ΕΤΣΙ ΞΑΝΑΓΡΑΦΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΝΙΑΤΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για Μάνη Ανεμογεννήτριες

Όπως έχει ήδη γίνει γνωστό, στις 23-1-2019 εκδικάστηκε στο πρωτοδικείο Γυθείου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ιδιοκτητών εκτάσεων σε περιοχή της Μέσα Μάνης κατά εταιρείων αιολικών πάρκων. Στη δίκη αυτή εμφανίστηκε υπέρ των εταιρειών το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι αυτό είναι ο πραγματικός κύριος των επίμαχων εκτάσεων – ως διάδοχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – και άρα ότι νομίμως αυτές έχουν παραχωρηθεί σήμερα προς τις εταιρείες για την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών.

Πρόσφατα (15-2-1019) εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, που πιθανολογεί οτι οι εκτάσεις αυτές δεν είναι αγροτεμάχια αλλά είναι Δημόσιες και Δασικές, δεχόμενο έτσι τις απόψεις του Δημοσίου απορρίπτοντας την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Σχετικά δημοσιεύματα με το θέμα έχουν ήδη αναρτηθεί στον τύπο (βλ. ενδεικτικά σε «Λακωνικό Τύπο» άρθρο με τίτλο «Δημόσιες οι εκτάσεις για τα Αιολικά Πάρκα στη Μάνη»).

Στόχος μετά από αυτά του παρόντος άρθρου, δεν συνιστά βεβαίως ο αναλυτικός σχολιασμός ή η κριτική, περί της ορθότητας ή μη, της πρόσφατης δικαστικής απόφασης, που ούτως ή άλλως έκρινε προσωρινά σε επίπεδο ασφαλιστικών μέτρων – τη στιγμή μάλιστα που η κύρια υπόθεση, δηλαδή η αγωγή των ενδιαφερόμενων επί του ιδιοκτησιακού, εκκρεμεί ακόμη για εκδίκαση και δεν υπάρχει οριστικό δεδικασμένο.

Στόχος, και αυτό καθαρά στα πλαίσια της επιστημονικής ιδιότητας και της ευθύνης του γράφοντος ως Δικηγόρου αλλά και ως Ιστορικού, είναι η ενημέρωση των Μανιατών και των φίλων της Μάνης, αναφορικά με τη θέση του Ελληνικού Δημοσίου στη δίκη, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των εκτάσεων ως δημόσιων δασικών και την νομιμότητα της παραχώρησής τους από αυτό για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών.

Ισχυρίστηκε λοιπόν στη δίκη το Δημόσιο, για την ευρύτερη περιοχή της Μέσα Μάνης (για να επανέλθουμε και να θυμηθούμε τον κύριο τίτλο του παρόντος), μεταξύ άλλων ότι : «…Η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης της κατηγορίας αραζί εμιριγιέ που ανήκε σε Οθωμανούς και την καταλάβαμε (δηλαδή την κατέλαβε το δημόσιο) κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας και τη δημεύσαμε, αλλιώς κατά το χρόνο της υπογραφής των παραπάνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους της Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, …αλλιώς ανήκε στο Τούρκικο Δημόσιο και τη δημεύσαμε, περιελθούσα στο Ελληνικό Δημόσιο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους λόγω διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου», δίνοντας έτσι προς το Δικαστήριο τη δική του ιστορική και νομική εκδοχή για την Μάνη και τους Μανιάτες, που δήθεν ήρθε και απελευθέρωσε σαν Δημόσιο κατά την Επανάσταση του 1821 από τους έως τότε Οθωμανούς και

Τούρκους κυρίους τους. Πράγματα ωστόσο που ακόμα και ο ίδιος ο νομοθέτης έχει δεχτεί οτι ιστορικά δεν ισχύουν, αφού ενέταξε και τη Μάνη στο άρθρο 62 του νόμου 998/1979, το οποίο την εξαιρεί από το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου στις δασικές εκτάσεις, ως περιοχή ουδέποτε κατακτηθείσα από τους Τούρκους.

Παραθέτουμε και ένα ιστορικό τεκμήριο, τμήμα από επιστολή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, στο οποίο περιγράφεται ξεκάθαρα ο ρόλος της Μάνης, όχι ως μιας υπόδουλης περιοχής (όπως διατείνεται το δημόσιο) αλλά ως της δύναμης που ξεκίνησε και απελευθέρωσε άλλες περιοχές της πατρίδας μας:

 

«……. Έπειτα εις το αυτό (1821) έτος 23 Μαρτίου οπού εδιώρισα εις δύο κολόνας τα εμπειροπόλεμα όπλα της Σπάρτης, από το μέρος της δυνατής θέσεως Μπαρδούνιας και Μυστρός, αρχηγούς διορίζοντας τους αυτάδελφούς μου Κυριακούλην και Κωνσταντίνον, κυριεύοντας δια της παντοδυναμίας του Υψίστου εκείνα τα απόρθητα μέρη ……….

….. Εγώ δε μετά των λοιπών εκυριεύσαμεν την Μεσσηνίαν, σχεδόν όλην την Πελοπόννησον, επολιορκήσαμεν τα φρούρια ………»

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 11 Οκτωβρίου 1829,

Απόσπασμα ανέκδοτης επιστολής του προς τον Ι. Καποδίστρια (ΓΑΚ, Αρχείο Γενικής Γραμματείας, Φ. 222, προσωπικό αρχείο του γράφοντος)

επιστολή

Η γνωστοποίηση της παραπάνω εκδοχής του Δημοσίου, ενέχει (ας μας επιτραπεί να πιστεύουμε) στοιχεία επικαιρότητας και οφείλει να αποτελέσει τροφή ευρύτερου προβληματισμού για όλους μας, όχι μόνο εξ αφορμής της διαδικασίας δηλώσεων στο Κτηματολόγιο (που ήδη «τρέχει» και για τη Μάνη), αλλά και εξ αφορμής  – και κυρίως – λόγω της επικείμενης επετείου στις 17 Μαρτίου, για την έναρξη του Αγώνα των ελεύθερων Μανιατών υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

                                                                                                24-2-2019­

Δημήτριος Μαριόλης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

 Ιστορικός, απόφοιτος Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας ΔΠΘ

Advertisements

Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Ο ΦΑΣΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΙΟΥΝΑΙΟΙ – Η Ληστεία στο Νεοελληνικό κράτος

0125ce259b25ce25b725cf258325cf258425ce25ad25cf258225ce25ba25ce25b125ce25b925ce25b225ce25bf25cf258325ce25ba25ce25bf25ce25af

Κλέφτες της Οθωνικής Περιόδου στα βουνά Σχέδιο του E.Ronjat

Οι πρώτες δεκαετίες του νεότερου Ελληνικού κράτους ήταν ιδιαίτερα ταραγμένες σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας είχαν ξεσπάσει κοινωνικές επαναστάσεις κατά του φορολογικού συστήματος, όπως στην Μάνη, την Ακαρνανία και την Μεσσηνία. Μέσα σε αυτό το ρευστό πολιτικό κλίμα πολλοί επέλεξαν την συνέχιση του κλέφτικου βίου και μέσα στο καινούργιο κράτος. Ο Ταΰγετος συνέχισε όπως και στην Τουρκοκρατία για αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση να αποτελεί φωλιά λήσταρχων όπως ονομάστηκαν οι οποίοι δρούσαν κυρίως εναντίων των εύπορων οικογενειών της περιοχής. Γνωστοί λήσταρχοι της περιόδου 1830 – 1850 στον Ταΰγετο ήταν ο Φάσος, ο Κυβέλος, ο Παρηγόρης, ο Μικρούτσης και ο Κορώνης.

Ο Φάσος ήταν πρωτοπαλίκαρο του Παρηγόρη. Η οικογένεια του ήταν ονομαστή οικογένεια της έξω Μάνης, η οποία είχε πολεμήσει επί τουρκοκρατίας με τον πρωτοκλέφτη Ζαχαριά,, ενώ διέθεταν πύργους σε Γαιτσές και Ανδρούβιστα. Κύριος χώρος δράσης του κλέφτη Φάσου ήταν οι Πενταυλοί, Γοράνοι, Κουρτσούνα, Ανίνα. Κάποτε αρρώστησε και για να αναρρώσει πήγε στην στάνη των Λιουναίων (οικογένεια Λιούνη της Άρνας), στην Κάμινα απέναντι σχεδόν από τους Γοράνους. Εκεί οι πέντε Λιουναίοι, πατέρας και τέσσερεις γιοι αφού νάρκωσαν τον Φάσο, είτε για να πάρουν την επικήρυξη, είτε για να πάρουν τις ασημοπιστόλες του, τον σκότωσαν κόβοντας του το κεφάλι με ένα τσεκούρι. Οι σύντροφοι ωστόσο του Φάσου όταν ενημερώθηκαν για το γεγονός μετέβησαν επί τόπου και σκότωσαν και τους πέντε Λιουναίους.

Ο θάνατος του Φάσου προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στην περιοχή, καθώς όπως και επί Τουρκοκρατίας, οι κλέφτες ήταν συνδεδεμένοι με το ανυπότακτο πνεύμα κατά της αδικίας. Η ανομία τους ήταν δικαιολογημένη στα μάτια του λαού καθώς αντιπροσώπευαν την δικαίωση, την ελευθερία και την λαϊκή προστασία. Το τραγούδι του Φάσου είναι χαρακτηριστικό του πνεύματος της εποχής ….

 

Κάτσε πουλάκι την αυγή, και τίναξε τα φτερά σου

Να πέσει η δροσούλα τους, και να ακουστεί λαλιά σου

Ανάρια ανάρια λέγε το του Φάσου το τραγούδι

Να μην το μάθει η Φάσαινα η μικροπαντρεμένη

Και δεν ασπρίσει την Λαμπρή και δεν λαμπροφορέσει

Το Φάσο τον σκοτώσανε κείνα τα σκυλιά οι Λιουναίοι

Βάλανε ήρα στο ψωμί κι αφιόνι μες στο γάλα

dsc00132

 Ταΰγετος τόπος κλεφτών και ληστών

Πηγές

  1. Θ.Σ. Κατσουλάκου – Π..Χ Στούμπου «Η Κουμουστά της Λακεδαίμονος», Πολιτιστικός σύλλογος Ξηροκαμπίου, Σπάρτη 2012
  2. Αφροδίτης Α. Φραγκή «Του Φάσου το Τραγούδι», Η Φάρις 15(1996) 4

Μιχαλοπουλιάνοι (Κιππούλα)

old_book_bindings

Οικογένεια Μιχαλοπούλου

(Κιππούλα)

ΠΑΤΡΙΑ: Χορβαλιάνοι¹           ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μιχαλοπουλιάνοι

 Η Κιππούλα αποτελεί έναν από τους παλαιότερους οικισμούς της Μάνης. Το κάστρο του οικισμού είναι απόδειξη της παλαιάς αίγλης της. Στον οικισμό αυτό κατοικούσε η οικογένεια Μιχαλοπούλου. Τα επίθετα σε –όπουλος στην Μάνη είναι σπανιότατα ωστόσο υπάρχουν. Θα έλεγε κανείς ότι η κατάληξη αυτή ενώ παγιώθηκε στην υπόλοιπη Πελοπόννησο δεν πρόλαβε ή δεν κατάφερε λόγω του «κλειστού» τρόπου ζωής να εφαρμοστεί. Το επίθετο στην περίπτωση αυτή είναι πατρωνυμικό, γενάρχης κάποιος Μιχάλης.

Στην Κιππούλα η οικογένεια Μιχαλόπουλου λεγόταν και Χόρβαλη. Δεν αποκλείεται να είναι παλαιότερο επώνυμο ή παρωνύμιο της οικογένειας καθώς η παράδοση τους θέλει από τους παλαιότερους κατοίκους της περιοχής. Η κατάληξη –ής ενισχύει την άποψη αυτή καθώς τα παλαιότερα επώνυμα ήταν ακατάληκτα. Να διευκρινιστεί επίσης πως το όνομα Μιχαλόπουλος χρησιμοποιήθηκε και από άλλες οικογένειες των γύρω χωριών, ωστόσο δεν έχουν καμία συγγένεια.

Στην Κιππούλα ισχυροί, σοϊλήδες μετά το 1700, οπότε έχουμε και επίσημα δεδομένα ήταν οι Κανακιάνοι. Η οικογένεια Μιχαλόπουλου ήταν αχαμνόμερη οικογένεια της περιοχής, χωρίς όμως αυτό να τους εμποδίσει να διακριθούν όπως θα δούμε παρακάτω. Το παλαιότερο μέλος της οικογένειας που γνωρίζουμε επισήμως ήταν ο Δρακούλης Μιχαλόπουλος που γεννήθηκε στα 1801.

Ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος

Κατά την διάρκεια την ελληνικής επανάστασης συμμετείχαν ενεργά (4) μέλη της οικογένειας Μιχαλόπουλου από την Κηπούλα. Ως αποσκιεροί Μανιάτες συμμετείχαν στο στράτευμα υπό την ηγεσία των Μαυρομιχαλαίων από τους οποίους πήραν και αριστεία αγώνος. Ένας μάλιστα από αυτούς ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος ο οποίος γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1812 (9 ετών κατά την έναρξη της επανάστασης) συμμετείχε παρά το μικρό της ηλικίας του σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις. (Μεσσηνιακά Φρούρια, Βέργα, Πολυάραβο).

Ιδιόχειρη υπογραφή του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου το 1839

Το διαβεβαιώνουν σε πιστοποιητικό του από το 1840 ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Νικήτας Σταματελόπουλος, (Νικηταράς), ο Χατζηχρήστος και ο Χριστόδουλος Καπετανάκης. Αρχικά χαρακτηρίστηκε ως στρατιώτης για τις υπηρεσίες του στον αγώνα. Αργότερα και αφού έκανε επαναληπτική αναφορά χαρακτηρίστηκε τελικώς ως οπλαρχηγός 7ης τάξης, δηλαδή ανθυπολοχαγός.

Η διάκριση αυτή ήταν καθαρά τιμητική. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Οθωμανούς υπηρέτησε για 4 χρόνια στον στρατό από το 1834 ως το 1838. Είχε σημείωμα αριστείου και από τον Βαυαρό συνταγματάρχη Φέδερ.

Στα δημοτολόγια του 1856 η οικογένεια Μιχαλόπουλου καταγράφει (4) αρσενικά μέλη της. Ο Γεωργατζάς, ο Δημήτρης, ο Γκήτας (Νικήτας) και ο Δρακούλης. Όλοι τους δηλώνουν ως επάγγελμα ναυτικοί. Η Κηπούλα απέχει ελάχιστα από την θάλασσα οπότε δεν αποκλείεται πολλές οικογένειες ειδικά οι αχαμνόμεροι να δραστηριοποιούνταν σε θαλάσσια επαγγέλματα μιας και η γη ήταν περιορισμένη.

Στα δημοτολόγια του 1871 καταγράφονται επισήμως (1) μέλος της οικογένειας Μιχαλόπουλου. Κατά πάσα πιθανότητα τα υπόλοιπα μέλη είτε έχουν καταγραφεί με τα πατρωνυμικά τους ή με παρωνύμια, πράγμα που συνηθιζόταν είτε ήταν νεότερα και δεν ψήφισαν, οπότε δεν κατεγράφησαν. Το μέλος που γράφεται τότε είναι ο Νικήτας Μιχαλόπουλος.

Το πυργόσπιτο της οικογένειας

Οι οικογένειες στην Μάνη συνήθιζαν να κατοικούν οικογενειακώς μια περιοχή για λόγους ασφαλείας. Το ίδιο συντελέστηκε και στην παρούσα οικογένεια. Μετά το 1720 όταν πια η οικογένεια Κανακάκη επικράτησε στην περιοχή επί των παλαιότερων κατοίκων, οι λοιπές οικογένειες περιορίστηκαν στο χτίσιμο σπιτιών μικρών, πέτρινων με δίριχη στέγη. Η οικογένεια Μιχαλόπουλου αν και αχαμνόμερη κατάφερε να σπάσει το μοτίβο αυτό και να χτίσει, λόγω και της δικής της ανάπτυξης, ένα πυργόσπιτο.

Το πυργόσπιτο της οικογένειας Μιχαλόπουλου στην Κιππούλα

Το «Μιχαλοπουλιάνικο πυργόσπιτο»  όπως λέγεται είναι το χαρακτηριστικό κτίσμα των οικισμών της Μάνης κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Περιλαμβάνει μια παλαιότερης κατασκευής καμάρα με δίριχη στέγη η οποία σκεπαζόταν με μάρμαρο και πέτρα για να μην τα παίρνει ο αέρας. Δίπλα της πιθανότατα γύρω στα 1860 ανεγέρθη πύργος που στην αρχική του κατάσταση πρέπει να ήταν γύρω στα 7 -8 μέτρα ύψος. Για λόγους ασφαλείας ο κάτω όροφος του πύργου είναι «τυφλός» προς την πλευρά του δρόμου. Παράθυρα ανοιχτά και περίτεχνα βρίσκονται στον πάνω όροφο του πύργου όπου δεν συνέτρεχε κίνδυνος εισβολής.

¹ Τοπική παράδοση στο Κατωπάγγι

ΠΗΓΕΣ

1. Σταύρου Καπετανάκη «Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες αγωνιστές»

2. Σταύρου Καπετανάκη «Μανιάτες Αγωνιστές του 1821»

3. Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια Ά τόμος»

4. Κ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας, παραδοσιακές εκκλησίες»

5. Τοπική παράδοση του Κατωπαγγιού

6. http://www.mani-org.gr

Ο Λιβανέζος Και Η Μανιάτικη Γη

Στο βιβλίο «ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ» του Μανιάτη λαογράφου Κυριάκου Κάσση, καταγράφετε μια πολύ όμορφη και διδακτική ιστορία. Διαβάζουμε λοιπόν:

Η πολυτελής κούρσα σταμάτησε στο καφενείο της Αρεόπολης. Στο πίσω κάθισμά της καθότανε ένας ευτραφής, μελαχροινός, πολύ καλοντυμένος κύριος. Ο οδηγός και ο διερμηνέας του κατέβηκαν κι ο δεύτερος μπήκε στο καφενείο… Ρώτησε:

«— Ρε παιδιά…Έχει κανένας κάνα οικόπεδο εδώ πέρα;».
«— Όλοι έχουμε», του αποκρίνεται ένας Κοιλάκος από τον Πύργο Δηρού με όψη αγρότη ντόπιου.
«— Εσύ έχεις;», ξαναρωτά ο ξένος. «Πόσο πουλιέται το στρέμμα;».
«— Το στρέμμα;… Τέσσερα εκατομμύρια…», λέει έτσι, «για πλάκα» ο Μανιάτης.
«— Εσύ πόσα έχεις;». ·
«— Έχω πάνω από δέκα στρέμματα».
«— Που εδώ κοντά;».
«— Κάτω προς την παραλία του Δηρού. Γιατί ρωτάς;».
«— Να, ο κύριος έξω στο αμάξι είναι Λιβανέζος. Και ψάχνει ν’ αγοράσει γη. Εγώ είμαι ο διερμηνέας σου».

Βγαίνει ο διερμηνέας από το καφενείο. Πάει στο αφεντικό του και κάτι συζητούν για λίγο. Ξαναγυρίζει ο διερμηνέας στο καφενείο και κρατά ένα μπλοκ:

«—Ο κύριος λέει ότι αν θέλεις τ’ αγοράζει τώρα αμέσως. Έχω εδώ ένα τσεκ για σαράντα εκατομμύρια δραχμές. Μόνο να πάμε στο συμβολαιογράφο».

Το κοίταζε ο Μανιάτης σκεφτικός. Άκουσε το ποσόν. Και θυμήθηκε την κόρη του που πέτυχε στο Πανεπιστήμιο με τόσες δυσκολίες και έμενε στην Αθήνα, ήθελε 40.000 δραχμές έξοδα για να ζει φτωχικά… Και πουνατα βρει αυτός… «Σκέψου λεφτά πόχει ο κόσμος…», συλλογίστηκε.

«— Λοιπόν εντάξει;».

Η φωνή του ξένου τον ξανάφερε στην πραγματικότητα.

«— Τι εντάξει;».
«— Θα πάμε να κανονίσουμε; Να κάνομε τα συμβόλαια και να πάρεις τα λεφτά;».
«— Ποιος σου είπε, άνθρωπέ μου, ότι πουλάω. Η γη αυτή σάμπως είναι δική μου; Ο πατέρας μου, μου την άφησε. Είναι από το μπάπου του. Και αύριο θάναι των παιδιών μου. Δεν έχω εγώ δικαίωμα να την πουλήσω… Δεν την απόχτησα εγώ… Εγώ είμαι περαστικός, όπως κι άλλοι πριν από μένα. Τι μου ζητάς, λοιπόν».
«— Δηλαδή, δεν τα δίνεις;», ρώτησε ο διερμηνέας.
«— Όχι. Δεν έχεις ακούσει; «Άλλοι τάχαν, άλλοι τάχουν, κι άλλοι πάλι τα παντέχουν».
«— Βρε μυαλά που κουβαλάτε οι Μανιάτες. Σου δίνει σαράντα εκατομμύρια γι’ αυτές τις ξερόπετρες και δεν τα δίνεις; Ε ρε να τάχα εγώ!… θάλυνα το πρόβλημα της ζωής μου…».

Κι έφυγε προς το αμάξι. Κάτι είπαν με το αφεντικό του, και σε λίγο έφυγαν.