Τα Ξεμόνια (Ο Γουλάς Της Βάθειας)

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μανιάτικων οικισμών είναι τα Ξεμόνια. Με τον όρο αυτό αναφέρονται απομονωμένα οικιστικά σύνολα ή και μεμονωμένες κατοικίες από τον κύριο οικιστικό χώρο του οικισμού. Η λέξη ξεμόνι μάλιστα προέρχεται από το ξεμοναχιασμένος. Η ανάγκη για καλύτερη εποπτεία μιας περιοχής ή ο εκτοπισμός μιας οικογένειας από έναν οικισμό ως σημάδι υποταγής οδηγούσε να χτίζονται πύργοι που χρησίμευαν ως παρατηρητήρια ή καταφύγια και εκτός των κύριων οικισμών.

Συνήθως χτίζονταν σε σταυροδρόμια, σε σύνορα χωριών ή σε περάσματα πάντοτε με στρατηγικό χαρακτήρα. Η ίδια η ύπαρξη του ξεμονιού είχε στρατηγικό ρόλο προκειμένου να διαφυλάξει την  περιουσία ή και την ζωή της οικογένειας που το έχτιζε. Ο χαρακτήρας τους ήταν επιθετικός όταν χτίζονταν για επεκτατικούς λόγους ή αμυντικός όταν λειτουργούσε ως φυλάκιο (βάρδια). Με το πέρασμα του χρόνου και την αύξηση των μελών της οικογένειας γύρω από τον πύργο αναπτύσσονταν και άλλες κατοικίες που είχαν βοηθητικό στεγαστικό ρόλο. Έτσι σιγά – σιγά  δημιουργούταν ένα είδος οικογενειακού οικισμού για λόγους ασφάλειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα Ξεμονιού οικισμού είναι ο Γουλάς της Βάθειας στην Mέσα Μάνη.

Κατά πάσα πιθανότητα το όνομα Γουλάς του μικροσυνοικισμού προέρχεται από την τουρκική λέξη Kule – που σημαίνει πύργος ή φρούριο, κατ επέκταση η οχυρή θέση. Στον οικισμό αυτό που βρίσκεται λίγο έξω από τον πυρήνα του χωριού Βάθεια κατέφυγε η οικογένεια Λαγουδάκου ή Λαγούδη (ο παλαιότερος τύπος του ονόματος) λόγω των τοπικών ερίδων μεταξύ των οικογενειών. Στο κέντρο του οικισμού υπήρχε ήδη πριν την επανάσταση του 1821 οχυρός πύργος που δυστυχώς σήμερα έχει καταρρεύσει. Το κτίριο αυτό ήταν και το αρχικό του οικισμού δικαιολογώντας ίσως και το όνομα του.

Ο Γουλάς της Βάθειας

Με το πέρασμα του χρόνου δημιουργήθηκαν και άλλα σπίτια που προστατεύονταν από τον πύργο. Στους δύο τελευταίους αιώνες ο Γουλάς είχε από 20 έως 50 κατοίκους όλοι μέλη της οικογένειας Λαγούδη. Η συνολική έκταση του οικισμού είναι περίπου 50 στρέμματα, όπου και η κύρια ακίνητη περιουσία της οικογένειας. Σε απόσταση 1km από τον οικισμό υπάρχουν τα αραξοβόλια με την ονομασία Κάποι όπου λέγεται ότι χρησίμευαν ως πειρατικά ορμητήρια.

Πέριξ του Ξεμονιού Γουλάς υπάρχουν τα λεγόμενα σύμποδα  που είναι μαντρογυρισμένα χτήματα με λιγοστά ελαιόδεντρα και τα φραγκοπερίβολα. Σπουδαίοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι για μια τέτοια άγονη περιοχή. Προς τα δυτικά συνέχιζαν τα άλλα σύγυρα που περιελάμβαναν μερικά «λιοπερίβολα», «μερώματα», μελίσσια με  χτιστές κυψέλες (θυρίδες), όλα απομεινάρια μιας εποχής ακμής του οικισμού.  Εκεί βρίσκεται και το κοιμητήριο με την βυζαντινή εκκλησία του Αϊ Γιάννη, με τα μνήματα και τα σηκωτά κιβούρια (τάφοι κενοί- ληγμένοι πια) των Λαγουδιάνων κι ορισμένων συμμαχικών οικογενειών. Το αγρίωμα (άγριο τμήμα γης), πάνω από τον Γουλά αποτελούσε προνομιακό κυνηγότοπο και βοσκότοπο.

Πηγές:

  • Γιάννη Σαΐτα «Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική» εκδόσεις Μέλισσα
  • Ελευθέριου Αλεξάκη «Τα γένη και οι οικογένειες στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης» Αθήνα 1980

Μπαθρελλιάνοι (Δρύαλος – Βάμβακα)

Οικογένειες

Οικογένεια Μπαθρέλλου (Δρύαλος – Βάμβακα)

ΠΑΤΡΙΑ: Ντουβιάνοι          ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μπαθρελλιάνοι

Παλαιά οικογένεια με επίκεντρο τον γεωγραφικό χώρο του Δρύαλου – Βάμβακάς είναι η οικογένεια Μπαθρέλλου. Η οικογένεια αυτή υπάγεται στην πατριά των Ντουβιάνων που είχαν επίκεντρό τους την Βάμβακα. Το όνομα Μπαθρέλλος έχει μεικτή ρίζα. Η κατάληξη είναι λατινική ενώ το πρώτο μέρος της λέξης ελληνική. Μπαθράς στα μανιάτικα είναι ο κοντόχοντρος. Υπάγεται στα μανιάτικα επίθετα που λήγουν σε –έλος. ( Κατσιβαρδέλος, Καπαρέλος, κ.ά. ). Άλλοι Ντουβιάνοι του χώρου είναι ο Πιλάλης, ο Παντελεάκης της Βάμβακας, ο Λαγούδης κ.ά.

Η παράδοση λέει πως ο Ντούβας ήταν γενάρχης όλων των Ντουβιάνων της Βάμβακας. Ήρθε στην Μάνη από την Κρήτη (λεγόταν Τουμβάκης) με απώτερη καταγωγή τον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Βγήκε στο Νύφι της ανατολικής Μάνης ( 16ο αιώνα ? ) όμως ήρθε σε προστριβές με πολλούς ντόπιους και μετά από διαμάχες βρήκε καταφύγιο στην περιοχή της Βάμβακας. Όμως και εκεί άρχισαν αντιζηλίες με τους ντόπιους (Μπραίμης, Κουμμουδής) οι οποίοι δεν άφηναν τους Ντουβιάνους να αναπτυχθούν. Τελικά μετά από συμφιλίωση οι ντόπιοι δεν τους ξαναχτύπησαν. Αναπτύχθηκαν σε τέτοιο βαθμό που εμφανίζονται σαν σοϊλήδες τον 17ο αιώνα. Κολλητοί τους όχι όμως το ίδιο δυνατοί αλλά πιο κοντά στους αχαμνότερους οι Ξενιάνοι.

Δρύαλος Ναός Ταξιαρχών – πίσω πύργος οικογένειας Μπαθρέλλου

Η παράδοση λέει πως στα Σκυφιάνικα πιο πάνω από τον Δρύαλο ζούσε η οικογένεια Γιανναράκου ή Γιάνναρη. Είχαν ισχυρό και πανύψηλο πύργο. Για λόγους ενίσχυσης έκαναν σώγαμπρους την οικογένεια Μπαθρέλλου από τους επεκτατικούς Ντουβιάνους και τους έδωσαν περιουσία στον Δρύαλο όπου έχτισαν πύργο.

Ο παλαιότερος Μπαθρέλλος που είναι γνωστός είναι ο Μπαθρέλλος Κ. Κυριακούλης ο οποίος συμμετείχε στην επανάσταση του 1821 και παρασημοφορήθηκε με το χάλκινο αριστείο ως υπαξιωματικός. Το 1871 καταγράφονται τρεις (3) μέλη από την οικογένεια Μπαθρέλλου στην Βάμβακα και άλλοι τρεις (3) στον Δρύαλο. Συνολικά (6) μέλη της οικογένειας. Ο αριθμός αυτός είναι σχετικά μεγάλος για τα δεδομένα κλάδου της Μέσα Μάνης. ( Αριστεία Μανιατών , Καπετανάκη ).

Κατά την νεότερη ιστορία η οικογένεια Μπαθρέλλου ακολούθησε την συντηρητική πολιτική παράταξη.

**ΑΝΑΝΕΩΣΗ**

Πιστοποιητικό προαγωγής

Στους συμμετέχοντες του 1821,διακρίθηκε στο βαθμό του Ταξιάρχου (σημερινού ταγματάρχη) ο Κωνσταντίνος Μπαθρελλάκος  τον Μάιο του 1825.