Η Μάχη Της Βέργας

Μετά την νίκη του Ιμπραήμ στην Στερεά και την κατάληψη της πόλης του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ απερίσπαστος κατέληξε πως για να κατασταλεί η επανάσταση πρέπει να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη στην Μάνη που μαχόταν ακόμα σε αντίθεση με τις περισσότερε περιοχές της Πελοποννήσου που είτε είχαν προσκυνήσει είτε είχαν λεηλατηθεί από τα στρατεύματα του πασά. Με ηθικό ανεβασμένο από τις πρόσφατες επιτυχίες του και με 7000 πεζούς και 1500 ιππείς κατέβηκε στην Καλαμάτα.

Ο Ιμπραήμ στις 29/5/1826 στέλνει επιστολή στον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη και τον διατάσσει εντός δέκα ημερών να προσέλθει μαζί μ’ όλους τους προκρίτους της Μάνης να τον προσκυνήσουν ,αλλιώς θα κυριεύσει και θα αφανίσει τη Μάνη. Και ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης απάντησε ως εξής:

«Ελάβομεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδωμεν να μας φοβερίζεις ότι αν δεν σου προσφέρομεν την υποταγήν μας θέλεις εξολοθρεύσεις τους Μανιάτες και την Μάνην. Διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσες δυνάμεις θελήσεις. Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

(Σπ. Τρικούπης –Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως Α’ σ.19 )

Γεώργιος Μαυρομιχάλης

Την δυσμενή κατάσταση που επικρατούσε στο Ελληνικό στρατόπεδο περιγράφει δραματικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

« εις τον καιρό του προσκυνήματος μόνον φοβήθηκα για την πατρίδα, όχι άλλη φορά…»

Η ψυχολογία των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα πεσμένη την περίοδο εκείνη και η Μάνη είχε γεμίσει πρόσφυγες από Μεσσηνία και Λακωνία προκειμένου να γλιτώσουν τα δεινά του Ιμπραήμ. Ωστόσο με πολεμική καρτερία οι Μανιάτες με χρήματα της οικογένειας Καπετανάκη από την Αβία έχτισαν ένα μακρύ ταμπούρι από ξερολιθιά και στην άκρη του έναν πύργο. Ήταν η λεγόμενη ξερολιθιά της Βέργας στον Αλμυρό της Μάνης. Εκεί στα σύνορα της περιοχής τους σε ένα στένεμα οχυρωμένο πια 1000 περίπου Μανιάτες με επικεφαλή τον Γιωργάκη Μαυρομιχάλη περίμεναν τον Ιμπραήμ.

Επακολούθησαν τρεις διαδοχικές σφοδρότατες επιθέσεις του Ιμπραήμ, τις οποίες οι Μανιάτες απόκρουσαν κατά μέτωπο και με τα πυρά από δυο βρίκια από την θάλασσα. Ο Ιμπραήμ αποφάσισε τότε να επιχειρήσει απόβαση 1500 Αιγυπτίων πεζών στο Δυρό. Το σώμα αυτό αποβιβάστηκε και προέλασε προς τα Τσαλαπιάνικα, όπου κατατροπώθηκε από τα πυρά των γύρω Μανιατών. Ακόμα και οι γυναίκες τους υποδέχτηκαν με τα δρεπάνια στο χέρι. Μετά από σκληρό αγώνα οι Αιγύπτιοι επιβιβάστηκαν και πάλι και έφυγαν. Ο Ιμπραήμ διέταξε τότε νέα επίθεση στην Βέργα η οποία απέτυχε όπως και οι προηγούμενες.

Το τείχος της Βέργας και μέρος του πύργου

Η σημασία της νίκης στην βέργα του Αλμυρού ήταν βαρύνουσα. Όχι μόνον αναπτερώθηκε το ηθικό των Ελλήνων μετά την νικηφόρα έκβαση της μάχης και προστατεύθηκε ο πληθυσμός που είχε βρει καταφύγιο στην Μάνη αλλά ταυτοχρόνως με την νίκη αυτή κρατήθηκε ζωντανή η επαναστατική φλόγα που τρεμόπαιζε να σβήσει.

Άγνωστες πτυχές της μάχης

  • ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, αναφέρει: «Όταν έλειπε ο Ιμπραήμης στο Μεσολόγγι, οι Μανιάτες έφκειασαν εις τον Αλμυρόν, όπου είναι των Καπετανιάνων τα σπίτια, ένα ταμπούρι δυνατό από το πέλαγος έως εις τον βράχον, εκράταε έως ένα μίλι» και «ο Ιμπραήμης έστειλε τον κεχαγιάν του να ματακτυπήση την Βέργαν εις τον Αλμυρό». Το τείχος δηλαδή προϋπήρχε και ανακατασκευάστηκε τον Ιούνιο του 1826.
  • Κάποια στιγμή μια νιόπαντρη που πολεμούσε με τον άνδρα της βλέπει να τραυματίζεται στον ώμο. Με τα δόντια της βγάζει το βόλι από την πληγή του και του λέει «πάρε το και βάρεσε τον στο κεφάλι».
  • Κατά την διάρκεια της μάχης διακρίθηκαν οι ντόπιοι που αγωνιούσαν για τις τύχες τους. Οικογένειες που ανδραγάθησαν σύμφωνα με την παράδοση στην Βέργα οι Γυφτέοι, οι Δραγωνέοι και οι Χειλέοι.
  • Άλλοι που διακρίθηκαν όχι μόνο για την παλικαριά τους αλλά και για την στρατηγική τους ήταν οι Σκυφιάνοι. (κάτοικοι του χωριού Σκυφιάνικα).
  • Κατά την διάρκεια της μάχης η παράδοση αναφέρει πως στην πάνω Σέλιτσα – Βέργα έγινε λιτανεία για την εμψύχωση των πολεμιστών καθώς το χωριό φαίνεται από το πεδίο της μάχης.
Advertisements

23 Μαρτίου 1821-Η Καλαμάτα Ελεύθερη

Η έναρξη της επανάστασης, σύμφωνα με το σχέδιο των οπλαρχηγών, έπρεπε να ξεσπάσει ταυτόχρονα σε πολλές εστίες ώστε να υπάρχουν μαζικά επαναστατικά κρούσματα εναντίον των Τούρκων. Η απελευθέρωση της Καλαμάτας από τους Μανιάτες είχε κρίσιμη σημασία. Την εποχή εκείνη αποτελούσε μια ακμάζουσα πόλη, με λιμάνι για τροφοδοσία, εμπορικό σταθμό και πολλοί επίσημοι Οθωμανοί έδρευαν εκεί.

Σε προηγούμενα κινήματα είχε γίνει στόχος ξανά προκειμένου να εδραιωθεί η εξέγερση. Τον Μάρτιο του 1821 έπρεπε να καταληφθεί γρήγορα προκειμένου να αναπτερωθεί το ηθικό και των υπόλοιπων Ελλήνων ή να καμφθούν οι δισταγμοί άλλων και να συμμετέχουν στην επανάσταση. Η γρήγορη κατάληψη της θα είχε λοιπόν στρατιωτική αλλά και πολιτική σημασία για τον Αγώνα.

Για να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος οι οπλαρχηγοί μηχανεύτηκαν ένα τέχνασμα. Στα μέσα Μαρτίου οι Φιλικοί από την Σμύρνη, αποβιβάζουν στην Μάνη, στο λιμάνι των Κιτριών, καράβια που μεταφέρουν μπαρούτι και βόλια. Ο Αναγνωσταράς και ο Νικηταράς με τους άνδρες τους αναλαμβάνουν να το εκτελωνίσουν το φορτίο και να το κρύψουν σε ασφαλές μέρος.

Οι Τούρκοι της Καλαμάτας θορυβημένοι από το γεγονός ρωτούν τους προκρίτους τι συνέβαινε. Ο Αρναούτογλου, αγάς της Καλαμάτας είχε λίγο στρατό (100 Αλβανούς) καθώς οι υπόλοιποι είχαν μεταβεί στην Ήπειρο να πολεμήσουν με τον Χουρσίτ τον Αλή Πασά.

Οι Έλληνες του είπαν πως το φορτίο είχε λάδι και το φύλαγαν πλήθος ενόπλων διότι κλέφτες λυμαίνονται την περιοχή και ενδέχεται κίνδυνος για την Καλαμάτα. Ο Βοεβόδας της Καλαμάτας αφελώς ζητά την βοήθεια των Μανιατών. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης εισέρχεται στις 20 Μαρτίου στην πόλη με 150 Μανιάτες και καταλαμβάνει τα καλύτερα από άποψη στρατηγικής σπίτια.

Στις 22 Μαρτίου όταν ο Πετρόμπεης με 2000 Μανιάτες, τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά κ.ά. φτάνουν στην Καλαμάτα η πόλη μετά από λίγο παραδίδεται χωρίς ντουφεκιά. Μάλιστα ο Αρναούτογλου παρέδωσε με επίσημο πρωτόκολλο την πόλη και τον στρατιωτικό εξοπλισμό. (Πολλοί ιστορικοί συνεπαρμένοι από τις μετέπειτα επιτυχίες του Αρχιστράτηγου Κολοκοτρώνη  αναφέρουν ότι αυτός απελευθέρωσε την πόλη της Καλαμάτας, πράγμα εντελώς ανιστόρητο καθώς την δεδομένη στιγμή ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν παλιό, φτωχό κλέφτη του Μοριά που δεν είχε ούτε στρατό αλλά ούτε καν δικό του άλογο).

Μετά την παράδοση της πόλης ακολούθησε πανηγυρική δοξολογία στον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλαμάτα όπου πλήθος κόσμος συνέρευσε να παρακολουθήσει την ορκωμοσία των οπλαρχηγών. Η πρώτη πόλη που είναι και επίσημα ελεύθερη. Μετά την δοξολογία δημιουργείται ο πρώτος πολιτικός φορέας της επανάστασης, η Μεσσηνιακή Γερουσία με πρόεδρο τον κύριο απελευθερωτή της Καλαμάτας τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Ο φορέας αυτός συντάσσει δύο πολύ σημαντικά έγγραφα από άποψη εξωτερικής πολιτικής. Την προειδοποίηση προς τας Ευρωπαικάς Αυλάς και την Προκήρυξη με αποδέκτες τις Η.Π.Α. Τα έγγραφα αυτά περιγράφουν με έντονο τρόπο πως είμαστε έθνος σε εμπόλεμο κατάσταση με την Τουρκία και όχι υποτελείς υπήκοοι του Σουλτάνου που εξεγέρθηκαν για λόγους εσωτερικής πολιτικής. Την υπογράφει ο Πετρόμπεης διότι ως μπέης της Μάνης είχε και θεσμικό ρόλο προεπαναστατικά που του έδινε κύρος.

Προειδοποίησης προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές

«Προειδοποίησις εις τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς, εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου.

Ο ανυπόφορος ζυγός της Οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και απέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μην μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ει μη μόνον πνοή και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς. Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίθφησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας. Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη, και υψώθηκαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν υης βδελυράς τυραννίας. Οι πόδες ημών οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας εναγκαρεύσεις τας ασπλάγχνους τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν τον απετίναξε και άλλο δεν φρονεί, ει μη την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ. Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της Ελευθερίας. Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν. Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιπόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαίων γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον Ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας. Να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξη πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας».

23 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821- Οι Μανιάτες Απελευθερώνουν Την Καλαμάτα


Επαναστατικός αναβρασμός επικρατούσε στη Μάνη τον Μάρτιο του 1821. Ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στην Καρδαμύλη και οι Φιλικοί είχαν κάμψει τις αντιρρήσεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη για το άκαιρο του ξεσηκωμού.

Στα μέσα του μηνός ένα πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια, σταλμένο από τους Φιλικούς της Σμύρνης, φθάνει στο λιμάνι των Κιτριών, έξω από την Καλαμάτα. Ο Νικηταράς και ο Αναγνωσταράς με τους άνδρες τους αναλαμβάνουν να μεταφέρουν το πολύτιμο φορτίο σε ασφαλές μέρος.

Οι οθωμανικές αρχές της Καλαμάτας πληροφορούνται το γεγονός και ενεργώντας αφελώς ζητούν να μάθουν από τους προκρίτους το περιεχόμενο του φορτίου και γιατί συνοδεύεται από ενόπλους. Αυτοί τους απαντούν ότι οι ένοπλοι είναι χωρικοί που συνοδεύουν φορτία λαδιού για το φόβο των ληστών. Ο βοεβόδας της Καλαμάτας Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου πείθεται και ζητά τη βοήθεια των Μανιατών, που στέλνουν στην πόλη 150 άνδρες, υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη (20 Μαρτίου).

Από τις 17 Μαρτίου, όμως, οι πρόκριτοι της Μάνης, υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, είχαν υψώσει τη σημαία της επανάστασης στην Τσίμοβα, σημερινή Αρεόπολη της Λακωνίας.

Ο παπάς του χωριού όρκισε και ευλόγησε τα όπλα των καπεταναίων και των παλικαριών τους στην Εκκλησία των Ταξιαρχών. Οι ατίθασοι Μανιάτες ξεκίνησαν την Επανάσταση, οκτώ μέρες πριν από τη συμβατική της έναρξη.
Αμέσως μετά, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης και ο Γιατράκος ξεκινούν για τον Μιστρά και τη Μονεμβασιά, ενώ ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με 2.000 άνδρες για την Καλαμάτα. Εν τω μεταξύ, στο άλλο άκρο της Πελοποννήσου σημειώνεται η πρώτη επαναστατική ενέργεια του Αγώνα, με την πολιορκία των Καλαβρύτων (21 Μαρτίου), την οποία υπερασπίζεται για λογαριασμό των Οθωμανών ένας άλλος Αρναούτογλου, ο Ιμπραήμ.

Οι Μανιάτες φθάνουν έξω από την Καλαμάτα στις 22 Μαρτίου και καταλαμβάνουν τους γύρω λόφους. Τότε μόνο ο αγάς της πόλης κατανοεί τι συμβαίνει. Είναι αργά για να διαφύγει στην Τριπολιτσά, καθώς η Καλαμάτα είναι ολόγυρα αποκλεισμένη και αποφασίζει να αντιτάξει άμυνα με τους Τούρκους της πόλης. Όταν το πρωί της 23ης Μαρτίου 1821 οι επαναστάτες εισέρχονται στην Καλαμάτα, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ζητά από τον Αρναούτογλου να παραδοθεί, τονίζοντάς του το μάταιο της προσπάθειάς του.

Πράγματι, ο αγάς παραδίδει στους επαναστάτες με πρωτόκολλο την πόλη και τον τουρκικό οπλισμό. Το μεσημέρι, μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, οι ιερείς ευλογούν τις σημαίες και ορκίζουν τους αγωνιστές.

Επακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών, που αποφάσισαν τη δημιουργία μιας επαναστατικής επιτροπής, την οποία ονόμασαν «Μεσσηνιακή Γερουσία», για τον καλύτερο συντονισμό του αγώνα. Η ηγεσία της ανατέθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που έφερε τον τίτλο Αρχιστράτηγος του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατού. Την ίδια μέρα, η «Μεσσηνιακή Γερουσία», με Προκήρυξή της προς την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, γνωστοποιεί ότι οι Πελληνεύς ξεσηκώθηκαν για την ελευθερία τους.

17η Μάρτη 1821 (Η Επανάσταση Ξεκινά Στην Μάνη)

Μετά την αποτυχημένη έναρξη των επαναστατικών επιχειρήσεων στις παραδουνάβιες περιοχές της Μολδοβλαχίας τον Φλεβάρη του 1821, αποφασίστηκε η έναρξη των επιχειρήσεων στην Μάνη που είχε οριστεί βασικό ορμητήριο του αγώνα.

Το ετοιμοπόλεμο και εμπειροπόλεμο των κατοίκων της  καθώς και η απουσία Οθωμανών στην περιοχή την καθιστούσαν ιδανική για μαζικό κίνημα, όπως και έγινε στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη με επικεφαλή τον Πέτρο Μαυρομιχάλη. Η φιλικοί τον είχαν ορίσει Αρχιστράτηγο για δύο λόγους.

Στην αρχή του αγώνα ήταν ο σημαντικότερος πρόκριτος διότι είχε χρήμα αλλά και πλήθος ενόπλων. Ο άλλος λόγος ήταν να καμφθούν οι όποιοι δισταγμοί του.

Ο όρκος των Μανιατών μπροστά στους Ταξιάρχες:

«Ορκίζομαι,

εις το όνομα του Παντοδύναμού μας Θεού,

εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού

και της Αγίας Τριάδος,

να χύσω και την υστέραν ρανίδα του αίματός μου,

υπέρ πίστεως και Πατρίδος.

Ορκίζομαι,

να μη βλέψω εις τα όπισθεν

εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος

και της Θρησκείας μου.

Ορκίζομαι,

«Ταν ή επί Τας» και «Νίκη ή Θάνατος»

υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Ο ναός των Ταξιαρχών (Αρεόπολη)

ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, γιός του Θεόδωρου, γράφει:

«Αναπτυσσομένης της ιδέας περί της Επαναστάσεως, ο σπινθήρ της Ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμό των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου  οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων.»

Ο ιστορικός της επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης ο οποίος μίλησε με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Λόντο, τον Ζαΐμη και άλλους προκρίτους της Αχαΐας γράφει για την έναρξη της επανάστασης

«Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτων η σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Την ιδέα ταύτην εξέφρασα και εγώ εν τω επικήδειώ μου λόγω  εις Ανδρέα Ζαΐμη πριν εξακριβώσω την αλήθεια»  

Όπως γίνεται αντιληπτό ακόμα και ο ιστορικός της εποχής Σπυρίδων Τρικούπης δυσκολεύτηκε να εντοπίσει την πραγματική ημερομηνία και τοποθεσία όπου έλαβε χώρα η έναρξη της Εθνεγερσίας. Τα μαζικά κινήματα στην Πελοπόννησο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα εξέγερσης και φυσικά οι πολιτικοί τοπικισμοί οδήγησαν σε λαθεμένα συμπεράσματα.

Εδώ άξιο λόγου είναι ότι την πρώτη επίσημη ελληνική ιστορία που διδάχτηκε στα σχολεία δεν την έγραψαν Έλληνες ιστορικοί ή πρωταγωνιστές των γεγονότων της εποχής αλλά ξένοι συγγραφείς (φιλέλληνες) όπως Πούκεβιλ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα καταγραφή πλήθος ανακριβειών και πολιτικών αναγωγών μακριά από τις ισχύουσα ιστορική πραγματικότητα.

Ο Όθων Και Ο Θάνατος Του Αρχηγού Της Μάνης Κολοκοτρώνη

Παρακάτω αναδημοσιεύουμε άρθρο από την εφημερίδα ΝΕΟΛΟΓΟΣ Πατρών στις 12/8/1898 λόγω του ιδιαίτερου τίτλου του άρθρου που αναφέρει τον Κολοκοτρώνη ως αρχηγό των Μανιατών αλλά και για τις συνθήκες θανάτου του.

Αντιγραφή του κειμένου, διατηρείται η ορθογραφία του

(Εκ των απομνημονευμάτων του Αυστριακού Αρχιδούκος Ιωάννου)

Από το πολύκροτο ημερολόγιο περί Όθωνος του Αυστριακού Αρχιδούκος Ιωάννου όπερ δημοσιεύει από τινός η «Νέα Ημέρα» Τεργέστης ερανιζόμεθα τα κατωτέρω.

Αποθνήσκει ο γέρων Κολοκοτρώνης εις των δημιουργών του ελληνικού θρόνου και ο Πρόκες αποστέλλει εξ Αθηνών.

Μαθών την είδηση έσπευσα προς την οικία του. Εμπρός ην συναθροισμένο πλήθος πολύ. Το συμβούλιο της επικρατείας τυχόν εν συνεδριάσει προσήλθε εν σώματι. Τα παλικάρια του μετέφερον τον νεκρόν εις εγγύς αίθουσαν. Την επαύριον εγένετο η κηδεία όλως συγκινητική. Πάντες οι γέροντες οπλαρχηγοί συνωθροίοντο περί του φερέτρου. Εκείτο ο ήρως εν αυτή αναλλοίωτος αλλά σοβαροτέραν έχων την όψην φέρων την φουστανέλα και τα τσαρούχια έχων παρά την κεφαλήν την περικεφαλάιαν είον τον είδα έτει 1825 εν Ναυπλίω ότε οι αιγύπτιοι είχαν χωρίσει μέχρι των πυλών, εκείνος δε διέτρεχε τας οδούς συλλέγων τους φυγάδας και εμβάλλων εις πάντες το θάρρος δια του λόγου λόγου και του παραδείγματος. Ιεροκύρηξ εξεφώνισε εύγλωττον λόγον. Παν μίσος ελησμονήθη και η γενική κατάνυξις ήνωσε προς στιγμήν πάντας. Εχθροί και φίλοι ηστάζοντο τον νεκρόν οι ταπεινότεροι τας χείρας και τους πόδας οι δε εξέχοντες τον στόμα και το μέτωπον. Η πόλις όλη ήτο ανάστατος. Μόνο εκ της αυλής ουδείς εφάνη.

Η αναλγησία ούτη εκίνη εις αγανάκτησιν τον αρχιδούκα Ιωάννη όστις γράφει τα εξής εν τω ημερολογίω του.

«δεν ηδύνατο, απεκρίνετο να ανέλθη ο Βασιλεύς και να ασπαστή το μέτωπον του Κολοκοτρώνη? Τη αληθεία τω ήξιζεν. Είμαι πρίγκιψ Αυστριακός και ουδέν έχω προς την Ελλάδα κοινόν. Αλλά εάν τύγχανον στην Ελλάδα ουδέν θα με εμπόδιζε να σπέυσω και να τιμήσω τον γέροντα πολεμιστήν». Εάν ο Βασιλιάς προηγείτο ον τη κηδεία πάντων εάν εκάλει τους γέροντας και ανενέου παρά τοιούτον νεκρόν τον αρχαίον σύνδεσμον πως θα αντηχεί εν τη χώρα τοιαύτη εκδήλωσις και τινάς καρπούς θα απέφερεν. 

Η Φυγάδευση Του Κολοκοτρώνη Στα Κύθηρα

 Αυτοβιογραφία Θεοδώρου Κολοκοτρώνη 
Κείμενον Τερτσέτη 1770 – 1821

Το απόσπασμα που ακολουθεί αφορά την παρουσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα Κύθηρα.

Α’ 1803

Εις τρεις ημέρας επήγαμεν μαζί με την Μαρία, μάννα του Τζανετάκη, και εβαρκαρισθήκαμε ανάμεσα Μαυροβούνι και Μαραθωνήσι. Μόλις εκάμαμε πανιά και εφύσηξε ένας βοριάς όπου δεν μας άφησε να προχωρήσωμε. Ήτον ξημερώνοντας των Βαΐων. Επιάσαμε εις την Ξυλήν, εκάμαμε πάλιν πανιά και μας εμπόδισε ο ενάντιος άνεμος και αράξαμεν εις το Ελαφονήσι.

Επήγαμε τέλος πάντων εις το Τζηρίγο με μία μεγάλη φουρτούνα και αράξαμε εις ένα χωριό Ποταμό λεγόμενον, εκεί ευρήκαμεν έναν από τους Γιατρακαίους και μας είπεν ότι « δεν κάμνει να φανερωθής μέσα εις την χώραν ως Κολοκοτρώνης». Επήγαμεν εις το διοικητήν του Τζηρίγου, Αρβανιτάκην λεγόμενον, ένα παιδί μας εγνώρισε από τον Πύργο και εκαθήσαμε εκεί. Την Μεγάλην Πέμπτη εφθάσαμε. Ο πρύτανις μας εμάλωσε, διατί είμεθα αμαρτωμένοι. Επήγα εις τον κομαντάντε τον Ρώσο, του εδιηγήθηκα, με την αλήθεια, ποίοι είμεθα, πώς καταντήσαμεν, και έτζι διέταξε να μας περιποιηθούν και να μας δώσουν απ’ όλα.

Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το Μοναστήρι ήταν μεγάλο και εχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκίαν, όταν επέρασα ήτον μία μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη η εκκλησιά με κλάδους δένδρων τότε έταξα ότι:

«Παναγία μου βοήθησέ μας να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον τύραννο και να σε φκιάσω καθώς και ήσουν πρώτα.

Με εβοήθησε. Και εις τον δεύτερον χρόνον της επαναστάσεώς μας επλήρωσα το τάμα μου και την έφκιασα. Αυτό το είδος της ζωής όπου εκάμναμε μας βοήθησε πολύ εις την επανάστασι. Διότι ηξεύραμεν τα κατατόπια τους δρόμους, τας θέσεις τους ανθρώπους, εσυνηθίσαμεν να καταφρονούμεν τους Τούρκους να υποφέρωμεν την πείναν την δίψαν την κακοπάθεια την λέρα και καθεξής.

Κατά την διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε πολλούς τόπους. Στο παραπάνω απόσπασμα ο ίδιος αναφέρει το πώς βρέθηκε στα Κύθηρα, ορμώμενος από την Μάνη. Τις δυσκολίες του ταξιδιού του καθώς και ονόματα των ποιων τον βοήθησαν.

Αξίζει να σημειωθεί πως ένα χρόνο πριν το 1802 είχε βγει σουλτανικό φιρμάνι για το κεφάλι του ίδιου και του Πετμεζά. Κυνηγημένος βρέθηκε στην Μάνη όπου η οικογένεια Τζανετάκη- Γρηγοράκη τον φυγάδευσε από το Μαυροβούνι στα Κύθηρα. Επίσης ιδιαίτερη μνεία αξίζουν οι Γιατριάνοι οι οποίοι όπως και κατά την διάρκεια της επανάστασης βοήθησαν και προστάτευσαν τον Κολοκοτρώνη.

Σε επίπεδο πολιτικής βλέπουμε ότι η στάση των Ρώσων απέναντι στους εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν τουλάχιστον φιλική.

Ο Κωνσταντής, οι Μανιάτες και οι Σφακιανοί

Ο όρμος της Καρδαμύλης ( πειρατικό ορμητήριο του Μούρτζινου )

Σύμφωνα με έρευνα του Γ.Β. Νικολάου στον ΙΖ’ τόμο των «Λα­κωνικών σπουδών»,

τον Ιούνιο του 1776 έγινε πειρατεία στο στενό μεταξύ των Κυθήρων και της ανα­τολικής πλευράς της μανιάτικης χερσονήσου. Οι πειρατές είχαν επικεφαλής τον Κωνσταντή Κο­λοκοτρώνη, πατέρα του πρωτερ­γάτη της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Το πλοίο τους ήταν γαλιότα με πλήρωμα ο­γδόντα Μανιάτες και Σφακιανούς και κατέλαβαν δύο βενετσιάνικα πλοία και το γαλλικό «Jean Baptiste», με φορτίο καπνού. Τα τρία πλοία οδηγήθηκαν στην Καρδαμύλη, που ήταν τότε έδρα του η­γεμόνα καπετάνιου Μιχαήλ Τρουπάκη.

Σφακιανός πολεμιστής

Ο πλοίαρχος και δύο ναύτες του γαλλικού πλοίου εστάλησαν στον πρόξενο της Γαλλίας, για να διαπραγματευτούν την καταβολή σαράντα χιλιάδων πιάστρων ως λύτρα για την απελευθέρωση των υπόλοιπων μελών του πληρώμα­τος και την επιστροφή του πλοίου και του φορτίου του. Σύμφωνα με έγγραφο που έστειλαν οι οθωμα­νικές αρχές από την Κορώνη στην Κωνσταντινούπολη, συνένοχος στην πειρατεία θεωρήθηκε και ο ηγεμόνας της περιοχής Μιχαήλ Τρουπάκης, καθώς ήταν ιδιοκτή­της της πειρατικής γαλιότας και την είχε πουλήσει εικονικά στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος ασκούσε τότε πειρατεία.

Το αντάλλαγμα γι’ αυτή τη διευκόλυνση ήταν βέβαια το ήμισυ των λύτρων που θα εισέ­πρατταν οι πειρατές από τους Γάλ­λους. Μετά την αδυναμία της οθω­μανικής διοίκησης να διευθετήσει το όλο θέμα, οι Γάλλοι έστειλαν το πλοίο «Atalantis» να επιτεθεί στην Καρδαμύλη και στον πύργο του Τρουπάκη. Στόχος τους ήταν να εκφοβίσουν τους κατοίκους, ώστε οι τελευταίοι να τους παραδώσουν την πειρατική γαλιότα. Όμως, οι ε­τοιμοπόλεμοι Μανιάτες τους αντι­μετώπισαν σθεναρά, και μετά τον τραυματισμό του κυβερνήτη και δύο ναυτών οι Γάλλοι αποχώρησαν άπραγοι.

Βερσιάνοι (Αρεόπολη – Δυρό)

Οικογένεια Βερσάκου

ΠΑΤΡΙΑ: Παυλιάνοι ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Βερσιάνοι

Η οικογένεια Βερσάκου υπάγεται στην πατριά των Παυλιάνων του Δυρού. Για τον λόγο αυτό πολλά μέλη της γράφονταν Βερσάκος ή Παυλάκος. Είναι οικογένεια συγγενική με τους Κατσιόρχη και Ξεπαπαδάκη της ίδιας περιοχής. Γενάρχης της πατριάς πιθανότατα κάποιος ντόπιος με το όνομα Παύλος. Η οικογένεια με τον καιρό μετοίκησε και σε γύρω χωριά ή αστικά κέντρα της εποχής που αναπτύσσονταν όπως η Αρεόπολη.

Πυργόσπιτο Βερσάκου Αρεόπολη 1700

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας πολλοί πληροφορητές μας από τον Δυρό αναφέρουν πως οι Βερσιάνοι όπως όλοι σχεδόν οι χωριανοί ήταν πειρατές σε δικά τους πλοία ή μισθωτοί σε πληρώματα άλλων.

Κατά την επανάσταση του 1821 η οικογένεια Βερσάκου ή Παυλάκου παρουσιάζεται στην Αρεόπολη με έναν  (1) μαχητή. Τον Γιάννη Παυλάκο. Ωστόσο κατά προσωπική εκτίμηση σίγουρα υπήρχαν και άλλοι που δεν αναφέρουν τόπο καταγωγής ώστε να μπορούμε να τους διαχωρίσουμε. Σε αυτό συντελεί και επιστολή του Θ. Κολοκοτρώνη που αναφέρει

 Πιστοποιώ ότι ευχαριστώ την οικογένεια Βερσάκου ή Παυλάκου για την φιλοξενία που μου προσέφεραν στην Αρεόπολη της Μάνης και την συμπαράσταση για τον αγώνα της λευτεριάς από την Οθωμανική αυτοκρατορία
Εν Καρδαμύλη την 16 Ιουνίου 1822
Θ. Κολοκοτρώνης
ταγματάρχης αγγλικού στρατού. 

Παραμένει άγνωστο πότε ακριβώς η οικογένεια μετακινήθηκε από το Δυρό στην Αρεόπολη, ωστόσο το τριώροφο αναπαλαιωμένο πυργόσπιτο της οικογένειας δίπλα στην εκκλησία των Ταξιαρχών έχει κτητορική επιγραφή του 1700. Ίσως επειδή έφυγαν νωρίς από το Δυρό διατήρησαν και το όνομα της πατριάς.

Στον τοίχο του πυργόσπιτου

Το 1853 καταγράφονται δύο Παυλιάνοι ή Βερσιάνοι ο Δημήτρης στην Αρεόπολη και ο Σαμπάτης στον Δυρό. Το 1871 καταγράφονται στον Δυρό (3) Βερσιάνοι ή Παυλιάνοι ενώ στην Αρεόπολη πιθανόν έχουν καταγραφεί με τα παρωνύμια ή πατρωνύμια τους και είναι αβέβαιος ο εντοπισμός τους.

Γύρω στα 1890 κάποια μέλη της οικογένειας Βερσάκου μετανάστευσαν για οικονομικούς λόγους στην Αμερική όπου ζουν ως σήμερα. Ήταν από τα πρώτα ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα.

Κατά τον μακεδονικό αγώνα συμμετείχε ο Δημήτρης Βερσάκος από την Αρεόπολη. Ενώ η οικογένεια κατά την Μικρασιατική καταστροφή θρήνησε τον Βασίλη Βερσάκο ή Παυλάκο που τον σκότωσαν τον Σεπτέμβρη του 1922 στην Σμύρνη οι Τούρκοι.

Θα ήταν σοβαρή παράλειψη αν δεν αναφερόμασταν σε μια χαρακτηριστική φιγούρα της Αρεόπολης τον Γιώργο Βερσάκο ο οποίος έχει μετατρέψει το πυργόσπιτο της οικογένειας σε ιδιωτικό μουσείο όπλων και ξενώνα. Κατά τον παρελθόν ήταν επιστάτης του σχολείου της Αρεόπολης και πολύ αγαπητός στους τότε μαθητές.

**ΑΝΑΝΕΩΣΗ**

Γύρω στα 1770 όταν ακόμα οι Μαυρομιχαλιάνοι δεν είχαν επιβληθεί πλήρως στην Αρεόπολη ένας Καγιάλες (Τσαλαπιάνος)αντιδρούσε πολύ δυναμικά. Οι Μαυρομιχαλιάνοι τον πυροβόλησαν ενώ βρισκόταν μέσα στον πύργο του και κατάφεραν να τον σκοτώσουν. Γρήγορα ο κολλητός τους Βερσάκος ή Παυλάκος πήδηξε μέσα στον πύργο και τον κατέλαβε. Από τότε Βερσιάνοι και Μαυρομιχαλιάνοι ήταν σύμμαχοι. Ως σήμερα ο πύργος αυτός δίπλα στον Ταξιάρχη ανήκει στην οικογένεια Βερσάκου.

Οι Κλέφτες Στη Μάνη

Λίγο πριν το 1821

Τότε ελυμαίνοντο οι κλέφτες οι Κολοκοτρωναίοι Θεόδωρος και Ιωάννης αδελφοί, ο Γιώργης από τον Αετό της Τριφυλίας και ελήστευον τους ομόφυλούς τους χριστιανούς και είχον άσυλο τα Πηγάδια και την Μάνη. Εκεί είχον το άσυλόν τους και ηνάγκαζον δια της ληστείας τους προεστούς δια να τους βάνουν αρματολούς και ότι δήθεν ούτοι να εμποδίζουν την τε ληστείαν και την ζωοκλοπή από τν τόπο και κατά καιρόν τους έβγαναν και μπιουγιουρντί του πασιά ως τοιούτους διοριζόμενοι. Αλλά όταν τους έκοβαν τα χάρτζια ταύτα ήτοι τους λουφέδες των εθύμωναν και ήρχιζαν την παλαιάν τους τέχνη με περισσότερη επίτασην.

Το φαράγγι του Ριντόμου στα Πηγάδια ( λημέρι κλεφτών )

Στο παραπάνω απόσπασμα οφείλουμε να παραθέσουμε μερικές διευκρινήσεις …..

1. Ο Γιώργης που αναφέρει στο κείμενο είναι ο Γιώργος Μπέλκος από τον Αετό Μεσσηνίας γνωστός για την προεπαναστατική του δράση στην περιοχή.

2. Ο Παπατσώνης μη γνωρίζοντας καλά την περιοχή της Μάνης αναφέρει ξεχωριστά το χωριό Πηγάδια. Στην πραγματικότητα το χωριό ανήκε πάντα στα χωριά της Μάνης. Μάλιστα το επέλεγαν οι κλέφτες σαν καταφύγιο γιατί ήταν στα σύνορα της Μάνης

3. Ο Παπατσώνης μιλά με περιφρονητικά λόγια για την προεπαναστατική δράση των αναφερθέντων ανδρών διότι ως πρόκριτος είχε έρθει πολλές φορές σε ρήξη με τους κλέφτες. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου είχαν αποκτήσει δύναμη είτε λόγω εμπορίου είτε λόγω μεγάλων γεωργικών εκμεταλλεύσεων με την ανοχή των Τούρκων που εξασφαλιζόταν με το ανάλογο ποσό.

Ο Διορισμός Του Κυριάκου Μόραλη Ως Επαρχου Σάμου

 

Στο παραπάνω έγγραφο έχουμε τον διορισμό του Κυριάκου Μόραλη ως έπαρχου Σάμου με τις ευλογίες της κεντρικής εξουσίας. Ο Κυριάκος Μόραλης αν και μη Σάμιος αναδείχθηκε σε ανώτατος άρχων της νήσου και εν τέλει δημιούργησε πλήθος προβλημάτων που οδήγησε σε καταγγελία σε βάρος του. Αυτό που είναι όμως εντυπωσιακό είναι ο τεκτονικός όρος αδελφοί στον διορισμό του άνωθεν των υπογραφών…… Με σειρά υπογράφουν

Α. Υψηλάντης
Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Γρηγόριος Δικαίος Φλέσσας
Αρχιμανδρίτης.