Των Κριαλιάνων και Ταγαρουλιάνων

Μοιρολόγια

Μοιρολόι

Ε! Μπάρμπα Γιάννη Στεφανή
Αγροίκα με τι θε να ζε που
Αν έχει ο Άδης διάβατα
Κι η κάτου γης περάσματα
Και βρέκεις τον πατέρα μου
Τον γέρο Λογοθέτακα
Το ληγορότερο να ρθη
Τι α δεν ερθει κι α δεν φανεί
Θε να χαλάσει ο μαχαλάς
Τι ο Γεωργαντάς με τον Κριαλή
Ζητούσι την γεροντική
Χωρίς και να νιαι άξιοι

Το παραπάνω μοιρολόι το λέει η κόρη του καπετάνιου του 1821 Λογοθέτη Ταγαρούλια, ανθρώπου ιδιαίτερα σεβαστού όχι μόνο στην οικογένεια του αλλά και ευρύτερα στην Μάνη. Μάλιστα έφτασε να γίνει και δήμαρχος. Τα πρόσωπα και γεγονότα που αναφέρει διαδραματίζοναται περί το 1850, στην περιοχή του Κούνου όπου και κοιτίδα της οικογένειας.

Η γυναίκα που θρηνεί το θείο της Γιάννη (Στεφανή), απευθύνεται άμεσα σε αυτόν όμοια με τους αρχαίους τραγωδούς. Του παραγγέλει, ανησυχώντας για την πορεία της οικογένειας, να ειδοποιήσει τον σεβαστό πατέρα της, ο οποίος ήταν ήδη νεκρός , να επανέλθει του Κάτω Κόσμου ώστε να βάλει σε τάξη τα πράγματα. Δεν αναγνώριζε ως καλούς ηγέτες τον Κριαλή και τον Γεωργαντά για την μετέπειτα πορεία της οικογένειας που θα καθοριζόταν από το συμβούλιο τους (γεροντική).

Να σημειωθεί πως το παραπάνω μοιρολόι πέραν του λαογραφικού ενδιαφέροντος μας δίνει σοβαρές πληροφορίες για το ποια πρόσωπα θα αναμετρούνταν για την ηγεσία της οικογένιας Ταγαρούλια, η οποία ήταν στην τάξη των «σοιλήδων» της περιοχής. Η οικογένεια Κριαλή είναι κλάδος της παραπάνω οικογένιας από την περίοδο εκείνη και έπειτα.

stavri_01

Πύργος στο Κατωπάγγι

ΠΗΓΕΣ
• Ιωάννη Π. Λεκκάκου «Μάνη ερανίσματα ιστορίας και λαογραφίας» εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, Μάνη 2004

http://www.diakopes.gr

Ερμηνευτικά Σχόλια Δημήτρης Μαριόλης (νομικός), Γιάννης Μιχαλακάκος (εκπαιδευτικός)

Advertisements

Μοιρολόγια Του Χάρου

Μοιρολόγια

¹ Δικαιολογίες   ² Παλληκάρια   ³ Κόσμος   Βλέπουμε

                               ¹ Μικρό τραπέζι

Τα παραπάνω μοιρολόγια δημοσιεύτηκαν από τον Αθανάσιο Πετρίδη στο περιοδικό Πανδώρα την 15 Φεβρουαρίου του 1871.

Ο Ξεβγάρτης Στην Μανιάτικη Παράδοση

Ένα απο τα γνωστότερα έθιμα της Μανιάτικης παράδοσης είναι ο Γδικιωμός. Όταν δύο οικογένειες αποφάσιζαν να ανοίξουν ”όχτρητα”(έχθρα), λίγα πράγματα μπορούσαν να εμποδίσουν ή να αναβάλλουν τις συγκρούσεις.

Ένα απο αυτά ήταν το Ξέβγαρμα. Όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει δημόσια, χωρίς τον κίνδυνο να τον σκοτώσει κάποιος απο την αντίπαλη οικογένεια, τότε έπρεπε να συνοδεύεται απο τον Ξεβγάρτη.

Ο Ξεβγάρτης ήταν ένα άτομο απο ισχυρή οικογένεια, ουδέτερη ως προς τον πόλεμο. Οι εχθροί δεν τολμούσαν να χτυπήσουν τον Ξεβγάρτη ή τον προστατευόμενό του, γιατί τότε η οικογενειά του θα συμμαχούσε με αυτή του προστατευόμενου και θα γινόντουσαν πιο ισχυροί. Για να είναι σεβαστός ο Ξεβγάρτης έπρεπε να είναι απο αξιόλογο γένος και όχι απο αχαμνόμερη οικογένεια αλλιώς διέτρεχαν και ο ίδιος και ο προστατευομενός του.

«του μπάρμπα του Μπουγιουκλή εξέβγαινε και το ραβδί»

Παλιό Λαγιάτικο δίστιχο που αναφέρεται στο ισχυρό γένος των Μιχαλακιάνων. (Βουγιουκλάκηδων)

Ο Ξεβγάρτης δεν γινόταν να συνοδεύει κάθε μέρα το ίδιο πρόσωπο, αλλιώς θεωρούταν η πράξη του κοροϊδία πρός τους εχθρούς και δεν δεχόντουσαν το Ξέβγαρμα.

Πολλές φορές αν το σόι του Ξεβγάρτη ήταν ιδιαιτέρως ισχυρό, το ρόλο μπορούσε να αναλάβει όχι μόνο ενήλικας άντρας αλλά και γυναίκα ή παιδί. Υπήρχαν και περιπτώσεις όπου κάποιος μπορούσε να περάσει μπροστά απο τα σπίτια της αντίπαλης οικογένειας κρατώντας μόνο κάποιο προσωπικό αντικείμενο του Ξεβγάρτη ( Μαγκούρα, κομπολόι,τσιμπούκι κ.α).

φεύγει κι ο δήμος στο βουνί μα δίχως να χει ξεβγαλτή

Απο το μοιρολόι του Δήμου Τζανάκου

Ξεβγάρτης μπορούσε να θεωρηθεί και ένας ξένος, μη Μανιάτης. Οι Μανιάτες απο σεβασμό δεν χτυπιόντουσαν μπροστά σε ξένους. (…αυτοί δεν γνωρίζουν τα μανιάτικα).Τη νύχτα σπάνια γινόταν ξέβγαρμα, γιατί κάποιος μπορούσε να επιτεθεί επικαλούμενος τη δικαιολογία, ότι δεν ήταν ευδιάκριτος ο ξεβγάρτης και ο προστατευομενός του.

Στο παρακάτω μοιρολόι γίνεται άλλη μια αναφορά για τον Ξεβγάρτη και το ρόλο του.

Της Βγενικής

Ψηλοχαμπήλωσε σουκιά,

για να ξανανοίξω τα βουνά

κι’ όλα τα λειροχάλικα,

μην έρχεται ο Ληγόρης μου,

στην Καλαμάτα, πώλειπε

Μήπως και πάει από ψηλά,

και πάει στον κουμπαρώνε μας

στα Μαυρομιχαλιάνικα,

του βάλασι ψωμί έφαε,

του δώκασι κρασί έπιε,

κι απέει τον ερωτήσασι

μη θέεις κουμπάρε ξεβγαρτή,

κείνου του φάνη σα ντροπή

και σα μεγάλη προσβολή

Έδωκε μια κι’ έφυγε,

το δρόμο, ου επάαινε,

στη λούμπα¹ την αθόλωτη

συναπαντήθησα οι γιοχτροί²

σα φίλοι εχωρίσασι,

Μα με τον πιζωκολισμό,

εκείνοι ήτα εξ’οκτώ

κι’εκείνο ήτα μοναχό

Μνιά μπαταριά³ του δώκανε

και χάμου τον ξαπλώσανε

  1. Λακούβα-Λάκος
  2. Εχθροί
  3. Πυροβολισμός < λατινική λέξη  battuo (χτυπώ)

Μουσουριάνοι (Πάλιρος)

old_book_bindings

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥ ή ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟΥ

(Πάλιρος)

ΓΕΝΟΣ: Κοσμάδες ΠΑΤΡΙΑ: Γεραντωνιάνοι ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Μουσουριάνοι

Η οικογένεια Μουσουράκου ή Μουσούρου (μετά το 1970) αποτελεί κλάδο της οικογένειας Κάσση του Παλίρου στο ακρωτήριο Ταίναρο. Ανήκει μαζί με τις οικογένειες Κεραμίδα, Γιαννουκάκου και Φιδοπιάστη στη πατριά των Γεραντωνιάνων της Μάνης. Αυτή η πατριά με την σειρά της ανήκει στο βυζαντινό γένος των Κοσμάδων το οποίο κατά την περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας δέσποζε ηγεμονικά στην περιοχή.

Το παρατσούκλι Μουσούρος το πήρε ο Παναγιώτης Κάσσης διότι στους ξένους περιηγητές που πήγαιναν στην περιοχή έκανε τον δραγουμάνο, (διερμηνέα) όπως ο Κρητικός εύπορος Δραγουμάνος Μουσούρος από την Κρήτη. Έτσι από τοπικό παρωνύμιο κατέληξε επίθετο.

Η πρώτη φορά που εμφανίζεται το όνομα Μουσουράκος ως επίθετο είναι στους εκλογικούς καταλόγους του 1871. Εκεί εμφανίζεται ο Αντώνης Μουσουράκος ετών 25, γιος του Παναγιώτη. Ο Κ. Κάσσης μας πληροφορεί ότι ήταν ο δεύτερος γιος του Παναγιώτη, ο πρώτος λεγόταν Νίκος. Πράγματι στο κατάλογο υπάρχει ο Νίκος Παναγιωτάκος ετών 31, ο οποίος όλα συνηγορούν ότι είναι Μουσουράκος. Από τον πρώτο γιο τον Νικόλα προέρχονται οι Νικομουσουριάνοι από τον δεύτερο οι Αντωνομουσουριάνοι. (παρακάτω διάγραμμα με τα έτη γέννησης).

Στα 1920 η οικογένεια είχε αποκτήσει οικονομική δύναμη διότι εμπορευόταν και είχαν μαγαζί ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή. Μάλιστα σε μοιρολόγια της εποχής καταγράφεται η επιχειρηματική δράση της οικογένειας.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΟ

(ΤΣΑΤΙΡΑ)

Ο Κώστας Μουσουράκος παντρεύτηκε το 1943, δεν γλίτωσε από την καυστική πέννα του σατιρολόγου θείου του Αντώνη Κάσση. Του λέει μεταξύ άλλων για την παντρειά του ….

Του δωκαν του Καρκατσίλη

Την κοπέλα να είναι φίλοι

Κοριτσάκι όπως πρέπει

«γεια σου μάγκα μου Τζελέπη»

Πλυσταριό με την κουζίνα

Νοικοκύρης στη Αθήνα

Όλα πλίθινα χτισμένα

Παραθύρι είχαν ένα

μηχανή με το τραπέζι

τα κορίτσια να αναμπαίζει

κι αν θυμώσει ρε Κωστάκη

θα ζου βγάλει το μουστάκι

και θα μείνεις σπανός μπίτι

μες το πλίθινο το σπίτι

και η θεια σου η Σουφίνα

χρόνια μάγκας στην Αθήνα

Του Αντώνη Κάσση – Μουσουράκου

(ΜΟΙΡΟΛΟΙ)

Το 1920 πέθανε ο Αντώνης Κάσσης Μουσουράκος (προσωπικό παρατσούκλι Σμυρνιός). Άφησε την γυναίκα του έγκυο. Είχαν μόλις ένα χρόνο παντρευτεί. Το μοιρολόι το είπε η Πηνιώ Μπουρδάκου. Η Πηνιώ ήταν και αυτή πρόσφατα χήρα και για να παρηγορήσει την νέα χήρα (Μαργαρίτα) της είπε …..

Αμπού είσαι Μαργαρίτα μου

Αμπώς θα σκιουνοκρεμαστείς?

Με δίχως άντρα στην ζωή

Μα αν γεννηθεί καλό παιδί

Θα σαι νοικοκυρά καλή

Μέσα στο σπίτι να κλειστείς

Κανένανε να μην δεχτείς

Αν είναι να χεις σερνικό

Θε να χει ο λόγος σου σταυρό

Θα σαι καλή νοικοκυρά

επά στα Μουσουριάνικα

αν τύχει κάμεις φηλυκό

να το πατήσεις στο λαιμό

ρώτα εμένα να ζου πω

δεν έχει ο λόγος μου σταυρό

δεν έχει ο λόγος μου ισχύ

γιατί έχω φηλυκό παιδί

εσύ να κάμεις σερνικό

για να κρατήσει σπιτικό

θα σαι μαγαζατόρισσα

θα σαι κοτζάμ εμπόρισσα

Οι Μουσουριάνοι ήταν οι πλουσιότεροι Κάσσηδες την περίοδο του μεσοπολέμου έχοντας κατάστημα εμπορικό στο ακροταίναρο. Το παιδί της γεννήθηκε καλώς. Η Μαργαρίτα όμως 40 ημέρες μετά την γέννησή του πέθανε από αρρώστια. Το «σκιουνοκρεμαστείς» αφορά τον τρόπο με το οποίο γεννούσαν τότε οι γυναίκες. (όρθιες κρατώντας σχοινιά από το ταβάνι κρεμασμένα).

Πηγές:

1. Κ. Κάσση «Μανιάτικα Μοιρολόγια», τόμος Β, σελ. 375

2. Κ. Κάσση «Τσάτιρες της Μάνης» σελ 118

3. Γ.Α. Κ. (γενικά αρχεία του Κράτους) εκλογικά Βλαχογιάννη 4. www.mani.org.gr

Το Μοιρολόι-Σύνδεση και απόηχος του Ομηρικού έπους

Ο θάνατος αποτελεί θέμα συζήτησης και σημείο αναφοράς του ανθρώπου από την αρχαιότητα ως σήμερα. Πλήθος τελετουργιών, θρησκειών, πνευματικών αναζητήσεων και ψυχικών πεποιθήσεων αναπτύχθηκαν γύρω από την ενασχόληση με τον θάνατο. Η βία ως κινητήριος δύναμη της ιστορίας βοήθησε πολύ σε αυτό. Η δημιουργία πολλών εθιμικών τελετών σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης από διάφορους λαούς είναι λογική αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος πάντοτε συναρπαζόταν από την αναζήτηση του υπαρξιακού αγνώστου.

Εκδήλωση της νεκρικής εθιμοτυπίας είναι το μοιρολόι. Το τραγούδι, το άσμα το θρηνητικό προς εκείνον που φεύγει και πρέπει να τιμηθεί για να έχει καλό κατευόδιο (κάθοδο στον Άδη). Μελετητές όπως ο Saunier και ο Ε. Καψωμένος παρατηρούν ότι παλαιότερα ο ελληνικός λαός έμενε πιστός σε μια παράδοση των Ομηρικών χρόνων όπου η εικόνα του κάτω κόσμου απηχεί στην αρχαία παγανιστική μυθολογία για τον Άδη. Με λίγα λόγια όσο πολυτάραχη και αν ήταν η Ελληνική ιστορία αυτή η πεποίθηση περί του θανάτου, που συγκρούεται με επιστημονικές ή θρησκευτικές γνώμες δεν μπόρεσε να εξαλειφθεί.

Η Θέτιδα και οι Νηρηίδες θρηνούν το νεκρό Αχιλλέα. Κορινθιακή υδρία, 570 π.Χ. περίπου.
Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου (αντίγραφο).

Η κοσμοθεωρία του μοιρολογιού είναι αρχέγονη και απλή. Ο κόσμος (σύμπαν) διαιρείται συνήθως σε δύο μέρη. Τον απάνω κόσμο και τον κάτω κόσμο. Ο κάτω κόσμος είναι ο Άδης, ο οποίος φέρει στην συνείδηση του λαού πολλά ονόματα. (μαύρη γης, κάτω κόσμος, μαύρο σκοτάδι, Τάρταρα κ.ά.). Το μαύρο αποτελεί σύνηθες χαρακτηριστικό της νεκρικής εθιμοτυπίας. Στην λαϊκή φαντασία λειτουργεί σαν αποστροφή του απάνω κόσμου.

Ε Σταύρο του Μιχάλακα

Και λυγερέ μου άρχοντα

Πες μου τα νέα τα καλά

Από την κάτω γειτονιά[1]

Ο θρήνος και ο γόος είναι οι δύο λέξεις που χρησιμοποιούνται ήδη στα Ομηρικά έπη (στην Ιλιάδα υπάρχει εμφανείς διαχωρισμός των εννοιών), για την εκδήλωση των προσωπικών συναισθημάτων και τιμής του νεκρού. Η ίδια η ετυμολογία της λέξεως μοιρολόι, (M. Alexiou the ritual lament) προκύπτει από την λέξη μοίρα. Το νόημα της αποτελεί σύμβολο καθοριστικό για κάθε άνθρωπο, ο οποίος αργά η γρήγορα θα τερματίσει τον βίο του, αλλά και θεότητα αρχαία με μεγάλη λατρεία.


[1] Κάτω γειτονιά είναι ο κάτω κόσμος. Το παρόν μοιρολόι ειπώθηκε στα εννιάμερα συγγενούς, όπου η γυναίκα τον θρηνούσε, 9 μέρες μετά τον θάνατό του.

Στο παρακάτω βίντεο από την εκπομπή «ΦΩΤΑΨΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΟΧΘΗΣ» ερμηνεύεται το έθιμο του μοιρολογιού ως μορφή της δημοτικής μας παράδοσης.

Του Κοσσονάκου και του Κορφιωτάκη

 Νικόλαος Κορφιωτάκης (1792 – 1850).

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός. Ήταν εγγονός του Νικολάου (4.). Στην περίοδο του Αγώνα συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις, στις οποίες και διακρίθηκε. Ο Κ. ξεχώριζε για τη ρητορική του δεινότητα και τη μόρφωσή του. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ταμίας και ελεγκτής στο Υπουργείο Οικονομικών. Εξελέγη αντιπρόσωπος του Μιστρά στην Α’ Εθνοσυνέλευση (1821-22) και αργότερα βουλευτής κατά τις περιόδους 1845 και 1847-50. Ήταν οπαδός του Κωλέττη και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνησή του (1847-48). Η κυβέρνηση Κριεζή τον όρισε υπουργό Παιδείας στις 4 Αυγούστου 1850 και μία από της πρώτες ενέργειές του ήταν η υπογραφή του Συνοδικού τόμου, με τον οποίο αναγνωριζόταν το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις 20 Αυγούστου 1850, την ημέρα που ο Συνοδικός τόμος διαβάστηκε στις εκκλησίες, ο Κ. δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του από έναν Μανιάτη ονόματι Ζυγούρη.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  1. Ο Κορφιωτάκης ήταν πολύ αγαπητός πολιτικός.
  2. Το μοιρολόι το λέει η μητέρα του Γιώργου Κοσσονάκου, κόρη Μαυρομιχάλη στο κλάμα του γιου της ο οποίος πέθανε στην εκστρατεία των Μανιατών στην Κρήτη με το πλοίο Αρκάδι.
  3. Σταυροπήγιο λέει τον δήμο Αβίας, Ζυγός ο δήμος Λεύκτρου, Νίκλος η Μέσα Μάνη. Κολοκυθιά ο δήμος Ανατολικής Μάνης. Ο Κοσσονάκος τιμήθηκε από όλους ως ήρωας πολέμου που ήταν.
  4.  Αναθεματίζει τους δολοφόνους του Κορφιωτάκη γιατί στην πολιτική του δολοφονία ενέπλεξαν τον γιο της που τότε ήταν αξιωματικός.

Του Πέτρου Μιχαλακάκου

Αφιερωμένο για τα 100 χρόνια από τους Βαλκανικούς πολέμους

Ο Πέτρος Μιχαλακάκος νεαρός έφεδρος στρατιώτης από το Νύφι σκοτώθηκε στην μεγάλη μάχη της Τζουμαγιάς στις 16 Ιουλίου 1913. Μαζί του έπεσε και ο συγχωριανός του Δημήτρης Παπαδάκος εθελοντής. Τον μοιρολόγησαν πολλές καθότι ήταν νέος, γενναίος πρωτύτερα είχε παρασημοφορηθεί και σοϊλής. Το κλάμα έγινε στις 29 Ιουλίου όταν έφθασε το λυπηρό μήνυμα στην Μάνη.

Πηγή Μοιρολόγια της Μ. Μάνης Κ. Κάσση

( απόσπασμα )

Ε Πέτρακα γιορνταμιλή

Έ Πέτρο μόστρα και στολή

Μες τα Μιχαλακιάνικα

Στην μέσα χώρα του Νυφιού

Έ Πέτρακα παλικαρά

Που ήσουν αητός με τα φτερά

Που είχες του λύκου πάτημα

Του λιονταριού ξεκίνημα

Και σ οποιαδήποτε εποχή

Ήσουνα βάρδια μπροστινή

Γέροντας της γεροντικής

Κι είχες κεφάλι αφεντικό

Μανιάτης στα Μανιάτικα

Τι φόβο δεν γνώριζες…

Λοχίας των βαλκανικών πολέμων 1912 – 1913

Το παράδοξο είναι ότι λίγους μήνες πριν πεθάνει ο Πέτρος παρασημοφορήθηκε. Το συγχαρητήριο τηλεγράφημα οι γυναίκες που δεν ήξεραν γράμματα το πέρασαν για αναγγελία θανάτου.

Έβαλαν μαύρα πανιά στις πόρτες και ξεκίνησαν κλάμα όπως προστάζει το έθιμο. Οι Μιχαλακιάνοι που ήταν στις βάρδιες τους (λόγω έχθρητας) τα είδαν και ταράχτηκαν ακούγοντας κλάματα.

Τελικώς η παρεξήγηση λύθηκε με την έλευση του Φώτη Μιχαλακάκου σπίτι αφού διάβασε το τηλεγράφημα και κατάλαβε περί τίνος πρόκειται.

Των Μανιατών Της Κορσικής

Δέκα βρύσες με νερό κι εξήντα δυό πηγάδια
δε μας τη σβήνουν τη φωτιά μεσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια
Φύγαμ’ από τον τόπο μας κι’ από τα γονικά μας,
μας διώξαν απ’ τα σπίτια μας κι’ απ’ όλα τα καλά μας
ανάθεμα τον αίτιον και την κακήν αιτίαν
αλλά δεν του ευχόμαστε, την ίδιον καταντίαν.
Γλυκεία που ‘ταν η Μάνη μας, πικρός ο χωρισμός της
πικρότερος στην ξενητειά θε να ‘ναι ο καημός της.
Είμαστε απ’ το Οίτυλο και Στεφανοπουλιάνοι
κι ήρθαμε στην Κορσική καταδιωγμένοι και φτωχοί.
Κορσικανοί μου καημένοι κι απ’ τον Οίτυλο φερμένοι!

Το παραπάνω μοιρολόι αναφέρεται στην αναγκαστική αποχώρηση των Στεφανοπουλιάνων μαζί με άλλους 300 Μανιάτες απο τη Μάνη το 1675 και τη μόνιμη εγκατάσταση τους στη Κορσική. Μέσα απο τους στίχους του διαφαίνεται η πικρία και ο πόνος της αποχώρησης απο την ιδιαίτερη πατρίδα τους.

Του Δημαρά

Το μοιρολόι αυτό αναφέρεται σε εκούσια απαγωγή, φαινόμενο όχι άγνωστο στο χώρο της
Μάνης.
Η απαγωγή εθεωρείτο προσβολή για την οικογένεια της κόρης με
συνέπειες αιματηρές. Ο γάμος που ακολουθούσε κατεύναζε τις εντάσεις και διέκοπτε τις εχθροπραξίες.
Ο Δημαράς του μοιρολογιού σκοτώθηκε από τους συγγενείς της κόρης,
γιατί ήταν πρωτοξάδερφα από τις μαννάδες τους και δεν μπορούσαν να
νομιμοποιήσουν τις σχέσεις των με γάμο. Αυτό προκαλούσε μόνιμη ηθική
βλάβη στην οικογένεια της κόρης.
Στις περιπτώσεις αυτές μοναδική λύση για την αποκατάσταση της τιμής, θεωρείτο ο φόνος.

Μία Δευτέρ’ αποταχιά
σηκώθηκα πολλά πρωί,
τ’ είχα στο φούρνο άλεσμα.
Πχιάνου το μύλο μου σφιχτά,
του ‘δωκα γύρο γυριστά,
τη νύφη μ’ αποκοίμισα
και στρούνου χάμου τη βασκιά
και γουμα’ρϊάζου τα προικιά
και τα μορφοζαλώθηκα
κ’ έβαλα δρόμο στα μπροστά.
Στο Δίπορο ανηφόριζα,
όντ’ ελαλούσα τα πουλιά,
οϊμέ εξημέρουσε
κι ο Δημαράς δεν ήρθεκε,
μ’ άκουσα μνιά σφυρισμα’τ’ά,
μπροστά ήτα ο Δημαράς
κ’είχε τη ντάσκ’ αναρριχτά
και το ντουφέκι ‘διάπλατα
και τον εκαλημέρισα,
με διπλοκαλαδέχτηκε. Μωρή
καλώς τη Σταυ’ρ’ανή, μωρή
γιατ’ άργησες να ‘ρθεις;
Αμπού’ θα πάμε Δημαρά; έλα
να πάμε στα βουνά. Ξεχνάς
καημένε Δημαρά, τ’ είμαστε
πρωτοξάδερφα; καφάδες οι
μαννάδε μας, εγ’ όλα τ’ άλλα
τ’ αφαιρού. Το λέεις ναν τον
αρνηθού του Λαζαράκο τον
υγιό, που έναι αρχοντόπουλο,
κάνει το λάδι σα νερό;
Εκείνος δεν τ’ αγροίκησε,
επέτησε σαν τον αϊτό καί
σαν την πέρδικα κ’ εγώ,
ιδιάημα στ’ αψηλό βουνό.
Την άλλη μέρα το πρωΐ
ερχότανε ένα παιδί
κ’ είχε στα χείρα του χαρτί
και το ‘πχιασε ο Δημαράς,
το ‘πάρε και το ιδ’άβαζε
και τρέμασι τα χείρα του
και τρέχασι τα μάιτα του,
κ’ εζύγωσα κ’ εγώ κοντά,
του ‘πα τι τρέχει Δημαρά;
Τι να ζου που ε Σταυ’ρ’ανή,
α ζου το που, θα πικραθείς.
Όλοι εσυφωνήσασι
γένο ζου και πεθερικό,
τον πύργο να χαλάσουσι
και με το νοικοκύρη του.
Επέτησε σαν τον αϊτό
και σαν την πέρδικα κ’ εγώ,
απά στον πύργ’ ανέβημα
κ’ εκλείστημα με το κλειδί
πέντε χρονάκια φυλακή.
Κι απέει τι μ’ εφώτισε
κ’ ειδ’άηκα και πέρασα
από τουν αλλωνούνε μου.
Χάμου στη ρούγα εκάθοντα,
τους εδιπλοχαιρέτησα,
μ’ εδιπλοχαιρετήσασι.
Μωρή καλώς τη Σταυ’ρ’ανη,
μωρή κι αμπό ‘ν’ ο Δημαράς;
Πες του να βγεί να κυνηγά
και δεν τόνε πείραζομε.
Ε’δ’άηκα του το ‘πεκα,
ρίχνει τη ντάσκ’ αναρριχτά
και το ντουφε’κι ‘δ’άπλατα
κ’ ε’δ’άηκε και πέρασε
από τουν αλλωνούνε μου.
Χάμου στη ρούγα εκάθοντα
τους εδιττλοχαιρε’τησε,
καένας δεν εμίλησε,
μόν’ το Ξαρχάκι το στραβό,
που μπαίνει πρώτο στο χορό,
κι ανακουνά τι τσέπε του,
λέσι πως έχει χρήματα,
αμέσως εγονάτισε
και τον επόσταρε καλά
μεσ’ την αριστερή με’ρ’ά.

Του Πιέρου Βοϊδή

Θέλου ν ανοίξου το χαρτί
Και να διαβάσω το ψηφί
Από το Α ως το Μ
Που μολογάει τον Βοιδή
Ε καπετάνιο μου Βοιδή
Απού δεν χόρταινες τιμή
Το ήβρες από τον πάππο σου
Καπετανία να βαστείς
Και να σαι πρώτος μπουλουξής
Πάντεχες τι ήταν Πρέβεζα
Κι οι Τούρκοι της Καρύταινας
Μα εκεί ήτα ο Ιμπραήμ Πασάς
Κι είχε κολώνες δώδεκα
Ρέμπελους και ταχτικούς
Και ξέχωρα καβαλλαριούς
Κι βγήκες όξου στον Μωιρά
Όξου στην Μοθωκορωνιά
Κι επήγες έστησες τσαρδί
Απά σε γυάλινη κορφή
Ήταν κι ο Φλέσσας ο παπάς
Μεϊντάνι σας και συντροφιά
Ήρθασι σε σκοτώσασι
Μ ένα αλογάκι κόκκινο
Που να το βρούσι σκότεινο
Κι έσουρες δυνατή φωνή
Ζ όλο τον κόσμο ν΄ ακουστεί
Που στε Μανιάτες μπιστικοί
Και μπουλουξήδες του Βοιδή
Πάρτε το έρημο σπαθί
Το καριοφίλι το μακρύ
Την δόξα μου και την τιμή
Όπου χα ζ όλη τη ζωή
Πάτε τα στην γυναίκα μου
Στα μαυρομιχαλιάνικα
Πείτε της πως παντρεύτηκα
Κι εκείνη την αρνήθηκα
Πείτε της ν ανασκουμπωθεί
Και ν αναστήσει το παιδί
Τα άρματα μου να ζωστεί
Και στο ποδάρι μου να βγει.

ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Το παραπάνω μοιρολόι μιλά για τον Πιέρρο  Βοιδή της γενιάς των Μαυρομιχαλαίων ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο Μανιάκι της Μεσσηνίας το 1826. Ήταν επικεφαλής της δύναμης 120 περίπου Μανιατών οι οποίοι έπεσαν σχεδόν όλοι. Στο ιστορικό αυτό τραγούδι περιγράφεται ζωηρά η ψυχοσύνθεση του παλαιού Μανιάτη όσον αφορά τα όπλα του, η δόξα μου και η τιμή, καθώς και η θέλησή του να συνεχίσει τον αγώνα η γενιά του, στο ποδάρι μου να βγει. Για την ιστορία το ταμπούρι του Πιέρρου έπεσε τελευταίο.

Μνημείο πεσόντων στο Μανιάκι

Το μοιρολόι αυτό περιλαμβάνει επίσης πλήθος χαρακτηριστικών μανιάτικων περιγραφών.

( Α ως το Μ ) είναι ο μυστηριακός αριθμός 12…. Τα 12 ευαγγέλια

( κολώνες ) είναι ο σχηματισμός μάχης σε κουτιά της εποχής των τακτικών στρατών

( Μοθωκορωνιά ) είναι η Μεθώνη και η Κορώνη

( αλογάκι κόκκινο ) είναι το καφέ χρώμα στα μανιάτικα

( σκότεινο ) εννοεί να το φάει το μαύρο σκοτάδι …. Νεκρό

( μπουλουξήδες ) είναι οι ομαδάρχες , συνήθως σοϊλήδες

( γυάλινη κορφή ) εύθραυστη θέση