Μαρτυρίες για το Δρύ και την Κέρια της Μέσα Μάνης

ο Άγιος Ιωάννης της Κέριας με εντοιχισμένες αρχαίες επιτύμβιες πλάκες

Ερευνώντας κανείς τις πηγές και τις μαρτυρίες για το απώτερο παρελθόν, είναι λογικό να διαπιστώνει ότι αυτές σπανίζουν κατά την αναδρομή σε βάθος χρόνου και στο πέρασμα των αιώνων. Για μία περιοχή μάλιστα όπως τη Μέσα Μάνη, γη απρόσιτη και ανυπότακτη επί Τουρκοκρατίας, τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο. Αυτή ωστόσο  η ιδιαιτερότητα του τόπου, με το ακλόνητο φρόνημα ελευθερίας των κατοίκων του, υπήρξαν και οι παράγοντες που άνθρωποι ξένοι,  περιηγητές συνήθως αλλά και αξιωματούχοι, επισκέπτονταν τον τόπο    και κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους.

Το Δρύ και η Κέρια στο Κατωπάγγι (που ανήκουν σήμερα στην κοινότητα του Κούνου), είναι από τους οικισμούς εκείνους που από παλιά προσέλκυσαν τέτοιου είδους ενδιαφέρον. Η αρχαιότερη γνωστή σε εμάς μαρτυρία για τα δύο χωριά προέρχεται από τον Ιταλό έμπορο και περιηγητή Κυριάκο Αγκωνίτη (Ciriaco d’ Ancona 1391 –1452), που τα επισκέφθηκε στα μέσα Οκτωβρίου του 1447 για να εξερευνήσει τις αρχαιότητες του τόπου.

Ciriaco d'Ancona di Benozzo Gozzoli.jpg

Ο Κυριακός Αγκωνίτης (Ciriaco di Ancona) 13911452

          Ο περιηγητής, έχοντας προηγουμένως συναντήσει στο Οίτυλο τον τοπικό διοικητή Ιωάννη Παλαιολόγο, που εκπροσωπούσε τον τότε δεσπότη του Μυστρά (και έπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα) Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, κατέπλευσε με πλοιάριο στο Δρύ συνοδευόμενος από τον καπετάνιο του πλοίου Ιωάννη Ροζέα, ο οποίος καταγόταν από το χωριό αυτό. Το Δρύ (δρυς, περιοχή με βελανιδιές) και τα γύρω χωριά του, περιγράφονται ως πλούσια σε ελαιώνες και σε αμπέλια. Στο σωζόμενο ημερολόγιό του, ο Κυριάκος Αγκωνίτης γράφει για τα παραπάνω στα λατινικά : “..Exinde eadem scapha et eodem ductitante scapharcho Rossea secus eiusdem promuntorii littora navigantes, ad villam Dryeam et eiusdem nautae Lares venimus, ubi per diem morantes plerasque alias lata in planicie villas inspeximus cultis agris vinetisque et oliveis arboribus uberes ..”. Την επόμενη μέρα ο περιηγητής συνοδευόμενος από τον ίδιο Ι. Ροζέα, που προφανώς είχε επιρροή στην περιοχή, επισκέφθηκε το διπλανό χωριό Κέρια και είδε τον εκεί βυζαντινό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ηλικίας τότε 200 ετών περίπου. Σχεδίασε μάλιστα το εντοιχισμένο στη δυτική όψη του ναού αρχαίο επιτύμβιο γλυπτό και κατέγραψε τα ονόματα των τιμώμενων σε αυτό τεσσάρων αρχαίων Ελλήνων, γράφοντας επί του σχεδίου του στα ελληνικά : Ες Καιρίαν χωρίον προς Ταίναρον ες Πρόδρομον. ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΔΑΣ ΓΟΡΓΙΔΑΣ ΩΦΕΛΙΑ ΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΕ”.

Με βάση τα παραπάνω σημειώνουμε ότι πράγματι, ο σωστός ορθογραφικός τύπος του οικισμού, όπως αποδίδεται ήδη από την βυζαντινή εποχή, είναι “Καίρια” (ως καίρια θέση) και όχι ο εσφαλμένος “Κέρια”, που  επικράτησε να γράφεται στην εποχή μας και για αυτό το λόγο θεωρούμε ότι θα πρέπει να διορθωθεί.

Κατά τον επόμενο αιώνα, στη δίνη του τότε Δ΄ Βενετοτουρκικού πολέμου,  επισκέφθηκε το Φεβρουάριο του 1571 το Δρύ, τον Κούνο και άλλα χωριά της Μέσα Μάνης ο Βενετός αξιωματούχος Φαβιανός Barbo αναζητώντας συμμάχους. Ο Barbo με τη συνοδεία του, κατέπλευσε σε ορμίσκο νοτίως του χωριού, έτυχε καλής υποδοχής των κατοίκων και συνάντησε τον πρόκριτο τους Γεώργιο Γερακάρη Κοντόσταυλο, πράγμα που κατέγραψε σε αναφορά του προς τη Βενετική διοίκηση ως εξής (το κείμενο σε μετάφραση) : “.. Εις αυτόν δε τον τόπον, πριν αποβιβασθώμεν, προεβλήθη αντίστασις διά πυκνού λιθοβολισμού εκ μέρους Μανιατών τινών ευρισκομένων επί των βράχων, αλλ’ όμως, αφού υποδηλώσαμεν μακρόθεν την χριστιανική μας ιδιότητα δια σημείων του σταυρού, καθησύχασαν και ήλθον προς ημάς πλησίον της ακτής .. Ότε  ηννόησαν ότι εκομίζομεν επιστολάς του Γαληνοτάτου Πρίγκιπος απευθυνομένας προς αυτούς, ησθάνθησαν μεγάλην αγαλλίασιν και αμέσως έστειλαν μήνυμα εις παρακείμενον χωρίον καλούμενον Δρυ, υπό των ανδρών του οποίου, ωπλισμένων διά σπάθης, τόξου και ασπίδος, ωδηγήθημεν εις αυτό. Ενταύθα, υπό των γυναικών των εστρώθη η τράπεζα δια το γεύμα επί ταπήτων κατά γης, επί των οποίων παρετέθη γενναία ποσότης εδεσμάτων, συμφώνως προς το έθος αυτών της Τυρινής Απόκρεω .. κατηυθύνθημεν πεζή εις έτερον χωρίον καλούμενον Κούνος, ένθα μας υπεδέχθη ευγενώς εις την οικίαν του κύριος τις ονόματι Γεώργιος Γερακάρης, όστις τυγχάνει προύχων του τόπου..”.

Το Δρύ επίσης μνημονεύεται εν έτει 1618 σε γαλλικό κείμενο ως έδρα των Κοντοστάβλων με δύναμη 85 πολεμιστών (Dri de Condestauli).

Πολλές δεκαετίες μετά και από αυτά, ο Νοτάριος (συμβολαιογράφος) Ζακύνθου Β. Μπονσινιόρ σε εξώδικη δήλωση για τους Δρυάτες Βασίλη και Σκάλκο Νίκλο, που είχαν καταγγελθεί για κλοπή εμπορευμάτων από τον Γαμπριέλ Γιαννή που τους ζητούσε αποζημίωση, έγραψε τα παρακάτω στο τότε γλωσσικό ιδίωμα της Ζακύνθου: “1670 Αυγούστου 3 εις τον Αιγιαλόν της Ζακύνθου ενεφανίστη παρών σωματικώς ο σινιορ Γαμπριέλ Γιαννής, ο οποίος ινστάρει (ζητάει) να γράψω εγώ ο νοτάριος ως κάτωθεν. Επειδή και καιρόν απερασμένον ναν τόνε σβαλεγκιάραν (έκλεψαν) εις την Μάνην εις το Δρυ εις τον Άγιον Σώστη (τοπωνύμιο στο ακρωτήριο Θυρίδες), δια το οποίο κριτηνίρισε (κατηγόρησε) τον κυρ Βασίλη Νίκλο από τον άνωθεν τόπο και διατί δεν είχε πρόβα (στοιχεία) να δείξει το πώς ο αυτός Νίκλος να ήταν ρέος (υπαίτιος) να φτάση εις το άνωθεν δελίττο (αδίκημα), η δικαιοσύνη των ελιμπεράρισε. Λοιπόν θέλοντας να κάμη το ίδιο προγρεδιμέντο (προώθηση καταγγελίας) και εις εναντίον του παρόντος κυρ Σκαλκός Νίκλου του άνωθεν Βασίλη και επειδή να μην έχη και για δαύτονε πρόβα (ανάγκη απόδειξης), δεν πρετεντέρει (ισχυρίζεται) άλλο τίποτις, μόνον όποτε τω καιρω ήθελε περ φορτούνα προβαριστή με αξιόπιστους μάρτυρας ντεζιτερέδει (επιθυμεί) το πως οι άνωθεν Σκάλκος και Βασίλης ο πατήρ του να ήτανε και αυτοί κονπαρτέτζιποι και ρέοι (υπαίτιοι) εις το άνωθεν ντελίττο να είναι σοττοπόστοι (υποχρεωμένοι) με τα καλά των σωματικώς να σοτισφάρη (ικανοποιήσουν) τον αυτόν σ. Γιαννήν εισέ ό,τι με την εσποζιτζιόν των οπού έδωσε διαλαμβάνει και εισέ κάθε σπέσσα (έξοδα), ντάννα (ζημία) και ιντερέσσα (τόκο). Και ούτως εποίησαν εις μαρτυρίαν,

Μιχάλης Νίκλος μαρτυρώ τα άνωθε

J.Gabriel Zadin afermo (επιβεβαιώνω).

Το παραπάνω νομικό έγγραφο, εκτός από τις πληροφορίες που μας δίνει για τον παλαιότερο τύπο επιθέτου (Νίκλος – Νικλιάνος) που σήμερα δεν διατηρείται στο χωριό λόγω της μακροχρόνιας εξέλιξης και αυτονόμησης των  γενεών,  παράλληλα τεκμηριώνει και τις εμπορικές σχέσεις της περιοχής με την Ζάκυνθο και τα ιταλικά λιμάνια κατά την πρώτη τουρκοκρατία (έως τα τέλη δηλαδή του 17ου αιώνα).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι το νοερό ταξίδι μας στο παρελθόν, σε εποχές με έντονο βυζαντινό και αρχαίο απόηχο, δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται με το μικρό αυτό αφιέρωμα. Για έναν τόπο και για τους ανθρώπους, που με τις θυσίες τους κράτησαν το φρόνημα της ελευθερίας και της πατρίδας ψηλά, σε εποχές πολύ δυσκολότερες από αυτήν που σήμερα ζούμε.

thumbnail_Κυριάκος Σχέδιο

Σχέδιο του Κυριάκου Αγκωνίτη από επιτύμβια στήλη στην Κέρια

ΠΗΓΕΣ

  1.  Bodnar, «Curiac of Ancona Later Travels», Harvard University Press (2003)
  2. Κων. Ντόκου, «Επαναστατικές κινήσεις στη Μάνη», Λακ. Σπουδαί, τόμος Α΄ (1972)
  3. Δικαίου Βαγιακάκου “Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελ. Δικαίου” της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος  5.
  4. Σωκράτη Κουγέα “Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης”, Βιβλιοθήκη ΓΑΚ (2012)
  5. προσωπικό αρχείο Δημήτρη Μαριόλη νομικού – ιστορικού
  6. http://cultureportal.uop.gr
  7. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%91%CE%B3%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82
Advertisements

Άγρια Σπαράγγια – ομελέτα

Τα σπαράγγια θεωρούνται και είναι ο αριστοκράτης των λαχανικών. Επιστημονικά (από μια γρήγορη περιήγηση στο διαδίκτυο) «είναι μονοκότυλα, αναρριχώμενα ή θαμνώδη φυτά, αυτοφυή ή καλλιεργούμενα ως λαχανικά ή καλλωπιστικά και αποτελούν σαρκώδεις βλαστούς του φυτού Asparagus officinalis της οικογένειας των Λιλιιδών«! Είναι το αγαπημένο λαχανικό των Ευρωπαίων στη λευκή, πράσινη ή μωβ (;) εκδοχή του και τρώγεται σαν σαλάτα ή είναι συνοδευτικό gourmet πιάτων.

Αλλά για μας τους τροφοσυλλέκτες, το αγαπημένο μας είναι το άγριο σπαράγγι, ο αλήτης δηλαδή της αριστοκρατικής αυτής οικογένειας. Το άγριο βλαστάρι που σηματοδοτεί τον ερχομό της Άνοιξης!
Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή:

Πώς μοιάζουν: η άγρια σπαραγγιά είναι χαμηλός θάμνος με σκούρο πράσινο χρώμα, που αντί για φύλλα έχει αγκάθια. Οι βλαστοί της βγαίνουν ξεχωριστά απευθείας από το χώμα, χωρίς την ύπαρξη κεντρικού κορμού. Αυτό που τρώγεται είναι τα νεαρά βλαστάρια. Το χρώμα τους ποικίλει από υπόλευκα, σε διάφορες αποχρώσεις του πράσινου, έως σκούρο πράσινο σχεδόν μαύρο.

Πού θα τα βρούμε: η άγρια σπαραγγιά βρίσκεται σχεδόν παντού, από δίπλα στη θάλασσα ως τα ψηλά βουνά! Αγαπάει τα νερά, τις δροσιές αλλά θα την βρεις και σε ξερούς πευκώνες! Της αρέσουν οι φράχτες, που τους χρησιμοποιεί για να πλέξει τα κλαδιά της, τα εγκαταλειμμένα οικόπεδα ή κτήματα, κοντά σε ποτάμια ή τρεχούμενα νερά. Αν δεις πευκώνες, σίγουρα από κάτω τους υπάρχουν σπαραγγιές, είναι από τα λίγα φυτά που μπορούν να επιζήσουν κάτω από τις πευκοβελόνες. Ο έμπειρος τροφοσυλλέκτης «σκανάρει» με το βλέμμα την περιοχή και εντοπίζει τα βλαστάρια που (αυθάδικα) ορθώνονται.

Πότε και πώς τα μαζεύουμε: είναι το πρώτο βλαστάρι της άνοιξης. Στα ήπια και παραθαλάσσια μέρη ξεκινάει από τα τέλη Φεβρουαρίου (οι ενδιαφερόμενοι τρέξτε, οι φωτογραφίες είναι από χτεσινή βόλτα στη Ραφήνα), όσο απομακρυνόμαστε και ανεβαίνουμε σε ύψος το Μάρτιο, (στην Τσαγκαράδα το μαζεύουμε) τον Απρίλιο, ακόμα πιο ψηλά μέχρι το Μάιο! Από το φυτό μαζεύουμε το τρυφερό βλαστάρι πριν απλώσει φύλλα, που βγαίνει από την ίδια ρίζα δίπλα με τα περσινά και παλιότερα «κλαδιά». Προσοχή- τα παλιά κλαδιά τσιμπάνε! Το κόβουμε με το χέρι έως το σημείο που είναι τρυφερό. Με αυτό τον τρόπο μαζεύουμε βλαστάρια 8-15 εκατοστών.

Πώς τα διατηρούμε: Αστειεύεστε- τα τρώμε αυθημερόν! Άντε να τα κρατήσουμε μια ημέρα σε ποτήρι ή ανθοδοχείο (είπαμε αριστοκράτης!) με νερό.

Πώς θα τα φάμε: Ας έλθουμε τώρα στα ωραία! Το αποτέλεσμα της συλλογής μας τρώγεται με διάφορους τρόπους:

  • Ωμά με λαδόξυδο και αλάτι αναδεικνύοντας την υπόπικρη γεύση τους. Μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε τις τρυφερές κορυφές στις ωμές σαλάτες.
  • Βραστά: τα βράζουμε για λίγα λεπτά σε αλατισμένο νερό, δεμένα με σπαγκάκι. Σερβίρουμε με λαδόξυδο ή λαδολέμονο. Τους αρέσει και το ψιλοκομμένο σκορδάκι!
  • Ριζότο: μια φίλη Ιταλίδα (που μας το έδειξε) κρατάει τις τρυφερές κορυφές (4 εκατοστά) χώρια, βράζει ελαφρά τα υπόλοιπα και τα σοτάρει μετά μαζί με το ρύζι χρησιμοποιώντας και το νερό τους αντί για ζωμό λαχανικών. Όταν κλείσει τη φωτιά προσθέτει τις κορυφές! Μεγαλειώδες αποτέλεσμα!
  • Ομελέτα: η κλασσική χρήση!

Ομελέτα με άγρια σπαράγγια

Υλικά

  • 1 μπουκετάκι τρυφερά βλαστάρια
  • 3 αυγά
  • λίγο γάλα
  • ελαιόλαδο
  • αλάτι και πιπέρι

Εκτέλεση

Βάζουμε λάδι σε ένα τηγάνι και μόλις αρχίσει να ζεσταίνεται ρίχνουμε μια χούφτα χοντροκομμένα κομμάτια από βλαστάρια άγριων σπαραγγιών (το πάνω μέρος). Τηγανίζουμε ελαφρά γυρίζοντας τα βλαστάρια στο τηγάνι. Σε ένα μπωλ σπάζουμε τα αυγά, προσθέτουμε λίγο γάλα, αλάτι και πιπέρι και χτυπάμε να ομογενοποιηθεί το μίγμα. Το ρίχνουμε στο τηγάνι πάνω από τα σπαράγγια. Με το πιρούνι βοηθάμε το μείγμα να τηγανιστεί ομοιόμορφα. Γυρίζουμε και ψήνουμε και από την άλλη μεριά. Σερβίρουμε με χοντροκομμένο πιπέρι. Μπορούμε να συνοδεύσουμε και με λευκό κρασί.

Σημείωση: Το κάτω μέρος των σπαραγγιών που δεν χρησιμοποιήσατε μην το πετάξετε! Κάντε μια ωραία σπαραγγόσουπα με λίγο τραχανά και απολαύστε «χωριάτικη σπαραγγόσουπα», το βραδινό βάλσαμο του τροφοσυλλέκτη μετά από μια ημέρα πεζοπορίας.

Οι «άχρηστες» γνώσεις τα άγρια σπαράγγια:
ήταν από τα αγαπημένα εδέσματα των Αρχαίων Ελλήνων και με τους βλαστούς τους στόλιζαν τις νύφες στους γάμους. Ίσως ως σύμβολα γονιμότητας.
θεωρούνται αφροδισιακά. Μάλλον λόγω σχήματος αλλά και μυρωδιάς (ρωμαλέου αλόγου) των ούρων μετά από τη βρώση τους.
θεωρούνται θεραπευτικά, δυναμωτικά, ορεκτικά και εξαιρετικά διουρητικά. Αν ψάξετε στο διαδίκτυο, θα δείτε πως θεωρούνται πανάκεια για θέματα του ουροποιητικού συστήματος και όχι μόνο.

 

ΠΗΓΗ

http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=777

Η γριά Σπιριούναινα -Η μανιάτισσα ηρωίδα

Μανιάτισσα του 1821

Μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες που ζούμε, αγαθά όπως η ειρήνη, η φιλοπατρία, η κοινωνική σταθερότητα θεωρούνται δεδομένα. Παλαιότερα ωστόσο τα περισσότερα από αυτά αμφισβητούνταν από τις προκλήσεις των καιρών. Οι συχνοί πόλεμοι, η πολιτική αστάθεια δοκίμαζαν τον πληθυσμό αναδεικνύοντας όμως λαμπρά παραδείγματα για το μέλλον. Μέσα σε αυτά τα παραδείγματα είναι και αρκετές γυναίκες.

Η γριά Σπιριούναινα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα προς μίμηση. Το πραγματικό της επίθετο δεν το γνωρίζουμε, ωστόσο ξέρουμε ότι είχε παντρευτεί κάποιον από την οικογένεια Σπιριούνη από το χωριό Τριανταφυλλιά της δυτικής μέσα Μάνης. Η Σπιριούναινα ήταν τροφός (βοήθησε καθοριστικά στην ανατροφή), του Ηλία Μαυρομιχάλη, γιου του Πετρόμπεη. Παρόλη την ηλικία της (την αποκαλούσαν γριά ωστόσο μπορεί να ήταν γύρω στα 45-50) ακολούθησε τον Ηλία Μαυρομιχάλη στην εκστρατεία του στα ενδότερα της Πελοποννήσου τον Μάρτιο του 1821 προκειμένου να ξεσηκώσουν τους υπόλοιπούς Έλληνες σε επανάσταση.

Η Καρύταινα και το κάστρο της

Απέδειξε την ανδρεία της πολλαπλά καθώς αποδέχτηκε την θέση του αγγελιοφόρου του Ηλία Μαυρομιχάλη κατά την διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου της Καρύταινας. Τρεις φορές ανέβηκε στο κάστρο της Καρύταινας, χωρίς να δειλιάσει, προκειμένου να μεταφέρει τους όρους παράδοσης του κάστρου. Οι Τούρκοι της έλεγαν συνεχώς «αύριο» προκειμένου να κερδίσουν χρόνο. Στο τέλος τους ήρθε βοήθεια από την Τρίπολη και το στρατόπεδο των Ελλήνων διαλύθηκε.

Με λίγα λόγια η γριά Σπιριούναινα αποτελεί υπόδειγμα γυναικείας ανδρείας και πίστης στο πρόσωπο που μεγάλωσε.

**Αφιερωμένο στην γιορτή της γυναίκας**

https://maniatika.wordpress.com/

Πηγές
1. Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών
2. Ι. Γιανναροπούλου, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Λακωνικών Μελετών, 1982, σσ. 136 και 147.

Φωτογραφικό Υλικό

  1. http://spyriounis.com/portfolio/portreta/
  2. http://www.megalopoli.gov.gr/tourismos/aksiotheata/i-karitaina.html

Το Πέπο και ο πειρατής Τσατσαρούνος

Eugene Louis Gabriel Isabey, Greek Pirates Attacking a Turkish Vessel, 1827

Είναι γνωστό πως οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί της Μάνης δημιουργήθηκαν κατά τις αρχές του 20ου αι. Η μεγάλη επικινδυνότητα λόγω της θαλάσσιας προσβασιμότητας τους έκανε μη θελκτικούς τόπους για μόνιμη κατοίκηση. Ωστόσο χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά ως αγκυροβόλια σκαφών των ψαράδων ή των πειρατών σε παλαιότερους χρόνους.

Ο Γερολιμένας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου οικισμού. Ξεκίνησε να οικοδομείται μετά το 1870 όταν ο Μιχάλης Κατσιμαντής έφτιαξε ένα εμπορικό κατάστημα επί των βράχων, το οποίο ολοκλήρωσε ο ανιψιός του ο Κυρίμης. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ανασφάλειας των παράκτιων περιοχών από εξωτερικούς εχθρούς. Ωστόσο το λιμάνι αυτό κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιούταν κυρίως για τον απόπλου πολλών πειρατικών σκαφών. Άλλωστε δεν είναι τυχαία το στιχούργημα των ναυτικών της Τουρκοκρατίας

Από τον Κάβο Ματαπά
Σαράντα μίλια μακριά
Και από το κάβο Γκρόσσο
Σαράντα κι άλλο τόσο.

Πλήθος μικρών και άσημων στους περισσότερους σήμερα, πειρατών, ασκούσαν πειρατεία ορμώμενοι από τον Γερολιμένα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Τσατσαρούνος, από το Ιταλικό ciacacchierone =φλύαρος, φωνακλάς, αγύρτης. Όπως οι περισσότεροι πειρατές της εποχής εκείνης 17ος – 19ος αι., ωθήθηκαν στην άσκηση πειρατείας λόγω της φτώχειας της περιοχής. Ο αυξανόμενος πληθυσμός σε συνδυασμό με την έλλειψη παραγωγικών πόρων έκανε την κατάσταση εκρηκτική. Η πειρατεία ήταν επάγγελμα καλό ώστε να συμπληρώνεται ένα εισόδημα.

Η παράδοση λέει πως ο πειρατής Τσατσαρούνος με έδρα τον οικισμό Πέπο, το οποίο βρίσκεται κρυμμένο μέσα στα βουνά, αθέατο από την θάλασσα, κοντά στο χωριό Μουντανίστικα, κατέβαινε την ρεματιά και κούρσευε τα καράβια που περνούσαν από το Ταίναρο. Η τακτική αυτή ήταν συνηθισμένη. Οι πειρατές της Μάνης έδρευαν σε απομονωμένα και απροσπέλαστα μέρη φυλασσόμενα από πύργους και φυσικά εμπόδια και κατέβαιναν στα πλησιέστερα λιμανάκια για τον πειρατικό απόπλου. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός Πέπο από το ορμητήριο του Γερολιμένα απέχει 5 χλμ.πορεία, πράγμα που το κάνει δύσκολο στον εντοπισμό και την πρόσβαση.

Ο όρμος του Γερολιμένα

https://maniatika.wordpress.com/

ΠΗΓΕΣ

http://necspenecmetu.tumblr.com
http://www.ethnos.gr/default.asp
http://www.omorfimani.gr
http://greeksurnames.blogspot.gr
http://www.mythicalpeloponnese.gr
http://www.mani.org.gr/
http://www.maniguide.info/cavomap.html (σκαρίφημα χάρτη)

Πάσχα Στους Μπουλαριούς

Ένας παπάς στην Μέσα Μάνη δεν ήξερε γράμματα και δεν κατάφερνε καλά να μετράει τις μέρες. Είχε υπολογίσει λοιπόν τις μέρες μέχρι να έρθει το Πάσχα. Έβαλε σε μια κολοκύθα τόσα κουκιά όσες μέρες μεινέσκανε και κάθε μέρα αφαιρούσε και από ένα κουκί. Μέχρι να σωθούνε και θα καταλάβαινε πλέον πως ήρθε η Λαμπρή.

Η παπαδιά σαν είδε να φυρνάνε¹ τα κουκιά είπε, ‘θα του αρέσουν του παπά μου τα κουκιά, ας του ρίξω λίγα ακόμα ΄. Του έριξε λοιπόν άλλη μια χούφτα μέσα στην καβάθα του. Τέλοσπάντω ήρθε το Πάσχα, το μεγάλο Σάββατο το βράδυ ο παπάς έπρεπε να πάει στην εκκλησία να βαρέσει την καμπάνα να σηκώσει Ανάσταση.

Περιμένανε να πάει ο παπάς, περιμένανε αλλά εκείνος δεν πήγαινε. Βρε σήκω παπά να βαρέσεις την καμπάνα, ο κόσμος περιμένει, οι άλλοι παπάδες γύρω -γύρω την  βαρέσανε,  του έλεγε η παπαδιά του αλλά τίποτα αυτός. Ήρθανε και οι επίτροποι της εκκλησίας, κόσμος αλλά αυτός τον χαβά του. Σαν τον παρατσιτώσανε τους λέει ….

Πάσχα στους πάνω Μπουλαριούς

Πάσχα και στους κάτω

Πάσχα και στο Δρυ

Μα του παπά η κολοκύθα δεν το μολογεί


¹Λιγοστεύουν

Από το βιβλίο του Γ. Μανιατέα «Παραμύθια, Θρύλοι και Μύθοι  της Μάνης»

Το Μοιρολόι-Σύνδεση και απόηχος του Ομηρικού έπους

Ο θάνατος αποτελεί θέμα συζήτησης και σημείο αναφοράς του ανθρώπου από την αρχαιότητα ως σήμερα. Πλήθος τελετουργιών, θρησκειών, πνευματικών αναζητήσεων και ψυχικών πεποιθήσεων αναπτύχθηκαν γύρω από την ενασχόληση με τον θάνατο. Η βία ως κινητήριος δύναμη της ιστορίας βοήθησε πολύ σε αυτό. Η δημιουργία πολλών εθιμικών τελετών σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης από διάφορους λαούς είναι λογική αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος πάντοτε συναρπαζόταν από την αναζήτηση του υπαρξιακού αγνώστου.

Εκδήλωση της νεκρικής εθιμοτυπίας είναι το μοιρολόι. Το τραγούδι, το άσμα το θρηνητικό προς εκείνον που φεύγει και πρέπει να τιμηθεί για να έχει καλό κατευόδιο (κάθοδο στον Άδη). Μελετητές όπως ο Saunier και ο Ε. Καψωμένος παρατηρούν ότι παλαιότερα ο ελληνικός λαός έμενε πιστός σε μια παράδοση των Ομηρικών χρόνων όπου η εικόνα του κάτω κόσμου απηχεί στην αρχαία παγανιστική μυθολογία για τον Άδη. Με λίγα λόγια όσο πολυτάραχη και αν ήταν η Ελληνική ιστορία αυτή η πεποίθηση περί του θανάτου, που συγκρούεται με επιστημονικές ή θρησκευτικές γνώμες δεν μπόρεσε να εξαλειφθεί.

Η Θέτιδα και οι Νηρηίδες θρηνούν το νεκρό Αχιλλέα. Κορινθιακή υδρία, 570 π.Χ. περίπου.
Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου (αντίγραφο).

Η κοσμοθεωρία του μοιρολογιού είναι αρχέγονη και απλή. Ο κόσμος (σύμπαν) διαιρείται συνήθως σε δύο μέρη. Τον απάνω κόσμο και τον κάτω κόσμο. Ο κάτω κόσμος είναι ο Άδης, ο οποίος φέρει στην συνείδηση του λαού πολλά ονόματα. (μαύρη γης, κάτω κόσμος, μαύρο σκοτάδι, Τάρταρα κ.ά.). Το μαύρο αποτελεί σύνηθες χαρακτηριστικό της νεκρικής εθιμοτυπίας. Στην λαϊκή φαντασία λειτουργεί σαν αποστροφή του απάνω κόσμου.

Ε Σταύρο του Μιχάλακα

Και λυγερέ μου άρχοντα

Πες μου τα νέα τα καλά

Από την κάτω γειτονιά[1]

Ο θρήνος και ο γόος είναι οι δύο λέξεις που χρησιμοποιούνται ήδη στα Ομηρικά έπη (στην Ιλιάδα υπάρχει εμφανείς διαχωρισμός των εννοιών), για την εκδήλωση των προσωπικών συναισθημάτων και τιμής του νεκρού. Η ίδια η ετυμολογία της λέξεως μοιρολόι, (M. Alexiou the ritual lament) προκύπτει από την λέξη μοίρα. Το νόημα της αποτελεί σύμβολο καθοριστικό για κάθε άνθρωπο, ο οποίος αργά η γρήγορα θα τερματίσει τον βίο του, αλλά και θεότητα αρχαία με μεγάλη λατρεία.


[1] Κάτω γειτονιά είναι ο κάτω κόσμος. Το παρόν μοιρολόι ειπώθηκε στα εννιάμερα συγγενούς, όπου η γυναίκα τον θρηνούσε, 9 μέρες μετά τον θάνατό του.

Στο παρακάτω βίντεο από την εκπομπή «ΦΩΤΑΨΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΟΧΘΗΣ» ερμηνεύεται το έθιμο του μοιρολογιού ως μορφή της δημοτικής μας παράδοσης.

Χένελλας (πειρατικό τραγούδι)

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ)

Χη σάλασ’ αντουρεύζεταϊ / Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύεϊ με του βράχους /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσ’ αντουρεύγουμαϊ τσάι `γου /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με του Βλάχους / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι τα βουνά αντουρεύγοντάϊ /Χένελλα, Χένελλας

Κάι παλεύου με τα ισόινια / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Έτσα τσάι `γου με τους εχτρούς / Χένελλα, Χένελλας

Σ’ αντουρεύγουμάϊ αϊούϊνα / Χούσιουτα, Χούσιουτας

Κάι η Τουϊρτσά έμ’ πάτηζε /Χένελλα, Χένελλας

Σ’ ούλη τη Μάνης τα χουϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας

Τι άλλο καλό ε μάσαμε /Χένελλα, Χένελλας

Πεϊό κάλ’ απ’ τη λευτεϊρά /Χούσιουτα, Χούσιουτας.

(ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΥΡΙΑΚΟ ΚΑΣΣΗ)

Η θάλασσα αντρειεύεται

κι όλο παλεύει με τους βράχους

έτσ’ αντρειεύομαι κι εγώ

κι όλο παλεύω με τους Βλάχους

και τα βουνά αντρειεύονται

κι όλο παλεύουν με τα χιόνια

ετσά κι εγώ με τους οχτρούς

θα αντρειεύομαι αιώνια

και η Τουρκιά δεν πάτησε

σ’ ούλη της Μάνης τα χωριά

τί άλλο καλό δε μάθαμε

πιο κάλιο από την λευτεριά.

 

Όπως είναι γνωστό η πειρατεία αποτελούσε επάγγελμα τα χρόνια της τουρκοκρατίας και η περιοχή της Μάνης ήταν λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και λόγω του ελεύθερου πνεύματος των κατοίκων της κατάλληλη στο να ευδοκιμήσουν τέτοιες πρακτικές. Το παραπάνω τραγούδι είναι πειρατικό- ναυτικό τραγούδι της Μάνης κα περιγράφει με μεγάλη ένταση και ζωντάνια την περηφάνια που διακατείχε τους ανθρώπους αυτούς για την «Ελευθερία» που είχαν κερδίσει με τα όπλα τους και την αναγωγή της σε απόλυτο μάθημα ζωής.

  • Χένελλας σημαίνει Ελλάς
  • Χούσιουτας σημαίνει τιμή μας
  • Βλάχοι σημαίνει οι ξένοι. Οι εκτός μανιάτικης νοοτροπίας. (οι Βλάχοι ήταν κυρίως κτηνοτροφικός πληθυσμός, νομαδικού τύπου. Τελείως αντίθετος με τον πολεμικό πολιτισμό των Μανιατών).

οι Ολλανδοί περιηγητές Van Egmont και John Heyman αναφέρουν

« […] οι Μανιάτες αρνούνται να πληρώσουν φόρο στο Σουλτάνο. Πολλές φορές έστειλαν ο Τούρκοι δυνάμεις να τους υποτάξουν. Έτσι είναι οι μόνοι Έλληνες που μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες των γειτονικών περιοχών αποκαλούν τη Μάνη «Μεγάλο Αλγέρι». Είναι όλοι πειρατές εξ επαγγέλματος. Ακόμη και οι παπάδες τους ακολουθούν στις επιδρομές κι παίρνουν το ένα δέκατο από τις λείες ως δικαίωμα της εκκλησίας».

 

Ο Αρχαιοθήρας Fourmont Στη Μάνη

Ο αρχαιοθήρας Fourmont to 1729 διέτρεξε την Πελοπόννησο προκειμένου να βρει διάφορα αρχαία για ανασκαφές και να τα αρπάξει. Πήγαν Μανιάτες να τον παραλάβουν, για να τον οδηγήσουν στη Μάνη και μεταξύ τους ήταν ο καπετάν Κουτούρος (Κουμουνδούρος ή Κουτούφαρης), ο καπετάν Κολοκούβαρος από τον Κάμπο με τους ηγουμένους της Βελανιδιάς που είναι στα Μαλεβριάνικα (Σταυροπήγι Αβίας), του Προφήτη Ηλία Κριντίστι Γαϊτσών και του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου των Κουμουνδουράκηδων και Κοστριβαίων στη Μικρή Μαντίνεια.

Μαζί με αυτούς πήρε τα μέτρα που έπρεπε, για να πάει στη χώρα τους και υπό την προστασία τους επισκέφθηκε τη Δυτική Παραλία του Ταϋγέτου. Διαπίστωσε ότι οι Μανιάτες ήταν πάντοτε σε πόλεμο με τους Τούρκους. Οι παπάδες, οι καλόγεροι ήταν αρματωμένοι, μέχρι και οι γυναίκες είχαν στις ζώνες τους όπλα.

Η Μάνη ωστόσο δεν του έκανε καλή εντύπωση κυρίως διότι δεν μπόρεσε να την εκμεταλλευτεί όπως ήθελε. Έτσι άρχισε καταστροφές στην αρχέγονη πατρίδα των Μανιατών, την Σπάρτη. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες αναφορές του αρχαιοθήρα αυτού για τους Μανιάτες.

Στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Απριλίου 1730: “…βρίσκομαι σε ένα φοβερό τόπο που οι κάτοικοι δεν έχουν καμιά επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, αυτή η ξακουστή Μάνη. Έχω την τιμήν να πω στην εξοχότητά σας ότι δεν υπάρχει τίποτε, ότι είναι ένας πολύ κακός λαός και ότι είμαι πολύ ευτυχής που σώθηκα. Η εξοχότης σας, που γνωρίζει το ζήλο μου, μπορεί να φανταστεί πόση μεγάλη λύπη είχα. Φεύγοντας από αυτόν τον βάρβαρο λαό χωρίς να αποκομίσω τίποτε που να με αποζημιώνει για τα έξοδά μου…”.

Όπως έγραψε ο Fourmont από το μοναστήρι του Βουλκάνου της Μεσσηνίας, όταν βρισκόταν στο Νησί (Μεσσήνη), τον επισκέφθηκε ο τοπικός επίσκοπος στο σπίτι του και πρόσθεσε: “…και αμέσως διακόσιοι Μανιάτες ήρθαν και γέμισαν το σπίτι που είμαστε και όταν παρουσιάστηκα πυροβόλησαν ομαδικά για να με χαιρετίσουν. Ο επίσκοπος μου έδειξε τους επισκόπους της Μάνης που ήταν ανάμεσά τους, οι οποίοι μου προξένησαν τον τρόμο. Τους διακρίνεις από τους άλλους επειδή έχουν λίγο καλύτερα όπλα.

«ο λαός, αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος, δεν κράτησαν από τους προγόνους τους τίποτε άλλο από την αγάπη της ελευθερίας και την μανία του πολέμου. Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα. Τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φυσέκια τους…

Έριξα την θλίψη μου πάνω στην κυριότερη πόλη της περιοχής, την αρχαία Σπάρτη. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στα κτίσματα που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήταν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετώπες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους (γιατί δεν είμαι εδώ ο μοναδικός ερευνητής), θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου, θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές μου. Πρόκειται, όπως θα κατάλαβε η εξοχότης σας, για το καλό των Γραμμάτων.

Γι’ αυτό μίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα ως τα θεμέλια τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου. Μπορεί, σεβασμιότατε, να καταντήσει σε λίγο ένας άγνωστος τόπος εγώ όμως έχω τον τρόπο να την αναστήσω στο πνεύμα των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γενεών, γιατί έχω καταρτίσει ολόκληρο κατάλογο των ιερέων και ιερειών της, των εφόρων, των αγορανόμων και των γυμνασίαρχων. Η καλή μου τύχη θέλησε να ανακαλύψω επιγραφές για πολλούς φιλοσόφους, ρήτορες, στρατηγούς, ποιητές, καλλιτέχνες, ακόμα και διάσημες γυναίκες, άγνωστες ως τώρα. Οι επιγραφές αυτές μας πληροφορούν ποιοι αυτοκράτορες ευεργέτησαν την πόλη, ποιοι ευλαβείς ιδιώτες έκτισαν ναούς, ποιοι από αλαζονεία χρηματοδοτούσαν δημόσια θεάματα.

Η ευσέβειά μου, σεβασμιότατε, δεν έφτασε στο σημείο ν’ αφήσω στη γαλήνη, ούτε την τέφρα των βασιλιάδων. Σκόρπισα στον άνεμο την τέφρα του Αγησίλαου. Μπήκα στον τάφο του Λύσανδρου και ανακάλυψα τον τάφο του Ορέστη.»

Με τα παραπάνω τραγικά λόγια ο Γάλλος αρχαιοθήρας της Τουρκοκρατίας Αβάς Φουρμόντ περιγράφει τις αυθαιρεσίες που έκανε προκειμένου τα επωφεληθεί την αρχαία Σπάρτη και τα ιστορικά της μνημεία. Η τακτική που ακολούθησε όπως ο ίδιος περιγράφει θα την ζήλευε και ένας βάρβαρος που κάνει λεηλασίες για προσωπικό όφελος. Η εμπάθεια του για το φιλελεύθερο πνεύμα των Μανιατών είναι αισθητή ήδη από την αρχή του κειμένου του (μικρό απόσπασμα άνωθεν). Βλέπουμε λοιπόν πως πολλοί περιηγητές της εποχής εκείνης διέτρεχαν τον ελλαδικό χώρο με καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς πολλές φορές εις βάρος της ιστορικής μνήμης και του πολιτισμού του τόπου. Χαρακτηριστική η παρακάτω πρότασή του

«Η Σπάρτη είναι η 5η πόλη που κατάστρεψα. Ασχολούμαι τώρα με το ξεθεμελίωμα του ναού του Αμικλέου Απόλλωνα. Έχω στο πρόγραμμα να εξαφανίσω κι άλλους αρχαίους τόπους στην Ελλάδα αν με αφήσουν».

Αλλού γράφει

«Η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία, αξίζουν την εκθεμελίωση από τα βάθη. Έκανα πολλές πορείες αναζήτησης αρχαιοτήτων της χώρας και έχω ως τώρα καταστρέψει αρκετές. Αναμένω χρήματα και εντολές να προχωρήσω στην Τίρυνθα, επίσης τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασία, τη Φενεό και τη Μάνη.

Έξι εβδομάδες μου πήρε για τη Σπάρτη, γκρεμίζοντας τα βαριά τείχη και τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα επάνω στην πέτρα, για να κάνω την τοποθεσία τους άγνωστη στο μέλλον και να την κάνω ξανά εγώ γνωστή (ίσως να εννοούσε με τα βιβλία του). Να, πώς θα δοξαστεί το ταξίδι μου. Δεν είναι κι αυτό κάτι;»

Ο ίδιος ομολογεί σε χειρόγραφο που σώζεται μαζί με το ημερολόγιό του στη Βιβλιοθήκη των Παρισίων, ότι συγκέντρωσε πάνω από 1.200 επιγραφές το 1729 στην Ελλάδα. Στην επιστολή του προς τον κόμη Maurepas, καυχιέται ότι κατάστρεψε τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή! Βεβαιώνει ακόμα, ότι αντέγραψε και στη συνέχεια εξαφάνισε συνολικά 1.500 επιγραφές, από τις οποίες 300 μόνο στη Σπάρτη. Τέλος να πούμε για την ιστορία ότι ο συγκεκριμένος βάρβαρος ήταν καλόγερος και φανατικός πολέμιος του αρχαίου πνεύματος και του πολιτισμού του.

Stradioti Και Μάνη

Πάρα πολλές οικογένειες Μανιατών είναι απόγονοι των βυζαντινών (και μεταβυζαντινών) stradioti ή stratioti. Η κατανόηση της φύσης αυτών των ανδρών θα βοηθήσει να κατανοήσουμε βαθύτερα το ύφος και την ψυχοσύνθεση και την δυναμική τα οποία εμφύσησαν στις επόμενες γενιές.

Στα τέλη του 15ου αιώνα εισέρχονται στον ευρωπαϊκό τρόπο πολέμου δύο νέα στοιχεία: το πρώτο προέρχεται από το παρελθόν και πρόκειται για το πυκνό, δορυφόρο πεζικό που κινείται μαζικά ως συμπαγής φάλαγγα με εξέχοντες σε αυτό το είδος μάχης τους ορεσίβιους Ελβετούς. Το δεύτερο στοιχείο θα καθορίσει το μέλλον της στρατιωτικής τακτικής και είναι η χρήση της πυρίτιδας.

Το πεδίο στο οποίο θα δοκιμαστούν και θα εφαρμοστούν μαζικά αυτού του είδους οι νεωτερισμοί ήταν οι Ιταλικοί πόλεμοι μεταξύ των ετών 1494-1559 κατά τους οποίους οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Γαλλία, Αψβουργική Ισπανία, Βενετία) συγκρούστηκαν για τον έλεγχο των ιταλικών κρατιδίων. Η στρατιωτική φιλολογία θεωρεί αυτούς τους πολέμους και στρατούς ως τους πρώτους σύγχρονους της νεώτερης εποχής. Σε αυτό λοιπόν το πεδίο μάχης που σφυρηλατήθηκε το νέο είδος πολέμου έκαναν την εμφάνισή τους οι stratioti, οι πρώτοι Έλληνες μεταβυζαντινοί πολεμιστές. Εδώ πρέπει να πούμε  πως αυτού του τύπου στρατιώτες δεν προέρχονταν αποκλειστικά από την Ελλάδα. Η Αλβανία, η Σερβία, η Κύπρος και άλλες περιοχές της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τροφοδότησαν πολλούς στρατούς με μισθοφόρους τέτοιου τύπου κατά τον 15ο και 16ο αιώνα.

Οι stratioti ήταν ελαφρύ ιππικό, μετεξέλιξη των στρατιωτών του υστεροβυζαντινού στρατού (στρατιώτης σήμαινε τον ελαφρό ιππέα), που υπηρετούσαν τους τελευταίους βυζαντινούς δεσπότες της Πελοποννήσου. Κατά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς αυτά τα μισθοφορικά σώματα χρησιμοποιήθηκαν από τους Βενετούς για να υπερασπίσουν τις κτήσεις τους στο Ναύπλιο, τη Μεθώνη, τη Κορώνη και τη Μονεμβασιά. Όταν ξέσπασαν οι ιταλικοί πόλεμοι οι Βενετοί μετέφεραν τα στρατεύματα αυτά στην Ιταλική χερσόνησο και επηρέασαν με την ιδιαίτερη μαχητική τους ικανότητα την εξέλιξη των στρατιωτικών σχηματισμών, συμβάλλοντας καίρια σ’ αυτό που οι στρατιωτικοί ιστορικοί ονομάζουν ως «αναβίωση της τακτικής του ιππικού».

Η χρήση των μονάδων αυτών ήταν καταλυτική σε περιοχές με περιορισμένες εκτάσεις (κοιλάδες, κάμποι, πεδιάδες). Το μεγαλύτερο όπλο τους ήταν η ταχύτητα της κρούσης και ο αιφνιδιασμός. Βασίζονταν στην ευκινησία τους ιδιαίτερα απέναντι στους Οθωμανούς οι οποίοι είχαν ιδιαίτερα καλό ιππικό.

Το σίγουρο είναι ότι η ιστορική κοιτίδα των stratioti είναι η Ήπειρος (και πιο συγκεκριμένα η Χιμάρα) από την οποία οι Βυζαντινοί στρατολόγησαν τα στρατιωτικά σώματα που στελέχωσαν τις φρουρές των κάστρων της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας κατά τον ύστερο μεσαίωνα. Οι στρατιώτες μετακινούνταν μαζί με τις οικογένειές τους και έναν ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, τη φάρα.

Μία εξαιρετική εικόνα των stratioti μας δίνει ο βενετός χρονογράφος Marco Sanudo:

«Οι Στρατιώται είναι Έλληνες, και φορούσι πλατείς επενδύτας και υψηλούς πίλους, τινές δε και θώρακας. Κρατούσι λόγχην εις την χείρα και ρόπαλον, εν δε τω πλευρώ κρεμώσι σπάθην. Τρέχουσιν ως πτηνοί, και μένουσιν απαύστως επί των ίππων των, οίτινες δεν τρώγουσι χόρτον ως οι ιταλικοί. Ειθισμένοι εις ληστείας συνεχώς δηούσι την Πελοπόννησον. Άριστος κατά των Τούρκων προμαχών, διοργανίζουσι κάλλιστα τας επιδρομάς και λεηλασίας, επιτίθενται εξ απροόπτου κατά του εχθρού, και είναι πιστοί εις τον κύριόν των. Δεν αιχμαλωτίζουσιν, αλλ’ αποκόπτουσι τας κεφαλάς, εφ’ εκάστης των οποίων λαμβάνουσιν εν δουκάτον κατά την συνήθειάν των. Τρώγουσιν ολίγον και ευχαριστούνται με το παρατυχόν, πολύ δ’ επιμελούνται τους ίππους των. Μέγας τούτων αριθμός κατοικούσιν εις τας χώρας της Αυθεντείας, την οποίαν προθύμως υπηρετούσι, διότι αριστεύοντες ονομάζονται ιππόται και λαμβάνουσι συντάξεις, μεταβιβαζομένας εις τους υιούς των»

(Κ. Σάθας, Έλληνες Στρατιώται εν τη δύσει και αναγέννησις της ελληνικής τακτικής, Αθήνα 1885, σ. 161).

Γενάρχες πολεμιστές αυτού του τύπου από τους οποίους προήλθαν πολλές μανιάτικες οικογένειες είναι ο Μερκούριος Μπούας, ο Παναγιώτης Δοξαράς, ο Δημήτριος Βοζίκης, Κροκόδειλος Κλαδάς, ο Ισαάκιος Λάσκαρης και άλλοι. Οι περισσότεροι από αυτούς τους stradioti συνέχισαν να πολεμούν τους Οθωμανούς και μετά την πτώση του Μυστρά το 1460 με κέντρο επιχειρήσεων την Μάνη.

Ο θεσμός της Σύγκριας

Η Σύγκρια είναι ένα αρχαίο έθιμο που συναντάται στη Μάνη τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αιώνα (το πιο πιθανό ακόμα παλαιότερα) και φτάνει μέχρι και το 1930.

Σύμφωνα με αυτό εάν η πρώτη σύζυγος ενός Μανιάτη δεν έκανε παιδιά ή γεννούσε μόνο θηλυκά, τότε ο άνδρας είχε το δικαίωμα να πάρει μια δεύτερη σύζυγο και να τη φέρει στο σπίτι.

Ο όρος πιθανότατα προκύπτει απο τη λέξη συγκυρία (συν+κυρία).

Σαν πράξη θεωρούνταν δικαιολογημένη και όχι κατακριτέα, ειδικότερα εάν αυτός που την εφήρμοζε ήταν σοϊλής απο Νικλιάνικη οικογένεια.

Αυτό μπορεί να αιτιολογηθεί στο ότι η κοινωνική οργάνωση της Μάνης βασιζόταν στην δύναμη των οικογενειών και κατ’επέκταση στους άνδρες που μπορούσαν να την υπερασπιστούν. Σκοπός κάθε Μανιάτικης  πατριάς ήταν να αυξήσει τη δύναμή της μέσω της γέννησης αρσενικών. Εάν κάποια γυναίκα δεν έκανε παιδιά ή έφερνε στον κόσμο μόνο θηλυκά τότε η πατριά αποδυναμωνόταν και υπήρχε κίνδυνος να σβηστεί και το όνομα της οικογένειας. Αυτό ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο για τις »δυνατές» οικογένειες, των καπετάνιων και των Νικλιάνων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η απόκτηση αρσενικών ήταν ζήτημα επιτακτικής ανάγκης για την επιβίωση της κάθε οικογένειας.

Η καινούργια γυναίκα έπρεπε να είναι νέα και όμορφη για να κάνει όμορφα και δυνατά παιδιά. Οι Μανιάτες πίστευαν πολύ στην κληρονομικότητα, για αυτό στο σόι της γυναίκας έπρεπε να έχουν αποκτήσει αρκετά αρσενικά, για να δώσει και αυτή με τη σειρά της πολλά.

Η κοπέλα αυτή συνήθως καταγόταν από κατώτερη οικογένεια φαμέγιων και η συμφωνία γινόταν με αντάλλαγμα προς αυτή ή τους συγγενείς της, π.χ προσφορά κτημάτων, χρημάτων ή ακόμα και την αποκατάσταση κάποιων εκ των αδελφών της με μέλη της οικογένειας.

Η μεταφορά της στο καινούργιο σπίτι γινόταν το βράδυ για να αποφευχθούν τυχόν σχόλια.

Η νόμιμη σύζυγος συμβίωνε με την καινούργια αλλά είχε περισσότερα προνόμια και η σχέση τους θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη σχέση νύφης-πεθεράς. Η καινούργια γυναίκα όφειλε να σέβεται και να υπηρετεί την πρώτη σύζυγο. Η δεύτερη γυναίκα ποτέ δεν εμφανιζόταν δημόσια μαζί με την πρώτη, δεν μπορούσε να κάτσει στο τραπέζι για φαγητό μαζί της, είχε ξεχωριστό δωμάτιο ή και σπίτι για να υποδέχεται τους συγγενείς της, ενώ τον ρόλο της οικοδέσποινας σε γιορτές τον αναλάμβανε η πρώτη σύζυγος.

Οι ισορροπίες βέβαια πολύ εύκολα μπορούσαν να αλλάξουν. Εάν η καινούργια γυναίκα έκανε αρσενικά παιδιά, τότε το πάνω χέρι έπαιρνε αυτή. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο άντρας έκανε δεύτερο γάμο παράλληλα με τον πρώτο ενώ μετά την απελευθέρωση χώριζε από την πρώτη του γυναικά και παντρευόταν την δεύτερη.

Ο χωρισμός γινόταν βάση συμφωνίας του άνδρα και της γυναίκας ή των συγγενών της διότι δεν υπήρχε το διαζύγιο τότε στη Μάνη. Ο μόνος τρόπος για να διώξει ο άντρας τη γυναίκα από το σπίτι ήταν μόνο σε περίπτωση μοιχείας και εφόσον δεν την σκότωνε ο ίδιος ή τα αδέλφια της. Αν χώριζαν συναινετικά λοιπόν έδινε σαν αποζημίωση ένα κομμάτι γης ή κάποιο χρηματικό ποσό στην πρώην γυναικά του.

Υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρώτη γυναίκα υιοθετούσε το παιδί της δεύτερης ή το βάφτιζε ούτως ώστε να γίνουν καλύτερες οι σχέσεις μεταξύ των δύο γυναικών. Το παιδί καλούσε και τις δύο γυναίκες μητέρα και μπορούσε να κληρονομήσει την προίκα και της πρώτης συζύγου.

Σε περίπτωση που η δεύτερη σύζυγος δεν αποκτούσε παιδιά, τότε μετά το θάνατο του άντρα, η πρώτη σύζυγος μπορούσε να τη διώξει νόμιμα από το σπίτι.

Υπήρχαν περιπτώσεις βέβαια όπου αποκαλούσε η μία την άλλη ‘’αδερφή’’ και η συμβίωσή τους ήταν αρμονική.

Τρίτη γυναίκα δεν μπορούσε να πάρει κάποιος, διότι εάν δεν είχε καταφέρει να τεκνοποιήσει με τις δύο πρώτες γυναίκες, τότε ήταν αποδεδειγμένη η στειρότητά  του. Ο δεσμός ανάμεσα στις δύο γυναίκες μπορούσε να είναι και στενότερος.

Ο ρόλος του θεσμού όπως φαίνεται δεν ήταν για την ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας των αντρών, όπως συμβαίνει με άλλους λαούς, αλλά γίνεται κυρίως για το λόγο της έλλειψης αρσενικών παιδιών στην οικογένεια. Με το πέρασμα του χρόνου ο θεσμός αλλοιώθηκε και οι άντρες άρχισαν να παίρνουν δεύτερες γυναίκες αφού είχαν αποκτήσει αρσενικά παιδιά με την πρώτη τους σύζυγο.

Με την εξαφάνιση των μεγάλων Μανιάτικων οικογενειών, μέχρι και τα μέσα δηλαδή του 20ου αιώνα, ο θεσμός της σύγκριας έπαψε να υπάρχει.