Το Μανι(α)τοχώρι Των Κυθήρων

Τα Κύθηρα αποτελούν συνέχεια του Λακωνικού χώρου. Απέχουν μόλις 12,5 μίλια από τον κάβο Μαλέα. Κατά την αρχαιότητα ανήκαν στο κράτος της Σπάρτης με τον τοπικό διοικητή να λέγεται Κυθηροδίκης¹. Μέχρι σήμερα η τακτική επικοινωνία με την ηπειρωτική Ελλάδα γίνεται μέσω της Νεάπολης Λακωνίας.

Με την πάροδο των ετών το νησί άλλαξε χέρια πολλές φορές Βυζαντινοί, Βενετοί, Τούρκοι (1540, 1715-1718), Ρώσοι (1798), Γάλλοι (1797, 1807), Άγγλοι (1809). Η γεωπολιτική θέση του νησιού, μιας και βρισκόταν μεταξύ Ανατολής και Δύσης στο κέντρο της Μεσογείου, σε συνδυασμό με το κομβικό σημείο που βρισκόταν πάνω σε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές ναυτικές οδούς της αρχαιότητας, οδήγησε να γίνει μήλο της έριδος. Ένα φυλάκιο από το οποίο οι μεγάλες Δυνάμεις της εποχής θα μπορούσαν να εποπτεύουν καλύτερα τα εμπορικά τους συμφέροντα.

Οι γενικότερες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις που επικράτησαν με το πέρασμα του χρόνου τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα (πόλεμοι, βεντέτες, ασθένειες, διωγμοί) αλλά και στο νησί οδήγησαν μαζικές εγκαταστάσεις προσφύγων κυρίως από την Λακωνία και την Κρήτη. Τούτο εξηγείται από το ότι τα Κύθηρα μπορούσαν να προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο σύγχρονου κράτους μιας και ανήκαν συνήθως σε Δυτικούς. Οι πληθυσμιακές αυτές ροές μάλιστα δεν σταμάτησαν καθ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας² και πολλές φορές ήταν αμφίδρομες μιας και το νησί δοκιμαζόταν από τις βαρβαρικές επιθέσεις πειρατών και Τούρκων.

Ένας από τους χαρακτηριστικούς οικισμούς προσφύγων ή εποίκων στο νησί είναι το Μανιτοχώρι. Η πρώτη αναφορά³ του γίνεται επί της εποχής των Βενιέρων (Λατίνων αρχόντων του νησιού), το 1316 από Μανιάτες οικιστές. Βρίσκεται πολύ κοντά στο κάστρο του νησιού (Χώρα), πράγμα που σημαίνει ότι η εγκατάστασή τους στο νησί δεν έγινε με μεγάλη δυσκολία. Αποτελούσε μικρό οικισμό στα προάστια του κάστρου. Άγνωστος ακόμα ο λόγος εγκατάστασης Μανιατών από τόσο νωρίς χρονολογικά στην εν λόγω θέση του νησιού. Την εποχή εκείνη οι Τούρκοι δεν υπήρχαν στην Πελοπόννησο, ενώ η πειρατεία δεν ήταν στην ακμή της.

Είναι πολύ πιθανό οι Βενιέροι προκειμένου να αυξήσουν τα φορολογικά τους έσοδα να έφεραν ξένους κατοίκους από την γειτονική Μάνη έτσι ώστε να αυξήσουν τον πολύ μικρό πληθυσμό του νησιού. Γενικά το νησί των Κυθήρων ερημώθηκε επανειλημμένως από πειρατικές επιδρομές (Μπαρμπαρόσα 1543 και Αλγερινούς 1757) για αυτό ο πληθυσμός του δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, ενώ πολλοί κατέφευγαν στην γειτονική Λακωνία και Κρήτη.

Φυσικό ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες να δοθεί βάρος στην προστασία του οικισμού παρά στην εύμορφη εμφάνισή του. Οι συχνές επιδρομές και η φτώχεια των κατοίκων οδήγησαν σε απλές κατασκευές με επίκεντρο την οχυρωματική αρχιτεκτονική.

Πύργος στο κάστρο Κυθήρων, κάπως έτσι έδειχναν και τα οικήματα των γυρω χωριών

Χαρακτηριστικό δείγμα εκείνης της ταραγμένης εποχής ο πύργος των Βενιέρων στο Μανιτοχώρι. Οι περίτεχνες πολεμικές κατασκευές του απέτρεπαν τους εισβολείς. Τα σπίτια του οικισμού ήταν χτισμένα με ντόπιο πηλό για να μην ξεχωρίζουν από μακριά και να παραμένουν αθέατα από τους επιδρομείς. Τόσο τα σπίτια των εύπορων όσο και των φτωχών έδιναν βάση στην προστασία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η Τουρκική απογραφή των Κυθήρων₄ (1715) στην οποία γίνεται αναφορά στο Μανιτοχώρι. Φυσικά λόγω των αιώνων που έχουν μεσολαβήσει (1316 – 1715) δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν οι κάτοικοι του εν λόγω οικισμού είναι απόγονοι των πρώτων εκείνων Μανιατών που εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν τον οικισμό. Ωστόσο μιας και η προφορική παράδοση και ιστορία διασώζει τον εποικισμό ως σήμερα αξίζει να ανιχνεύσουμε τυχόν κοινά στοιχεία.

Η παρούσα απογραφή μας δίνει κάποια ενδιαφέροντα δεδομένα προς μελέτη. Πρώτα από όλα δεν αναγράφουν κάποιο συγκεκριμένο επίθετο αλλά το όνομα πατρός του άνδρα που φορολογείται. Οι άνδρες ως αρχηγοί οικογενειών φορολογούνται. Καταγράφονται 16 άνδρες (10 εκ των οποίων αρχηγοί εστιών). Προφανώς ο οικισμός δεν ξεπερνούσε συνολικά τους 50 κατοίκους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το όνομα Βρετός (Νο 3 στην λίστα, παπά Νικόλας του Βρετού) το οποίο ως γνωστόν συναντάται ιδιαιτέρως στην Μάνη.

Επίσης το όνομα Liyo κατά πάσα πιθανότητα είναι το όνομα Λεωνίδας. Στην πρώτη Βενετική απογραφή του νησιού το 1721 ταυτίζεται με το όνομα Leo. Επίσης στην ίδια απογραφή γίνεται ταύτιση των επωνύμων ή παρώνυμων που καταγράφονται στην απογραφή των Οθωμανών το 1715. Αυτή την φορά όμως οι Βενετοί ως πιο τυπικοί καταγράφουν επώνυμα όπως Caro, Past και Calochern. Οι περισσότεροι κάτοικοι του οικισμού φέρουν το επώνυμο Caro (Μαύρος ?). Στην ίδια απογραφή του 1715, παρουσιάζονται στην ευρύτερη περιοχή και άλλα ονόματα που παραπέμπουν σε επιρροές από την Μάνη. Ονόματα όπως Γερακάρης (Yerakari), Κονόμος (Konomo), Κουράκος (Kurako) κ.ά είναι χαρακτηριστικά μανιάτικα επώνυμα που ως σήμερα απαντώνται στην Μάνη.

Αποτελεί αντικείμενο έρευνας αν οι οικογένειες που αναγράφονται στις προηγούμενες απογραφές (1715 κ΄1721) είχαν συγγενικές σχέσεις με την Μάνη και κατά πόσον αυτές διατηρήθηκαν με το πέρασμα του χρόνου μιας και υπήρξε συνεχής αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των τόπων αυτών.

  1. Δικαίου Βαγιακάκου ¨κοινά γλωσσικά Μάνης – Ζακύνθου –Κυθήρων¨ Λακωνικάι Σπουδαί τ. 9ος σ. 179
  2. Ε. Καλλίγερου ¨Εδώ γεννήθηκε η Αφροδίτη… Συνοπτική ιστορία Κυθήρων¨ σ. 98
  3. Ι. Κασιμάτη ¨Από την παλιά και σύγχρονη Κυθηραική ζωή, μέρος πρώτο¨ Αθήνα 1978 σ. 308
  4. Ε. Μπαλτά ¨η Οθωμανική απογραφή των Κυθήρων 1715¨ Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Αθήνα 2009 σ. 80 και σ. 188

ΠΗΓΕΣ

Κελεπουριάνοι (Άγιος Νικόλαος ή Σελίνιτσα)

old_book_bindings

Οικογένεια Κελεπούρη ή Κελεπουρέα

(Άγιος Νικόλαος ή Σελίνιτσα)

Η Μάνη καθ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε καταφύγιο και οχυρό κάθε διωκόμενου από τις αρχές που αναζητούσε την ελευθερία. Ιδίως κατά την δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπου αναγνωρίσθηκε και επίσημα πια η περιοχή ως αυτόνομη, κόσμος από κάθε γωνιά της Ελλαδικού χώρου μπορούσε να πάει να εγκατασταθεί ανεμπόδιστα. Κάτι τέτοιο πρέπει να συνέβη με την οικογένεια Κελεπουρέα ή Κελεπούρη του Αγίου Νικολάου της έξω Μάνης.

Πληροφορητές της οικογένειας αναφέρουν πως ο πρώτος πρόγονος τους που εγκαταστάθηκε στην Σελίνιτσα (Άγιο Νικόλαο) προερχόταν από την Κρήτη. Λεγόταν Κελεπουράκης. Μάλιστα φορούσε κρητική βράκα τα λεγόμενα ρασοβράκια. Παραμένει άγνωστο πότε έγινε αυτή η μετοίκηση. Το πιο πιθανό είναι μεταξύ 1770 – 1780. Αυτό διότι δεν έχουμε προηγούμενη καταγραφή τους σε καταλόγους της Ενετοκρατίας (φορολογικά κατάστιχα, οικονομικά κατάστιχα εμπορίας λαδιού ή βελανιδιού κ.ά.). Η παράδοση αυτή δεν είναι διόλου απίθανη. Η Κρήτη ήταν τόπος κοντινός και  πολλές φορές γίνονταν μετοικήσεις λόγω εξεγέρσεων ή περιόδων ταραχών.

Η Σελίνιτσα γύρω στα 1935

Ο παλαιότερος Κελεπούρης επισήμως, από την μελέτη των δημοτολογίων που έχουμε στην διάθεσή μας είναι ο Κωνσταντίνος Κελεπούρης. Γνωρίζουμε ότι ο γιος του Νικόλαος γεννήθηκε στα 1789. Είναι λοιπόν πιθανό να γεννήθηκε γύρω στα 1762. Διόλου απίθανο να είναι και αυτός που ήρθε από την Κρήτη στην Μάνη.

Το 1821 βρίσκει την οικογένεια Κελεπούρη ή Κελεπουρέα όπως καταγράφονταν στις επάλξεις. Συμμετείχαν ενεργά στις μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Έξι (6) μέλη της οικογένειας έλαβαν αριστείο από το ελληνικό κράτος για τις υπηρεσίες τους. Μάλιστα ένας από αυτούς ο Χρυσομάλλης Κελεπούρης έλαβε τιμητικά το αργυρούν αριστείο ως αξιωματικός. (το όνομα Χρυσομάλλης είναι βαπτιστικό και συνηθιζόταν στην περιοχή).  Να αναφέρουμε εδώ την εξής ιδιαιτερότητα. Αν και κάτοικοι της Μεσσηνιακής Μάνης για τα αριστεία τους πιστοποιήσεις δεν έδωσε κάποιος τοπικός οπλαρχηγός αλλά ο Νικόλαος Πιεράκος- Μαυρομιχάλης. Είναι πιθανό να εκστράτευαν με τους Μαυρομιχαλαίους και όχι με τους τοπικούς αρχηγούς. (π.χ. Χρηστέα). Δεν φαίνεται να είχαν κάποιο βαθμό κατά την επανάσταση.

Το 1847  καταγράφονται δώδεκα (12) αρσενικά μέλη στα δημοτολόγια της περιοχής. Το ιδιαίτερο για τα δεδομένα της Μάνης είναι ότι βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορα χωριά του Λεύκτρου (Σελίνιτσα, Καστάνια, Πύργος, Πλάτσα, Νιοχώρι). Ο παράγοντας αυτός δεν έδινε την δύναμη στην οικογένεια να παίξει καθοριστικές δράσεις στον χώρο, δεδομένου ότι και ο αριθμός των ανδρών της δεν ήταν πάρα πολύ μεγάλος. Μάλιστα προφορική παράδοση της οικογένειας λέει πως όταν γινόταν γεροντική (συμβούλιο των ανδρών) για να συγκεντρωθούν όλοι οι άνδρες της οικογένειας ύψωναν ένα κόκκινο πανί στο σπίτι του γεροντότερου Κελεπούρη στην Σελίνιτσα ώστε να το βλέπουν από τα γύρω χωριά τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

Ο γεωγραφικός χώρος εξάπλωσης της οικογένειας

Το 1850 η οικογένεια εκδηλώνει την ισχύ της με τον διορισμό του Τζανέτου Κελεπούρη από το Νομιτσί γεννημένο το 1791 ως ενόρκου. Εδώ να αναφέρουμε πως ο ένορκος τότε ήταν έμμισθη και ιδιαίτερα τιμητική υπηρεσία και δεν αναλάμβανε ο καθένας τυχαία αυτό το πόστο. Μάλιστα έλαβε τελικώς και αυτός το αργυρό αριστείο.

Το 1871 καταγράφονται τέσσερεις (4) στο Νομιτσί δώδεκα (12) στον Πύργο δύο (2) στην Πλάτσα. Οι κοινότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι διαφοροποιημένες. Συνολικά δεκαοκτώ (18) μέλη αποτελούν έναν ικανό αριθμό ανδρών.

Από όσα ξέρουμε η οικογένεια Κελεπουρέα δεν διαχωρίστηκε σε περισσότερους κλάδους. Άλλωστε στην έξω Μάνη δεν συνηθιζόταν ο μεγάλος διακλαδισμός των γενεών.  Η οικογενειακή τους εκκλησία είναι ο Άγιος Παντελεήμονας που βρίσκεται λίγο έξω από την Σελίνιτσα ή Άγιο Νικόλαο. Είναι χτισμένη σε έναν καμπίσκο και αποτελεί νεότερη κατασκευή.

Κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης η οικογένεια Κελεπουρέα είχε τα δικά της θύματα. Σε πέτρινη πλάκα (αναφοράς νεκρών) στο χωριό Σαιδόνα γράφει:

Κελεπούρη Ισμήνη του Ευαγγέλου

ΠΗΓΕΣ

–          Ε. Αλεξάκη «Τα γένη και οι οικογένειες στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης»

–          Στ. Καπετανάκη « Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές »

–          Κ. Κάσση « Άνθη της Πέτρας »

Μπαθρελλιάνοι (Δρύαλος – Βάμβακα)

Οικογένειες

Οικογένεια Μπαθρέλλου (Δρύαλος – Βάμβακα)

ΠΑΤΡΙΑ: Ντουβιάνοι          ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μπαθρελλιάνοι

Παλαιά οικογένεια με επίκεντρο τον γεωγραφικό χώρο του Δρύαλου – Βάμβακάς είναι η οικογένεια Μπαθρέλλου. Η οικογένεια αυτή υπάγεται στην πατριά των Ντουβιάνων που είχαν επίκεντρό τους την Βάμβακα. Το όνομα Μπαθρέλλος έχει μεικτή ρίζα. Η κατάληξη είναι λατινική ενώ το πρώτο μέρος της λέξης ελληνική. Μπαθράς στα μανιάτικα είναι ο κοντόχοντρος. Υπάγεται στα μανιάτικα επίθετα που λήγουν σε –έλος. ( Κατσιβαρδέλος, Καπαρέλος, κ.ά. ). Άλλοι Ντουβιάνοι του χώρου είναι ο Πιλάλης, ο Παντελεάκης της Βάμβακας, ο Λαγούδης κ.ά.

Η παράδοση λέει πως ο Ντούβας ήταν γενάρχης όλων των Ντουβιάνων της Βάμβακας. Ήρθε στην Μάνη από την Κρήτη (λεγόταν Τουμβάκης) με απώτερη καταγωγή τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Βγήκε στο Νύφι της ανατολικής Μάνης ( 16ο αιώνα ? ) όμως ήρθε σε προστριβές με πολλούς ντόπιους και μετά από διαμάχες βρήκε καταφύγιο στην περιοχή της Βάμβακας. Όμως και εκεί άρχισαν αντιζηλίες με τους ντόπιους (Μπραίμης, Κουμμουδής) οι οποίοι δεν άφηναν τους Ντουβιάνους να αναπτυχθούν. Τελικά μετά από συμφιλίωση οι ντόπιοι δεν τους ξαναχτύπησαν. Αναπτύχθηκαν σε τέτοιο βαθμό που εμφανίζονται σαν σοϊλήδες τον 17ο αιώνα. Κολλητοί τους όχι όμως το ίδιο δυνατοί αλλά πιο κοντά στους αχαμνότερους οι Ξενιάνοι.

Δρύαλος Ναός Ταξιαρχών – πίσω πύργος οικογένειας Μπαθρέλλου

Η παράδοση λέει πως στα Σκυφιάνικα πιο πάνω από τον Δρύαλο ζούσε η οικογένεια Γιανναράκου ή Γιάνναρη. Είχαν ισχυρό και πανύψηλο πύργο. Για λόγους ενίσχυσης έκαναν σώγαμπρους την οικογένεια Μπαθρέλλου από τους επεκτατικούς Ντουβιάνους και τους έδωσαν περιουσία στον Δρύαλο όπου έχτισαν πύργο.

Ο παλαιότερος Μπαθρέλλος που είναι γνωστός είναι ο Μπαθρέλλος Κ. Κυριακούλης ο οποίος συμμετείχε στην επανάσταση του 1821 και παρασημοφορήθηκε με το χάλκινο αριστείο ως υπαξιωματικός. Το 1871 καταγράφονται τρεις (3) μέλη από την οικογένεια Μπαθρέλλου στην Βάμβακα και άλλοι τρεις (3) στον Δρύαλο. Συνολικά (6) μέλη της οικογένειας. Ο αριθμός αυτός είναι σχετικά μεγάλος για τα δεδομένα κλάδου της Μέσα Μάνης. ( Αριστεία Μανιατών , Καπετανάκη ).

Κατά την νεότερη ιστορία η οικογένεια Μπαθρέλλου ακολούθησε την συντηρητική πολιτική παράταξη.

**ΑΝΑΝΕΩΣΗ**

Πιστοποιητικό προαγωγής

Στους συμμετέχοντες του 1821,διακρίθηκε στο βαθμό του Ταξιάρχου (σημερινού ταγματάρχη) ο Κωνσταντίνος Μπαθρελλάκος  τον Μάιο του 1825.