Πεταλίδι- Η Αποικία Των Μανιατών (Α’ Μέρος)

Ο Καποδίστριας είχε αποφασίσει να παραχωρήσει εκτάσεις γης και ακίνητα πρώην Τουρκικής ιδιοκτησίας σε αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ώστε να ανταμειφθούν από την πολιτεία για τις εκδουλεύσεις τους αλλά και για να κλείσει τελικά το ζήτημα των «εθνικών γαιών» που είχε δημιουργηθεί. Το σχέδιο αυτό πάγωσε μετά την δολοφονία του. Η έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα εξασφάλισε πολιτική σταθερότητα και τελικώς με βασιλικό διάταγμα που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ 25 του 1834 ξεκίνησε η παραχώρηση «εθνικών γαιών» στους δικαιούχους.

Ο αρχηγός της αποικίας Νικόλαος Πιεράκος 

Την ευκαιρία άδραξε ο Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης ο οποίος θέλοντας να ξεφύγει από τους επιθετικούς συγγενείς του στην Μάνη ανέλαβε την δημιουργία αποικίας, όπως ονομάστηκε, στην Μεσσηνία και συγκεκριμένα στο έρημο τότε Πεταλίδι. Αν και στην αρχή υπήρχαν αντιδράσεις από την δημογεροντία Κορώνης η οποία δεν ήθελε κοντά της ξένους αποίκους, τελικώς οι αντιδράσεις κάμφθηκαν και ο εποικισμός ξεκίνησε ήδη από το 1834. Το σχέδιο του οικισμού χαράχθηκε από τους Βαυαρούς Γ. Κόλμαν και Χ. Στράουβ. Η συνολική έκταση που αποδόθηκε στον Νικόλαο Πιεράκο ήταν 200 στρέμματα.

Το Βαυαρικό αρχιτεκτονικό σχέδιο του Πεταλιδίου

Από τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αποικίας, η οποία ήταν γρήγορη και επιτυχής. Ήδη το 1836 έχουν εγκατασταθεί πάνω από 200 οικογένειες στο Πεταλίδι και πάνω από 120 οικίες έχουν ανεγερθεί. Ένα χρόνο μετά, το 1837 το Πεταλίδι ήταν μια κωμόπολη με πολλές έτοιμες οικίες και άλλες να θεμελιώνονται. Έχει ήδη χτιστεί η εκκλησία. Η πρώτη εκκλησία του Πεταλιδίου ήταν η Ζωοδόχος Πηγή. Η οικοδόμησή της άρχισε αμέσως με την ίδρυση της κωμόπολης από τους Μαυρομιχαλαίους, οι οποίοι όταν ήρθαν στο Πεταλίδι αρχικά στρατοπέδευσαν σε εκείνη την περιοχή.

Ο Ιερός Ναός Της Ζωοδόχου Πηγής

Χαρακτηριστικό στοιχείο των Μανιατών του Πεταλιδίου ήταν και η μεταξύ τους ομόνοια απέναντι στους ξένους, αλλά και οι μεταξύ τους βεντέτες. Όπως θυμούνται οι παλαιότεροι κάτοικοι του Πεταλιδίου είτε και μέσα από τις αφηγήσεις των προγόνων τους, το Πεταλίδι έγινε συχνά τόπος αντιπαράθεσης μεταξύ των μανιάτικων οικογενειών. Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι η κεντρική πλατεία του Πεταλιδίου έγινε συχνά πεδίο σύγκρουσης των Μανιατών και απόδειξη αυτού ήταν οι τρύπες από τις σφαίρες που υπήρχαν στις μουριές της πλατείας από τα πυρά που αντάλλασσαν οι οικογένειες μεταξύ τους.

Πολλοί κάτοικοι θυμούνται ακόμα Βεντέτες οικογενειών που είχαν αφήσει εποχή, τις οποίες για ευνόητους λόγους δεν μπορούμε να αναφέρουμε στην εργασία μας, καθώς οι μνήμες είναι ακόμα νωπές . Οι βεντέτες μεταξύ των οικογενειών άρχισαν να φθίνουν γύρω στο 1920, όταν άρχισαν να αναμειγνύονται με τους κατοίκους των γύρω χωριών, να κάνουν μεικτούς γάμους και να ξεφεύγουν από το αυστηρό εθιμικό δίκαιο που κουβαλούσαν από τη Μάνη.

Παρακάτω δημοσιεύουμε μερικά από τα μανιάτικα επώνυμα και το χωριό καταγωγής που μπορεί να βρει κάποιος στο Πεταλίδι.

1834 Παναγιωτούνης Οίτυλον

1836 Μαρτάκος Δρύαλον

1840 Σπυράκος, Δαιμονάκος Γέρμα

1844 Ξαρχάκος Σταυρί

1845 Αυγουλέας Τροχάλακας, Καραβίτης

1846 Καραμοϋζης Χαριά Κούνος

1847 Γρουσοΰζης (Γρουσουζάκος) Αρεόπολις, Ξαρχάκος Σταυρί

1848 Οικονομάκης Αρεόπολις

1850 Πικουλάκης Αρεόπολις, Μολώνης Πλάτσα

1851 Στραβόλαιμος Αρεόπολις

1852 Μαρκίδης (Μαρκέας) Κάμπος, Σταυρακόπουλος Βαχός,  Σουκαράς Σταυρί, Ψυλλάκος Σταυρί

1853 Δαμήλος Δολοί

1854 Γριβέας Οίτυλον, Μαριόλης Δρυ

1856 Καψάκος Σταυρί, Λουγκάνης Δρύαλον, Λεουτσάκος Κηπούλα

1858 Διπλαράκος Οίτυλον, Μωκάκος Σταυρί, Τσακάκος Κηπούλα

1859 Κουλιζάκος Παχιάνικα, Σκλαβόλιας Μπουλαριοί

1860 Μπαζίνας Οίτυλον

1862 Αλεμάγκος Ξεχώρι, Κορωναίος Αρεόπολις, Στεφανάκος Πύργος, Χιουτάκακος Κουσκούνι

1863 Αλαφρής Κοίτα, Μονέδας Παχιάνικα, Μιχαλαράκος Αρεόπολις

1864 Γιαννακάκος Κούνος, Σιφίλιας – Κουμεντάκος Μίνα, Τσακάκος Κηπούλα, Χορταρέας Πλάτσα, Κουράκος Κούνος

1866 Αλέπης Αρεόπολις, Γιδάκος Οχιά, Δικαιουλάκος Πύργος, Κατσιμαντής Κούνος, Λαδάς Πύργος

1866 Μαυρομιχάλης-Ροδίτης Αρεόπολις, Σάσσαρης Μέζαπον

1867 Ιατρόπουλος Οίτυλον, Μπραΐμης Έρημος, Μαλιαρίτης (Μαλιαράκος) Οχιά, Ξιφαράς Αρεόπολις, Πενταρβάνης Κηπούλα

1868 Καβαλλιώτης – Πετράκος Κάββαλος

1869 Γουρουνάς Πηγάδι – Πλάτσα, Παπαδάκος – Πιρούνιας Καφιόνα, Σκαφιδάς Κούνος, Γεωργίκος Πηγάδια

1870 Παρασκευάκος Σταυρί, Τρουπάκης Καρδαμύλη

1872 Λαγούδης Μπρίκι

1873 Κατσαράς Κηπούλα, Λαγιάκος Κοίτα, Μπαρελάκος Αρεόπολις

1874 Βλαστός Πανάγος, Παπαδόγγονας Κούνος

1875 Δαζέας Κάμπος, Καλογεράκος Κελεφά

1876 Βορεάκης Πύργος, Κουσουλάκος Αρεόπολις, Σασσανάκος Χαριά, Τσικρικάς Βάθεια

1877 Κουμεντάκος Αρεόπολις, Πασαρέας Κεχριάνικα, Τσιλιβαράκος Κουλούμι

1881 Τσιρίβας Δρυ

1882 Κουρεντζής Κυπάρισσος, Μπουκουβάλας Κάβαλλος, Μωράκος Αρεόπολις

1884 Κορκολιάκος-Δημάκος Κηπούλα

1886 Βαρδαλάς Κατωπάγκι, Καριζώνης Χαριά, Κατσιγιάννης Μηλιά, Στραβάκος Πύργος, Σπυριδάκος Κατωπάγκι

1887 Γαρδελάκος Κηπούλα, Γεωργουλάκος Σταυρί

1891 Αλμυράντες Κοίτα, Αγραπίδης Κοίτα

1896 Παχής  Παχιάνικα

1897 Πουλάκος Χαριά

1899 Πέτρουλας Οίτυλον

1901 Κοττέας Κεχριάνικα

1904 Δουράκης Καστάνια

1909 Λιέας Πραστίον

1917 Τσιτομενέας Ξεχώρι

Να σημειωθεί:

  • Ότι οι περισσότεροι άποικοι στο Πεταλίδι προέρχονταν από την Μέσα δυτική Μάνη όπως ακριβώς και ο Νικόλαος Πιεράκος Μαυρομιχάλης. Είναι δε ελάχιστοι οι Μανιάτες από την ανατολική Μάνη όπως ο Παχής και ο Μονέδας. Το πιο πιθανόν είναι να ήταν φίλοι και σύμμαχοι του οπλαρχηγού κατά την επανάσταση.
  • Ο Βλαστός παραδίδεται ότι ήταν ο πρώτος έποικος και ότι ήταν βοσκός.
  • Τα Στραβολεμαίικα που βρίσκονται δίπλα στο Πεταλίδι δεν αποκλείεται να προέρχονται από μέλη της οικογένειας Στραβόλαιμου της Αρεόπολης.

Πηγές

  1. 1.      http://lyk-petal.mes.sch.gr
  2. 2.      ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ ΤΟΜΟΣ 19ος Δικαίου Βαγιακάκου «Το αρχείο του Νικόλαου Πιεράκου  Μαυρομιχάλη»
  3. 3.      www.mani-org.gr
Advertisements

23/1/1830 Η Μέρα Της Σύλληψης του Πετρόμπεη

Στην Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα (1827), ο Μαυρομιχάλης αποδέχτηκε την εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος και μετά την άφιξή του διορίστηκε μέλος της Προεδρίας του «Πανελληνίου» και της Γερουσίας (1828). Η συμμετοχή του Πετρόμπεη στα δύο αυτά σώματα που ίδρυσε ο Καποδίστριας και γενικότερα οι φιλικές σχέσεις των Μαυρομιχαλαίων μαζί του δεν κράτησαν πολύ, εξαιτίας της επίμονης προσπάθειας του Καποδίστρια, με όργανο το νομάρχη Γενοβέλη, να εκμηδενίσει την επιρροή των Μαυρομιχαλαίων στη Μάνη.

Για το λόγο αυτό, στα 1830, ο αδελφός του Πετρόμπεη, Τζανής Μαυρομιχάλης, κίνησε στην Τσίμοβα λαϊκή στάση και ξεσήκωσε τους Μανιάτες εναντίον του νομάρχη της περιοχής. Ο Πετρόμπεης υποχρεώθηκε να παραμένει στο Ναύπλιο, ουσιαστικά κρατούμενος, ενώ ο Καποδίστριας κάλεσε τον Τζανή στο Ναύπλιο, για να συνεννοηθούν. Όταν όμως εκείνος έφτασε εκεί, πιάστηκε και φυλακίστηκε στο Παλαμήδι του Ναυπλίου.

Λίγο αργότερα, κλείστηκε και ο ίδιος στη φυλακή, όπου έμεινε υπόδικος εννιά μήνες με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η σύλληψή του, ξεσήκωσε νέα αναταραχή σε ολόκληρη τη Μάνη.

Ο Πετρόμπεης ζήτησε γι’ αυτό την άδεια να εγκαταλείψει το Ναύπλιο και να φύγει στη Μάνη, για να κατευνάσει τα πνεύματα. Αλλά η άδεια δεν του δόθηκε. Ο φόβος του κυβερνήτη απέναντι στον τοπικό φατριασμό οδήγησε στην σύλληψη ενός από τους πρωτεργάτες της επανάστασης του 1821.

mani.org.gr

Σασσαριάνοι Και Καποδίστριας

https://kvc5gq.bn1.livefilestore.com/y1pYIBoEwYFIIeG9utSG2Vj8mFPIa1FTpO0Z9-mQ0kBabYG-CpLivxoZo7eNaeaTW5Ihz-LS3shibH1cgaEtkcZhqobH2fP78PQ/DSC_6971_Medium.JPG?psid=1

Είναι γεγονός ότι η Μάνη κατά την Καποδιστριακή περίοδο δοκιμάστηκε από εσωτερικές ταραχές, οι οποίες από τα τέλη του 1830 και καθ’όλη τη διάρκεια του 1831 έλαβαν διαστάσεις ανοικτού στασιαστικού ενόπλου κινήματος κατά του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια και των τοπικών Αρχών.

Αντίπαλοι στις συγκρούσεις αυτές υπήρξαν από την πλευρά των στασιαστών εξέχοντα μέλη της οικογένειας του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο Λιμένι (όπως ο Ηλίας Κατσάκος, ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης και λοιποί), συνεπικουρούμενοι από ντόπιους υποστηρικτές τους και τους Υδραίους, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρξαν οι κυβερνητικοί, συνεπικουρούμενοι και αυτοί από ντόπιες ένοπλες δυνάμεις που τροφοδοτούνταν από τον Νικόλαο Πιεράκο Μαυρομιχάλη (πολιτικό αντίπαλο των συγγενών του και παραπάνω αναφερομένων Μαυρομιχαλαίων) και τον Πανάγο Πικουλάκη.

Στην κορύφωση των γεγονότων κατά τον μήνα Αύγουστο του 1831 οι στασιαστές, οι αποκαλούμενοι ως «Συνταγματικοί», προχώρησαν με τη συνδρομή των Υδραίϊκων πλοίων σε κανονιοβολισμό από θαλάσσης του λιμένος του Μεζάπου, όπου η οικογένεια των πιστών στον Κυβερνήτη Σασσαριάνων, αλλά και οι λοιποί κάτοικοι του οικισμού, προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και εμπόδιζαν τα σχέδια των στασιαστών.

Πράγματι η στάση των κατοίκων του Μεζάπου απέτρεψε τελικά την επιχειρούμενη απόβαση στην περιοχή τους και ανάγκασε τον μοίραρχο του στολίσκου των Συνταγματικών, τον Υδραίο Εμμανουήλ Βούλγαρη, να κινηθεί προς άλλη περιοχή βορειότερα.

Σε τεύχος της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, που εκδόθηκε την εποχή εκείνη, έχει δημοσιευθεί και σώζεται αφενός μεν η διακήρυξη του Υδραίου μοιράρχου Εμμ. Βούλγαρη προς τους κατοίκους του Μεζάπου, αφετέρου δε η Λακωνική απάντηση εκείνων, που χαρακτηρίζει το σθένος και το φρόνημά τους, έναντι του σοβαρού κινδύνου που αντιμετώπιζαν.

Η δημοσιευθείσα διακήρυξη του Υδραίου μοιράρχου έχει ως ακολούθως.

«Κάτοικοι του Μετζάπου,

Διέταξα τα υπό την οδηγίαν μου πλοία να κτυπήσω τον πύργον και τα πλησίον οσπήτια, τα οποία κρατούνται από τους αντισυνταγματικούς. Ειδοποιείσθε λοιπόν να παραμερίσετε τα γυναικόπαιδά σας και τα πράγμάτά σας, δια να μην τους προξενηθή καμμιά βλάβη από τα κανόνια.

Εκ του βρικίου ο Απόλλων, την 19 Αυγούστου 1831

Ο κατά την Σπάρτην Αρχηγός του Στολίσκου Εμμανουήλ Γ. Βούλγαρης»

https://kvc5gq.bn1.livefilestore.com/y1p0St3utMF-_0r2SI8ohyYSh4onBSC2mE8IXv4Y-ELHgSWzp_XjS0xdQQ4XNFAtULEtIEMsSn42tMy09FysONuypvuRDjaxFDX/%CE%9F%20%CE%9C%CE%AD%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%BF%20%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%A3%CE%AC%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B7%20%CE%AE%20%CE%9A%CE%AC%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%85.jpg?psid=1

Ο Μέζαπος και ο πύργος του Σάσσαρη ή Κάτζου 

Ακολουθεί η απάντηση των αμυνομένων, που προσυπογράφεται από ηγετικά μέλη της οικογένειας των Σασσαριάνων, όπως ο θρυλικός Θεόδωρος Κάτζος, ο Μιχάλης Κέκος και λοιποί, και έχει ως εξής.

«Απόκρισις προς τον Εμμανουήλ Γ. Βούλγαρην

Με το αντάρτικόν σου βρίκιον ο Απόλλων και με τα κατακρατημένα εθνικά πολεμικά πλοία ήλθες με τρόπον βάρβαρον να βαρέσεις τους ευπειθείς και ησύχους πολίτας.

Εις απόκρισίν σου λοιπόν σε λέγομεν ότι ημείς είμεθα αφοσιωμένοι εις τα καθεστώτα, καθώς και η παρά του αρχηγού μας Ν.Π. Μαυρομιχάλη, διωρισμένη ενταύθα φρουρά, χωρίς να στοχαζώμεθα ούτε ότι υπάρχετε άνθρωποι, ούτε ότι έχετε όπλα όσον της θαλάσσης, καθώς οι εν Λιμενίω ερχόμενοι ομόφρονές σας, εις την ξηράν.

Δεν θέλομεν ποτέ καταδεχθή κατά το γράφειν σας ούτε γυναικόπαιδον, ούτε πράγμα να παραμερίσωμεν, διότι θέλομεν βοηθηθή από τας Αρχάς της Σ. Κυβερνήσεως και τα όπλα μας, όπου δεν θέλει μας προξενηθή η παραμικρά βλάβη.

 Εν Μετζάπω, 19 Αυγούστου 1831 

Οι κάτοικοι Μετζάπου,

Θεόδωρος Κάτζος

Μιχάλης Κέκος

Δ. Γερακαράκος

Μ. Γιαννάκος 

και λοιποί»

Ο Δήμος Αβίας

Ο δήμος Αβίας ιδρύθηκε το 1835 και είχε σαν έδρα το χωριό Αλμυρός (Αβία). Αποτελούταν από τα χωριά Σέ­λιτσα (Άνω Βέ­ργα), Μεγάλη Μαντίνεια, Μικρή Μαντίνεια και Σωτηριάνικα.

Είχε σφραγίδα κυκλική με έμβλημα «κεφαλήν Ηρακλέους φορούσα τη λεοντήν» και γύρω της τις λέξεις Δήμος Αβίας.

Σφραγίδα Δήμου Αβίας εποχής Όθωνα

Το 1840 γίνεται συγχώνευση του δήμου με το δήμο Γερήνιας που είχε σχηματιστεί το 1834 και είχε έ­δρα τον Κάμπο και με το δήμο Κυτριών που είχε έδρα τους Κάτω Δολούς (Κυτριαί). Έδρα του νέ­ου δήμου έ­γινε ο Κάμπος.

Το 1912 καταργείται ο δήμος και τα χωριά που τον αποτελούσαν γίνονται ξεχωριστέ­ς κοινότητες.

Το 1999 με το νομοσχέ­διο Ιωάννης »Καποδίστριας», ανασυγκροτείται ο δήμος Αβίας και περιλαμβάνει πλέον τις κοινότητες Αβίας (οικισμοί: Αβία, Μεγάλη Μαντίνεια, Ακρογιάλι), Κάμπου (οικισμοί : Κάμπος, Οροβάς, Πλάτωμα, Τούμπια), Δολών (οικισμοί: Δολοί, Κιτριές, Καλιανέικα), Σταυροπηγίου (οικισμοί: Σταυροπήγιο, Μάλτα), Κέ­ντρου (οικισμοί: Κέντρο, Χώρα Γαϊτσών, Βόρειο, Ανατολικό), Αλτομιρών (οικισμοί: Αλτομιρά) και Σωτηριάνικων (οικισμοί: Σωτηριάνικα, Χαραυγή). Η έ­κταση του δήμου ήταν 179,80 km² και είχε έδρα τον Κάμπο.

Με την ψήφιση του προγράμματος »Kαλλικράτης» το Μάιο του 2010, ο δήμος καταργήθηκε και εντάχθηκε στο νέ­ο δήμο Δυτικής Μάνης.

Η Διαθήκη Του Γιώργάκη Μαυρομιχάλη

Λίγο πριν εκτελεστεί ο Γιώργος Μαυρομιχάλης ( δολοφόνος του Καποδίστρια ) συνέταξε την διαθήκη του…….

Ζήτησε να τον μεταλάβει παπάς από την Μάνη….. Την συνέταξε στο Παλαμήδι όπου κρατείτο…..

Η Διαθήκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη

« Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού μου, και υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. Επειδή μέλλει ως άνθρωπος να αποθάνω, δέομαι θερμώς να με συγχωρήσουν τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος όπου είναι ο Ιησούς Χριστός μας.

Μεσιτεία της υπεραγίας ημών δεσποί­νης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυροώς συγχώρησιν παρ’ όλων των χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη οίτινες έστωσαν και παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρημένοι, και ο κύριός μας να τους συγχωρήση και αναπαύση εγκόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος, και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας, ίνα κερδήση την παντοτεινήν ζωήν˙ ειδέ αλλοίμονον, ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν˙ έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις τον θάνατον, και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλ : Πατρός, Μητρός, αδελφών, θείων, ή και αυτής της πολυπαθούς και τεθλημένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών˙ ούτε προσέτι η ιδία πατρίς μου δηλ : η Ελλάς να ζητήση ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου όπου εκρίθην ικανοποίησιν˙ αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσιν ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο αμαρτωλός˙ να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύντα­γμα, και νόμους ελευθέρους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχωνται ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς Γο­νείς μου, αδελφούς μου, θείους μου και λοιπούς συγγενείς μου, ως και αυτήν την αθλίαν και τεθλημένην σύζυγόν μου· επίσης δε δέομαι θερμώς και || των τριών φιλανθρώπων δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στη­ρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.

Επομένως απ’ όλα ταύτα αιτώ δακρυροώς την ευχήν και συγχώρησιν του Σ. Πατρός μου, της Μητρός μου, της κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών και εξαδέλφων μου, και όλων των συγ­γενών μου, και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησού Χριστόν μας και απ’ εμέ τον αμαρτωλόν˙ας με συγχωρήσουν oι Γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητός μου, και η ευχή τους ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.

Επειδή όμως και ως άνθρωπος είμαι ανακατομένος και χρεωστώ εις πολλούς και έχω ενταυτώ λαμβάνειν παρά τινων και από το έθνος, προ πάντων όμως χρεωστώ την προγαμιαία[ν] δωρεάν της γυναικάς μου, ήτις πρέπει να προτιμηθή, αλλά μη έχων τόσην πολλήν κατάστασιν ώστε να φθάνη την προγαμιαίαν δωρεάν και τους χρεωφειλέτας μου, Ιδού τα διορίζω ως ακολούθως˙ η προγαμιαία δωρεά της τεθλημένης μου συζύγου είναι δύο χιλιάδες τάλληρα, αναλόγως της προικός όπου ελάμβανον, αγκαλά είναι και ολίγη.

Τα δε χρέη μου είναι τα ακόλουθα˙ χρεωστώ πεντακόσια τάλληρα εις τον Κ. Καριτζιώτην οπού είναι εις Τριέστι, και ταύτα από τον καιρόν όπου επήγα στην Αγκώνα σταλμένος παρά τον έθνους· και επειδή ετράβηξα πόλιτζα και δεν επληρώθη, ο ρηθείς να πληρωθή από τα απο­δεικτικά μου όπου έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι το έθνος χρεωστεί να τα δώση, επειδή κατά διαταγήν του ήμην εκεί και τα εξώδευσα, αγκαλά εξαργυρώνει και τα αποδεικτικά του. Ωσαύτως και όσα μέλλει να λαμβάνη ο Κ. Δουρούτης από Αγκώνα, να τα λάβη και αυτός από τα αυτά αποδεικτικά. Χρεωστώ και προς τον Κ. Χριστόδουλον Μαρίνογλου εκατόν τάλ­ληρα οπού με τα εδάνεισαν εις Κοριφούς και να τα λάβη από τα αποδει­κτικά τα αυτά.

Χρεωστώ και || δι’ ομολογίας μου προς τον θείον μου Κ. Δημητράκη Πικουλάκη χίλια πεντακόσια γρόσια, από τα οποία έλαβεν από άλλας μας δοσοληψίας τα εξακόσια, τα δε άλλα τα χρεωστώ, καθώς επίσης χρεωστώ και προς τον θείον μου τον Θεοδόσιον έως χίλια τριακόσια γρό­σια : και οι δύο ούτοι να τα λάβουν από την ομολογίαν του Νικολή Τζιριγοτάκη, και του αγίου Πρωτοσυγγέλου συμπεθέρου μας.

Αυτά όλα τα χρέη είναι προτού νυμφευθώ, διό και ως γράφω ούτω να πληρωθούν. Μετά δε τους Γάμους μας είναι τα ακόλουθα, τα οποία εκάμαμεν μετά της τεθλημένης γλυκυτάτης συζύγου μου. του Κ. Γιάγκου Σούτζου του χρεωστούμεν εκατόν εξήντα τρία τάλληρα και έχει ομολογίαν δια τριακόσια, και επειδή δεν είχε να μας δώση τα άλλα έμεινεν η ομολογία, χρεωστούμεν και χωρίς ομολογίας εις τον Κ. Λυκούργον Ίω. Κρεστενίτην τριακόσια πενήντα γρό­σια, πάρα πάνω ή πάρα κάτω, ο ίδιος εξεύρει. χρεωστούμεν χίλια πεντακόσια γρόσια δι’ ομολογίας μας προς τον Κ. Βασιλάκη Χριστόπουλον. Επί­σης με ομολογίαν μας άλλα τόσα εις τον Κ. Ιω. Μπαρλαδά˙ μίαν Ισπανικιά δούπια εις τον κουμπάρον μας Καμπερόπονλον, και ήμισυ εις τον κ. Δημήτριον Τομαρά ή δέκα τάλληρα δεν ενθυμούμαι, διότι με τα ήφερεν ο Τριαντάφιλος άνθρωπος μας τότε, χρεωστούμεν και προς τον Κ. Χρ. Τζάντα σαράντα Γαλλικά και έως επτακόσια γρόσια εις τον μπάρπα Τζανέτον, ο οποίος έχει όλα μου τα φορέματα, το δικάνολον δουφέκι και το φράγγικον σπαθί μου· όλων των άνω ειρημένων τα χρέη, καθώς και της Κ. Μπενάκενας, το οποίον χρεωστούμεν, να πληρωθούν εκ των εισοδημάτων της προικός μου, τα οποία είναι ικανότατα να τα αποπληρώσουν˙ καθώς και επτά τάλληρα οπού χρεωστώ εις τον Κ. Κωνστ. Κλονάρην, να πληρω­θούν επίσης. Εις δε τον μενέαν(;) Γιανάκη χρεωστούμεν επτακόσια τριάντα γρόσια, και δέκα τάλληρα προτήτερα˙ και έχει αμανάτια εδικά μας εις χείρας του Mισέ Στρατή, ένα μαλαγματένιον ώρολόγιον ρεπετιτζιόνε καλόν, εν μακρύ παλαιόν δακτυλίδι διαμαντένιον, το οποίον κάμνει έως εξακόσια γρόσια, ένα μαλαγματένιον || ζουνάρι δρ(άμια) δεκατρία, και μία σχεδόν οκά ασήμια γγεμίου˙ το δακτυλίδι και ζουνάρι είναι ίδια της τεθλημένης μου γυναικός. Τα γρόσια ταύτα να δωθούν από το εισόδημα της προικός και να τα λάβη η γυναίκα μου. Επίσης δε να πληρωθή και ο κουμπάρος μου Κ. Γεώργιος Θεοφανόπουλος δια το ενοίκιον του οσπητίου του δέκα επτά μηνιάτικα, διότι τα άλλα επτά τα έχω πληρωμένα, προς γρόσια διακόσια τον μήνα, και όσα άλλα οπού εψωνίζαμεν του χρεωστούμεν εις το εργα­στήρι, πάνω ή κάτω, και μερικά άλλα του σπητιού έως διακόσια γρόσια, όλα ταύτα, τα τε ενοίκια και λοιπά θέλει πληρωθή και ο ρηθείς εκ των εισοδημάτων της προικός, διότι ως είπον είναι ικανά να τους αποπληρώσουν όλους. να λάβουν και oι Πετρινιώτες χιλίων γροσίων ενδεικτικά μου εξ ων έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι υποπτεύομαι ότι τους ηδίκησα μίαν φοράν.

Προσθέτω όσα πρέπει να δοθούν εξ ών έχω πραγμάτων. Να δώση ο αδελφός Αναστάσιος προς τον Κ. Σπυλιωτόπουλον το νδουφέκι όπου έχει ο εξάδελφός μας Γεώργιος Κουράκος, και το κανοκυάλι όπου το έχει ο θειός μας Ηλίας Δημητρακαράκος, διότι αυτά δεν είναι ιδικά μου αλλ’ είναι του Κ. Σπηλιοτοπούλου. Ήτον και ένα άλλον δουφέκι του ιδίου, το οποίον δεν ηξεύρω τι έγινε, αλλ’ εκ των πραγμάτων μου να πληρωθή ογδοήκοντα γρόσια˙ η δε αθλία και γλυκυτάτη μου σύζυγος να δώση εις τον φίλτατόν μου αυτάδελφον Αναστάσιον το μονόπετρον διαμαντένιον δακτυλίδι και το (το) πλατύ και όχι πολύτιμον λουλούδι, διότι είναι ιδικά του και της γυναικός του. Ενταύθα ακολούθως έπονται τα ψυχικά μου, και παρακαλώ την γλυκυτάτην μου σύζυγον να τα δώση αμέσως έως εις τας εννέα του θανάτου μου. και ταύτα θέλει τα δώση από τα φορέματά μου, τα οποία ή να τα πωλήση και να δώση παράδες, ή τα ίδια αφιερεί εις τας εκκλησίας και μοναστήρια. Να δώση εις το άγιον Μέγα Σπήλαιον ήτοι εκατόν πενήντα γρόσια δια να μνημονεύωμαι, να δώση εις τους Ταξιάρχας εκατόν γρόσια.

Εις τον άγιον Βλάση πενήντα εις Τρίκαλα «Επειδή το χαρτί δεν εξήρκεσεν ακολουθεί άλλη κόλα και κανείς να μη δύναται να τας χωρίση τας κόλας και υποσημειούμαι Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα εις την ώραν του θανάτου μου ιδίαις χερσί // ακολουθεί η δευτέρα κόλα και τα πλέον ουσιώση τα έχη η πρώτη κόλα, και κανείς να μη δύναται να χωρίση ταις κόλαις και να διαιρέση την διαθήκην μου».

Εις τον άγιον Βλάσην ως είπον πενήντα εις Τρίκκαλα. Εις τον άγιον Γεώργιον πενήντα. Εις τον άγιον Ανδρέαν όπου επροσευχήθην εκατόν, δηλ. του Παλαμιδίου. Εις τον άγιον Ιωάννην του Άργους, εις τον Πρόδρομον εκατόν γρόσια, εις τον άγιον Γεώργιον του Ναυπλίου πενήντα γρόσια και πενήντα εις τον άγιον Σπυρίδωνα δια να με μνημονεύουν τον αρματωλόν. Να δώσης, ω αγαπητή μου γυναίκα και σαράντα γρόσια της χήρας κρητικιάς όπου είναι εις το σπίτι του Ναυπλίου, και άλλα σαράντα της άλλης κρητικιάς όπου έχει το κοριτζάκι. Να μεράσης εις τους πτωχούς και εις τα ορφανά πεντακόσια γρόσια, και αν δύνασαι και χίλια, να με ενθυμείσαι συχνά, και δις της εβδομάδος να διορίζης να λειτουργούν υπέρ της ψυχής μου, ή καν μιαν φοράν, αν δεν δύνασαι δύο.

Να λάβης από τον εξάδελφόν μας Ηλία Δημητρακαράκον ταις πιστόλαις μου και τα ασημένια πατρόνια μου, ταις οποίαις και τα οποία τα πωλείς και δίδεις ευθύς τα όσα γράφω. Να πωλήσης το άτι μου και να δώσης είκοσι πεντάφραγκα εις τον Κ. Νικόλαον Μαυρομάτην, να πληρώσης τον σεΐζη οπού του χρεωστούμεν έξ ή επτά μηνιάτικα. Να πληρώσης οκτώ γρόσια του πεζού οπού είχον στείλη εις την Κόρινθον, τον οποίον γνωρίζει ο Αναστάσης˙ να δώσης και του Κωσταντή του ορφανού οπού έχομεν στο σπήτι εκατόν γρόσια, ή να του βάλης στο διάφορον δια να του αυξήσουν, πλήν ο τόκος να είναι μικρός, και όχι ως συνηθίζουν εδώ. τέλος πάντων τα ψυχικά μου να τα δώσης αμέσως έως ταις εννέα, εβγάζουσα τα ρούχα μου εις την πώλησιν, ή να τα αφιερώσης˙ ρούχα οπού να αχρήζουν την κάθε τιμήν οπού λέγω.

Φιλτάτη μου γύναι, μην καταδεχθής ποτέ δια να με αφήσης στερημένη την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, αλλ’ ως γράφω ούτω να κάμης˙ πώλησε το νδουφέκι μου, τα φορέματά μου και δόσετέ τα αμέσως ή αφιέρωσε τα ίδια και οι ηγούμενοι των Μοναστηρίων και οι επίτροποι των εκκλησιών ας τα πουλήσουν. προσέτι σε αφιερώνω εις την θείαν Πρόνοιαν, εις την οποίαν να έχης πάντοτε την προσήλωσίν σου και από την κυρίαν μας Θεοτόκον να ελπίζης, και ποτέ σου να μη θελήσης να ακούσης κόλακας ή υποκριτάς, διότι εγώ σε ομνύω αγαπητή μου συμβία, ότι όλα ταύτα τα του κόσμου είναι μάταια, και εν ω ήμην τώρα εις τα δεσμά τα είδον με τα ίδιά μου ομάτια και εγνώρισα βεβαίως την δύναμιν του Θεού μας, του Χριστού μας και της υπεραγίας μας δεσποίνης, τους οποίους νυχθημερόν να λατρεύης και να δέεσαι δια τον εαυτόν σου, δια την ορφανήν Φωτεινή και δια την τεθλημένην ψυχήν μου. σε αφιερώνω εις την κυρίαν μας θεοτόκον γλυκυτάτη μου συμβία και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους, ή την κτυπά ο άνδρας σου. σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος με ορκίζεσου ότι δεν θέλεις το κάμης ποτέ εάν μοί ακολουθήση θάνατος.

Ιδού λοιπόν τώρα όπου αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστεία και προσευχή αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια.

Λοιπόν να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο θεός θελήση και αποκτήσης και αρσενικόν παιδίον οπού είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον˙ ή δε και αποκτήσης θυληκόν, να το ονομάσης Γεωργίτζαν και να έχης και όνομά μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. να περιποιήσαι τα παιδία μας, αν σας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας˙ να φυλάττης την ζωήν τους και να διδάξης τα γράμματα, την χρηστοήθειαν και την ευσχημοσύνην και τιμιότητα˙ να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά. τον πενθερόν σου σε αφήνω να σε επιτροπεύη και με την γνώμην και συμβουλήν του να κινάς κάθε πράγμα σου και δουλειά σου.

Ομοίως ας είναι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν μας ο πενθερός μου και ο θειός μας με όλους τους λοιπούς συγγενείς μας και από εμένα τον αμαρτωλόν και αι ευχαί των ας με συνοδεύσουν.

Πλην αγαπητή μου συμβία να αγαπήσης με αυτούς δια μέσου του πενθερού σου και να φυλαχθής να μη δώσης το προικοσύμφωνόν σου, διότι με αυτό θέλεις περάσης καλώς, θέλεις αναθρεύσεις τα παιδία μας και θέλεις ακολούθως τα προικίσεις. Όθεν ο πενθερός σου να σταθή μαζί με τον συνήγορόν μας Κ. Κλονάρη να κάμετε μιαν φθιάσιν δικαίαν και καλήν, να πληρωθούν τα χρέη, να λάβουν και συνήγοροί μας άλλας οκτώ ήμισυ χιλιάδας γρόσια διότι τους έχω δομένα έως χίλια πεντακόσια πενήντα˙ λοιπόν δια μέσου του πενθερού σου να αγαπήσης και να τα φθιάσης με τους γονείς σου, αλλά πάντοτε να ζης με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου, δια να βλέπη και αυτός τα παιδία μας να παρηγορήται ο άθλιος πατήρ ο οποίος εγέννησεν τόσους υιοὐς και δια την πατρίδα τους στερήθη όλους σχεδόν και αδελφούς. Αλλ’ ας χαίρη διότι τους στερείται ενδόξως και όχι κατησχημένως \\ να ζης μαζί του, διότι τότε θέλει σε υπολήπονται περισσότερον και δεν θέλει σε κατηγορεί ο μάταιος κόσμος˙ και σε εξορκίζω να το κάμης. προσέτι σε ορκίζω ώστε αμέσως να στείλης το σπαθί μου το φράγγικον, οπού αξίζει έως τριάντα τάλληρα εις τον πατέρα ή εις την μητέραν, ή αν δεν ζουν αυτοί, εις δυο αδελφούς οπού είχεν ένα παιδί κορωνιοτόπουλον, το οποίον εγώ εσκότωσα χωρίς να θέλω εις τον πόλεμον του Ιμπραήμη εις Αλμυρόν˙ και να το στείλης το σπαθί, διότι είναι πτωχοί δια να με συγχωρήσουν. Προσέτι να δώσης άλλα διακόσια πενήντα γρόσια εις πτωχούς, διότι τα έχω άδικα παρμένα από κάποιους Μεσσηνίους, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμεν, και άλλα σαράντα γρόσια εις ένα Καλαματιανόν οπού τον γνωρίζει ο Γιάννος, οπού εψωνίζαμεν εις του Φρουτζάλα.

Το καλόν σπαθί μου, ω αγαπητή μου συμβία και γλυκία, αν κάμης αρσενικόν παιδί να το φυλάξης δια να το έχη˙ ειδέ και κάμης θηλυκόν, να το πουλήσης και να το δώσης δια την ψυχήν μου.» Εξ όλων τούτων οπού γράφω να μη δυνηθή κανένας να αναιρέση το παραμικρόν, αλλά να είναι ως προς τας δοσοληψίας μου αμετάθετα και αμετακίνητα και ως προς τα χρέη μου. όλη δε η άλλη συγύρις του σπητιού μας και ότι περισσεύση από τα ρούχα μου, τα οποία μ΄όλις θα μείνουν τρεις χιλιάδες γρόσια, αυτά δηλ: όσα και αν είναι και όσαι εθνικαί ομολογίαι περισσεύσουν, αυταί και αυτά να είναι της γλυκυτάτης μου γυναικός εις προγαμιαία αυτής δωρεάν. δια δε κληρονομίαν δεν έχω να αφήσω τίποτε εις τα παιδιά μας, αλλ’ επειδή την προίκα οπού έμελε να πάρω εδόθη τοσαύτη ένεκα του (Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα ιδία χειρί ακολουθεί η τρίτη κόλα) ατόμου μου, δια τούτο η γυνή μου η αγαπητή, πρέπει να περιθάλψη τα παιδία μας και να τα προικίσης, ω φιλτάτη μου γύναι, και να τα αγαπάς.

Μη με ξεχάσης ποτέ σου εν όσω ζης, διότι θέλει αδικήσης τον εαυτόν σου και την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, την οποία αφιερώ και κρεμώ εις τον τράχηλόν σου, και να δώσης ταχέως τα ψυχικά μου και όσα διορίζω χωρίς άλλο˙ το σάλι το παλαιόν το κόκκινον είναι του μακαρίτου του αδελφού μου Γιάννη, και να το δώσης εις τον άγιον Ιωάννη του Άργους˙ ομοίως να δώσης και δια τον αδελφόν μου τον Ηλίαν τα κόκκινα χρυσά τουζουλούκια και την φέρμελην την κόκκινην την χρυσή δια την ψυχήν του, επειδή και εγώ είχον πάρη ένα ιδικόν του τακίμι˙ να πληρώσης τον μάγειρον έως διακόσια γρόσια οπού είχεν έξοδα δια ημάς εις το σπήτι˙ να δώσης εις την μαγέρισσα ένα τάλληρον διότι το χρεωστώ˙ να λάβης από τον Μαστροσταύρον τα ρούχα οπού είχε κομμένα να με ράψη και να τα δὠσης εις τον κουνιάδον σου τον Δημητράκη, τον αγαπητόν μου αυτάδελφον να τα φθιάση και να τα φορέση˙ να πάρεις και πέντε τάλληρα Γαλλικά οπού έχω δομένα του Μαστροσταύρου. προσέτι να δώσης εις τον Δημήτρη τον ντελάλι τριάντα δύο πεντάφραγγκα Γαλλικά και να λάβης το ωρολόγιόν μου με την άλυσόν του με το μαλαγματένιον κλειδί και βούλα μαλαγματένιαν, το οποίον αχρήζει τρίδιπλα. Τέλος πάντων να δώσης εκατόν πενήν[τα] γρόσια εις τον Ιερέα οπού με εξομολόγησεν, ή το κοντογούνι μου, ή το σάλι μου. Τα δακτυλίδιά μου τα έχω δωμέ\\[να] εις τον κύριον φρούραρχον του Παλαμηδίου, και τα οποία τα παρατώ επάνω του δια να με ενθυμήτε και σεις όλοι οι συγγενείς μου να μη τα ζητήσετε, αλλά να έχητε φιλίαν, επειδή μ’ όλον ότι κάμνει τα χρέη οπού διορίζετο, έδειξε και εις εμέ φιλανθρωπίαν.

Όλα ταύτα οπού γράφω να εκτελεσθώσιν απαραμοιώτως είτι και (;) άλλως να μη δυνηθή να κάμη, και όποιος κάμη αλλέως να έχη τας αράς των οσίων πατέρων, αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. και συ ω αγαπητή μου γυναίκα να φυλάξης σε παρακαλώ θερμώς τα όσα σας λέγω και σας παραγγέλω δηλ: να μην υπανδρευθής, να με ενθυμήσαι και να με λειτουργής , να αγαπάς και να περιποιήσαι τα παιδιά μας, να δώσης ευθύς τα ψυχικά, να κάθεσαι μαζί με τον πενθερόν σας και να αγαπηθής με τους γονείς μας δια μέσου του πενθερού σου και του συνηγόρου μας κ. Κ. Κλονάρη και Κ. Κενταύρου, χωρίς να παραχωρήσης το προικοσύμφωνόν μας, αλλά να πάρης το τρίτον και της πενήντα πέντε χιλιάδες γρόσια, τα εισοδήματα δια να πληρώσης οπού χρεωστούμεν. Εάν κάμης διαφορετικώτερα, να γίνω βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις τον άλλον κόσμον.[12] συγχωρήσατέ με όλοι σας εμέ τον αμαρτωλόν και ο πανάγαθος Θεός να σας χαρίση όλα τα αγαθά, αμήν. ώστε και παρ’ εμού συγχωρημένοι.

( Σ. Β. Κουγέα, Η Διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Πελοποννησιακά, Τόμος Ά, 1956).

Γιώργος Γιαννούσης