Πόρτο Κάγιο

Το Πόρτο Κάγιο είναι ένα γραφικό ψαροχώρι της Μέσα Μάνης, 39 χλμ. νότια της Αρεόπολης. Βρίσκεται στην περιοχή του Ταινάρου και αποτελεί το επίνειο του χωριού Πάληρος.

Η επιφάνεια του λιμανιού φτάνει το 1 χλμ², το άνοιγμα του λιμανιού του έχει μήκος περίπου 220 μέτρων και είναι το νοτιότερο φυσικό λιμάνι της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Κατά την αρχαιότητα λεγόταν Ψαμαθούς (και όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι Ψωμαθιάς) από την αρχαία λέξη Ψάμαθος, που σημαίνει θαλάσσια άμμος .

Η αρχαία αυτή ονομασία της περιοχής επιβίωσε και σε διάφορα τοπικά δημοτικά τραγούδια. Παρακάτω σάτιρα…

Ε Γιάννακα η κεφάλα σου

Που ναι σα κολοκύθα

Εδιάηκες στον Ψωμαθιά

Κι έβγαλες παραμύθια

Το σύγχρονο όνομα Πόρτο Κάγιο  πηγάζει από τις λέξεις Πόρτο=λιμάνι και Κάγιο η οποία αποτελεί παραφθορά της λατινικής λέξης  Quaglie=ορτύκι. Το όνομα αυτό δόθηκε λόγω της αποδημίας των ορτυκιών, τα οποία περνούν από την περιοχή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους.

Αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της Μάνης, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι Φοίνικες, οι Μίνωες, οι Κύλικες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, οι Φράγκοι, οι Ενετοί, οι Τούρκοι, οι Γάλλοι, οι Άγγλοι και άλλοι λαοί που πέρασαν από την περιοχή, ως φυσικό αραξοβόλι.

Υπήρξε ορμητήριο πειρατών καθώς επίσης και του Λάμπρου Κατσώνη κατά τον 18º αι., ο οποίος με τη βοήθεια των Μανιατών οχύρωσε το Πόρτο Κάγιο και το χρησιμοποίησε ως βάση για τις εξορμήσεις του.

Το 1481 αποχώρησε από το Πόρτο Κάγιο ο Κροκόδειλος Κλαδάς για τη Νάπολη της Ιταλίας, το 1614 έγινε μεγάλη μάχη ανάμεσα σε Τούρκους και Μανιάτες, το 1834 στο λιμανάκι του Πόρτο Κάγιο αποβιβάστηκε μοίρα στόλου των Βαβαρών σταλμένη από τον Όθωνα  για να υποτάξει τους ανυπάκουους Μανιάτες. Σκοτώθηκαν πολλοί Μπαβαροί που είναι θαμμένοι στον τόπο που σήμερα οι ντόπιοι ονομάζουν «Μπαβαρούς», νότια του Πορτοκάγιο.

Πριν επέλθει η απελευθέρωση της Ελλάδας ξεκίνησε ο ανταγωνισμός μεταξύ των Μιχαλακιάνων (Βάθειας – Λάγιας) και των κατοίκων του Παλίρου με επικεφαλή την οικογένεια Γρηγορακάκη για τον έλεγχο της παραλίας. Η διαμάχη αυτή είχε πολλά θύματα και πολλά από αυτά μάλιστα ήταν ήρωες της επανάστασης του 1821 όπως ο οπλαρχηγός Ηλίας Δεκουλάκος.

Του Πέτρου Μιχαλακάκου

Αφιερωμένο για τα 100 χρόνια από τους Βαλκανικούς πολέμους

Ο Πέτρος Μιχαλακάκος νεαρός έφεδρος στρατιώτης από το Νύφι σκοτώθηκε στην μεγάλη μάχη της Τζουμαγιάς στις 16 Ιουλίου 1913. Μαζί του έπεσε και ο συγχωριανός του Δημήτρης Παπαδάκος εθελοντής. Τον μοιρολόγησαν πολλές καθότι ήταν νέος, γενναίος πρωτύτερα είχε παρασημοφορηθεί και σοϊλής. Το κλάμα έγινε στις 29 Ιουλίου όταν έφθασε το λυπηρό μήνυμα στην Μάνη.

Πηγή Μοιρολόγια της Μ. Μάνης Κ. Κάσση

( απόσπασμα )

Ε Πέτρακα γιορνταμιλή

Έ Πέτρο μόστρα και στολή

Μες τα Μιχαλακιάνικα

Στην μέσα χώρα του Νυφιού

Έ Πέτρακα παλικαρά

Που ήσουν αητός με τα φτερά

Που είχες του λύκου πάτημα

Του λιονταριού ξεκίνημα

Και σ οποιαδήποτε εποχή

Ήσουνα βάρδια μπροστινή

Γέροντας της γεροντικής

Κι είχες κεφάλι αφεντικό

Μανιάτης στα Μανιάτικα

Τι φόβο δεν γνώριζες…

Λοχίας των βαλκανικών πολέμων 1912 – 1913

Το παράδοξο είναι ότι λίγους μήνες πριν πεθάνει ο Πέτρος παρασημοφορήθηκε. Το συγχαρητήριο τηλεγράφημα οι γυναίκες που δεν ήξεραν γράμματα το πέρασαν για αναγγελία θανάτου.

Έβαλαν μαύρα πανιά στις πόρτες και ξεκίνησαν κλάμα όπως προστάζει το έθιμο. Οι Μιχαλακιάνοι που ήταν στις βάρδιες τους (λόγω έχθρητας) τα είδαν και ταράχτηκαν ακούγοντας κλάματα.

Τελικώς η παρεξήγηση λύθηκε με την έλευση του Φώτη Μιχαλακάκου σπίτι αφού διάβασε το τηλεγράφημα και κατάλαβε περί τίνος πρόκειται.