Η Μάχη Στο Μανιάκι

20/5/1825

(από την  παράδοση της Μάνης)

Ένα κείμενο που αξίζει αναδημοσίευσης είναι το παρακάτω του ακαδημαϊκού Σωκρ. Β. Κουγέα που στον πρόλογό του γράφει ότι:

«Εις την παιδικήν ηλικίαν μου έκαμεν εξαιρετικήν ευχαρίστησιν να συναναστρέφωμαι και να συνομιλώ με ηλικιωμένα πρόσωπα του οικογενειακού και του συγγενικού μας κύκλου, ανήκοντα εις την επαναστατικήν ή την πρώτην μεταεπαναστατικήν γενεάν και να ακούω τας αφηγήσεις των από προσωπικά ενθυμήματα ή ακούσματα. Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον είχαν δι’ εμέ αι σχετικοί προς τον Αγώνα διηγήσεις …». Παραθέτω το κείμενο:

Από το Μανιάκι

«Από την τραγωδίαν της μάχης του Μανιακίου η παράδοσις έχει διατηρήσει πολλά ανέκδοτα και μοιρολόγια, τόσον τον πρωταγωνιστού Παπαφλέσσα όσον και των συναγωνιστών του Κεφάλα, Παπαγιώργη και Βοϊδή Μαυρομιχάλη που συναπέθαναν ηρωικά στο Μανιάκι τον Μάιον του 1825. Από την γενέτειράν μου έχω ακούσει δια τον Μανιάτην Καπετάνιον Πιέρον Βοϊδήν Μαυρομιχάλην και τον γραμματικόν του την εξής παράδοσιν:

Όταν ο Παπαφλέσσας εστρατοπεύδευσε την 16 Μαΐου 1825 εις το Μανιάκι με σκοπόν να δώση εκεί την κατά του Ιμβραήμ αναμενόμενην μάχην, οι αφοσιωμένοι προς αυτόν συναγωνισταί και ο αδελφός του Νικήτας που ήσαν περισσότερον έμπειροι του πολέμου, είχαν διαφωνήσει με την απόφασίν του, θεωρούντες όλως ακατάλληλον και απρόσφορον την θέσιν δια την άμυνάν των.

Μεταξύ αυτών ήτο και ο οπλαρχηγός των Μανιατών Πιέρος Βοϊδής, όστις μετά δύο ημέρας, όταν είδαν ότι ο εχθρός είχε κινήσει εναντίον των, του επανέλαβεν εντονότερα την γνώμην περί απομακρύνσεως του στρατοπέδου από την επικίνδυνον εκείνην θέσιν.

Ο Παπαφλέσσας, συνηθισμένος να απορρίπτη κάθε εναντίαν προς την ιδικήν του γνώμην, άλλοτε επιτιμών και άλλοτε ειρωνευόμενος   τον   αντιλέγοντα,   είπεν   απευθυνόμενος προς τον Βοϊδήν: «Εκιότεψες, Μανιάτη;» και διέταξε να κατασκευασθούν αμέσως τα ταμπούρια. Την επομένην, όταν είδε τας φάλαγ­γας του Ιμβραήμ να πλησιάζουν προς το ελληνικόν στρατόπεδον, τότε (λέγει η παράδοσις αυτή) αντιληφθείς άφευκτον τον κίνδυνον της καταστροφής, τα εχρειάσθη και άρχισε να ομιλή περί αλλαγής θέσεως και συμπτύξεως του στρατοπέδου.

Αλλ’ ο Βοϊδής, του οποίου είχε θιγή το Μανιάτικο φιλότιμο από την δηκτικήν παρατήρησιν της προηγούμενης ημέρας, του απήντησεν: «Όχι, παπά παλληκαρά, εδώ θα μείνωμε! Πάμε γιαμά (λοιπόν) στα ταμπούρια μας και όποιος απομείνει ζωντανός, ας ακούη τα μοιρολόγια των γυναικώνε».

(διακρίνεται η κυανή – ερυθρή στολή του Αιγύπτιου στρατιώτη)

«Κατά την παράδοσιν των Δολών συνεκηραιεύων γραμματικός του Βοϊδή ήτο ένας Δολοιανός, Αντιβάσης το επώνυμον, από οικογένειαν λογίων, ευπόρων και φωτισμένων του τόπου. Αυτός, όταν εφάνη ότι η σύγκρουσις θα επήρχετο την επομένην πρωίαν, εκάλεσε το βράδυ τους ένδεκα συγχωριανούς τον Δολιανούς αγωνιστάς και τους συνεβούλευσε να φύγουν δια να σωθούν, διότι η παραμονή των θα είναι άσκοπος θυσία, αφού η συντριβή και ο όλεθρος του στρατοπέδου θα είναι αναπόφευκτος.

Και αυτός μεν λόγω της θέσεως του δεν μπορεί να εγκατάλειψη τον Καπετάνιο του και θα μείνη να συναποθάνη μαζί του. Αλλ’ εκείνοι πρέπει να φύγουν «για να μη κλείσουν τα σπίτια των», δηλαδή να μη καταστραφούν αι οικογένειαί των. Πράγματι δε οδοιπορούντες την νύκτα κατόρθωσαν να φθάσουν εις την παραλίαν, οπόθεν διεπεραιώθησαν μετά τινάς ημέρας εις την απέναντι πλευράν του Μεσσηνιακού κόλπου, όπου η Αβία, της οποίας το μικρόν υπό τον Σταυριανόν Καπετανάκην σώμα, είχεν επίσης εγκαταλείψει το Μανιάκι από την προηγούμενην ημέραν.

Οι διαφυγό­ντες Δολοιανοί επολέμησαν τον Ιμπραήμ μετά έν ακριβώς έτος νικηφόρως εις την Βέργαν του Αρμυρού, ένας δ’ εξ αυτών, ο Θανάσης Γυφτέας, έπεσεν εκεί μαχόμενος».

Πηγή: http://taygetos-zeritis.blogspot.gr

Του Πιέρου Βοϊδή

Θέλου ν ανοίξου το χαρτί
Και να διαβάσω το ψηφί
Από το Α ως το Μ
Που μολογάει τον Βοιδή
Ε καπετάνιο μου Βοιδή
Απού δεν χόρταινες τιμή
Το ήβρες από τον πάππο σου
Καπετανία να βαστείς
Και να σαι πρώτος μπουλουξής
Πάντεχες τι ήταν Πρέβεζα
Κι οι Τούρκοι της Καρύταινας
Μα εκεί ήτα ο Ιμπραήμ Πασάς
Κι είχε κολώνες δώδεκα
Ρέμπελους και ταχτικούς
Και ξέχωρα καβαλλαριούς
Κι βγήκες όξου στον Μωιρά
Όξου στην Μοθωκορωνιά
Κι επήγες έστησες τσαρδί
Απά σε γυάλινη κορφή
Ήταν κι ο Φλέσσας ο παπάς
Μεϊντάνι σας και συντροφιά
Ήρθασι σε σκοτώσασι
Μ ένα αλογάκι κόκκινο
Που να το βρούσι σκότεινο
Κι έσουρες δυνατή φωνή
Ζ όλο τον κόσμο ν΄ ακουστεί
Που στε Μανιάτες μπιστικοί
Και μπουλουξήδες του Βοιδή
Πάρτε το έρημο σπαθί
Το καριοφίλι το μακρύ
Την δόξα μου και την τιμή
Όπου χα ζ όλη τη ζωή
Πάτε τα στην γυναίκα μου
Στα μαυρομιχαλιάνικα
Πείτε της πως παντρεύτηκα
Κι εκείνη την αρνήθηκα
Πείτε της ν ανασκουμπωθεί
Και ν αναστήσει το παιδί
Τα άρματα μου να ζωστεί
Και στο ποδάρι μου να βγει.

ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Το παραπάνω μοιρολόι μιλά για τον Πιέρρο  Βοιδή της γενιάς των Μαυρομιχαλαίων ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο Μανιάκι της Μεσσηνίας το 1826. Ήταν επικεφαλής της δύναμης 120 περίπου Μανιατών οι οποίοι έπεσαν σχεδόν όλοι. Στο ιστορικό αυτό τραγούδι περιγράφεται ζωηρά η ψυχοσύνθεση του παλαιού Μανιάτη όσον αφορά τα όπλα του, η δόξα μου και η τιμή, καθώς και η θέλησή του να συνεχίσει τον αγώνα η γενιά του, στο ποδάρι μου να βγει. Για την ιστορία το ταμπούρι του Πιέρρου έπεσε τελευταίο.

Μνημείο πεσόντων στο Μανιάκι

Το μοιρολόι αυτό περιλαμβάνει επίσης πλήθος χαρακτηριστικών μανιάτικων περιγραφών.

( Α ως το Μ ) είναι ο μυστηριακός αριθμός 12…. Τα 12 ευαγγέλια

( κολώνες ) είναι ο σχηματισμός μάχης σε κουτιά της εποχής των τακτικών στρατών

( Μοθωκορωνιά ) είναι η Μεθώνη και η Κορώνη

( αλογάκι κόκκινο ) είναι το καφέ χρώμα στα μανιάτικα

( σκότεινο ) εννοεί να το φάει το μαύρο σκοτάδι …. Νεκρό

( μπουλουξήδες ) είναι οι ομαδάρχες , συνήθως σοϊλήδες

( γυάλινη κορφή ) εύθραυστη θέση