Ο Αγωνιστής Του 1821 Σταμάτης Ροζάκης

Φαλαγγίτης

Η σημαντική οικογένεια Ροζάκη από τον Άγιο Νικόλαο του παλαιού δήμου Μελιτίνης, με προσφορά στους εθνικούς αγώνες και με φόρο αίματος, γνωρίζουμε ότι αντλεί την απώτερη προέλευσή της από το χωριό Νύφι[1]. Κατά την εποχή των Ορλωφικών (1770) η οικογένεια ήδη κατοικούσε στον Άγιο Νικόλαο και με επικεφαλής της τον γέρο – Μπούμπουνα ή Σταμάτη Ρόζο πήρε μέρος τότε στις επαναστατικές, υπό τους Ρώσους, συγκρούσεις της Ανατολικής Λεγεώνας της Σπάρτης (Μάνης) κατά των Τούρκων για την απελευθέρωση της Λακεδαίμονος και της Τρίπολης.

12467971_1726940194202361_718140840_n

Ο κεντρικός πύργος του κάστρου της Βαρδούνιας το οποίο ο Σ. Ρόζος το 1826 κρατούσε και συντηρούσε με δικά του έξοδα αποτρέποντας την διέλευση και την κατάκτησή του από τον Ιμπραήμ (φωτογραφία Γιάννης Μιχαλακάκος)

Απόγονος του παραπάνω αγωνιστή, που τελικά θυσιάστηκε κατά τα Ορλωφικά πολιορκημένος στο Μοναστήρι της Ζερμπίτσας από τους Τουρκαλβανούς, υπήρξε και ο Σταμάτης Ροζάκης ή Ρόζος, με σημαντική δράση κατά την Επανάσταση του 1821. Γεννημένος κατά το 1785, ήταν κατά την έναρξη της Επανάστασης ήδη μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, αρχηγός της οικογένειας και πρόκριτος της ευρύτερης περιοχής των Μπαρδουνοχωρίων Λακωνίας. Αναφέρεται ότι κατά την άλωση της Τριπολιτσάς παραδόθηκε σε αυτόν ο Βαρδουνιώτης Ρουμπής. Το 1823 έγινε ταξιάρχος και το 1825 χιλίαρχος.

Για την δράση του, υπέβαλε ο ίδιος μετεπαναστατικά την από 1 Οκτωβρίου 1841 αναφορά του προς το Υπουργείο Στρατιωτικών, αναφορά που τμήμα της για πρώτη φορά δημοσιεύουμε ως συντακτική ομάδα στο ιστολόγιο “Μανιάτικα” και η οποία αποτελεί σήμερα ένα μοναδικό ιστορικό τεκμήριο για την προσφορά, τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του στον Αγώνα. Ο ίδιος ο Ροζάκης εξιστορεί τη συμμετοχή του : στις μάχες της Τρίπολης το 1821, όπου έπεσαν δύο συγγενείς του όπως αναφέρει, ο Ευστράτιος Μπούμπουνας και ο Μαρίνος Λιούνης, στην απόκρουση του Δράμαλη το επόμενο έτος, στην πολιορκία του Ναυπλίου, στα Μεσσηνιακά Φρούρια κλπ, και τέλος στις θυσίες της οικογένειάς του κατά την επίθεση των Αράβων τον Αύγουστο του 1826 στον Πολυάραβο και στη Δεσφίνα, όπου η μητέρα του Αρχοντού μαζί με άλλους συγγενείς της βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στον πύργο των των Σταθέων[2].

 Σημειωτέον ότι ο θάνατος της Αρχοντούς μέσα στον πύργο των Σταθέων έχει αντιμετωπιστεί μέχρι σήμερα με επιφυλάξεις από ορισμένους ερευνητές, ωστόσο η παρούσα μαρτυρία του ίδιου του γιού της, αποκαθιστά ιστορικά και αίρει αμετάκλητα την οποιαδήποτε έως τώρα επιφύλαξη για τη θυσία της.  

Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον αγωνιστή να μας αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο :

“ Ο υποκλινέστατος πιστός υπήκοος της Υ.Μ. Σταμάτης Ρόζος της Λακεδαίμονος του Δήμου Μελιτίνης προστρέχω εις τους πόδας του Υψ. Θρόνου με χείρας προϊσχομένους και εξ αιτούμαι να ρίψει όμμα ευμενείας εις τα επακόλουθα δίκαια παράπονά μου και επιφέρει δικαίαν απόφασιν.

Μεγαλειότατε είμην της Βας τάξεως των οικογενειών της Λακωνίας αι θυσίαι μου όμως προβαλλόμεναι υπερβαίνουν παντός άλλου και αυτής της Αης τάξεως. Πριν της διαδόσεως της φωνής του Ιερού Αγώνος είμην εν τοις πράγμασιν Μεγαλειότατε, αφ’ ότου δε ήχησεν η σάλπιγξ της ανεξαρτησίας έλαβον τα όπλα εις χείρας επικεφαλής των συγγενών μου συμπολιτών μου (συγκειμένων 120 οικογενειών) και ως επί το πολύ όλων των Βαρδουνοχωρίων έτρεξα υπό τους οπλαρχηγούς Μαυρομιχάλας και Π. Ιατράκον όθεν και όπου η ανάγκη το εκάλεσε απ’ αρχής μέχρι τέλους επικεφαλής πάντοτε υπερ των εκατόν στρατιωτών . Παρευρέθην μεν εις τας της Τριπόλεως μάχας μέχρι της αλώσεως αυτής, όπου έπεσον ενδόξως εις πρώτος μου εξάδελφος Ευστράτιος Μπούμπουνας εις δεύτερος συγγενής μου Μαρίνος Λιούνης και πολλοί άλλοι απλοί στρατιώται, εις την έφοδον της οποίας παρεδόθησαν αρκετοί Τούρκοι εκ των Βαρδουνοχωρίων των οποίων τα όπλα αφιέρωσα υπερ του έθνους, και προς απόδειξιν μοι απέδωκε το τότε επαρχείον της Λακεδαίμονος το από 23 Μαρτίου 1824 ανά χείρας μου χρεωστικόν έγγραφον εκ γροσίων χιλίων αρ. 1000. Εις τας του Άργους επί Δράμαλην εις τας της Ναυπλίας πολιορκίαν, εις τας των Μεσσηνιακών Φρουρίων επί Αράβων κλπ τας οποίας παρατρέχω χάριν βραχυλογίας, επιτέλους δε  εις την τρομεράν εισβολήν των Αράβων εις Πολυάραβον εις την οποίαν είμην πολιορκημένος εις το Φρούριον Βαρδούνιας, έχων υπέρ τους 150 στρατιώτας, τους οποίους διατήρησα με ίδιά μου έξοδα και καταδαπάνησα το πλείστον μέρος της πατρικής μου περιουσίας υπερ των πέντε χιλιάδων δραχμών Αριθ. 5000 και μάρτυρας τούτου επιφέρων όλους τους κατοίκους των Βαρδουνοχωρίων του Δήμου Μελιτίνης, προσέτι δε εις το προπύργιον Πολυαράβου Τζεσφίνα καλούμενον ήσαν πολιορκημένοι η Μητέρα μου Αρχοντού, δύο πρώτοι μου εξάδελφοι Κυριάκος Σταθάκος μετά της συμβίας του, Δημήτριος Πουλάκος, και δύο ανήψια μου Ευστάθιος Σταθάκος μετά της συμβίας του και Γεώργιος Λιακουνάκος, όπου ως προμαχώνες έγιναν θύμα υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος ως έλαβον τον ελεεινότατον θάνατον κατακαιόμενοι ζώντες υπό των Αράβων, πυρπολήσαντες δε το προπύργιον μοι εφθάρη και αρκετήν κινητήν περιουσίαν. Η δε λοιπή οικογένειά μου πολιορκίθη εις Πολυάραβον όπου και επληγώθη ο πρεσβύτερος υιός μου Γεώργιος επί του μηρού, αξιωματικός νυν της Β. Φάλαγγος, κατηνάλωσεν δε ως εκείσε αρκετόν πράγμα, επίσης δε εις την αυτήν εποχήν μοι πυρπολύθησαν παρά των Αράβων 2 οικίαι εις το Ζευγολατίον Σίνας και μέρος μελίσσια.

Μεγαλειότατε δια τας απ’ αρχάς προς την πατρίδα πιστάς εκδουλεύσεις μου με ετίμησε η τότε Διοικ. Επιτροπή της Ελλάδος με τους βαθμούς ταξιαρχίας και χιλιαρχίας, τας οποίας πολλάκις διεύθυνον εις τας κατά καιρόν επιτροπάς αλλά εις μάτην. Έλαβον όμως δια μεν της Διοικήσεως Λακεδαίμονος το αργυρούν αριστείον τοις Ηρωϊκοίς Προμάχοις δια της από 25 Απριλ. 1838 και υπ’ αριθμ. 5761 διαταγής της επί των Στρατ. Β. Γραμματείας της Επικρατείας κατά συνέπειαν των από 20 Μαίου/1 Ιουνίου 1834 και 18/29 Σεπτεμβρίου 1835 υψ. Β. Διαταγμάτων. Δια  δε της τελευταίας επιτροπής της Μάνης βαθμολογίσθην υπολοχαγός της Β. Φάλαγγος και με αποδοχάς ανθυπολοχαγού, δια της από 21 Δεκ. 1837 και υπ’ αριθμ. 1085 κοινοποιήσεως του Ταγματάρχου κ. Φέδερ, κατά συνέπεια της από 1/13 Νοεμβρίου του αυτού έτους Υψ. Β. Αποφάσεως, αν και προηγουμένως χαρακτηρίσθην παρά της αυτής επιτροπής εις τον βαθμόν λοχαγού, αλλά μέχρι τούδε ουδεμίαν αποδοχήν έλαβον..”

                                       Πιστός υπήκοος της υ. Μεγαλειότητος

                                                   Σταμάτης Ροζάκης

ροζοσ

Η γνήσια υπογραφή του αγωνιστή Σ. Ροζάκη

Ο αγωνιστής, που απεβίωσε το 1861, αναγνωρίστηκε μετά θάνατο, κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων των κληρονόμων του προς την τότε επιτροπή κρίσεων (1865 και 1872) , ως οπλαρχηγός 5ης τάξεως, δηλαδή Λοχαγός.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Η οικογένεια Ροζάκη ή Ρόζου εκ του λατινικού rosso =κόκκινο έλκει καταγωγή από το χωριό Νύφι της Μάνης και υπάγεται στην πατριά των Βασιλιάνων. Στο χωριό διασώζονται και ερείπια του πύργου της.
  2. Η οικογένεια Σταθάκου αποτελεί κλάδο της οικογένειας Ροζάκη, εξού και η από κοινού άμυνα του πύργου στην Δεσφίνα.

ΠΗΓΕΣ

-Προσωπικό αρχείο Δημητρίου Π. Μαριόλη, δικηγόρου – ιστορικού.

-ΓΑΚ, Αρχείο Οθωνικής Περιόδου του Υπ. Στρατιωτικών, Οργανισμός Φάλαγγος.

-Σταύρου Καπετανάκη, “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821” (2005).

-“Λακωνικαί Σπουδαί”, περιοδικό σύγγραμμα της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, τόμος Ε΄ (1980).

– Κ. Κάσση «Μοιρολόγια της μέσα Μάνης» τ. Β.

– Προσωπικές πληροφορίες και φωτογραφικό αρχείο Γιάννη Φ. Μιχαλακάκου

Advertisements

Η Μάχη Της Βέργας

Μετά την νίκη του Ιμπραήμ στην Στερεά και την κατάληψη της πόλης του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ απερίσπαστος κατέληξε πως για να κατασταλεί η επανάσταση πρέπει να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη στην Μάνη που μαχόταν ακόμα σε αντίθεση με τις περισσότερε περιοχές της Πελοποννήσου που είτε είχαν προσκυνήσει είτε είχαν λεηλατηθεί από τα στρατεύματα του πασά. Με ηθικό ανεβασμένο από τις πρόσφατες επιτυχίες του και με 7000 πεζούς και 1500 ιππείς κατέβηκε στην Καλαμάτα.

Ο Ιμπραήμ στις 29/5/1826 στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ’ όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν ,αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις. Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

(Σπ. Τρικούπης –Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως Α’ σ.19 )

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Την δυσμενή κατάσταση που επικρατούσε στο Ελληνικό στρατόπεδο περιγράφει δραματικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

« εις τον καιρό του προσκυνήματος μόνον φοβήθηκα για την πατρίδα, όχι άλλη φορά…»

Η ψυχολογία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα πεσμένη την περίοδο εκείνη και η Μάνη είχε γεμίσει πρόσφυγες από Μεσσηνία και Λακωνία προκειμένου να γλιτώσουν τα δεινά του Ιμπραήμ. Ωστόσο με πολεμική καρτερία οι Μανιάτες με χρήματα της οικογένειας Καπετανάκη από την Αβία έχτισαν ένα μακρύ ταμπούρι από ξερολιθιά και στην άκρη του έναν πύργο. Ήταν η λεγόμενη ξερολιθιά της Βέργας στον Αλμυρό της Μάνης. Εκεί στα σύνορα της περιοχής τους σε ένα στένεμα οχυρωμένο πια 1000 περίπου Μανιάτες με επικεφαλή τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη περίμεναν τον Ιμπραήμ.

Επακολούθησαν τρεις διαδοχικές σφοδρότατες επιθέσεις του Ιμπραήμ, τις οποίες οι Μανιάτες απόκρουσαν κατά μέτωπο και με τα πυρά από δυο βρίκια από την θάλασσα. Ο Ιμπραήμ αποφάσισε τότε να επιχειρήσει απόβαση 1500 Αιγυπτίων πεζών στο Δυρό. Το σώμα αυτό αποβιβάστηκε και προέλασε προς τα Τσαλαπιάνικα, όπου κατατροπώθηκε από τα πυρά των γύρω Μανιατών. Ακόμα και οι γυναίκες τους υποδέχτηκαν με τα δρεπάνια στο χέρι. Μετά από σκληρό αγώνα οι Αιγύπτιοι επιβιβάστηκαν και πάλι και έφυγαν. Ο Ιμπραήμ διέταξε τότε νέα επίθεση στην Βέργα η οποία απέτυχε όπως και οι προηγούμενες.

Το τείχος της Βέργας και μέρος του πύργου

Η σημασία της νίκης στην βέργα του Αλμυρού ήταν βαρύνουσα. Όχι μόνον αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων μετά την νικηφόρα έκβαση της μάχης και προστατεύθηκε ο πληθυσμός που είχε βρει καταφύγιο στην Μάνη αλλά ταυτοχρόνως με την νίκη αυτή κρατήθηκε ζωντανή η επαναστατική φλόγα που τρεμόπαιζε να σβήσει.

Άγνωστες πτυχές της μάχης

  • ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Όταν έλειπε ο Ιμπραήμης στο Μεσολόγγι, οι Μανιάτες έφκειασαν εις τον Αλμυρόν, όπου είναι των Καπετανιάνων τα σπίτια, ένα ταμπούρι δυνατό από το πέλαγος έως εις τον βράχον, εκράταε έως ένα μίλι» και «ο Ιμπραήμης έστειλε τον κεχαγιάν του να ματακτυπήση την Βέργαν εις τον Αλμυρό». Το τείχος δηλαδή προϋπήρχε και ανακατασκευάστηκε τον Ιούνιο του 1826.
  • Κάποια στιγμή μια νιόπαντρη που πολεμούσε με τον άνδρα της βλέπει να τραυματίζεται στον ώμο. Με τα δόντια της βγάζει το βόλι από την πληγή του και του λέει «πάρε το και βάρεσε τον στο κεφάλι».
  • Κατά την διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν οι ντόπιοι που αγωνιούσαν για τις τύχες τους. Οικογένειες που ανδραγάθησαν σύμφωνα με την παράδοση στην Βέργα οι Γυφτέοι, οι Δραγωνέοι και οι Χειλέοι.
  • Άλλοι που διακρίθηκαν όχι μόνο για την παλικαριά τους αλλά και για την στρατηγική τους ήταν οι Σκυφιάνοι. (κάτοικοι του χωριού Σκυφιάνικα).
  • Κατά την διάρκεια της μάχης η παράδοση αναφέρει πως στην πάνω Σέλιτσα – Βέργα έγινε λιτανεία για την εμψύχωση των πολεμιστών καθώς το χωριό φαίνεται από το πεδίο της μάχης.

Η Μάχη Των Μύλων Της Λέρνης (13/06/1825)

Ο Ιμπραήμ πασάς μετά από σειρά νικών εναντίον των Ελλήνων και την αμαχητί κατάληψη της Τριπολιτσάς, έστρεψε την προσοχή του προς το Ναύπλιο σε μια μορφή επιθετικής αναγνώρισης του εδάφους. Οι επαναστάτες μη γνωρίζοντας τις προθέσεις του οχυρώθηκαν στους Μύλους, λίγο έξω από το Ναύπλιο προκειμένου να τον ανακόψουν. Γενικός αρχηγός των εκεί επαναστατών ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης ενώ υπαρχηγοί είχαν οριστεί ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Κ. Μαυρομιχάλης

Η κυβέρνηση είχε ορίσει τον φιλέλληνα Μοντανέλλι να οχυρώσει τους μύλους λόγω της στρατηγικής τους σπουδαιότητας για την πόλη του Ναυπλίου, ωστόσο τα γεγονότα τον πρόλαβαν και έτσι η περιοχή την στιγμή της επίθεσης του πασά ήταν ανοχύρωτη.

Η συνολική δύναμη των επαναστατών δεν ξεπερνούσε τους 500 άνδρες. (Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ήταν 350 περίπου). Ο Μακρυγιάννης με 150 περίπου, ο Υψηλάντης με 17 φιλέλληνες και όλους τους άτακτους του Ναυπλίου, ο Μαυρομιχάλης με τον νταϊφά του (κυρίως Μανιάτες) και ο Κάρπος με τον λόχο των ευζώνων. Στο πλευρό των επαναστατών και τρία μπρίκια τα οποία πλησίασαν την ακτή προκειμένου τα πυροβόλα τους να είναι σε βεληνεκές βολής υποστήριξης.

Οι Μύλοι ήταν ζωτικής σημασίας για το Ναύπλιο διότι προμήθευαν τρόφιμα και ύδρευση στην πόλη. Η κατοχή τους σε ελληνικά χέρια έπρεπε να μείνει με κάθε κόστος. Ο Μακρυγιάννης βιαστικά και όπως μπορούσε έφτιαξε μικρά οχυρωματικά έργα από ξερολιθιά και ντουφεκότρυπες από την 11η Ιουνίου 1825. Μέσα στις επόμενες δύο μέρες οι Έλληνες είχαν συγκεντρωθεί για μάχη στην περιοχή.

Ιωάννης  Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης λέει χαρακτηριστικά για εκείνες τις ώρες …..

« Τέλος από αυτά ούτε νερό είχε μέσα, ούτε κανόνι εις τον τόπον του κι᾿ αν έπαιρνε τους Μύλους ο Μπραϊμης, κεντρικόν μέρος της θάλασσας και στεργιάς και πλήθος ζαϊρέδες και πολεμοφόδια και νερό ποταμός, μπλοκάριζε και τ᾿ Ανάπλι. Και εις την κατάστασιν οπού ᾿ταν κάμετε την κρίση αν βαστούσε. Αφού το δυνάμωσα, σε δυο ημέρες ήρθε ο Χατζημιχάλης με τους ανθρώπους μου, οπού μου πήρε, ήρθε κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης Μαυρομιχάλης μ᾿ ολίγους κι᾿ ο Υψηλάντης με τους ανθρώπους του, όλους δεκαπέντε ».

Το μεσημέρι της 13ης Ιουνίου 1825 μια Αιγυπτιακή φάλαγγα 6000 ανδρών (άλλοι αναφέρουν 5000) προσέβαλε με σφοδρότητα τις θέσεις των επαναστατών. Η επίθεση εντάθηκε εναντίον του κέντρου που υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του αριστερού άκρου που υπεράσπιζε ο Υψηλάντης. Αν το κέντρο υποχωρούσε θα κυκλώνονταν και θα συντρίβονταν όλοι οι επαναστάτες. Αν ο Υψηλάντης (αριστερά) υποχωρούσε θα χανόταν το σημείο ασφαλούς φυγής των επαναστατών προς την θάλασσα σε περίπτωση ήττας.

Δημήτριος Υψηλάντης

Συνολικά τρεις επιθέσεις (γιουρούσια) του πεζικού και μία του ιππικού είχαν αναχαιτιστεί όταν το πυροβολικό του Ιμπραήμ κατάφερε να γκρεμίσει μέρος  των οχυρώσεων των επαναστατών και οι Αιγύπτιοι άρχισαν να εισβάλλουν. Ωστόσο χάρις την έγκαιρη αντιμετώπιση τους από τους επαναστάτες αναχαιτίστηκαν. Λόγω προχωρημένης ώρας αλλά και συνεχόμενων αποτυχιών ο πασάς τραβήχτηκε πίσω στην Αργολική κοιλάδα.

Οι απώλειες των Ελλήνων κατά την μάχη των Μύλων ήταν (7) επτά Έλληνες και ένας φιλέλληνας. Από την πλευρά των Αιγυπτίων οι πηγές αναφέρουν γύρω στους 50 νεκρούς χωρίς όμως να μπορεί κανείς να το εξακριβώσει. Λέει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης ….

«Είχα διορίση εις τους ανθρώπους μου άνθρωπον και τους διοικούσε. Λυπήθη πολύ ο αγαθός Υψηλάντης κι᾿ ο Κωσταντήμπεγης οπού πληγώθηκα. Ο σκοτωμός των Τούρκων -είναι άγνωστη η ποσότη, ότι τους σήκωναν ευτύς».

 Κριτική επί της μάχης και των απομνημονευμάτων ….

Η μάχη των Μύλων αποτελεί μάχη μεγάλης σημασίας, όχι μόνο γιατί προστάτεψε την περιοχή από τα εχθρικά στρατεύματα αλλά γιατί ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων μετά από μια σειρά ηττών, αποδεικνύοντας ότι ο Ιμπραήμ της Αιγύπτου δεν είναι αήττητος. Είναι στην ουσία η πρώτη μάχη όπου Έλληνες αναχαιτίζουν τον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ κρατώντας ζωντανή την επαναστατικά φλόγα.

Την νίκη αυτή ωστόσο ο Μακρυγιάννης προσπαθεί στα απομνημονεύματα του να την μεγαλοποιήσει ακόμα περισσότερο και να την καπηλευτεί καθώς κάνει ελάχιστες αναφορές στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς. Μιλάει για 12000 εχθρούς και 500 νεκρούς, πράγμα ιδιαίτερα απίθανο να συνέβη αφού κανένα από τα δύο νούμερα που παραθέτει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τέλος να αναφέρουμε ότι αν και αναφέρεται ως μία μάχη στην πραγματικότητα κάθε οπλαρχηγός έδινε στον τομέα ευθύνης του την δική του μάχη χωρίς κάποια ιδιαίτερη επικοινωνία με τους άλλους, σε αντίθεση με την οργανωμένη Αιγυπτιακή στρατιά που αποτελούσε ενιαίο σώμα.

ΠΗΓΕΣ

  1. Ιστορία των Ελλήνων τόμος 11ος  εκδόσεις Δομή
  2. Απομνημονεύματα Στρατηγού Μακρυγιάννη εκδόσεις τα Νέα.
  3. Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια (Κ – Μ). Αθήναι: Έκδοσης Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας
  4. Finlay, George. History of the Greek Revolution. Blackwood and Sons, 1861 (Harvard University)
  5. Διονύσιος Κόκκινος, Η ελληνική Επανάσταση τόμος V, εκδόσεις Μέλισσα

Η Μάχη Στο Μανιάκι

20/5/1825

(από την  παράδοση της Μάνης)

Ένα κείμενο που αξίζει αναδημοσίευσης είναι το παρακάτω του ακαδημαϊκού Σωκρ. Β. Κουγέα που στον πρόλογό του γράφει ότι:

«Εις την παιδικήν ηλικίαν μου έκαμεν εξαιρετικήν ευχαρίστησιν να συναναστρέφωμαι και να συνομιλώ με ηλικιωμένα πρόσωπα του οικογενειακού και του συγγενικού μας κύκλου, ανήκοντα εις την επαναστατικήν ή την πρώτην μεταεπαναστατικήν γενεάν και να ακούω τας αφηγήσεις των από προσωπικά ενθυμήματα ή ακούσματα. Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον είχαν δι’ εμέ αι σχετικοί προς τον Αγώνα διηγήσεις …». Παραθέτω το κείμενο:

Από το Μανιάκι

«Από την τραγωδίαν της μάχης του Μανιακίου η παράδοσις έχει διατηρήσει πολλά ανέκδοτα και μοιρολόγια, τόσον τον πρωταγωνιστού Παπαφλέσσα όσον και των συναγωνιστών του Κεφάλα, Παπαγιώργη και Βοϊδή Μαυρομιχάλη που συναπέθαναν ηρωικά στο Μανιάκι τον Μάιον του 1825. Από την γενέτειράν μου έχω ακούσει δια τον Μανιάτην Καπετάνιον Πιέρον Βοϊδήν Μαυρομιχάλην και τον γραμματικόν του την εξής παράδοσιν:

Όταν ο Παπαφλέσσας εστρατοπεύδευσε την 16 Μαΐου 1825 εις το Μανιάκι με σκοπόν να δώση εκεί την κατά του Ιμβραήμ αναμενόμενην μάχην, οι αφοσιωμένοι προς αυτόν συναγωνισταί και ο αδελφός του Νικήτας που ήσαν περισσότερον έμπειροι του πολέμου, είχαν διαφωνήσει με την απόφασίν του, θεωρούντες όλως ακατάλληλον και απρόσφορον την θέσιν δια την άμυνάν των.

Μεταξύ αυτών ήτο και ο οπλαρχηγός των Μανιατών Πιέρος Βοϊδής, όστις μετά δύο ημέρας, όταν είδαν ότι ο εχθρός είχε κινήσει εναντίον των, του επανέλαβεν εντονότερα την γνώμην περί απομακρύνσεως του στρατοπέδου από την επικίνδυνον εκείνην θέσιν.

Ο Παπαφλέσσας, συνηθισμένος να απορρίπτη κάθε εναντίαν προς την ιδικήν του γνώμην, άλλοτε επιτιμών και άλλοτε ειρωνευόμενος   τον   αντιλέγοντα,   είπεν   απευθυνόμενος προς τον Βοϊδήν: «Εκιότεψες, Μανιάτη;» και διέταξε να κατασκευασθούν αμέσως τα ταμπούρια. Την επομένην, όταν είδε τας φάλαγ­γας του Ιμβραήμ να πλησιάζουν προς το ελληνικόν στρατόπεδον, τότε (λέγει η παράδοσις αυτή) αντιληφθείς άφευκτον τον κίνδυνον της καταστροφής, τα εχρειάσθη και άρχισε να ομιλή περί αλλαγής θέσεως και συμπτύξεως του στρατοπέδου.

Αλλ’ ο Βοϊδής, του οποίου είχε θιγή το Μανιάτικο φιλότιμο από την δηκτικήν παρατήρησιν της προηγούμενης ημέρας, του απήντησεν: «Όχι, παπά παλληκαρά, εδώ θα μείνωμε! Πάμε γιαμά (λοιπόν) στα ταμπούρια μας και όποιος απομείνει ζωντανός, ας ακούη τα μοιρολόγια των γυναικώνε».

(διακρίνεται η κυανή – ερυθρή στολή του Αιγύπτιου στρατιώτη)

«Κατά την παράδοσιν των Δολών συνεκηραιεύων γραμματικός του Βοϊδή ήτο ένας Δολοιανός, Αντιβάσης το επώνυμον, από οικογένειαν λογίων, ευπόρων και φωτισμένων του τόπου. Αυτός, όταν εφάνη ότι η σύγκρουσις θα επήρχετο την επομένην πρωίαν, εκάλεσε το βράδυ τους ένδεκα συγχωριανούς τον Δολιανούς αγωνιστάς και τους συνεβούλευσε να φύγουν δια να σωθούν, διότι η παραμονή των θα είναι άσκοπος θυσία, αφού η συντριβή και ο όλεθρος του στρατοπέδου θα είναι αναπόφευκτος.

Και αυτός μεν λόγω της θέσεως του δεν μπορεί να εγκατάλειψη τον Καπετάνιο του και θα μείνη να συναποθάνη μαζί του. Αλλ’ εκείνοι πρέπει να φύγουν «για να μη κλείσουν τα σπίτια των», δηλαδή να μη καταστραφούν αι οικογένειαί των. Πράγματι δε οδοιπορούντες την νύκτα κατόρθωσαν να φθάσουν εις την παραλίαν, οπόθεν διεπεραιώθησαν μετά τινάς ημέρας εις την απέναντι πλευράν του Μεσσηνιακού κόλπου, όπου η Αβία, της οποίας το μικρόν υπό τον Σταυριανόν Καπετανάκην σώμα, είχεν επίσης εγκαταλείψει το Μανιάκι από την προηγούμενην ημέραν.

Οι διαφυγό­ντες Δολοιανοί επολέμησαν τον Ιμπραήμ μετά έν ακριβώς έτος νικηφόρως εις την Βέργαν του Αρμυρού, ένας δ’ εξ αυτών, ο Θανάσης Γυφτέας, έπεσεν εκεί μαχόμενος».

Πηγή: http://taygetos-zeritis.blogspot.gr

Πέτρος Κανακάκης- ο Μανιάτης Αγωνιστής του 1821

Ένας από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς, που ανέδειξε το Κατωπάγκι της Μέσα Μάνης κατά την επανάσταση του 1821, υπήρξε ο Πέτρος Κανακάκης. Γεννήθηκε το έτος 1796 στην Κηπούλα και είχε νυμφευθεί την Αρχοντού Κουτραρίτζα το έτος 1818.

Βασικές πληροφορίες για τη δράση του ως οπλαρχηγού αντλούμε από το πιστοποιητικό περί των εκδουλεύσεών του, με ημερομηνία 8.12.1841, το οποίο υπογράφουν οι Μανιάτες οπλαρχηγοί και ανώτεροι αξιωματικοί της Φάλαγγας Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, Νικ. Πιεράκος, Παναγιώτης Μπουκουβαλέας και Χ. Καπετανάκης. Επίσης από την με ημερομηνία 30.7.1824 απόφαση του Εκτελεστικού πληροφορούμαστε ότι ο αγωνιστής προβιβάστηκε εκείνη την εποχή (1824) στο βαθμό του Πεντηκόνταρχου.

Ειδικότερα μαθαίνουμε από το πιστοποιητικό του ότι κατά την επανάσταση έφερε το βαθμό του Καπετάνιου (Αξιωματικού) και ότι είχε πάντοτε υπό τις διαταγές του στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 120 στρατιώτες έως 70 το ολιγότερο.

Αξιωματικός της Φάλαγγας 1841

Από την έναρξη του Αγώνα το 1821, μέχρι και το 1826, έλαβε μέρος διαδοχικά στην πολιορκία της Κορώνης, έπειτα μετέβη στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, όπου παρέμεινε έως την άλωσή της, κατόπιν πολέμησε στην Κάρυστο, όπως επίσης στις μάχες του Άργους επί Δράμαλη και στις μάχες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια πολέμησε στην πολιορκία του φρουρίου της Κορώνης και Μεθώνης και επί Ιμβραήμ Πασά στα Μεσσηνιακά Φρούρια, εξαιρέτως δε συμμετείχε και στη μάχη στο Μανιάκι, όπου (όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πιστοποιητικό) μόλις έσωσε τη ζωή του. Τέλος ο αγωνιστής πολέμησε στις μάχες του Αλμυρού και του Πολυαράβου το έτος 1826.

Χάριν των υπηρεσιών του ονομάσθηκε το έτος 1837 Υπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ στη συνέχεια το έτος 1839 τοποθετήθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία στην IV Τετραρχία της Φάλαγγας, με έδρα αρχικά το Λιμένι και κατόπιν την Καλαμάτα, όπου υπηρέτησε έως την προικοδότησή του (αποστρατεία) το 1843.

Ο Πέτρος Κανακάκης τιμήθηκε ως παλαιός οπλαρχηγός με το αργυρό Αριστείο του Αγώνα, επαινέθηκε επίσης μαζί με άλλους Λάκωνες στρατιωτικούς το έτος 1841, δυνάμει της VIII Διαταγής του Στρατού, χάριν της συμβολής του στην νεοσυλλεξία των κληρωτών του 5ου Πεζικού Τάγματος των Ακροβολιστών, ενώ κατά τα έτη 1844 – 1845 διετέλεσε ένορκος από το δήμο Μέσσης της επαρχίας Οιτύλου. Απεβίωσε δε περί τα τέλη του έτους 1845.

Δημήτριος Π. Μαριόλης

27.10.2012  

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.
Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών