε με επιτυχία κατορθώσει να καλύψει την παρουσία και τη δράση των οπλαρχηγών, αλλά και να αποφύγει τη μετάβασή του στην Τρίπολη, στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ο Τούρκος διοικητής της Πελοποννήσου, προκειμένου να αποδυναμώσει το ενδεχόμενο της εξέγερσης στην επικράτειά του, κάλεσε όλους τους  αρχιερείς και τους προκρίτους της Πελοποννήσου, με το πρόσχημα της σύσκεψης, στην πραγματικότητα, όμως, για να τους κρατήσει εκεί. Προφασιζόμενος ασθένεια, ο Πετρόμπεης έστειλε το γιο του Αναστάσιο, καθησυχάζοντας έτσι την τουρκική ηγεσία και εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη δράση των καπεταναίων.

Από τις αρχές Μαρτίου, σε όλη τη Μάνη επικρατούσε εμφανής πολεμικός συναγερμός. Οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τις εργασίες τους, συναθροίζονταν στις πλατείες των χωριών ετοιμάζοντας «μπαρουτόβολα» και συγκεντρώνοντας τρόφιμα για τους πολεμιστές, ενώ οι οπλαρχηγοί κατέβαλαν αγωνιώδεις προσπάθειες να εξασφαλίσουν μολύβι και μπαρούτι, να συγκεντρώσουν πολεμιστές και να συγκροτήσουν σώματα.

Αυτή η ζωηρή και απροκάλυπτη προετοιμασία, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες διαμάχες μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της Μάνης, είχαν σοβαρά ανησυχήσει τον Πετρόμπεη, ο οποίος φοβόταν ότι μια πρόωρη εξέγερση θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσωτερικές συγκρούσεις αλλά και στην αντίδραση των Τούρκων με τη λήψη σκληρών μέτρων κατά της Μάνης.

Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του στους Γρηγοράκηδες, αρχηγούς της Ανατολικής Μάνης, την 11η Μαρτίου 1821, με την οποία τους συνιστά να αποφεύγουν τις βεβιασμένες κινήσεις που μπορεί να βλάψουν την υπόθεση του αγώνα και τις συνεννοήσεις «δια το κοινόν όφελος».

Όπως φαίνεται από έγγραφα που σώζονται σε αρχεία επιφανών οικογενειών της Μάνης, στις αρχές Μαρτίου, όλοι οι καπεταναίοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους και με τον Πετρόμπεη είτε με κρυπτογραφημένες επιστολές ή με προσωπικές επαφές, με σκοπό τη συνεννόηση για την προετοιμασία και τον κοινό τρόπο δράσης. Γύρω στα μέσα Μαρτίου, οι τελικές αποφάσεις φαίνεται ότι είχαν ήδη ληφθεί καθώς οι συναντήσεις και οι ανταλλαγές επιστολών διακόπηκαν εντελώς. Οι αρχηγοί είχαν πια αφοσιωθεί αποκλειστικά στην προετοιμασία των δυνάμεών τους.

Από τις γραπτές πηγές παραδίδεται, ότι τις παραμονές της επανάστασης, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που επίσης είχαν αποφύγει την κράτησή τους στην Τριπολιτσά, ζήτησαν από τον Πετρόμπεη να αρχίσει πρώτη η Μάνη τον αγώνα. Έτσι, ακολούθησε η συγκέντρωση όλων των Μανιατών οπλαρχηγών, ύστερα από πρόσκληση του Πετρόμπεη, την 17η Μαρτίου 1821, στην Τσίμοβα, τη σημερινή Αρεόπολη, που ήταν η πρωτεύουσα των Μαυρομιχαλαίων.

Εκεί «συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων», όπως μαρτυρεί ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης, και ο παριστάμενος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ανέλαβε να διαβιβάσει την απόφαση αυτή στους οπλαρχηγούς της Μεσσηνίας, της Αρκαδίας και της Αχαΐας. Στην τοπική παράδοση, το γεγονός διασώθηκε σαν θρύλος, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της πόλης, μπροστά στο ναό των Ταξιαρχών, και στη θέση «Κοτρώνι» ύψωσαν την πρώτη επαναστατική σημαία, πρόχειρα κατασκευασμένη από λευκό ύφασμα, με γαλάζιο σταυρό στο κέντρο.

Ο Πετρόμπεης
Μαυρομιχάλης επαναστατεί τη
Μεσσηνία. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη
(1821, Η Ελληνική Επανάσταση. Peter
Von Hess,

Στην επάνω πλευρά έγραφε «Νίκη ή Θάνατος» (και όχι «ελευθερία», γιατί η Μάνη θεωρείτο ελεύθερη), και στην κάτω «ταν ή επί τας». Η σημαία ευλογήθηκε από τους ιερείς και όλοι οι αρχηγοί, μαζί με τον Πετρόμπεη, ορκίσθηκαν ότι ενωμένοι θα αγωνιστούν για την ελευθερία του έθνους.

Το νέο της κήρυξης της επανάστασης διαδόθηκε από τη Μάνη στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Ακολούθησαν λίγες ημέρες για τη συγκέντρωση των πολεμιστών και την οργάνωση των σωμάτων και αμέσως σημειώθηκαν δύο εξορμήσεις των Μανιατών.

Η πρώτη, από τους αρχηγούς της Ανατολικής Μάνης υπό τους Γρηγοράκηδες, προς τη Μονεμβασιά και το Μυστρά, το απόγευμα του Σαββάτου 19 Μαρτίου, όπως πιστοποιείται από επιστολή του Πρωτοσύγκελλου Γεράσιμου προς τον Παναγιώτη Κοσονάκο, όπου γνωστοποιείται η έναρξη του πολέμου και μεταφέρεται η προτροπή για τη διάδοση της είδησης. Οι αρχηγοί της Δυτικής Μάνης, υπό τον Πετρόμπεη, κινήθηκαν προς την Καλαμάτα. Πρώτος μπήκε στην πόλη, την 20ή Μαρτίου, ο γιος του Πετρόμπεη, Ηλίας, ηγούμενος σώματος Μανιατών, με την πρόφαση ότι θα ενίσχυε την τοπική τουρκική φρουρά.

Αναπαράσταση της δοξολογίας της 23ης Μαρτίου στην Καλαμάτα από το ζωγράφο Ευάγγελο Δράκο (Καλαμάτα, Μπενάκειο Μουσείο)

Την επόμενη ημέρα ακολούθησαν όλοι οι οπλαρχηγοί, και την 23η Μαρτίου κατέλαβαν αναίμακτα την πόλη και παρακολούθησαν την πρώτη επίσημη δοξολογία. Στη συνέχεια, συνέταξαν την προκήρυξη, που υπέγραφε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης φέροντας τον τιμητικό τίτλο του «Αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών δυνάμεων», με την οποία γνωστοποιούσαν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις την απόφαση του ελληνικού έθνους να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό και ζητούσαν τη συνδρομή τους.

πηγές 

  1. Πηγή Π. Καλογεράκου «Η κήρυξη της επανάστασης στην Μάνη 17 Μαρτίου 1821», Διεύθυνση ιστορίας Στρατού, 2018.
  2. https://argolikivivliothiki.gr/2010/11/08/petros-mavromichalis/
  3. https://www.sansimera.gr/articles/234

Στα πρόθυρα της Επανάστασης του 1821

Αποτέλεσμα εικόνας για 1821

o όρκος των αγωνιστών  (Θεόδωρου Βρυζάκη)

Ο Ιωάννης Φιλήμων ήταν ένας άνθρωπος που έζησε από κοντά και σε παραγωγική ηλικία τα γεγονότα της Ελληνικής επανάστασης. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Οθωμανικό ζυγό έγραψε ένα τετράτομο έργο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Εκεί υπάρχουν πίνακες – που ίσως για πρώτη φορά επιστημονικά – παρουσιάζονται οι συσχετισμοί δυνάμεων των αντιπάλων.

            Οι πίνακες αυτοί φυσικά δεν είναι προϊόν επιστημονικής έρευνας, αλλά ένα πάντρεμα προφορικής παράδοσης, προσωπικών βιωμάτων του συγγραφέα αλλά και έρευνας από προσωπικότητες της εποχής που συμμετείχαν ενεργά στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Παρόλα αυτά αποτελούν μια πρώτη εικόνα της κατάστασης και των προσώπων που κυριαρχούσαν στον Μοριά την εποχή λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι ιστοριογράφοι έβλεπαν τους Έλληνες.

Untitled

Στον Α Πίνακα αναφέρονται με την σειρά οι επαρχίες της Πελοποννήσου (όπως ήταν χωρισμένες από τους Τούρκους), στα 1820. Αναφέρονται συνολικά 23 επαρχίες. Δίπλα τους αναφέρεται ο αριθμός Ελλήνων, «που δύνανται να φέρουν όπλα», καθώς ο οπλισμός εκεί ήταν περιορισμένος στους κλέφτες και στους αρματολούς της περιοχής. Στην επόμενη στήλη αναφέρονται οι ένοπλοι Τούρκοι κάθε επαρχίας που υπηρετούσαν στα τοπικά κάστρα. Στην επόμενη στήλη αναφέρονται οι αρχηγοί των Ελλήνων κατά επαρχίες και στην τελευταία στήλη οι αρχηγοί των Τούρκων κατά επαρχία. Η συνολική εικόνα μας οδηγεί σε μια σειρά συμπερασμάτων.

  1. Οι Έλληνες υπερτερούσαν σημαντικά σε πληθυσμό – υστερούσαν όμως σημαντικά σε οπλισμό.
  2. Οι τοπικοί αρχηγοί των Ελλήνων ήταν ισχυρότατοι οικονομικά, ακόμα και στα μάτια των Τούρκων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η οικογένεια Σισίνη της Ηλείας.
  3. Οι ισχυρότεροι Τούρκοι βρίσκονταν στην περιοχή του Λάλα (Λαλιώτες) και του Μυστρά (Μπαρδουνιώτες).

γρ

Στον Β Πίνακα αναφέρονται οι καπετανίες της Μάνης. Η περιοχή αυτή ζούσε με τους δικούς της νόμους – εθιμικό δίκαιο – είχε πολύ οπλισμό, εμπειροπόλεμους άνδρες, συμμετοχή σε προηγούμενα επαναστατικά κινήματα και στην πειρατεία. Για αυτούς τους λόγους γίνεται ξεχωριστή μνεία από την λοιπή Πελοπόννησο. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε  ότι η Μάνη διοικητικά δεν υπαγόταν καν στο πασαλίκι του Μοριά αλλά στον Οθωμανό Ναύαρχο (Καπουδάν Πασά). Η εικόνα του πίνακα αυτού μας οδηγεί στα εξής συμπεράσματα.

  1. Σύμφωνα με τον Φιλήμονα το 25% των μάχιμων Ελλήνων ήταν από την Μάνη
  2. Προσωπικότητες με μεγάλη ισχύ όπλων ήδη από τα προ επαναστατικά χρόνια ήταν οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Γρηγοράκηδες, οι Καβαλλιεράκηδες, ο Δουράκης, ο Κυβέλος, ο Μούρτζινος, ο Χρηστέας, ο Καπετανάκης, ο Κουμουνδούρος αλλά και άλλες πατριές της μέσα Μάνης όπως οι Μιχαλακιάνοι (Νικλιάνοι) και οι Γρηγορακάκηδες (Καουριάνοι).

Οι παραπάνω λόγοι λοιπόν εξηγούν όχι μόνο την επιλογή της Πελοποννήσου ως περιοχή κατάλληλη για την έναρξη της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο αλλά και της επιλογής της Μάνης ως κέντρο των επαναστατικών διεργασιών στις αρχές του Μάρτη με αποκορύφωμα την 17η Μάρτη 1821,
όπου ένοπλοι Μανιάτες ξεκίνησαν να καταλάβουν την πόλη της Καλαμάτας.

Πηγές

  • Ιωάννου Φιλήμονος «Δοκίμιο Ιστορικό περί της Ελληνικής επανάστασης» τόμος 1ος τύπος Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήνα 1859
  • Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, Αθήνα 1980
  • https://maniatika.wordpress.com/

 

Ο Πετρόμπεης Ανακοινώνει Στην Εθνοσυνέλευση Την Έναρξη Της Επανάστασης Απο Τη Μάνη

Στην παραπάνω αναφορά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, η οποία κατετέθη δημόσια στην Γ’ Εθνική συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα με ημερομηνία 02/05/1827, καταγράφονται και επίσημα πολλά δεδομένα τα οποία δυστυχώς σήμερα λησμονούνται.

Αναφέρεται ότι η επαρχία της Μάνης πρώτη μαζικά πήρε τα όπλα κατά των Οθωμανών, αποτέλεσε παράδειγμα και έναυσμα για άλλες πιο διστακτικές περιοχές να μπουν στον αγώνα και πως η δράση των Μανιατών ανεξαρτήτως οικογένειας υπήρξε καταλυτική σε πολλά μέρη της Ελλάδος πέραν της Λακωνίας.

Η δημόσια αυτή τοποθέτηση ουδέποτε προσεβλήθη ή διεψεύσθη.

ΠΗΓΕΣ

  • Δ. Κόκκινου «Ελληνική επανάσταση» τόμος 6ος σ. 65
  • ime.gr

Ιωάννης Στρατάκος (οπλαρχηγός)

Αξιωματικός  της Φάλαγγας

Η Χιμάρα της Μάνης βρίσκεται μεταξύ των οικισμών Πυρρίχου και Λουκάδικων, στην περιοχή που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν επαρχία Κολοκυνθίου. Ο οικισμός αυτός ανέδειξε κατά την Επανάσταση του 1821 μία σημαντική προσωπικότητα, με δράση στρατιωτική κυρίως, που πλαισίωσε γνωστούς Μανιάτες οπλαρχηγούς. Ο αγωνιστής αυτός ήταν ο Ιωάννης Στρατάκος, ένας ακόμη από τους Μανιάτες εκείνους που δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Ο Στρατάκος, σύμφωνα με τους τηρούμενους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.) επίσημους ονομαστικούς καταλόγους του Υπουργείου Στρατιωτικών   (περίοδος 1840 – 1841),  είχε γεννηθεί το έτος 1790 και είχε νυμφευθεί την Μαρία Νικολάκου στις 6 Οκτωβρίου 1819. Από την ίδια πηγή φέρεται εκείνη την εποχή ως πατέρας έξι παιδιών.

Σχετικά με τη δράση του κατά την Επανάσταση, γνωρίζουμε ότι μετά από πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος πήρε στις 11 Ιουνίου του 1823 το βαθμό του χιλιάρχου, μαζί με τους συναγωνιστές του Μαυροειδή Μαντζάκο, Βασίλειο Πολιτάκο, Ιωάννη Γιαννουλέα, Δημήτριο Πουλικάκο και άλλους. Η συμμετοχή του στις επαναστατικές επιχειρήσεις μέχρι το έτος 1825 περιγράφεται συνοπτικά από μία αναφορά του ίδιου προς το Υπουργείο των Πολεμικών, την οποία υπέβαλε τον Οκτώβριο του 1825, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και δύο πιστοποιητικά του Πετρόμπεη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, τους οποίους ακολουθούσε ως αξιωματικός τους στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Το έτος 1821 λοιπόν, πολεμώντας πάντα υπό την οδηγία των Μαυρομιχαλαίων, έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίου, Τριπολιτσάς, Κορίνθου και Πατρών, ενώ δεν έλειψε και από επιχειρήσεις εκτός Πελοποννήσου, ευρισκόμενος στα Μεγάλα Στενά του Ισθμού, στα Γεράνεια Όρη και στη Λιβαδειά. Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1822, πολέμησε στο Άργος κατά του Δράμαλη, ενώ περί τα τέλη του έτους αυτού έλαβε μέρος και σε εκστρατεία Μανιατών υπό τον Πετρόμπεη με σκοπό την ενίσχυση του πολιορκούμενου από τους Οθωμανούς Μεσολογγίου και τη λύση της πολιορκίας του.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός του Πετρόμπεη, πιστοποιεί για τον Ι. Στρατάκο στις 20 Ιανουαρίου 1824 τα εξής :

«Δηλοποιώ διά του παρόντος ότι ο καπετάν Ιωάννης Στρατάκος, δεν έλειψεν απ’ αρχής του Ιερού τούτου αγώνος να παρασταθεί εις διαφόρους της πατρίδος ανάγκες κάμνων το προς αυτήν χρεός του πότε με πεντήκοντα στρατιώτας πότε δε με τριάκοντα μέχρι των δεκαπέντε, καθώς και ήδη εσχάτως διέτριψε υπό την οδηγίαν μου μήνας επτά χωρίς να λάβη οβολόν διά τον εαυτόν του εις όλον αυτό το διάστημα,  εκτός των στρατιωτών του οίτινες επληρώθησαν. Διό και του δίδεται το παρόν  μου διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει και διά να λάβη την ανήκουσαν αμοιβήν.  

    Τη 20 Ιανουαρίου 1824, Εν Καλαμάτα
                            Ο Πατριώτης Κων. Μαυρομιχάλης»

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επίσης σε πιστοποιητικό του, που φέρει ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1825, βεβαιώνει για τον Καπετάν Γιάννη Στρατάκο ότι αγωνίσθηκε υπό την οδηγία του σε πολλές εκστρατείες, φερόμενος «μετά προθυμίας, ανδρείας και πίστεως» και ότι υπήρξε γνήσιος πατριώτης με γενναίες εκδουλεύσεις έως εκείνη την εποχή.

Μετά την απελευθέρωση, κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (1828 – 1831), ο Στρατάκος εξακολούθησε ως παλαιός οπλαρχηγός να ασκεί επιρροή στην περιοχή του. Έτσι, στις 24 Ιουλίου του 1830 συνυπέγραψε μαζί με άλλους προκρίτους και οπλαρχηγούς της Ανατολικής και Δυτικής Μάνης επιστολή στήριξης και αφοσίωσης προς τον απεσταλμένο του Κυβερνήτη στο Γύθειο Α. Μεταξά, ενώ την ίδια εποχή προτάθηκε από τον Έκτακτο Επίτροπο Πελοποννήσου ως ικανός να αναλάβει την θέση του Δημογέροντα του τμήματος Κολοκυνθίου Ανατολικής Μάνης, μισθοδοτούμενος με 60 φοίνικες ανά μήνα.

Κατά τα μετέπειτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου, ο αγωνιστής αυτός, όπως και αρκετοί άλλοι Μανιάτες παλαίμαχοι αγωνιστές του 1821, ονομάστηκε τιμητικά αξιωματικός της Σπαρτιάτικης Φάλαγγας και πήρε το Νοέμβριο του 1837 το βαθμό του Λοχαγού. Περαιτέρω το έτος 1839 τέθηκε σε ενεργητική υπηρεσία με το βαθμό του Λοχαγού – Σημαιοφόρου στην 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, υπηρετώντας αρχικά υπό τον Ταγματάρχη Δ. Πετροπουλάκη στο απόσπασμα Γυθείου και κατόπιν ο ίδιος ως αποσπασματάρχης στην Αρεόπολη, από όπου και αποστρατεύθηκε τον Ιούλιο του 1843, ως προικοδοτημένος Λοχαγός. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της ενεργητικής του υπηρεσίας (1839 – 1843) ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καταδίωξη ληστών, γεγονός που καταδεικνύει το ότι, παρά το ώριμο της ηλικίας του για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, παρέμενε ένας μάχιμος αξιωματικός.

Ακριβή χρόνο θανάτου του Ιωάννη Στρατάκου δεν γνωρίζουμε. Το γεγονός ωστόσο ότι οι άμεσοι κληρονόμοι του, δηλαδή τα παιδιά του, ζήτησαν στις 30 Απριλίου 1857 άδεια ώστε να αξιοποιήσουν με πώληση το φαλαγγίτικο γραμμάτιο του ήδη θανόντα πατέρα τους, αξίας 5.400 δραχμών (ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη), μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο θάνατός του δεν πρέπει να απείχε πολύ από την ημερομηνία εκείνη. Οι κληρονόμοι του αγωνιστή, προκειμένου να λάβουν τη σχετική άδεια εκποίησης του γραμματίου του πατέρα τους, προσκόμισαν λίγο αργότερα στον Έπαρχο Γυθείου το από 24 Ιουνίου 1857 πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Κολοκυνθίου Β. Τραφαλή, απόσπασμα του οποίου έχει ως εξής:

«Ο Δήμαρχος Κολοκυνθίου πιστοποιεί ότι οι δημότες και κάτοικοι του χωρίου Χειμάρας Φώτιος Στρατογιαννάκος ετών 28, Ευστράτιος Στρατογιαννάκος ετών 26, Πέτρος Στρατογιαννάκος ετών 22 και Αγγέλω Στρατογιαννίτσα ετών 30 εκ του χωρίου Σκάλα του Δήμου Τρινάσου, είναι τέκνα και κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός των Ιωάννου Στρατάκου λοχαγού της Β. Φάλαγγας ..»   

Στο έγγραφο αυτό, για λογαριασμό των παιδιών του, εκτός του Φώτη, υπογράφει ο συγχωριανός τους Γουλάκος, ο οποίος πιθανόν ανήκει στην ίδια πατριά με τον Στρατάκο (Χασανιάνοι).

Στο πέρασμα του χρόνου, όταν ιστορική μνήμη και παράδοση αδυνατίζουν, εμείς οφείλουμε έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους λησμονημένους ήρωες, που αγωνίστηκαν για ιδανικά, τα οποία σήμερα θεωρούμε ως αυτονόητα και δεδομένα.

Η υπογραφή του καπετάν Γιάννη Στρατάκου ως λοχαγού της φάλαγγας

ΠΗΓΕΣ

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους: Αρχεία Υπουργείου Πολέμου (έτους 1825), Υπουργείου Στρατιωτικών (ετών 1837 – 1841) και Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (ετών 1843 και 1857).
  • Περ. «Λακωνικαί Σπουδαί».
  • Μοιρολόγια της Μέσα Μάνης τόμος Β Κ. Κάσση

Η Προετοιμασία Για Την Απελευθέρωση

Πύργος Κοσονάκου στην Καρυούπολη

Το ξέσπασμα του Αγώνα του 1821 δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Πέραν των στρατιωτικών δυσκολιών (ραγιάδες αντιμέτωποι με μια αυτοκρατορία) υπήρχαν και διαδικαστικές δυσκολίες προετοιμασίας, που ήταν βασικές για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος. Η έλλειψη μέσων επικοινωνίας, η απόλυτη μυστικότητα, η κάμψη των πιο διστακτικών όσο πιο γρήγορα γινόταν ήταν βασικά στοιχεία για την επιτυχία της επανάστασης χωρίς να επέλθει ανούσια αιματοχυσία.

Στο Αρχείο Τζωρτζάκη- Γρηγοράκη βρίσκουμε ντοκουμέντα αλληλογραφίας από την προετοιμασία των αγωνιστών τις ημέρες του Μαρτίου. Παρακάτω χαρακτηριστική επιστολή.

«Γενναιότατε καπετάν Παναγιώτη Κοσσονάκο

Ταύτη την ώρα εις τες οκτώ ήμισυ άνοιξεν ο πόλεμος ενταύθα δια τούτο ετελείωσαν τα ψεύματα. Πάρετε ιμαντάτι και μπαρουτόβουλον, γράψε αμέσως εις Λυκόβουνον, και όπου αλλού ηξεύρεις και είναι ανάγκη, φθάσε και ο ίδιος.

Σάββατον δείλι Πρωτοσύγκελος Γεράσιμος»

Το Πάσχα του 1821 ήταν στις 10 Απριλίου και η 25η Μαρτίου ήταν Παρασκευή, επομένως το προ της 25ης Μαρτίου Σάββατο είναι στις 19 Μαρτίου του 1821. Επιβεβαιώνεται λοιπόν πως η κίνηση των Μανιάτικων όπλων έχει προηγηθεί. Στην επιστολή καλείται ο οπλαρχηγός της Καρυούπολης (Κοσσονάκος) να ειδοποιήσει και άλλους οπλαρχηγούς από την Λακεδαίμονα (Λυκοβουνό).

Θεόδωρος Μεσίσκλης ( 1783 – 1840 )

Ο Θεόδωρος Μεσίσκλης υπήρξε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 οπλαρχηγός της Μέσα Μάνης. Φέρεται γεννημένος το 1783 και καταγόταν από τη Νόμια του παλαιού Δήμου Μέσσης της Λακωνίας. Κατά την περίοδο της επαναστάσεως κατείχε το βαθμό του χιλίαρχου και μνημονεύεται από τον μετέπειτα υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη Φωτάκο ως ένας από τους οπλαρχηγούς της Μάνης που εισήλθαν στις 23 Μαρτίου 1821 στην Καλαμάτα.

Κατά την περίοδο Καποδίστρια (1828 – 1831) διετέλεσε δημογέροντας, ενώ κατά την μετέπειτα Οθωνική περίοδο κατείχε στρατιωτικά αξιώματα, ήτοι το έτος 1835 υπηρέτησε ως Εθνοφύλακας Μάνης, το έτος 1836 διορίστηκε ως ανθυπολοχαγός του Τρίτου Ελαφρού Τάγματος Μάνης (λόχος Αχίλλειου, με διοικητή του λόχου τον υπολοχαγό Ιωάννη Γρηγορακόγκωνα), ενώ κατά το έτος 1837 ονομάζεται χάριν των πατριωτικών του εκδουλεύσεων λοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας. Το έτος 1839 διορίζεται με τον ίδιο βαθμό στην νεοσυσταθείσα τότε 4η Τετραρχία της Φάλαγγας, με διοικητή τον Νικόλαο Πιεράκο.

Τιμήθηκε επίσης με το αργυρό αριστείο του Αγώνος. Είχε νυμφευθεί στα 1806 την Μαρία Κονομίτζα και είχε δύο υιούς και τρείς θυγατέρες. Απεβίωσε στις 17 Νοεμβρίου 1840 στη Νόμια Λακωνίας.

Το μανιάτικο ήθος του πολεμιστή αυτού φάνηκε όταν ο Φέδερ αφού πρώτα του έδωσε την προαγωγή του, ως λοχαγός της Λακωνικής φάλαγγας μετά του ζήτησε εκ μέρους του βασιλιά να γκρεμίσει τον πύργο του.

Ο Μεσίσκλης του απάντησε:

<<Μεγάλη πληρωμή ζητά ο βασιλιάς για το αξίωμα που μου δίνει, θα προτιμούσα να έχει ο καθένας τα δικά του>>.

Ο Φέδερ του αντίλεγε ότι ο Ληγορόγγονας το δέχτηκε και ο Μεσίσκλης απάντησε:

ο Γρηγορακάκης είναι Λαμπρή ενώ εγώ είμαι Χριστούγεννα.

Με το παραπάνω ήθελε να πει πως ο Γρηγορακάκης είναι καλός πολεμιστής όμως αναξιόπιστος σαν την κινητή γιορτή της Λαμπρής ενώ ο ίδιος είναι πιστός στις ιδέες του σαν τα Χριστούγεννα που είναι πάνα στις 25 Δεκεμβρίου.

Του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη

Κυριακούλης Μαυρομιχάλης

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Πετρόμπεης καθότανε ψιλά στο μπαλκονάκι

Κι εσκούπιζε τα μάτια του μεταξωτό μαντήλι

Κυριάκαινα τον ρώτησε Κυριάκαινα του λέει

Τι έχεις μπέη και χλίβεσαι και χύνεις μαύρο δάκρυ ?

Σαν με ρωτάς Κυριάκαινα θα ζε το πω ρε νύφη

Απόψε μου ήρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι

Και μαύρο ήταν ταπόγραμμα καμένο ήταν το γράμμα

Τον Κυριακούλη σκότωσαν τον πρώτο καπετάνιο

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης επικεφαλής δύναμης 400 ανδρών κυρίως Μανιατών εστάλη στο Σούλι της Ηπείρου προκειμένου να στηρίξει τον εκεί αγώνα που βρισκόταν σε κρίση. Ο θάνατός του έπεσε σαν κεραυνός στην Μάνη.

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι έχει την εξής πρωτοτυπία, δεν μας πληροφορεί για τον θάνατο του Κυριακούλη απευθείας λέγοντας τα γεγονότα του πολέμου αλλά αντιθέτως περιγράφει την ανακοίνωση του θανάτου του από τον αδελφό του Πετρόμπεη ( άνδρα ιδιαίτερα γνωστό εκείνη την εποχή ) στην γυναίκα του.

Επίσης μαθαίνουμε διάφορα έθιμα που είχαν εκείνη την εποχή για την ειδοποίηση πένθους. Μαύρο τοπόγραμμα, μαύρο εξωτερικό βούλωμα, καμένο γράμμα, έκαιγαν τις άκρες του χαρτιού ( επιστολής ) για να δείξουν τον θυμό, πικρία ή πένθος.

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.
Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Σάββαινα Η Μανιάτισσα

Από το παραπάνω κείμενο του 1829  που στέλνει στην ελληνική κυβέρνηση γίνεται φανερή η πικρία της ηρωικής αυτής αγωνίστριας που είχε την ταπεινότητα να υπογράψει με το όνομα του ανδρός της. ( Σάββαινα ).

Χρησιμοποιεί τον όρο Σπαρτιάτισσα διότι τότε έτσι αποκαλούσαν την Μάνη καθώς η Σπάρτη είχε ισοπεδωθεί κατά τον Μεσαίωνα. Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή άνθρωποι όπως η Σάββαινα, που έτρεχαν παντού και έδωσαν τα πάντα να μην έχουν καμία πρόνοια από την πατρίδα που ελευθέρωσαν.

 

 

 

Μανιάτισσα επί Τουρκοκρατίας.