Αναστάσιος Φραντζεσκάκης

Άρθρα

Η οικογένεια Φραντζεσκάκη συγκαταλέγεται στις παλαιότερες της Αρεόπολης και, όπως γράφει ο Κυριάκος Κάσσης (Άνθη της Πέτρας), είναι «κολλητή», σύμμαχος δηλαδή στην πατριά των Γεωργιάνων. Κλάδος της έχει κατοικήσει και στο γειτονικό Κουσκούνι, με στενή σύνδεση με την πατριά των Κρασακιάνων.

Η συμμετοχή της στην επανάσταση του 1821 υπήρξε σημαντική, γεγονός που προκύπτει από την απονομή μετεπαναστατικά του αριστείου του Αγώνα (παρασήμου) σε 10 μέλη της τουλάχιστον. Διακεκριμένη μορφή της, που αναδείχθηκε κυρίως στα μετέπειτα χρόνια της ελεύθερης πατρίδας μας ως αξιωματικός της φάλαγγας, ήταν ο Αναστάσιος Φραντζεσκάκης.

Γεννήθηκε το έτος 1799 και ο πατέρας του ονομαζόταν Μιχαήλ. Ήταν έγγαμος από τις 17 Σεπτεμβρίου 1822 με την Ειρήνη Τζακάκη, που επίσης καταγόταν από την Αρεόπολη. Σε επίσημους στρατιωτικούς καταλόγους των ετών 1840 – 1841 αναφέρεται τότε ως πατέρας 5 παιδιών. Η δράση του κατά την Επανάσταση περιγράφεται από το πλούσιο σε εκδουλεύσεις πιστοποιητικό του, το οποίο προσκόμισε στο Υπουργείο Στρατιωτικών το έτος 1841, προκειμένου να λάβει και εκείνος το αργυρό αριστείο του Αγώνος.

Στο αναφερόμενο πιστοποιητικό, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του 1841 υπέγραψαν οι παλαιοί Μανιάτες οπλαρχηγοί Παν. Μπουκουβαλέας Τρουπάκης, Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης, Χρ. Καπετανάκης και Ιωάννης Κ. Μαυρομιχάλης, βεβαιώνεται η συμμετοχή του Φραντζεσκάκη το έτος 1821 στις μάχες και συμπλοκές Βαλτετσίου, Συλίμνας, Βλαχοκερασιάς, Ταβιάς, πολιορκίας Κορίνθου, στην πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς, όπου τραυματίστηκε στο δεξιό βραχίονα, ενώ δεν έλειψε η συμμετοχή του το ίδιος έτος και σε μάχες εκτός Πελοποννήσου, όπως στην Πέτρα, Λιβαδειά, Σούρπη, Κερατόπυργο Μεγάρων, Πειραιά.

Η υπογραφή του Αγωνιστή σε πιστοποιητικό του 

Το έτος 1822 συμμετείχε σε μάχες στο Άργος, στο Κουτσοπόδι, Κλένια, στην Κάρυστο Ευβοίας και στην πολιορκία του Ναυπλίου, ενώ τα έτη 1823 – 1824 συμμετείχε στην πολιορκία της Κορώνης. Επί Ιμβραήμ το 1825 συμμετείχε σε μάχες και επιχειρήσεις ανάσχεσης των Τουρκοαιγυπτίων πλησίον του Νεοκάστρου, στις θέσεις Χίλια Χωρία, Λογγά, στην Καλαμάτα, Πεταλίδι, στη Μπούκα Νησίου, ενώ το 1826 πολέμησε στη Βέργα, Διρό, Καρυούπολη και Πολυάραβο. Σε όλες τις παραπάνω μάχες αναφέρεται ότι πολέμησε πάντοτε ως αξιωματικός (καπετάνιος), με γενναιότητα, ζήλο και πειθαρχία.

Μετά την απελευθέρωση ονομάστηκε με βασιλικό διάταγμα της 1/13 Νοεμβρίου 1837 ανθυπολοχαγός της Λακωνικής Φάλαγγας, ενώ δύο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1839, τέθηκε με τον ίδιο βαθμό σε ενεργητική υπηρεσία, υπηρετώντας μαζί με άλλους παλαίμαχους Μανιάτες αξιωματικούς στην 4η Τετραρχία υπό τον τότε αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Πιεράκο Μαυρομιχάλη.

Το Μάιο του 1841   συνέδραμε σε οικονομική ενίσχυση υπέρ των επαναστατημένων Κρητικών και το Μάρτιο του 1844 τιμήθηκε με το αργυρό Αριστείο ως ανθυπολοχαγός της Φάλαγγας. Την περίοδο 1850 – 1861 διετέλεσε και ένορκος, γεγονός που για εκείνη την εποχή συνιστούσε ένδειξη κύρους και οικονομικής επιφάνειας. Ήταν εγγράμματος, υπέγραφε πάντοτε στα ιδιόχειρα έγγραφά του ως “Αναστάσιος Φρατζησκάκης”, και υπηρέτησε στην ενεργητική Φάλαγγα μέχρι το τέλος του βίου του.

Το έτος 1865 υπέβαλε αίτηση και πιστοποιητικά εκδουλεύσεων στην τότε εξεταστική επιτροπή αγωνιστών του 1821 και αναγνωρίστηκε εκ νέου ως οπλαρχηγός 7ης τάξης, δηλαδή ανθυπολοχαγός. Την ίδια εποχή αναγνωρίστηκε από την παραπάνω επιτροπή ως οπλαρχηγός 5ης τάξης (λοχαγός) και ο ιερωμένος συγγενής του πρωτοσύγκελος Μελέτιος Φραντζεσκάκης, που είχε πολεμήσει στην άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο φιλότιμος αγωνιστής προήχθη περαιτέρω το μήνα Σεπτέμβριο του 1871 στο βαθμό του υπολοχαγού, όπως επίσης και ο συνάδελφός του Μανιάτης αγωνιστής Σταμάτιος Τζελέντης, από τη Λαγκάδα του δήμου Λεύκτρου. Δέκα χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 1881, ο Φραντζεσκάκης έλαβε το βαθμό του λοχαγού της φάλαγγας.

Απεβίωσε στις 10 Ιανουαρίου του 1886 σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του Ειρήνη με δικαίωμα λήψης μηνιαίας σύνταξης χηρείας ποσού 33,25 δραχμών.

ΠΗΓΕΣ

  • Κυριάκου Κάσση “Άνθη της Πέτρας – Μάνη” (1990).
  • Κυριάκου Κάσση “Η οικογένεια Κουλουριάνοι της Μάνης” (2006).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Μανιάτες Αγωνιστές του 1821” (2005).
  • Σταύρου Καπετανάκη “Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές” (2008).
  • Ιωάννη Λεκκάκου “Μάνη Ερανίσματα Ιστορίας και Λαογραφίας” (2004).
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους : Αρχεία Αριστείων (1841), Προικοδοτήσεων Φαλαγγιτών (1843) και Υπουργείου Στρατιωτικών (1837 – 1841).
  • Διάφορα Φ.Ε.Κ.

Θεσμοί Της Μάνης – Η Καπετανία

Στην έξω Μάνη ( μεσσηνιακή και ως το Γύθειο ) δεν διαμορφώθηκαν οι ίδιοι θεσμοί με την μέσα Μάνη. Οι ιστορικές και γεωγραφικές διαφορές είχαν ως αποτέλεσμα και διοικητικές διαφορές. Στην έξω Μάνη ο πληθυσμός όντως για να ξεπεράσει τις όποιες κοινωνικές δυσκολίες στράφηκε και εκεί προς την οικογένεια.

Στην έξω Μάνη όμως είχαμε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Μεγάλες και γόνιμες εκτάσεις γης για τις οποίες φιλονικούσαν οι διάφορες οικογένειες και έντονη παρουσία κάποιας Εξουσίας έστω κι αν αυτή δεν επιβαλλόταν αλλά έκανε αισθητή την παρουσία της. ( Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι ). Η παρουσία κάστρων σε όλη την έκταση της έξω Μάνης ( Πασσαβάς, Ζαρνάτα, Κελεφά, κ.ά. ) οδήγησε πολλούς Μανιάτες σε συνδιαλλαγές με τους ξένους όσο ήταν εκεί και υιοθέτηση κάποιων χαρακτηριστικών τους.

Η δημιουργία μιας φεουδαρχίας στην έξω Μάνη δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Η δύναμη της οικογένειας επί μεγάλων εκτάσεων γης σε συνδυασμό με τα διοικητικά πρότυπα των Βενετών οδήγησε σε αυτήν την μορφή οργάνωσης του τόπου με πλήρη επισημότητα. Στην Μάνη τα οικογενειακά αυτά φέουδα ονομάστηκαν καπετανίες και οι ηγέτες αυτών ήταν οι καπετάνιοι οι οποίοι προέρχονταν από τις πιο δυνατές οικονομικά οικογένειες.

Πύργος του Αντώνη μπέη Γρηγοράκη στον Αγερανό

Ο θεσμός της καπετανίας διέφερε τελείως από τους θεσμούς της μέσα Μάνης. Ο καπετάνιος ήταν απόλυτος άρχων του τόπου και η διαταγή του ήταν νόμος απαράβατος σε αντίθεση με την αναρχία και τον συνεχή αγώνα επιβίωσης και επιβολής συμφερόντων που επικρατούσε στα χωριά του Ταινάρου. Τα μέλη της οικογένειας δεν ήταν εξισωμένα. Νόμος ήταν ο λόγος του καπετάνιου που στο απόγειο της δόξης του μπορούσε να γίνει μπέης.

Κάθε καπετανία ακολουθούσε την εντολή του καπετάνιου. Τέτοιες εντολές αφορούσαν πολεμικές προετοιμασίες, καταβολή φόρου, συγκομιδή των ελιών, σπορά των σιτηρών κ.ά. που υποχρεώνονταν οι κάτοικοι να πράξουν. Ωστόσο υπήρχαν και καπετάνιοι ιδιαίτερα αγαπητοί από τους υπηκόους τους, όπως περιγράφει το παρακάτω τραγούδι.

Αφέντη, αφέντη Μούρτζινε
Οι Ξωχωρίτες μου πασι
Να πάρουν τα τουφέκια τους
Να κατεβούσι στο γυαλό ….

Αυτό συνέβαινε διότι πολλοί καπετάνιοι έκαναν αρκετές αγαθοεργίες. Μίσθωναν υπαλλήλους για προσωπική φρουρά, χτίστες, έφτιαχναν εκκλησίες, σχολεία, πλήρωναν γραμματικούς. Ακόμα και συσσίτιο για τους άπορους χωριανούς οργάνωναν μερικοί από αυτούς.
Οι καπετανίες δεν ήταν σταθερές. Αυτό διότι πολλοί καπετάνιοι προσπαθούσαν να επισκιάσουν άλλους ή γιατί με το πέρασμα χρόνου πολλοί νέοι Μανιάτες διεκδικούσαν μερίδιο καπετάνιου. Οι πιο γνωστές καπετανίες ήταν οι εξής ….

  • Του Κουμουνδούρου στις Κιτριές,
  • Του Καπετανάκη στην Τρικότσοβα
  • Του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη
  • Του Δουράκη στην Καστάνια
  • Του Βενετσιανάκη στην μικρή Καστάνια
  • Του Κυβέλου στην Μηλιά
  • Του Γιατράκου στην Άρνα
  • Του Καβαλλιεράκη στην Καρυούπολη
  • Του Γρηγοράκη στο Γύθειο και Αγερανό
  • Του Χρηστέα στην Πλάτσα
  • Του Μαυρομιχάλη στην Τσίμοβα

Ωστόσο υπήρχαν και μικρότερες καπετανίες, τέτοιες ήταν:

  • Του Χατζάκου στην Πηλάλα
  • Του Πατριαρχέα στο Πραστείο
  • Του Κιτρινιάρη στην Σαιδόνα
  • Του Καλκανδή στο Σκουτάρι
  • Του Ζερβάκου ή Ζερβομπεάκου στον Καρβελά
  • Του Πετροπουλάκη στην Ράχη
  • Του Ταβουλάρη στα Κονάκια

Η εξουσία των καπετάνιων ήταν αναγνωρισμένη επίσημα και από την Βενετική και Τουρκική εξουσία. Ακόμα και διάφοροι περιηγητές που έρχονταν στην Μάνη υποχρεούνταν να φιλοξενηθούν στο σπίτι ή φρούριο μάλλον του άρχοντα της περιοχής.

Τα σημαντικότερα προνόμια τους ήταν η συλλογή φόρων, το μονοπώλιο σε εμπορικές συναλλαγές από τα λιμάνια της περιοχής τους, η αποκλειστική ηγεσία σε περίοδο πολέμου. Επίσης συχνές ήταν και οι δικαστικού τύπου αποφάσεις που έπαιρναν και επέβαλλαν. Η εκλογή δε του καπετάνιου δεν ήταν αιρετή αλλά κληρονομική.