Δίκαιο στη Μάνη: Ο Γδικιωμός

fdhs

Η απουσία κρατικής εξουσίας και γραπτών νόμων στη Μάνη, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία άγραφων νόμων, οι οποίοι διαμόρφωναν την κοινωνική συμπεριφορά των Μανιατών και διευθετούσαν τις τυχόν διαφορές τους.

Οι νόμοι αυτοί επικεντρώνονταν κυρίως στη διαφύλαξη της οικογενειακής τιμής και επιβίωσης των μελών της. Γι’ αυτό ήταν αποδεκτοί από όλους και τυχόν παράβαση αυτών ήταν κοινωνικά μη αποδεκτή πράξη και στιγμάτιζε το οικογενειακό κύρος.

Ο γδικιωμός ή δικιωμός (από το εκ-δικιωμός, γδικιώμαι-εκδικιώμαι) ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη βεντέτα, η οποία ήταν άγνωστη στη Μάνη. Δεν θεωρούνταν αυτοδικία διότι κατά το γδικιωμό το άτομο δεν απένεμε δίκαιο αυτόβουλα, αλλά έπραττε πειθαρχημένα και βάσει των νόμων και των διαταγών της οικογένειας.

Αναλυτικότερα:

Κάποιος Μανιάτης μπορούσε να παρεξηγηθεί με κάποιον άλλο για έναν συγκεκριμένο λόγο. Τότε ή γινόταν μονομαχία ή καλούνταν ‘’οχτροί’’ .

Σ’ αυτή την περίπτωση συγκαλούνταν οικογενειακό συμβούλιο, η Γεροντική ή γινότανε κοινή Γεροντική και από τις δύο οικογένειες. Η επίλυση του θέματος μπορεί να γινότανε ειρηνικά ή να αποφασιζόταν ότι μόνη λύση είναι η σύγκρουση των οικογενειών. Αν η απόφαση ήταν ο πόλεμος, τότε η έχθρα ανάμεσα στις πατριές γινόταν γνωστή σε όλο το χωριό χτυπώντας τις καμπάνες των εκκλησιών και άλλα ηχηρά αντικείμενα, δηλώνοντας ότι οι τάδε ‘’άνοιξασι όχτρητα’’ με τους τάδε. Με αυτό τον τρόπο οι οικογένειες του χωριού διάλεγαν συμμάχους ενώ οι αδιάφοροι παρέμεναν εκτός των εχθροπραξιών και κρύβονταν ή απομακρύνονταν έως ότου τελειώσει ο πόλεμος. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα κάθε άτομο της μιας οικογένειας είχε το δικαίωμα να σκοτώσει οποιονδήποτε της άλλης.

Ο πυροβολισμός ή η δολοφονία κάποιου πριν από την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη και ο δολοφόνος μαζί με την οικογένειά του άνανδροι και τιποτένιοι.

Κυριότεροι στόχοι ήταν τα αρσενικά παιδιά, τα οποία ήταν σε θέση να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της οικογένειας κι ακόμα περισσότερο οι καλύτεροι, οι ‘’κάλλιοι’’ της κάθε πατριάς, δηλαδή οι πιο δυνατοί, οι πιο μορφωμένοι και οι πιο ισχυροί.

Τα θηλυκά έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Υπήρχαν φορές όπου οι κοπέλες αν δεν υπήρχαν αρσενικά στην οικογένεια έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους για τη δικαίωση του χαμένου πατέρα, αδερφού, γιού.

Αν κάποιος εδικήωνε, έπρεπε να ξαπροσκελίσει το ντουφέκι του ή να κάνει ‘’σταυροποίο’’ (σχήμα σταυρού) στον τόπο όπου έγινε το φονικό, για να μην τον <<κυνηγά το αίμα του σκοτωμένου>> και σκοτωθεί γρήγορα από τους αντεκδικητές.

Αυτός που σκότωνε στα πλαίσια του δικιωμού , δεν θεωρούνταν εγκληματίας. Ούτε αυτός που ‘’δικηώνει’’. Οι ίδιοι μπορεί να μην ήθελαν να σκοτώσουν, αλλά να εκτελούν τις εντολές της οικογένειας προσπαθώντας να διαφυλάξουν την τιμή της, ωθούμενοι από τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας.

Ανά περιόδους οι πατριές πραγματοποιούσαν ανακωχή, την λεγόμενη τρέβα. Συνηθέστεροι λόγοι για ανακωχή ήταν οι αγροτικές δουλειές, οι γιορτές (γάμος, βαφτίσια) ή απειλή από κάποιο εξωτερικό εχθρό.

Σκοπός ήταν η πλήρης εκμηδένιση της αντίπαλης πατριάς, ούτως ώστε τα υπολείμματά της να διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές και να αποκατασταθεί η ηρεμία στην οικογένεια. Μια οικογένεια μπορούσε να δώσει τέλος στις συγκρούσεις ζητώντας συγνώμη από την άλλη, με καθορισμένο τελετουργικό τρόπο. Αυτός ο συμβιβασμός ήταν το λεγόμενο ψυχικό. Έτσι δηλωνόταν ανοιχτά η ήττα της οικογένειας, κάτι που όμως δεν το προτιμούσαν οι περήφανοι Μανιάτες, διότι το θεωρούσαν πλήγμα για την τιμή τους.

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου και οι δύο μεριές προχωρούσαν σε συμβιβασμό επί ίσοις όροις, στην λεγόμενη ψυχαδερφοσύνη. Εκεί εκπρόσωποι και των δύο πατριών έδιναν τα χέρια και τελείωναν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους.

ΠΗΓΕΣ:

  • Κυριάκος Δ. Κάσσης-Λαογραφία Της Μέσα Μάνης
  • Ελευθ. Π. Αλεξάκης-Τα γένη και η οικογένεια στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης
Advertisements

Ο Ξεβγάρτης Στην Μανιάτικη Παράδοση

Ένα απο τα γνωστότερα έθιμα της Μανιάτικης παράδοσης είναι ο Γδικιωμός. Όταν δύο οικογένειες αποφάσιζαν να ανοίξουν ”όχτρητα”(έχθρα), λίγα πράγματα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να αναβάλλουν τις συγκρούσεις.

Ένα απο αυτά ήταν το Ξέβγαρμα. Όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει δημόσια, χωρίς τον κίνδυνο να τον σκοτώσει κάποιος απο την αντίπαλη οικογένεια, τότε έπρεπε να συνοδεύεται απο τον Ξεβγάρτη.

Ο Ξεβγάρτης ήταν ένα άτομο απο ισχυρή οικογένεια, ουδέτερη ως προς τον πόλεμο. Οι εχθροί δεν τολμούσαν να χτυπήσουν τον Ξεβγάρτη ή τον προστατευόμενό του, γιατί τότε η οικογενειά του θα συμμαχούσε με αυτή του προστατευόμενου και θα γινόντουσαν πιο ισχυροί. Για να είναι σεβαστός ο Ξεβγάρτης έπρεπε να είναι απο αξιόλογο γένος και όχι απο αχαμνόμερη οικογένεια αλλιώς διέτρεχαν και ο ίδιος και ο προστατευομενός του.

«του μπάρμπα του Μπουγιουκλή εξέβγαινε και το ραβδί»

Παλιό Λαγιάτικο δίστιχο που αναφέρεται στο ισχυρό γένος των Μιχαλακιάνων. (Βουγιουκλάκηδων)

Ο Ξεβγάρτης δεν γινόταν να συνοδεύει κάθε μέρα το ίδιο πρόσωπο, αλλιώς θεωρούταν η πράξη του κοροϊδία πρός τους εχθρούς και δεν δεχόντουσαν το Ξέβγαρμα.

Πολλές φορές αν το σόι του Ξεβγάρτη ήταν ιδιαιτέρως ισχυρό, το ρόλο μπορούσε να αναλάβει όχι μόνο ενήλικας άντρας αλλά και γυναίκα ή παιδί. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου κάποιος μπορούσε να περάσει μπροστά απο τα σπίτια της αντίπαλης οικογένειας κρατώντας μόνο κάποιο προσωπικό αντικείμενο του Ξεβγάρτη ( Μαγκούρα, κομπολόι,τσιμπούκι κ.α).

φεύγει κι ο δήμος στο βουνί μα δίχως να χει ξεβγαλτή

Απο το μοιρολόι του Δήμου Τζανάκου

Ξεβγάρτης μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ξένος, μη Μανιάτης. Οι Μανιάτες απο σεβασμό δεν χτυπιόντουσαν μπροστά σε ξένους. (…αυτοί δεν γνωρίζουν τα μανιάτικα).Τη νύχτα σπάνια γινόταν ξέβγαρμα, γιατί κάποιος μπορούσε να επιτεθεί επικαλούμενος τη δικαιολογία, ότι δεν ήταν ευδιάκριτος ο ξεβγάρτης και ο προστατευομενός του.

Στο παρακάτω μοιρολόι γίνεται άλλη μια αναφορά για τον Ξεβγάρτη και το ρόλο του.

Της Βγενικής

Ψηλοχαμπήλωσε σουκιά,

για να ξανανοίξω τα βουνά

κι’ όλα τα λειροχάλικα,

μην έρχεται ο Ληγόρης μου,

στην Καλαμάτα, πώλειπε

Μήπως και πάει από ψηλά,

και πάει στον κουμπαρώνε μας

στα Μαυρομιχαλιάνικα,

του βάλασι ψωμί έφαε,

του δώκασι κρασί έπιε,

κι απέει τον ερωτήσασι

μη θέεις κουμπάρε ξεβγαρτή,

κείνου του φάνη σα ντροπή

και σα μεγάλη προσβολή

Έδωκε μια κι’ έφυγε,

το δρόμο, ου επάαινε,

στη λούμπα¹ την αθόλωτη

συναπαντήθησα οι γιοχτροί²

σα φίλοι εχωρίσασι,

Μα με τον πιζωκολισμό,

εκείνοι ήτα εξ’οκτώ

κι’εκείνο ήτα μοναχό

Μνιά μπαταριά³ του δώκανε

και χάμου τον ξαπλώσανε

  1. Λακούβα-Λάκος
  2. Εχθροί
  3. Πυροβολισμός < λατινική λέξη  battuo (χτυπώ)