Μουσουριάνοι (Πάλιρος)

old_book_bindings

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥ ή ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟΥ

(Πάλιρος)

ΓΕΝΟΣ: Κοσμάδες ΠΑΤΡΙΑ: Γεραντωνιάνοι ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μουσουριάνοι

Η οικογένεια Μουσουράκου ή Μουσούρου (μετά το 1970) αποτελεί κλάδο της οικογένειας Κάσση του Παλίρου στο ακρωτήριο Ταίναρο. Ανήκει μαζί με τις οικογένειες Κεραμίδα, Γιαννουκάκου και Φιδοπιάστη στη πατριά των Γεραντωνιάνων της Μάνης. Αυτή η πατριά με την σειρά της ανήκει στο βυζαντινό γένος των Κοσμάδων το οποίο κατά την περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας δέσποζε ηγεμονικά στην περιοχή.

Το παρατσούκλι Μουσούρος το πήρε ο Παναγιώτης Κάσσης διότι στους ξένους περιηγητές που πήγαιναν στην περιοχή έκανε τον δραγουμάνο, (διερμηνέα) όπως ο Κρητικός εύπορος Δραγουμάνος Μουσούρος από την Κρήτη. Έτσι από τοπικό παρωνύμιο κατέληξε επίθετο.

Η πρώτη φορά που εμφανίζεται το όνομα Μουσουράκος ως επίθετο είναι στους εκλογικούς καταλόγους του 1871. Εκεί εμφανίζεται ο Αντώνης Μουσουράκος ετών 25, γιος του Παναγιώτη. Ο Κ. Κάσσης μας πληροφορεί ότι ήταν ο δεύτερος γιος του Παναγιώτη, ο πρώτος λεγόταν Νίκος. Πράγματι στο κατάλογο υπάρχει ο Νίκος Παναγιωτάκος ετών 31, ο οποίος όλα συνηγορούν ότι είναι Μουσουράκος. Από τον πρώτο γιο τον Νικόλα προέρχονται οι Νικομουσουριάνοι από τον δεύτερο οι Αντωνομουσουριάνοι. (παρακάτω διάγραμμα με τα έτη γέννησης).

Στα 1920 η οικογένεια είχε αποκτήσει οικονομική δύναμη διότι εμπορευόταν και είχαν μαγαζί ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή. Μάλιστα σε μοιρολόγια της εποχής καταγράφεται η επιχειρηματική δράση της οικογένειας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟ

(ΤΣΑΤΙΡΑ)

Ο Κώστας Μουσουράκος παντρεύτηκε το 1943, δεν γλίτωσε από την καυστική πέννα του σατιρολόγου θείου του Αντώνη Κάσση. Του λέει μεταξύ άλλων για την παντρειά του ….

Του δωκαν του Καρκατσίλη

Την κοπέλα να είναι φίλοι

Κοριτσάκι όπως πρέπει

«γεια σου μάγκα μου Τζελέπη»

Πλυσταριό με την κουζίνα

Νοικοκύρης στη Αθήνα

Όλα πλίθινα χτισμένα

Παραθύρι είχαν ένα

μηχανή με το τραπέζι

τα κορίτσια να αναμπαίζει

κι αν θυμώσει ρε Κωστάκη

θα ζου βγάλει το μουστάκι

και θα μείνεις σπανός μπίτι

μες το πλίθινο το σπίτι

και η θεια σου η Σουφίνα

χρόνια μάγκας στην Αθήνα

Του Αντώνη Κάσση – Μουσουράκου

(ΜΟΙΡΟΛΟΙ)

Το 1920 πέθανε ο Αντώνης Κάσσης Μουσουράκος (προσωπικό παρατσούκλι Σμυρνιός). Άφησε την γυναίκα του έγκυο. Είχαν μόλις ένα χρόνο παντρευτεί. Το μοιρολόι το είπε η Πηνιώ Μπουρδάκου. Η Πηνιώ ήταν και αυτή πρόσφατα χήρα και για να παρηγορήσει την νέα χήρα (Μαργαρίτα) της είπε …..

Αμπού είσαι Μαργαρίτα μου

Αμπώς θα σκιουνοκρεμαστείς?

Με δίχως άντρα στην ζωή

Μα αν γεννηθεί καλό παιδί

Θα σαι νοικοκυρά καλή

Μέσα στο σπίτι να κλειστείς

Κανένανε να μην δεχτείς

Αν είναι να χεις σερνικό

Θε να χει ο λόγος σου σταυρό

Θα σαι καλή νοικοκυρά

επά στα Μουσουριάνικα

αν τύχει κάμεις φηλυκό

να το πατήσεις στο λαιμό

ρώτα εμένα να ζου πω

δεν έχει ο λόγος μου σταυρό

δεν έχει ο λόγος μου ισχύ

γιατί έχω φηλυκό παιδί

εσύ να κάμεις σερνικό

για να κρατήσει σπιτικό

θα σαι μαγαζατόρισσα

θα σαι κοτζάμ εμπόρισσα

Οι Μουσουριάνοι ήταν οι πλουσιότεροι Κάσσηδες την περίοδο του μεσοπολέμου έχοντας κατάστημα εμπορικό στο ακροταίναρο. Το παιδί της γεννήθηκε καλώς. Η Μαργαρίτα όμως 40 ημέρες μετά την γέννησή του πέθανε από αρρώστια. Το «σκιουνοκρεμαστείς» αφορά τον τρόπο με το οποίο γεννούσαν τότε οι γυναίκες. (όρθιες κρατώντας σχοινιά από το ταβάνι κρεμασμένα).

Πηγές:

1. Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, σελ. 375

2. Κ. Κάσση «Τσάτιρες της Μάνης» σελ 118

3. Γ.Α. Κ. (γενικά αρχεία του Κράτους) εκλογικά Βλαχογιάννη 4. www.mani.org.gr

Advertisements

Ο Λιβανέζος Και Η Μανιάτικη Γη

Στο βιβλίο «ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ» του Μανιάτη λαογράφου Κυριάκου Κάσση, καταγράφετε μια πολύ όμορφη και διδακτική ιστορία. Διαβάζουμε λοιπόν:

Η πολυτελής κούρσα σταμάτησε στο καφενείο της Αρεόπολης. Στο πίσω κάθισμά της καθότανε ένας ευτραφής, μελαχροινός, πολύ καλοντυμένος κύριος. Ο οδηγός και ο διερμηνέας του κατέβηκαν κι ο δεύτερος μπήκε στο καφενείο… Ρώτησε:

«— Ρε παιδιά…Έχει κανένας κάνα οικόπεδο εδώ πέρα;».
«— Όλοι έχουμε», του αποκρίνεται ένας Κοιλάκος από τον Πύργο Δηρού με όψη αγρότη ντόπιου.
«— Εσύ έχεις;», ξαναρωτά ο ξένος. «Πόσο πουλιέται το στρέμμα;».
«— Το στρέμμα;… Τέσσερα εκατομμύρια…», λέει έτσι, «για πλάκα» ο Μανιάτης.
«— Εσύ πόσα έχεις;». ·
«— Έχω πάνω από δέκα στρέμματα».
«— Που εδώ κοντά;».
«— Κάτω προς την παραλία του Δηρού. Γιατί ρωτάς;».
«— Να, ο κύριος έξω στο αμάξι είναι Λιβανέζος. Και ψάχνει ν’ αγοράσει γη. Εγώ είμαι ο διερμηνέας σου».

Βγαίνει ο διερμηνέας από το καφενείο. Πάει στο αφεντικό του και κάτι συζητούν για λίγο. Ξαναγυρίζει ο διερμηνέας στο καφενείο και κρατά ένα μπλοκ:

«—Ο κύριος λέει ότι αν θέλεις τ’ αγοράζει τώρα αμέσως. Έχω εδώ ένα τσεκ για σαράντα εκατομμύρια δραχμές. Μόνο να πάμε στο συμβολαιογράφο».

Το κοίταζε ο Μανιάτης σκεφτικός. Άκουσε το ποσόν. Και θυμήθηκε την κόρη του που πέτυχε στο Πανεπιστήμιο με τόσες δυσκολίες και έμενε στην Αθήνα, ήθελε 40.000 δραχμές έξοδα για να ζει φτωχικά… Και πουνατα βρει αυτός… «Σκέψου λεφτά πόχει ο κόσμος…», συλλογίστηκε.

«— Λοιπόν εντάξει;».

Η φωνή του ξένου τον ξανάφερε στην πραγματικότητα.

«— Τι εντάξει;».
«— Θα πάμε να κανονίσουμε; Να κάνομε τα συμβόλαια και να πάρεις τα λεφτά;».
«— Ποιος σου είπε, άνθρωπέ μου, ότι πουλάω. Η γη αυτή σάμπως είναι δική μου; Ο πατέρας μου, μου την άφησε. Είναι από το μπάπου του. Και αύριο θάναι των παιδιών μου. Δεν έχω εγώ δικαίωμα να την πουλήσω… Δεν την απόχτησα εγώ… Εγώ είμαι περαστικός, όπως κι άλλοι πριν από μένα. Τι μου ζητάς, λοιπόν».
«— Δηλαδή, δεν τα δίνεις;», ρώτησε ο διερμηνέας.
«— Όχι. Δεν έχεις ακούσει; «Άλλοι τάχαν, άλλοι τάχουν, κι άλλοι πάλι τα παντέχουν».
«— Βρε μυαλά που κουβαλάτε οι Μανιάτες. Σου δίνει σαράντα εκατομμύρια γι’ αυτές τις ξερόπετρες και δεν τα δίνεις; Ε ρε να τάχα εγώ!… θάλυνα το πρόβλημα της ζωής μου…».

Κι έφυγε προς το αμάξι. Κάτι είπαν με το αφεντικό του, και σε λίγο έφυγαν.